Βασανιστήρια και αξιοποίηση των αποδεικτικών μέσων: Νομοθεσία και Νομολογία ΕΔΔΑ

 

eirinodikeioΠαράρτημα 1ο : Νομοθετικές προβλέψεις

1) Συνταγματική κατοχύρωση

Α.19 Συντάγματος Παρ. 3. Απαγορεύεται η χρήση αποδεικτικών μέσων που έχουν αποκτηθεί κατά παράβαση του άρθρου αυτού και των άρθρων 9 και 9Α.

Α.7 § 2 Συντάγματος Παρ. 2. Τα βασανιστήρια, οποιαδήποτε σωματική κάκωση, βλάβη υγείας ή άσκηση ψυχολογικής βίας καθώς και κάθε άλλη προσβολή της ανθρώπινης αξιοπρέπειας απαγορεύονται και τιμωρούνται όπως ο νόμος ορίζει.

2) Νομοθεσία

α. 177 παρ. 2 Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, όπως τροποποιήθηκε με το Ν.3674/10.07.2008.

α. 370Α ΠΚ, όπως τροποποιήθηκε με το Ν.3674/10.07.2008.

Διεθνής κατοχύρωση α. 7 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα «απαγόρευση βασανιστηρίων».

α. 15 της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών «Κατά των βασανιστηρίων και άλλης σκληρής ή ταπεινωτικής μεταχείρισης ή ποινής».

α. 3 ΕΣΔΑ «απαγόρευση βασανιστηρίων».

α. 6 ΕΣΔΑ «δικαίωμα σε δίκαιη δίκη».

 

Παράρτημα 2ο : η υπόθεση «GAFGEN/ΓΕΡΜΑΝΙΑΣ»

Την 1η Ιουνίου 2010, το Τμήμα Ευρείας Σύνθεσης (Grand Chamber) του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕυρΔΔΑ) εξέδωσε απόφαση επί της υπόθεσης Gäfgen/Γερμανίας (Αρ. Προσφυγής 22978/05).

Η συγκεκριμένη υπόθεση επανέφερε στο προσκήνιο το κλασικό στο χώρο της πολιτικής φιλοσοφίας ηθικό ζήτημα, του περίφημου «σεναρίου της ωρολογιακής βόμβας», που συνοψίζεται στον προβληματισμό περί του επιτρεπτού της προσφυγής των κρατικών αρχών στη χρήση βασανιστηρίων σε πιεστικές καταστάσεις ανάγκης, όπως αυτή της τοποθέτησης ωρολογιακής βόμβας σε άγνωστο σημείο με στόχο πλήθος αθώων (λ.χ. σχολεία, χώρους συγκέντρωσης μεγάλου αριθμού ατόμων), της οποίας η έκρηξη επίκειται και ο ύποπτος, που έχει συλληφθεί, αρνείται ν’ αποκαλύψει πληροφορίες που θα οδηγούσαν στην αποτροπή του άμεσα επικειμένου εγκληματικού αποτελέσματος.

Με τη συγκεκριμένη απόφαση το Δικαστήριο, αν και επανέλαβε τη ρητορική του περί του απόλυτου χαρακτήρα της απαγόρευσης των βασανιστηρίων καθώς και κάθε άλλης απάνθρωπης και εξευτελιστικής μεταχείρισης (άρθρο 3 ΕυρΣΔΑ), αποφάνθηκε, κατά πλειοψηφία, ότι η αποδοχή της εγκυρότητας αποδεικτικών μέσων που αποκτήθηκαν ως άμεση απόρροια της επιστράτευσης εκ μέρους των αστυνομικών αρχών ενεργειών που θα μπορούσαν να υπαχθούν στην έννοια της απάνθρωπης και εξευτελιστικής μεταχείρισης, δεν επηρέασαν το δικαίωμα του προσφεύγοντος σε δίκαιη δίκη.

Σύμφωνα με το ιστορικό της υπόθεσης, ο αιτών παρέσυρε ένα 12χρονο αγόρι στο διαμέρισμά του στην Φρανκφούρτη όπου και το δολοφόνησε μέσω της υποβολής του σε ασφυξία. Στη συνέχεια πέταξε το άψυχο σώμα του δίπλα σε μια λίμνη και ζήτησε από τους γονείς του την καταβολή λύτρων για την υποτιθέμενη απελευθέρωσή του. Ο προσφεύγων εισέπραξε το ποσό των λύτρων, αλλά συνελήφθη στο αεροδρόμιο της Φρανκφούρτης το απόγευμα της ίδιας ημέρας. Στους αστυνομικούς που τον ανέκριναν δήλωσε ότι το παιδί ήταν ζωντανό και ότι κρατείτο από δύο συνεργούς του σε μια καλύβα κοντά σε μια λίμνη, αρνούμενος όμως ν’ αποκαλύψει περισσότερες λεπτομέρειες. Έχοντας την πεποίθηση ότι η ζωή του παιδιού διέτρεχε σοβαρό κίνδυνο και εν όψει της συνεχιζόμενης άρνησης συνεργασίας του υπόπτου, ο υποδιοικητής της Αστυνομίας της Φρανκφούρτης εξουσιοδότησε έναν από τους ανακρίνοντες αστυνομικούς ν’απειλήσει τον ύποπτο με την πρόκληση σοβαρού σωματικού πόνου, αν αυτό καθίστατο αναγκαίο. Σύμφωνα με το σενάριο που παρουσιάστηκε στον προσφεύγοντα, η πρόκληση πόνου θα λάμβανε χώρα υπό ιατρική επίβλεψη από έναν ειδικευμένο προς τούτο αστυνομικό ο οποίος ήδη πετούσε με ελικόπτερο για την Φρανκφούρτη. Η ως άνω εξουσιοδότηση κατεγράφη κανονικά στον σχετικό φάκελο, παρά τις αντίθετες ρητές προς τούτο εντολές των προϊσταμένων των πρωταγωνιστών της υπόθεσης. Ο προσφεύγων ισχυρίστηκε επίσης ότι απωθήθηκε βίαια πολλές φορές με συνέπεια να χτυπηθεί το κεφάλι του στον τοίχο και απειλήθηκε με σεξουαλική κακοποίηση. 32 λεπτά αργότερα και υπό το κράτος της ως άνω συμπεριφοράς των αστυνομικών, ο προσφεύγων ομολόγησε ότι το αγόρι ήταν νεκρό και συμφώνησε να υποδείξει στους αστυνομικούς το μέρος όπου είχε κρύψει το άψυχο σώμα του.

Η ομολογία του προσφεύγοντος κατά την προδικασία κηρύχθηκε από το ποινικό δικαστήριο στο οποίο παραπέμφθηκε ως παρανόμως κτηθέν αποδεικτικό μέσο και ως εκ τούτου μη δυνάμενο να ληφθεί υπόψη για την καταδίκη του κατηγορουμένου. Δεν συνέβη όμως το ίδιο με τα πειστήρια που αποκτήθηκαν ως αποτέλεσμα της παράνομα αποσπασθείσας ομολογίας και κυρίως του ίδιου του σώματος του άτυχου παιδιού. Την δεύτερη μέρα της διαδικασίας, αφού ενημερώθηκε ότι όλες οι προηγούμενες απολογίες του είχαν κηρυχθεί απαράδεκτες αλλά ότι είχε πλέον απωλέσει τις δικονομικές προθεσμίες να προσβάλλει την εγκυρότητα των λοιπών αποδεικτικών στοιχείων, ο κατηγορούμενος προέβη σε μερική αποδοχή της ενοχής του, ενώ στην τελική του απολογία προέβη σε πλήρη αποδοχή της κατηγορίας (που συνίστατο σε αρπαγή, ανθρωποκτονία με πρόθεση και εκβίαση), εκφράζοντας τη μετάνοιά του και την πλήρη ανάληψη της ευθύνης. Κατόπιν τούτου, το δικαστήριο τον καταδίκασε σε ισόβια κάθειρξη.

Η απόφαση της Τμήματος Ευρείας Σύνθεσης περιεστράφη γύρω από δύο καίρια ζητήματα : 1ον, αν υπήρξε παραβίαση του δικαιώματος για τη μη υποβολή σε βασανιστήρια ή άλλη απάνθρωπη και εξευτελιστική μεταχείριση (άρθρο 3 ΕυρΣΔΑ) και 2ον αν υπήρξε προσβολή του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη (άρθρο 6 ΕυρΣΔΑ).

Αναφορικά με την παραβίαση του άρθρου 3, το Δικαστήριο έκανε δεκτό ότι η απλή απειλή πρόκλησης σημαντικού πόνου σε βάρος κρατουμένου από την αστυνομία συνιστά ανεπιφύλακτα προσβολή του άρθρου 3 ΕυρΣΔΑ. Εδώ να τονισθεί η ιεραρχική διάκριση που το ΕυρΔΔΑ πραγματοποίησε για πρώτη φορά κατά την εκδίκαση της διακρατικής προσφυγής της Ιρλανδίας/Ην. Βασιλείου (1978) μεταξύ της έννοιας των «βασανιστηρίων» και αυτής της «απάνθρωπης και εξευτελιστικής μεταχείρισης», παρά το γεγονός ότι μια τέτοια ιεράρχηση δεν υποστηρίζεται από το κείμενο της ΕυρΣΔΑ, δεδομένου ότι σύμφωνα με το άρθρο 15 ουδεμία παρέκκλιση επιτρέπεται από τις απαγορεύσεις του άρθρου 3 στο σύνολό του ακόμη και σε καταστάσεις πολέμου ή άλλης έκτακτης ανάγκης που απειλεί τη ζωή του έθνους. Παρά ταύτα, τέτοια διάκριση έχει υιοθετηθεί στο πλαίσιο της Σύμβασης του ΟΗΕ του 1984 για την Αποτροπή και Καταστολή των Βασανιστηρίων (άρθρο 1 και 16).

Έτσι, αναφορικά με το ερώτημα κατά πόσο η συμπεριφορά των αστυνομικών αρχών της Φρανκφούρτης συνιστούσε «βασανιστήρια» ή «απάνθρωπη και εξευτελιστική μεταχείριση, το ΕυρΔΔΑ επιστράτευσε μια σειρά κριτηρίων όπως η χρονική διάρκεια της απειλής, ο προκληθείς φόβος, το άγχος και η ψυχική οδύνη κατά την ως άνω χρονική περίοδο, η προφανής απουσία μακροπρόθεσμων ψυχολογικών επιπτώσεων, η ένταση και ο προμελετημένος χαρακτήρας της απειλής, καθώς και το γεγονός ότι κατά το ως άνω διάστημα ο προσφεύγων φορούσε χειροπέδες, ευρισκόμενος έτσι σε ιδιαίτερα ευάλωτη κατάσταση. Εν όψει των ως άνω κριτηρίων, το Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η συμπεριφορά των αστυνομικών αρχών σε βάρος του προσφεύγοντος πληρούσε τον ορισμό της απάνθρωπης και εξευτελιστικής μεταχείρισης, όχι όμως και αυτόν των βασανιστηρίων, χωρίς όμως η απόφασή του αυτή να συνοδεύεται από κάποια ειδικότερη αιτιολόγηση αναφορικά με το ποια κριτήρια ελήφθησαν υπόψη και με ποια βαρύτητα το καθένα.

Η πλημμελής αυτή αιτιολόγηση του Δικαστηρίου προκαλεί προβληματισμό ως προς τις δυνητικές συνέπειές της, δεδομένου μάλιστα ότι σύμφωνα με το άρθρο 15 της Σύμβασης του ΟΗΕ για τα Βασανιστήρια, δηλώσεις που αποσπώνται με τη χρήση βασανιστηρίων δεν επιτρέπεται να αξιοποιούνται στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας, ενώ κάτι παρόμοιο δεν συνάγεται απαραίτητα με αντίστοιχες δηλώσεις που αποσπώνται με τη χρήση πρακτικών που θα μπορούσαν να θεωρηθούν απλά ως «απάνθρωπη και εξευτελιστική μεταχείριση» (κατηγορία στην οποία, κατά ορισμένους, υπάγεται η περιβόητη πρακτική του waterboarding, της οποίας έγινε χρήση από τις αρχές των ΗΠΑ στο πλαίσιο ανάκρισης υπόπτων για τρομοκρατική δράση).

Κατά την εκδίκαση της υπόθεσης από Τμήμα του ΕυρΔΔΑ σε 1ο βαθμό, η γερμανική κυβέρνηση είχε υποστηρίξει και το Δικαστήριο αποδεχθεί ότι, έστω με δεδομένη τη συνδρομή της παραβίασης του άρθρου 3 ΕυρΣΔΑ, ο προσφεύγων δεν θα μπορούσε πλέον να θεωρείται ως «θύμα» της παραβίασης κατά την έννοια του αρ. 34 της ΕΣΔΑ, δεδομένου ότι τα εθνικά δικαστήρια είχαν ήδη αναγνωρίσει την παραβίαση, οι ομολογίες του είχαν κηρυχθεί απαράδεκτες και εξαιρέθηκαν από την αξιολόγηση στο πλαίσιο της ποινικής διαδικασίας, ενώ σε βάρος των υπαιτίων αστυνομικών απαγγέλθηκαν ποινικές καταδίκες και απαλλάχθηκαν από τα ανακριτικά καθήκοντά τους. Το Τμήμα Ευρείας Σύνθεσης όμως ανέτρεψε την απόφαση του πρωτοβαθμίου Τμήματος, θεωρώντας ότι η όποια επανόρθωση δεν υπήρξε επαρκής ώστε ν’αποστερήσει τον προσφεύγοντα της ιδιότητας του θύματος. Συγκεκριμένα, διαπιστώθηκε ότι ναι μεν οι υπεύθυνοι αστυνομικοί καταδικάστηκαν για το αδίκημα της παράνομης βίας και της ηθικής αυτουργίας σε αυτή, πλην όμως τους επιβλήθηκε μόνο ποινή προστίμου (και μάλιστα με αναστολή), ενώ ένας απ’αυτούς έλαβε προαγωγή. Επιπλέον το Τμήμα Ευρείας Σύνθεσης επεσήμανε ότι η συνήθης επανόρθωση σε περιπτώσεις παραβίασης του άρθρου 3 ΕυρΣΔΑ συνίσταται στην επιδίκαση χρηματικής αποζημίωσης, κάτι που δεν συνέβη στην υπόψη περίπτωση.

Αναφορικά, τώρα, με την παραβίαση του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη, το Τμήμα Ευρείας Σύνθεσης επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, σύμφωνα με την οποία δεν επήλθε παραβίαση του άρθρου 6 ΕυρΣΔΑ. Συγκεκριμένα, έγινε δεκτό ότι ναι μεν υφίστατο ακυρότητα των προανακριτικών απολογιών που αποσπάστηκαν με την απειλή πρόκλησης σωματικού πόνου, πλην όμως αυτό ουδόλως επέδρασε στο κύρος των ομολογιών στις οποίες προέβη ο κατηγορούμενος κατά τη διάρκεια της διαδικασίας στο ακροατήριο, διότι η ενημέρωση του κατηγορουμένου ως προς τα δικαιώματά του και ιδίως περί του δικαιώματος σιωπής κατά την ακροαματική διαδικασία είχε επιφέρει τη διακοπή του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ των απολογιών και της προηγηθείσας απάνθρωπης και εξευτελιστικής συμπεριφοράς. Περαιτέρω, το Τμήμα Ευρείας Σύνθεσης επιβεβαίωσε την απόφαση του πρωτοβάθμιου Τμήματος ότι η δικονομική αξιοποίηση των πειστηρίων που αποκτήθηκαν κατόπιν της εξαναγκαστικής προανακριτικής ομολογίας του κατηγορουμένου (και ιδιαίτερα το σώμα του απαχθέντος παιδιού και τα ίχνη των ελαστικών του οχήματος του κατηγορουμένου στο χώρο ανεύρεσης του σώματος) δεν συνιστά προσβολή του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη.

Το Δικαστήριο μάλιστα διατύπωσε την άποψη ότι το συμπέρασμα θα μπορούσε να ήταν διαφορετικό εάν η απόκτηση των πειστηρίων είχε λάβει χώρα με συμπεριφορά εκ μέρους των διωκτικών αρχών που θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως «βασανιστήρια» και όχι απλά «απάνθρωπη και εξευτελιστική μεταχείριση», όπως ήδη απεφάνθη για την υπό κρίση υπόθεση. Με τον τρόπο αυτό το Δικαστήριο πρακτικά απέφυγε να τοποθετηθεί με την δέουσα σαφήνεια και επιχειρηματολογική πληρότητα ως προς το αν πράγματι μπορεί στο πλαίσιο του άρθρου 6 ΕυρΣΔΑ να υιοθετηθούν διαφορετικά κριτήρια αποδεικτικών μέσων που αποκτώνται κατά παράβαση του άρθρου 3 ΕυρΣΔΑ, ανάλογα με τον χαρακτήρα και τη βαρύτητα της απαγορευμένης συμπεριφοράς.

Η Σύμβαση του ΟΗΕ για τα Βασανιστήρια δεν ρυθμίζει τα σχετικά με το παραδεκτό των πειστηρίων στο πλαίσιο της ποινικής διαδικασίας, απαιτώντας μόνο την εξαίρεση δηλώσεων που έχουν λάβει χώρα ως προϊόντα χρήσης βασανιστηρίων. Το γεγονός αυτό έχει προκαλέσει μια ερμηνευτική διχογνωμία ως προς το αν η Σύμβαση με την ως άνω ρύθμιση θεσπίζει απλά ένα minimum standard, το οποίο τα κράτη-μέρη καλό θα ήταν να ενθαρρυνθούν προς την κατεύθυνση της υπέρβασής του, ή αν αντίθετα η ρύθμιση αυτή θα πρέπει να θεωρείται ως το maximum της παρεχομένης προστασίας. Ως εκ τούτου, δεν θα πρέπει να προκαλεί έκπληξη η ιδιαίτερα ισχυρή μειοψηφία των 6 δικαστών του Τμήματος Ευρείας Σύνθεσης, οι οποίοι αναφορικά με την παραβίαση του άρθρου 6 ΕυρΣΔΑ διατύπωσαν, με ιδιαίτερα δυνατή γλώσσα, την άποψη ότι ανεξάρτητα από το πόσο απεχθής μπορεί να θεωρηθεί η συμπεριφορά κάποιου κατηγορουμένου, η πραγμάτωση της προστασίας του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη προϋποθέτει το σεβασμό των αρχών του κράτους δικαίου και ως εκ τούτου συνεπάγεται αυτονόητα και αυτοδίκαια την εξαίρεση οποιουδήποτε αποδεικτικού στοιχείου έχει αποκτηθεί κατά παράβαση του άρθρου 3 ΕυρΣΔΑ.

Στις σκέψεις των δικαστών της μειοψηφίας αφουγκράζεται κανείς την αγωνία και την περίσκεψη μήπως η περιορισμένη έστω αναγνώριση εξαιρέσεων με τη χρήση περίτεχνων δικανικών διατυπώσεων και την επιστράτευση δυσδιάκριτων και ιδιαίτερα ρευστών κριτηρίων, ενίοτε με contra legem περιεχόμενο, οδηγήσει σε μια δυνητικά επικίνδυνη σχετικοποίηση και κάμψη του κανόνα της απόλυτης και ανεπίδεκτης παρεκκλίσεων απαγόρευσης που θεσπίζεται στο άρθρο 3 ΕυρΣΔΑ.

Παράρτημα 3ο : «Μπέκου και Κουτρόπουλου κατά Ελλάδος» (13 Δεκεμβρίου 2005)

Οι προσφεύγοντες υποστήριξαν ότι υπέστησαν σοβαρές σωματικές βλάβες στα χέρια της αστυνομίας προκειμένου να ομολογήσουν και δώσουν πληροφορίες για το ποιος διακινεί τα ναρκωτικά στην περιοχή και επικαλέστηκαν παραβίαση του άρθ. 3 της ΕΣΔΑ για την απαγόρευση των βασανιστηρίων και της απάνθρωπης και ταπεινωτικής μεταχείρισης.

Το ΕΔΔΑ επισήμανε ότι: «Ακόμα και υπό τις πιο δύσκολες περιστάσεις, όπως ο αγώνας κατά της τρομοκρατίας και του οργανωμένου εγκλήματος, η Σύμβαση απαγορεύει απερίφραστα τα βασανιστήρια και την απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία. Κατά την αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού, το Δικαστήριο γενικά εφαρμόζει τον κανόνα της. Ωστόσο, η απόδειξη αυτή μπορεί να προκύπτει και από το συνδυασμό επαρκώς ισχυρών, σαφών και συνεπών συμπερασμάτων ή παρόμοιων αμάχητων τεκμηρίων σχετικά με τα πραγματικά περιστατικά. Όταν μόνον οι αρχές έχουν, συνολικά ή εν μέρει, γνώση των επίμαχων περιστατικών, όπως στην περίπτωση προσώπων που βρίσκονται υπό τον έλεγχό τους καθώς τελούν υπό κράτηση, προκύπτουν ισχυρά τεκμήρια για τα πραγματικά περιστατικά σε σχέση με τις σωματικές βλάβες που προκαλούνται κατά τη διάρκεια της κράτησης. Μάλιστα, μπορεί να θεωρηθεί ότι το βάρος της αποδείξεως ανήκει στις αρχές, οι οποίες είναι υποχρεωμένες να παράσχουν ικανοποιητικές και πειστικές εξηγήσεις».

Παράρτημα 4ο : «Aydin κατά Τουρκίας» (22 Σεπτεμβρίου 1997)

Μεγάλος αριθμός καταδικών από πλευράς ΕΔΔΑ αφορούν την Τουρκία και τη μεταχείριση που επιφυλάσσουν οι διωκτικές της αρχές στους Τούρκους πολίτες κουρδικής καταγωγής.

Έτσι, στην ανωτέρω απόφαση το ΕΔΔΑ καταρχήν επανέλαβε τη θέση του ότι «το άρθ. 3 της Σύμβασης αποτελεί μία από τις θεμελιώδεις αρχές μιας δημοκρατικής κοινωνίας και ως τέτοια απαγορεύει κατά τρόπο απόλυτο τα βασανιστήρια και κάθε απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία ακόμη και σε περίπτωση επιτακτικού κινδύνου για τη ζωή ή το έθνος ή οποιασδήποτε υπόνοιας για συμμετοχή προσώπου σε τρομοκρατικές ή άλλες εγκληματικές δραστηριότητες».

Προκειμένου μάλιστα, το ΕΔΔΑ να διαφοροποιήσει την έννοια των βασανιστηρίων από αυτή της απάνθρωπης ή εξευτελιστικής συμπεριφοράς, τονίζει ότι «ο όρος βασανιστήριο αναφέρεται μόνο στις περιπτώσεις εσκεμμένης απάνθρωπης μεταχείρισης που προκαλούν σοβαρό και βασανιστικό πόνο» και, εν προκειμένω, έκρινε ότι «το μαστίγωμα της προσφεύγουσας από κρατικό όργανο συνιστούσε βασανιστήριο καθώς αποτελεί έναν αποτροπιαστικό τρόπο κακομεταχείρησης που δίνει την ευκαιρία στον βασανιστή να εκμεταλλευτεί την αδυναμία αντίστασης και την ευπάθεια του θύματος και αφήνει στο θύμα βαθιά ψυχολογικά τραύματα».

Παράρτημα 5ο : Γνωμοδότηση ΑΠ 15/2011 του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανάσιου Κ. Κονταξή (Αθήνα 15-11-2011)

Όπως επίσης είναι γνωστόν η απονομή της ποινικής δικαιοσύνης, η τιμωρία των ενόχων είναι συνταγματικά κατοχυρωμένη – άρθρο 96 Συντ αλλά και άρθρο 25 παρ 1 εδ α, β Συντ, 27 ΚΠΔ – βλ. κυρίως Ανδρουλάκη θεμελιώδεις έννοιες της ποινικής δίκης- (2007) σελ 214 No 317 – (1994) σελ 181 No 294 Σπινέλλη ΠοινΧρ ΛΣτ σελ 880-και αποτελεί καθήκον της πολιτείας, περιλαμβανομένη στην έννοια του κράτους δικαίου – βλ Ομοσπονδιακό Συνταγματικό Δικαστήριο της Γερμανίας Β Verf GE 33, 378 και 383, 36, 186, 57, 287, L K-Schafer 24 Auf Εισ (No 42, Καμίνη -παράνομα αποδεικτικά μέσα – (1998) σελ. 241)- διότι συμβάλλει στην ειρηνική συμβίωση των πολιτών, στην ασφάλεια, ήτοι αγαθό της ολότητας.

Η ποινική δίκη είναι υπόθεση όλων μας, η δε ασφάλεια είναι μια κρατική αποστολή συνταγματικής περιωπής. Γι’ αυτό στην ποινική δίκη ισχύει η αρχή της δημόσιας αυτεπάγγελτης δίωξης των εγκλημάτων που γίνεται από εμπιστευμένα γι’ αυτό όργανα της πολιτείας, και γι’ αυτό σε κάθε περίπτωση η ποινική δίκη κυριαρχείται από την αρχή της αναζητήσεως της ουσιαστικής αληθείας, [δηλ της αληθείας εκείνης η οποία ανταποκρίνεται όσο το δυνατόν περισσότερο στα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης και συνεπώς υφίσταται όχι μόνο δικαίωμα αλλά ταυτόχρονα υποχρέωση αναζητήσεως όλων εκείνων των στοιχείων που σχετίζονται με την επίδικη πράξη], πράγμα που σημαίνει ότι σ’ αυτή είναι δεκτόν κατ’ αρχήν κάθε αποδεικτικό μέσο, δηλ. κάθε πηγή από την οποία μπορεί να αντληθεί χρήσιμο στοιχείο για την διαλεύκανση ενός «πραγματικού», που συνιστά έγκλημα και ποία η σχέση αυτού προς ορισμένο άτομο που κατηγορείται γι’ αυτό έτσι ώστε να σχηματισθεί πεποίθηση περί τούτου, πρβλ άρθρα 239, 251, 274, 327, 352 επ. ΚΠΔ.

Έτσι η ποινική δίκη έχει ως εκ της φύσεώς της καταναγκαστικό χαρακτήρα, η δε διενέργεια των αναγκαίων ανακριτικών πράξεων ή μέτρων δικονομικού καταναγκασμού δεν εξαρτάται από τη θέληση του ατόμου [=υπόπτου-κατηγορουμένου]. Όμως θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη και η κατοχύρωση -προστασία – των δικαιωμάτων του ανθρώπου και του πολίτη, που ακόμα δεν είναι ένοχος και τα δικαιώματα του οποίου έτσι βρίσκονται σε αντιπαλότητα με τους ανωτέρω σκοπούς.

Οι ατομικές ελευθερίες δεν είναι, ούτε μπορεί να είναι απεριόριστες. Όποιος ζητάει κάτι τέτοιο είναι εκτός πραγματικότητας – πρβλ ΑΠ 1/2001- ολομελείας – ΕλΔνη 2001 σελ. 374 επ, όπου γίνεται δεκτόν ότι και αυτή η αξία του ανθρώπου δεν είναι απόλυτη. Βέβαια υπάρχουν περιπτώσεις π.χ. η με βασανιστήρια απόσπαση ομολογίας, όπου δεν συγχωρείται επ’ ουδενί η προσβολή της ανθρώπινης αξίας, διότι τότε όντως υποβιβάζεται ο άνθρωπος σε απλό μέσο για την εξυπηρέτηση σκοπού – βλ. άρθρα 7§2 Συντ, 3 Ευρ ΣΔΑ, 137Α-137Δ ΠΚ.

Όμως και τα «ανεπιφύλακτα» – δηλαδή τα μη υποκείμενα σε περιορισμούς – δικαιώματα μπορούν να περιοριστούν για λόγους προστασίας άλλων, ομοίως συνταγματικά κατοχυρωμένων έννομων αγαθών, ή το γενικό και δημόσιο συμφέρον – άρθρα 25 § 1, 106 § 1 Συντ – αφού δεν υπάρχουν αντισυνταγματικές διατάξεις του Συντάγματος βλ. μόνο Παραρά – Σύνταγμα (2011) τομ. Α σελ. 208 No 75 [που αναφέρεται στην αξιοπρέπεια] πιο συγκεκριμένα: Η αξία του ανθρώπου [= η ανθρώπινη αξιοπρέπεια] θίγεται όταν ο άνθρωπος, ο κάθε συγκεκριμένος άνθρωπος υποβιβάζεται σε αντικείμενο, σε απλό μέσο για επιδίωξη οποιουδήποτε σκοπού [Απόλυτη γνώμη] – βλ. ενδεικτικά Χρυσόγονο – Ατομικά και Κοινωνικά Δικαιώματα (2006) σελ. 710, Ράικο, Συνταγματικό Δίκαιο, τομ. β’ έκδ. γ (2008) σελ. 279 επ -] ιδίως 291 επ. Δαγτόγλου – Ατομικά Δικαιώματα Β έκδ. σελ 258, No 346α, σελ 1324, No 1450, Β Verf GE 5, 85 (204), 7, 198 (205), 27, 1 (6), 45, 187 (228), 87, 209 (228), 109 και 133 (149-150), δηλαδή η μεταχείριση που θέτει υπό αμφισβήτηση την ιδιότητα του ατόμου ως υποκειμένου – Bverf GE 30, 1 (26) και δη ενόψει μια ορισμένης ενέργειας ή παραλείψεως της κρατικής εξουσίας – [βλ. Ράικο οπ σελ. 279] πχ. 7 § 2 Συντ. 41 3 ΕυρΣΔΑ, ν. 1782/88, πρβλ. ναρκοανάλυση, υπνωτισμός, ανιχνευτής ψεύδους κλπ – αφού νομοθετικός ορισμός της αξιοπρέπειας του ανθρώπου δεν υπάρχει, και δεν είναι δυνατόν, κατά τη φύση του πράγματος, να δοθεί εκ των προτέρων, [πρβλ και Παναγόπουλου – Κουτνατζή – Εφημ. ΔΔ 2010 σελ 740 επ].

Έτσι σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση και για τον συγκεκριμένο άνθρωπο θα κριθεί αν ορισμένη δραστηριότητα παραβίασε ή όχι την αξιοπρέπειά του. Ακριβώς δε γιατί το απαραβίαστο της αξίας του ανθρώπου αφορά τον πυρήνα της ανθρώπινης προσωπικότητας, νομικά σημαντικές και απαγορευμένες είναι κατά λογική ανάγκη μόνον οι σοβαρές προσβολές στην ύπαρξη και δράση του ανθρώπου, γιατί μόνον αυτές μπορούν εννοιολογικά να θίγουν αυτή την ίδια την αξία του – βλ. Δαγτόγλου ό.π. σελ. 1328 No 1454.

Μιχάλης Θεοδωρακόπουλος, φοιτητής επί πτυχίω της Νομικής Σχολής Αθηνών.

Share This Post

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Captcha * Time limit is exhausted. Please reload the CAPTCHA.