Τριμ Πλημμ 30295/ 2012 – Αποβολή πολιτικής αγωγής λόγω μη ενεργητικής νομιμοποίησης ως προς παράσταση πολιτικής αγωγής / άκυρο το κλητήρο θέσπισμα που δεν αναφέρει επακριβώς την αποδιδόμενη πράξη στον κατηγορούμενο

ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ ΜΕ JUDEX 1Περίληψη: Πολιτική αγωγή – Κλητήριο θέσπισμα -. Διατάσσεται η αποβολή της πολιτικής αγωγής, διότι το πρόσωπο, που υπέβαλε τη σχετική δήλωση κατά των κατηγορουμένων για ψευδορκία και ηθική αυτουργία σ’ αυτή, δεν νομιμοποιείται ενεργητικά σε παράσταση πολιτικής αγωγής για την υποστήριξη της κατηγορίας, η οποία μπορεί να λάβει χώρα μόνο σε συγκεκριμένες περιοριστικά αναφερόμενες στο νόμο περιπτώσεις. Κηρύσσεται άκυρο το κλητήριο ως αόριστο, διότι δεν καθορίζεται σ’ αυτό επακριβώς η αποδιδόμενη στην πρώτη των κατηγορουμένων πράξη της ψευδορκίας κατά την εξέταση της ενόρκως ως μάρτυρα ενώπιον της Πταισματοδίκη. Ειδικότερα, δεν προσδιορίζεται σε τι ακριβώς συνίσταται το ψευδές γεγονός, που η τελευταία βεβαίωσε ενόρκως εν γνώσει της αναλήθειας αυτού, και περαιτέρω δεν εντοπίζονται τα καίρια και ουσιώδη σημεία της καταθέσεως της, με αποτέλεσμα να στερείται η κατηγορούμενη του δικαιώματος να πληροφορηθεί επακριβώς την κατηγορία, αδυνατώντας νο προσδιορίσει ποια ακριβώς από τα διαλαμβανόμενα στην κατάθεση γεγονότα φέρονται σύμφωνα με το κατηγορητήριο ως ψευδή.

Κείμενο Απόφασης

ΤριμΠλημΑθ 30295/2012

Σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρ. 64 του ΚΠΔ ορίζεται ότι «με την επιφύλαξη της διατάξεως του άρθρου 89 παρ. 1 όταν από διάταξη νόμου η υποχρέωση για την αποκατάσταση της ζημίας ή την ικανοποίηση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης, περιορίζεται αποκλειστικά σε τρίτο αστικώς υπεύθυνο, ο κατά το άρθρο 63, νομιμοποιούμενος σε άσκηση πολιτικής αγωγής μπορεί να παραστεί ως πολιτικώς ενάγων κατά του κατηγορουμένου προς υποστήριξη της κατηγορίας και μόνο…».Έχει δε νομολογιακά κριθεί, με βάση την ανωτέρω διάταξη, ότι υπάρχουν περιπτώσεις, όπως λ,χ. επί αστικής ευθύνης του δημοσίου για πράξεις των οργάνων του, όπου υπόχρεος προς αποκατάσταση της υλικής ζημίας και της ηθικής βλάβης και ψυχικής οδύνης είναι μόνο ο αστικώς υπεύθυνος, λ,χ. το δημόσιο, ΟΤΑ, κλπ. Ν.Π.Δ.Δ., ήτοι σε συγκεκριμένες περιπτώσεις ενεργητικώς νομιμοποιούμενων προσώπων, περιοριστικά αναφερομένων στο νόμο, στην δε προκειμένη περίπτωση η μάρτυρας Α.Γ, δεν ανήκει στον κύκλο των προσώπων αυτών, που μπορούν να παρασταθούν για υποστήριξη και μόνο της κατηγορίας και πρέπει, συνεπώς, ν’ αποβληθεί, γενομένου δεκτού του σχετικού ισχυρισμού των κατηγορουμένων και συμφώνως προς την εισαγγελική πρόταση.

Σύμφωνα με το άρθρο 321 παρ. 1 εδ. δ’ ΚΠΔ «το κλητήριο θέσπισμα πρέπει να περιέχει τον ακριβή καθορισμό της πράξης για την οποία κατηγορείται (ο κατηγορούμενος) και μνεία του άρθρου του ποινικού νόμου που την προβλέπει, κατά δε την παρ. 4 του ίδιου άρθρου η τήρηση των διατυπώσεων των παρ. 1…, επιβάλλεται με ποινή ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος…». Από την πιο πάνω διάταξη προκύπτει ότι, όσον αφορά τον καθορισμό της πράξεως για την οποία ο κατηγορούμενος κατηγορείται, πρέπει στο, κλητήριο θέσπισμα να καθορίζεται επακριβώς το έγκλημα κατά τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν αυτό, προκειμένου ο κατηγορούμενος να λάβει σαφή και λεπτομερή γνώση της κατηγορίας που του αποδίδεται, για να μπορέσει να παρασκευάσει την υπεράσπιση του. Η διατύπωση στο κλητήριο θέσπισμα της κατηγορουμένης πράξεως πρέπει να είναι λιτή, απαλλαγμένη από περιττά στοιχεία, πλατειασμούς και σχοινοτενείς εκφράσεις, που δυσκολεύουν τον κατηγορούμενο να εντοπίσει την πράξη για την οποία κατηγορείται (βλ. ΕγκΕισΑπ 4/2005 Αρμ 2005.1638), ενώ δεν είναι ανάγκη να αναφέρεται ποια είναι τα αληθινά γεγονότα. Αν το δικαστήριο κηρύξει άκυρο το κλητήριο θέσπισμα ή την κλήση, κηρύσσει απαράδεκτη και τη συζήτηση (βλ. ΑΠ 1496/90, ΠΧ ΜΑ, 61). Η επίδοση ακυρωθέντος κλητηρίου θεσπίσματος ή κλήσης δεν έχει ως αποτέλεσμα την έναρξη της κύριας διαδικασίας, λ.χ. αναστολή παραγραφής κλπ.. Μετά την ακύρωση, η υπόθεση επανέρχεται στη νομική σκέψη, που βρισκόταν πριν από την επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος ή της κλήσης. Συνεπώς, η υπόθεση αναπέμπεται στον εισαγγελέα για την σύνταξη ή αντίστοιχα Την επίδοση νέου κλητηρίου θεσπίσματος ή της κλήσης (Μπουρόπουλος, ΕρμΚΠοινΝ, άρθρ. 321, σελ. 438). Ενώ, εάν το αδίκημα έχει παραγραφεί, το δικαστήριο παύσει χωρίς άλλο τη δίωξη οριστικά (βλ. ΑΠ 549/2004, αδημ., σκέψη).

Στην προκειμένη περίπτωση από το από 8.5.2008 κλητήριο θέσπισμα (κατηγορητήριο), που αναγνώσθηκε, προκύπτει ότι στους κατηγορουμένους αποδίδονται, στην μεν πρώτη, η πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα, στον δε δεύτερο, η πράξη της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα και ειδικότερα ότι: 1) η πρώτη κατηγορουμένη, στην Αθήνα, την 14.10.2005, ενώ εξεταζόταν ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση, κατέθεσε εν γνώσει της ψέματα. Συγκεκριμένα, τον παραπάνω τόπο και χρόνο, με την ιδιότητα της ως Διευθύντριας του Διοικητικού του Παιδιατρικού Τμήματος της ιδιωτικής κλινικής …, ενώ εξετάστηκε ένορκα, ενώπιον της 24ης Πταισματοδίκη Αθηνών, κατέθεσε εν γνώσει της, τα παρακάτω ψευδή γεγονότα και δη: «Είμαι Διευθύντρια του Νοσοκομείου και… στο …. Διάβασα την μήνυση και συμφωνώ απόλυτα με το περιεχόμενο της. Ο ισχυρισμός των μηνυομένων ότι παραποιήθηκαν τα στοιχεία στο βιβλίο επισκέψεων των εξωτερικών ιατρείων της Παιδιατρικής Κλινικής είναι ψευδής, ανυπόστατος και αντικειμενικά μη πραγματοποιήσιμος. Τα αναφερόμενα από τους μηνυόμενους περί παραποίησης των βιβλίων των εξωτερικών ιατρείων, περί άσκησης πιέσεων στον κ. ιατροδικαστή και περί κωλυσιεργιών στην παραλαβή αντιγράφων του ιατρικού φακέλου του ατυχούς τέκνου τους πέραν του ότι είναι ψευδή, είναι συκοφαντικά τόσο για την εταιρία…. καθ’ ότι πλήττεται η αξιοπιστία και η φήμη της όσο και για τον γιατρό κ. Μ. ο οποίος είναι ένας καταξιωμένος και διεθνώς αναγνωρισμένος πανεπιστημιακός στον τομέα της ιατρικής. Για τον χαρακτήρα του έχω δε να τονίσω ότι είναι ένας ακέραιος άνθρωπος. Η αναφορά του κ. Γ. ενώπιον υπαλλήλων της εταιρίας και εμού, ότι ο ιατροδικαστής δέχθηκε πιέσεις, είναι αντιδεοντολογική και συκοφαντική προς την εν γένει Ιατροδικαστική Υπηρεσία και θίγει την ηθική ακεραιότητα του ενεργήσαντος τη νεκροτομή. Μετά από λίγες ημέρες που με επισκέφθηκε στο γραφείο μου, τον συλληπήθηκε για το ατυχές βρέφος και ως μητέρα που είμαι και εγώ ήθελα να συμπαρασταθώ στον πόνο του. Όμως ο κ. Γ. εκτόξευσε εναντίον της κλινικής και των ιατρών βάναυσες και αναληθείς κατηγορίες ζητώντας μόνο οικονομικούς συμβιβασμούς.» και 2) ο δεύτερος κατηγορούμενος, Χ.Μ., με την ιδιότητα του Παιδιάτρου-Διευθυντή της παραπάνω κλινικής, προκάλεσε με πρόθεση σ’ άλλη την απόφαση να τελέσει άδικη και αξιόποινη πράξη και ότι ειδικότερα, τον παραπάνω τόπο και χρόνο, με παραινέσεις, υποσχέσεις και συμβουλές προέτρεψε και τελικά έπεισε την πρώτη κατηγορουμένη να καταθέσει τα αναφερόμενα στην υπό στοιχείο -I- του κατηγορητηρίου ψευδή γεγονότα, αποδεχόμενος το αποτέλεσμα της πράξης της.

Το πιο πάνω κλητήριο θέσπισμα, όμως, με το πιο πάνω περιεχόμενο δεν πληροί τα στοιχεία που πρέπει να περιέχει τούτο για να είναι ορισμένο, αφού σε αυτό δεν καθορίζεται επακριβώς το έγκλημα για το οποίο κατηγορείται η πρώτη κατηγορουμένη για την πράξη της ψευδορκίας. Συγκεκριμένα από όλο το πιο πάνω περιεχόμενο του κλητηρίου θεσπίσματος ουδεμία εξειδίκευση υφίσταται, αλλά αντιθέτως παρατίθεται συλλήβδην το σύνολο του περιεχομένου της, φερομένης ως ψευδούς καταθέσεως της πρώτης κατηγορουμένης, αφού δεν προσδιορίζεται ειδικότερα τι ακριβώς είναι το ψευδές γεγονός, που η κατηγορουμένη βεβαίωσε ενόρκως εν γνώσει της αναληθείας του και δεν εντοπίζονται τα καίρια και ουσιώδη σημεία της καταθέσεως. Κατ’ αυτό τον τρόπο, η πρώτη κατηγορουμένη στερείται του δικαιώματος να πληροφορηθεί επακριβώς την κατηγορία αφού βρίσκεται σε αδυναμία να προσδιορίσει ποια ακριβώς από τα διαλαμβανόμενα στην κατάθεση γεγονότα φέρονται, με το κατηγορητήριο, ως ψευδή. Με βάση όμως τα ανωτέρω δεν υπάρχει ακριβής καθορισμός της αποδιδόμενης στην πρώτη κατηγορουμένη πράξεως, πράγμα που συνεπάγεται την ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος, το οποίο ως εκ τούτου πρέπει να ακυρωθεί, κατά τη βάσιμη περί ακυρότητας τούτου σχετική ένσταση της πρώτης κατηγορουμένης, η οποία προτάθηκε έγκαιρα πριν από την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, κατά την πρώτη συζήτηση ενώπιον του δικαστηρίου τούτου. Εν συνεχεία δε και ενόψει ότι η αποδιδόμενη με το κατηγορητήριο πράξη στην πρώτη κατηγορουμένη φέρεται τελεσθείσα την 14.10.2005, ακυρουμένου του κλητηρίου θεσπίσματος, για τους ανωτέρω λόγους, πρέπει να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη λόγω παραγραφής, διότι από την τέλεση της μέχρι σήμερα, έχει παρέλθει χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της πενταετίας, συμφώνως προς την εισαγγελική πρόταση κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

Share This Post

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Captcha * Time limit is exhausted. Please reload the CAPTCHA.