Το στοιχείο του «αποτελεσματικού ελέγχου» ως όρος του πραγματικού της πολεμικής κατοχής (Καν.Χ 42/1907)

γράφει ο Δημήτρης ΚούρτηςΑλέξανδρος Αλεξανδράκης

ΙΙ. ζ’ Το ΔΠΚ –ήδη τιτλοφορούμενο ως τέτοιο– παρέχει στον ερμηνευτή κι εφαρμοστή του μία πρώτης τάξεως ευκαιρία περί επιχειρήσεως ενός –τρόπον τινά προκαταρκτικού– ορολογικού αθύρματος· ως Δίκαιο αποτελεί ένα συστημικό σώμα κανόνων, καλούμενων να κελεύσουν, επιτρέψουν, απαγορεύσουν[1] ορισμένη συμπεριφορά· ως κλάδος του Διεθνούς Δικαίου καλείται να ρυθμίσεις σχέσεις και βιοτικές καταστάσεις μεταξύ των υποκειμένων τούτου[2] (και πρωτίστως μεταξύ κρατών[3]), με αποτέλεσμα η εξ αυτού ρυθμιστέα ύλη να διαπιστούται ευθέως αναγομένη στην πολυδιάστατη έννοια του διεθνούς συστήματος[4] ή της διεθνούς κοινότητος[5], δήλον ότι ως σώμα κανόνων προορίζεται να διευθετήσει ετερονόμως ορισμένη/ορισμένες πτυχές της κοινωνικής συμβίωσης των εμπιπτόντων εις το in personam πεδίο εφαρμογής του[6]· ως υποδιαίρεση του ΔΑΔ διεκδικεί τίτλο εφαρμογής επί ενόπλων συρράξεων[7], ο δε λειτουργικός του προορισμός έγκειται στον εξανθρωπισμό του πολέμου[8] ή –ολιγότερον ρομαντικά– στην εκνομίκευση αυτού[9]·  μάλιστα, ως Δίκαιο της Πολεμικής Κατοχής, το μεν αποτελεί ένα εξειδικευμένο υποσύνολο νομικών κανόνων του ΔΑΔ[10] κατατείνον στην διαρρύθμιση ενός ειδικοτέρου φαινομένου του πολεμικού (διακρατικού) βίου[11], το δε εξακτινούται εις ένα ευρύτατο φάσμα βιοτικής ύλης, με προεκτάσεις τόσο καθ’ όσον αφορά το πεδίο των σχέσεων μεταξύ κυριάρχων όσο κι εκείνο μεταξύ των τελευταίων[12] ή ενός εκάστου εξ αυτών και προσώπων τελούντων sub manu superani[13]· η ίδια η ύπαρξη και η επιβεβαίωση της διαρρυθμιστικής ετοιμότητας του υπό κρίση δικαιϊκού corpus εξαρτάται από την εμφάνιση (κατά χώρο, χρόνο και πρόσωπα) της μοναδικής εκείνης καταστάσεως, εξ ης έλκει τόσο την ratio existendi όσο και το ίδιο το όνομά του· εφ’ όσον κατά τις πρωτόλειες θεωρητικές ενατενίσεις του De Vitoria, το Διεθνές Δίκαιο καταλαμβάνει κανόνες συναγομένους εκ του –μεγίστου δωρήματος– του Ορθού Λόγου[14], με συστημική σχεδόν νομοτέλεια –και πάντως με άφυκτη κοινή λογική– εάν επιθυμούμε να ψαύσουμε, έστω περιφερειακώς, το ζήτημα του πεδίου εφαρμογής του δικαίου τούτου, τότε –το δίχως άλλο– είμεθα υποχρεωμένοι να διερευνήσουμε –e primo– την έννοια της πολεμικής κατοχής.

ΙΙ. η’ Όπως προσφυώς παρατηρείται[15], ο όρος πολεμική κατοχή (occupatio bellica) δεν απαντά per se εις οιοδήποτε θεσμικό κείμενο του ΔΑΔ, γεγονός το οποίο περιπλέκει την οικεία προβληματική, δήλον ότι δεν φαίνεται να σχηματοποιήθηκαν εντός του θετικού δικαίου δεδομένα στοιχεία, εξ ων θα εδύνατο να συναρθρωθεί ένας –υποτυπώδης, έστω– ορισμός· η παρατήρηση τούτη –επί δε κι εξεταζομένης της σχετικής εννοίας, εξ επόψεως εξελικτικής– δεν αποστερείται την εγγενή της αλήθεια, καθώς –ήδη εκ των πρώτων θεωρητικών ενατενίσεων του κρισίμου ζητήματος– η επιστήμη του Διεθνούς Δικαίου[16] (μη υπολοιπομένης –εν προκειμένω– και της ημεδαπής τοιαύτης[17]) υπεδύθη στην βάσανο αναζητήσεως ορισμένων σταθερών, με την διατύπωση εκ διαμέτρου κάποτε αντίθετων θέσεων κι απόψεων[18], επιχειρήσασα τοιουτοτρόπως να προσπελάσει εις το εννοιολογικό και κανονιστικό πλάτος της υπ’ εξέταση εννοίας· η σχετική γραμματεία φαίνεται να εστιάζει στην έννοια του αποτελεσματικού ελέγχου.[19] Εάν αναζητήσει κάποιος μία κοινή συνισταμένη μεταξύ των σχετικών τάσεων της επιστήμης, αυτοθρόως σχεδόν θα αχθεί εις μία –κομβικής σημασίας– παρατήρηση· σε όσες περιπτώσεις το επιστημολογικό trivium  εστίασε στην έννοια της πολεμικής κατοχής, ευθέως ελκούσης την κανονιστική αυτής καταγωγή εκ της occupatio bellica του Ρωμαϊκού Δικαίου[20], ανεγνωρίσθη –έστω υπορρήτως– η ύπαρξη και περαιτέρω υποσυνόλων, αναγομένων στην κατοχή, νοουμένης –πλέον– τούτης ως εννοίας γένους (nomen generis)[21]· η ίδια διάκριση μεταξύ πολεμικής κατοχής και των alia αυτής παρατηρείται και στο πεδίο της κρατικής πρακτικής[22]· η σύμφυρση μεταξύ των ποικίλων concepta της κατοχής και η διϊστορικότητα του θεσμού της πολεμικής τοιαύτης προκάλεσαν τοσούτον μείζονα βάσανο διά τους θεωρητικούς, διαστρεβλώθηκαν δε στο πεδίο της πράξεως ωσαύτως τοσούτον σπουδαίως[23], ώστε –ως προσφυώς παρατηρούσε ο R. Robin– διεστράφη ο ίδιος ο χαρακτήρας του θεσμού της πολεμικής κατοχής[24].

ΙΙ. θ’ Εξ άλλου, οι νεώτερες εξελίξεις[25] στο πεδίο του εν γένει Ius in Bello (με έμφαση τόσο στον εξανθρωπισμό τούτου[26] όσο και στην επανασημασιοδότηση των σχέσεων μεταξύ πολέμου και κυριαρχίας[27]) αναμόχλευσαν διαφοροποιήσεις και σε σχέση με την κρίσιμο έννοια· παρομοίως συνέβη κι εντός των κόλπων της Συνδιασκέψεως των Βρυξελλών, της απολήξασας στην υιοθέτηση της ομωνύμου Διακηρύξεως (1874), η οποία –καίτοι εν σώματι μη δεσμευτική– αποτύπωσε με ενάργεια τις προρρηθείσες εξελίξεις στο ευρωπαϊκό πεδίο, εν σχέσει προς τον θεσμό της πολεμικής κατοχής, απορρίπτοντας –εμμέσως καίτοι σαφώς– παλαιότερες αντιλήψεις και πρακτικές περί μεταστάσεως της κυριαρχίας εις την κατέχουσα Δύναμη και τις θεσμοποιήσεως της θέσεως της τελευταίας τούτης ως δυναμένης να επέμβει κραταιώς στην δικαιοταξία της κατεχομένης περιοχής[28]· ο μετασχηματισμός του φορέα της κυριαρχίας, φαίνεται ότι συνέβαλλε σημαντικώς στην εξέλιξη του θεσμού[29], ήδη –μάλιστα– υπό το καθεστώς του Κώδικος των Βρυξελλών[30]· εν συνεχεία δε, στο λυκαυγές των Συνδιασκέψεων της Χάγης, οι απόψεις των γερμανών θεωρητικών περί διαμορφώσεως εννόμου κοινότητος (Rechtsgemeinschaft)[31] μεταξύ κατεχούσης Δυνάμεως και κατεχομένων πληθυσμών[32] σε συνδυασμό με την εφεκτικότητα των ευρωπαϊκών κρατών να διακανονίσουν εξαντλητικώς κι a priori τα δικαιώματα και τις εξουσίες ενός μελλοντικού κατακτητού[33], οδήγησαν στην σκιώδη διατύπωση των Καν.Χ [ΣΧ ΙΙ (1899)[34]], η οποία μετατόπισε το κέντρο βάρους στην λειτουργική πρόσληψη της πολεμικής κατοχής, ως τούτη δηλούται μέσω της εννοίας του εν τοις πράγμασιν ελέγχου, εξαλείφοντας δε την notio περί αναστολής της εξουσίας του νομίμου κυριάρχου, η οποία απαντούσε στο κείμενο των Βρυξελλών.[35]

ΙΙ. ι’ Διά να καταλήξουμε, εν όψει και της εθιμικής ποιότητος[36] των Καν.Χ (ήδη προ του 1899[37]), το εξ αυτών εισφερόμενο στοιχείο, ήτοι εκείνο του αποτελεσματικού ελέγχου, αναδεικνύεται σε αναντίρρητο σταθερά διά τον αποπειρώμενο την διατύπωση οιουδήποτε ορισμού περί της εννοίας της πολεμικής κατοχής· ο έλεγχος –εντός του συστήματος της Χάγης– προϋποθέτει ένοπλο σύρραξη κι –εντός των πλαισίων αυτής– εισβολή σε ορισμένο εδαφικό τμήμα[38] ενός τρίτου κυριάρχου, το οποίο (εδαφικό τμήμα) εν συνεχεία τίθεται υπό την πραγματική εξουσίαση των ενόπλων δυνάμεων του εισβολέως, τούτου δε προσκτωμένου –κατ’ αυτόν τον τρόπο– status κατεχούσης Δυνάμεως.[39]

ΙΙ. ια’ Συμβατικώς, λοιπόν, ως πολεμική κατοχή θα εδύνατο να ορισθεί η –διαρκούσης, κατ’ αρχήν, ενόπλου τινός συρράξεως[40]– εισβολή[41] και κατάληψη εχθρικού εδάφους εκ μέρους ορισμένης Δυνάμεως[42] (μη εχούσης ή αποκτώσης –εν προκειμένω– εδαφικό τίτλο κι εντεύθεν μη δυναμένης να ασκήσει κυριαρχικές εξουσίες επί του κρισίμου εδάφους[43]), υφ’ ης τον αποτελεσματικό έλεγχο τίθεται –διά της παρουσίας και δράσεως των ενόπλων δυνάμεών αυτής[44]– η καταληφθείσα περιοχή, υπεχούσης δε της κατεχούσης Δυνάμεως και σχετική υποχρέωση προς διοίκηση αυτής[45], επελευθησομένων διά τον λοιπό χρόνο των υπό του προσήκοντος Δικαίου (ΔΠΚ) προβλεπομένων εννόμων συνεπειών, κατά την τάξη των υπό των κανόνων τούτου ειδικώς διοριζομένων (sedes materiæ, personæ, temporis).[46] Η επίτευξη, λοιπόν, του αμέσου ελέγχου ως στοιχείου εν τοις πράγμασιν κρινόμενο[47], επέχοντος δε και θέση όρου του πραγματικού της (νομικής εννοίας της) πολεμικής κατοχής καλεί σε εφαρμογή το όλον του εξειδιασμένου εκείνου δικαιϊκού σώματος του διέποντος αυτήν (ΔΠΚ), εκ δε του λόγου τούτου συνέχεται αρρήκτως με το in materiam πεδίο εφαρμογής του τελευταίου τούτου.[48]

ΙΙ. ιβ’ Εφ’ όσον ήδη διεπιστώθη ότι το στοιχείο του αποτελεσματικού ελέγχου συνιστά το πλέον πάγιο χαρακτηριστικό γνώρισμα της εννόμου καταστάσεως[49], ην –συλλήβδην– καλούμαι πολεμική κατοχή, ο κοινός νους πειθαναγκάζει στην κάτωθι παραδοχή, εξ αυτής δε γεννάται κι εύλογο τι ερώτημα· ειδικότερα, εάν εκ των ουκ άνευ διά την δρομολόγηση της εφαρμογής του καθ’ όλου ΔΠΚ αποβαίνει η διαπίστωση ενός minimum de facto ελέγχου, ο οποίος φέρει –επιπροσθέτως– την ποιότητα του αποτελεσματικού, θα πρέπει να δεχθούμε αφ’ ενός ότι σε κάθε περίπτωση εισβολής και κατοχής αλλότριου εδάφους εκ μέρους των δυνάμεων τρίτου μη κυριάρχου –κι έως ότου εδραιωθεί τοσούτον η εξουσία αυτού, ώστε να κτηθεί ο αποτελεσματικός έλεγχος– η ενεργοποίηση των προνοιών του ΔΠΚ τελεί υπό αίρεση, οπότε κι –ως εικός– απορία γεννάται περί του εφαρμοστέου δικαίου, κατά τον ενδιάμεσο –βάσει των προδιαληφθέντων– χρόνο. Τόσο η επαλήθευση της ως άνω θέσεως όσο και στάση η οποία θα πρέπει να υιοθετηθεί έναντι της εξ αυτής αναφυομένης προβληματικής, συνέχονται αναγκαίως με την έννοια της αποτελεσματικότητος, άλλοις ρήμασιν με το πόσο αυστηρός θέλει παραστεί ο ερμηνευτής κι εφαρμοστής του Δικαίου κατά την προσπέλαση και περιχαράκωση του κανονιστικού περιεχομένου του κεφαλαιώδους σημασίας όρου τούτου.

ΙΙ. ιγ’ Ευθύς εξ αρχής θα πρέπει να διακρίνουμε δύο κομβικά σημεία στην κλίμακα του ιστρορικο-νομικού χρόνου (durante invasione, durante occupatione bellica)·  εν πρώτοις, την φάση της εισβολής, ήτοι της εισελεύσεως των ενόπλων δυνάμεων εμπολέμου μέρους σε εχθρικό territorium[50], οπότε η δημιουργία εννόμου καταστάσεως πολεμικής κατοχής το μεν άρχεται ως ενδεχόμενο, το δε παραμένει μία εκ των υποθετικών εκβάσεων της διεξαγομένης επιχειρήσεως· ακόμη και μία ευρείας κλίμακας εισβολή δύναται να αποτελέσει προοανάκρουσμα[51] κατοχής, συνθήκη ικανή, αλλ’ όχι επαρκή για την ενεργοποίηση του Δικαίου τούτης· βαρυνούσης σημασίας αποβαίνει η τύχη μίας τέτοιας επιχειρήσεως, ήτοι το εάν και κατά πόσον τα εισβάλλοντα στρατεύματα θα αποσπάσουν καθ’ ολοκληρίαν την κρίσιμο ζώνη εκ της επιρροής κι εξουσιάσεως του αληθούς αυτής κυριάρχου, εκτοπίζοντας αυτόν[52], εις τρόπον ώστε η συμπρακαλοθούσα την εισβολή μάχη να τερματισθεί ή να μετατοπισθεί σε διαφορετικό σημείο[53] (εν πάση δε περιπτώσει, να μην επαναληφθεί, έστω δι’ ορισμένο χρονικό διάστημα[54]) και η εμπόλεμη ζώνη να δύναται πλέον ασφαλώς να μετατραπεί σε ζώνη κατοχής[55]· δι’ όσον χρόνο τούτο δεν συμβαίνει, εξακολουθεί εφαρμοστέο το εν γένει ΔΑΔ, το διέπον την ένοπλο σύρραξη[56]· εν δευτέροις, κι επί περιπτώσεως καθ’ ην το εχθρικό στράτευμα επιτύχει –πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας– να θέσει την υπό εισβολή περιοχή στην σφαίρα του επιχειρησιακού και διοικητικού του βεληνεκούς[57], aliis verbis περιαγάγει αυτήν υπό τον έλεγχο του, δυνάμενο να διοικήσει τούτη, επιβάλλοντας τον Νόμο και αποκαθιστώντας την τάξη[58], ενώ οι δυνάμεις του αληθούς κυριάρχου θα πρέπει όχι μόνον να έχουν απωθηθεί (άλλως παραδοθεί, εν γένει  δε ηττηθεί), αλλά –έτι πλέον– να έχουν υποκατασταθεί ή να δύνανται να υποκατασταθούν εκ των αντιστοίχων της εισβαλούσης Δυνάμεως, καθώς έπαυσαν πλέον, οι τελευταίες, να νέμονται τις δημόσιες λειτουργίες επί της κρισίμου περιοχής[59]· τότε και μόνον τότε ομιλούμε πλέον περί πολεμικής κατοχής, ως τετελεσμένου γεγονότος[60], με αποτέλεσμα την αφύπνιση και του κανονιστικού αυτής πλαισίου.

ΙΙ. ιδ’ Invasione durante, οι εχθρικές δυνάμεις είτε εκ συντυχίας είτε κατόπιν προτέρου επιχειρησιακού σχεδιασμού θα προβούν εις εκείνες τις ενέργειες, εφ’ ων την σωρευτική συνδρομή θέλει –εν συνεχεία– καταφαθεί η κτήση εξ αυτών του, κατά τα προειρημένα, αποτελεσματικού ελέγχου· το ακριβές χρονικό σημείο επιτεύξεως αυτού του επιπέδου αποτελεσματικότητος, εφ’ ου και δι’ ου η πολεμική κατοχή άρχεται ex iure et factis δεν είναι πάντοτε ευχερώς διαγνώσιμο[61]· στην διεθνή νομολογία διαγιγνώσκεται η τάση καταφάσεως της ως άνω transitio, επί τη βάσει –πρωτίστως– περιπτωσιολογικής κρίσεως[62], καίτοι ως γενικός κανόνας προβάλλει η sensu latissimo πρόσληψη[63] των προϋποθέσεων πραγματικού του Καν.Χ 42[64], ο οποίος υπολαμβάνεται ως νομικό ορόσημο διά την απαρχή της πολεμικής κατοχής.[65] Αξίζει να αναφερθεί, επί παραδείγματι, η κρίση του αμερικανικού Στρατοδικείου της Νυρεμβέργης επί της Υποθ. των Ομήρων[66], συμφώνως προς ην η εμφάνιση της καταστάσεως εκείνης, καθ’ ην η απλή εισβολή τρέπεται εις (sensu legale) πολεμική κατοχή συνιστά ζήτημα πραγματικό[67]· εντός των πλαισίων της αυτής συλλογιστικής, το Δικαστήριο εδέχθη ότι διά την εγκαθίδρυση του κρισίμου καθεστώτος εξήρκεσε ότι –κατά τον κρίσιμο χρόνο– οι κατοχικές δυνάμεις να ευρίσκοντο εις θέση –οπόταν το επεθύμουν– να αναλάβουν και να ασκήσουν αποτελεσματικώς την φυσική εξουσίαση εφ’ οιουδήποτε τμήματος των κρισίμων περιοχών, χωρίς να ασκεί επιρροή στο νομικό καθεστώς των επιδίκων εδαφών η ένοπλη αντίσταση των εντόπιων πληθυσμών.[68] Η διαρκής φυσική παρουσία των ενόπλων δυνάμεων ή η διαμόρφωση κραταιών συστημικών δομών[69] σε κάθε μόριο εδάφους[70] της κατεκτημένης περιοχής όχι μόνον δεν συνιστά προϋπόθεση διά την κλίση σε εφαρμογή του ΔΠΚ, αλλά –a fortiori– η απουσία τούτης ούτε ανασχετικώς δύναται να δράσει[71], εν όψει του γεγονότος ότι το κρίσιμο σώμα κανόνων έχει καταστεί εφαρμοστέο, ήδη αφ’ ης η κρίσιμη εδαφική περιοχή περιήλθε εις την longa manu potestas της κατοχικής Δυνάμεως[72], η οποία –ένεκα της ισχύος αυτής[73]– κατόρθωσε να αποστερήσει την περιοχή εκ της σφαίρας αποτελεσματικής διοικήσεως του αληθούς κυριάρχου.

ΙΙ. ιε’ Η ως άνω διεύρυνση της εννοίας του αποτελεσματικού ελέγχου δεν πρέπει να παρερμηνεύεται, καθώς υπάρχουν περιπτώσεις όπου –ασχέτως της εγγύτερης ή μη παρουσίας των κατοχικών δυνάμεων– η δυνατότητα αυτών επί το επεμβαίνειν και καταστέλλειν έχει μεγαλύτερη κανονιστική αξία τόσο προς θεμελίωση όσο και προς διατήρηση της κατοχής εφ’ ορισμένου εδάφους· η ύπαρξη –μακροχρονίων κάποτε– ταραχών, εξικονουμένων έως και την ένοπλο αντίσταση εκ μέρους του εντόπιου πληθυσμού δεν εξαρκεί προς αναίρεση του κατοχικού καθεστώτος[74]· η περίπτωση του Ισραήλ εν προκειμένω καθίσταται παραδειγματική, δεδομένου ότι παρά την ευρύτατη ένοπλο αντίσταση σημαντικών τμημάτων του Παλαιστινιακού πληθυσμού το status κατοχής ουδέποτε στασιάσθη[75]· υπάρχει, εν τούτοις, το ενδεχόμενο οι ένοπλη αντίδραση των κατεχομένων πληθυσμών να κλιμακωθεί τοσούτον, ώστε να ομιλούμε πλέον περί απωλείας του αποτελεσματικού (μακρά ή βραχεία χειρί) ελέγχου εκ μέρους της κατεχούσης Δυνάμεως[76], όπως συνέβη στην περίπτωση της Σοβιετικής Ενώσεως κατά την περίοδο του Β’ Π. Π.[77], οπότε πρόδηλον γίνεται ότι η επιβληθείσα έννομος (κατοχική) κατάσταση θα πρέπει να υποληφθεί ως ipso facto αρθείσα.[78]

ΙΙ. ιστ’ Ανακεφαλαιωτικά, προκειμένου να θεωρηθεί ότι υφίσταται αποτελεσματικός έλεγχος εφ’ ορισμένης περιοχής –κατά την έννοια του Καν.Χ 42– με αποτέλεσμα το ΔΚΠ να καθίσταται αυτοδυνάμως εφαρμοστέο θα πρέπει να διαπιστούται η σωρευτική συνδρομή των εξής προϋποθέσεων[79]·  (α) η κατέχουσα δύναμη πρέπει να ευρίσκεται εις θέσην τέτοια ώστε να δύναται ανά πάσα στιγμή να υποκατασταθεί loco auctoritatis, ασκώντας το σύνολο των αναγκαίων δημοσίων λειτουργιών, περί ων δεν δύναται πλέον –εκ των πραγμάτων– να προνοήσει ο αληθής κυρίαρχος· (β) οι δυνάμεις του τελευταίου τούτου δεν είναι ικανές να ασκήσουν αποτελεσματικό έλεγχο επί της κρισίμου περιοχής, διότι έχουν παραδοθεί, υποχωρήσει ή άλλως ηττηθεί· (γ) η κατέχουσα Δύναμη διατηρεί ή δύναται να αποστείλει –σε εύλογο χρόνο– ικανό πλήθος στρατιωτικών δυνάμεων στην περιοχή, προκειμένου να διατηρήσει τον έλεγχο αυτής· (δ) ορισμένες –υπό τις ανωτέρω ρηθείσες διακρίσεις– διοικητικές δομές έχουν ήδη συσταθεί εκ μέρους της κατεχούσης Δυνάμεως· (ε) διά των αρμοδίων οργάνων της, η κατέχουσα Δύναμη έχει προβεί στην έκδοση εξαναγκαστών οδηγιών προς τον τοπικό πληθυσμό.



[1] Cfer. KELSEN, HANS, Pure theory of Law, trans. [ex Reine Rechtlehre, Afl. II (volst., neu, bearb. & erv.), Wien: Verlag Deuticke, 1962] KNIGHT, MAX, Ed. V, Clark N. J.: The Lawbook Exchange, 2005, σελ. 15.

[2] Ίδε ΡΟΥΚΟΥΝΑΣ, ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ, op. cit., σελ. 4.

[3] OPPENHEIM, LASSA F. L., International Law: A Treatise Volume I–Peace, e-book No 41046, www.gutenberg.org (τ/π 2-2-2013) [ex Ed. II, London-N. York-Bombay-Calcutta: Longmans, Green & Co, 1912], Chap. I, Sect. I, §4, σελ. 4, κι ένθα παραπομπές στην κλασική θεωρία του Διεθνούς Δικαίου· cfer. SHAW, MALCOLM, International Law, Ed. VI, Cambridge: Cambridge Univ. Press, 2008, σελ. 2· AUST, ANTHONY, Handbook of International Law, Cambridge: Cambridge Univ. Press, 2005, σελ. 13·

[4] SHAW, MALCOLM, loc. cit.

[5] Cfer. OPPENHEIM, LASSA F. L., (Vol. I), op. cit., Chap. I, Sect. I, §7-8, σελ. 10-13· PAULUS, ANDREAS, International Law and International Community εις ARMSTRONG, DAVID (ed.), Routledge Handbook of International Law, London-N. York: Routledge, 2009, σελ. 44 et seq.· ΡΟΥΚΟΥΝΑΣ, ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ, op. cit., σελ. 6.

[6] Ίδε OPPENHEIM, LASSA F. L. (Vol. I), op. cit., Chap. I, Sect. I, §5, σελ. 8: «[w]e may say that law is a body of rules for human conduct within a community which by common consent of this community shall be enforced by external power»· cfer. ΕΦΤΕΡΟΣ, ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ ΒΙΛΙΕΛΜΟΣ, op. cit., §1-5.

[7] Vide suppra §I. β’ et seq. κι ένθα cit.

[8] PICTET, JEAN, The Principles of International Humanitarian Law, Geneva: ICRC, 1967, σελ. 9 et seq.· ΧΑΤΖΗΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ, ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ, loc. cit.· ΠΕΡΡΑΚΗΣ, ΣΤΥΛΙΑΝΟΣ (1990), op. cit., σελ. 15.

[9] VERZIJL, JAN HEDRICK WILLEM – HEEREE, WYBO P. – OFFENHAUS, J. P. S., op. cit., σελ. 10

[10] BENVENISTI, EYAL (1993), op. cit., σελ. 3.

[11] Ίδε και την σχετική προβληματική εις ROBERTS, ADAM (1984), op. cit. 299.

[12] Συγκρουσιακή περιγράφει την σχέση τούτη ο  BENVENISTI (1993), op. cit., σελ. 4.

[13] DINSTEIN, YORAM (2009), op. cit., σελ. 1· cfer. ΣΑΡΗΓΙΑΝΝΙΔΗΣ, ΜΙΛΤΙΑΔΗΣ, op. cit., σελ. 131.

[14]VITORIADE, FRANCISCUS, op. cit., σελ. 151.

[15] ΠΕΡΡΑΚΗΣ, ΣΤΥΛΙΑΝΟΣ (1990), op. cit., σελ. 29.

[16] Ίδε OPPENHEIM, LASSA F. L., (Vol. IΙ), op. cit., Pt. II: Chap. V, Sect. XII, §166 κι ένθα cit. στους λοιπούς κλασικούς.

[17] ΤΕΝΕΚΙΔΗΣ, ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ – ΤΕΝΕΚΙΔΗΣ, ΓΕΩΡΓΙΟΣ, Occupatio Bellica: Η Νομική Φύσης της Στρατιωτικής Καταλήψεως, Αθήναι: Εκδ. Αργυρίου Παπαζήση, 1945, σελ. 5· ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ-ΣΤΡΑΤΗΣ, ΣΠΥΡΙΔΩΝ Κ., Διεθνές Δημόσιον Δίκαιον, Αθήναι: Εκδ. Αργυρίου Παπαζήση, 1946, σελ. 221 et seq.· ΕΥΡΥΓΕΝΗΣ, ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ, Ζητήματα Δικαίου Πολεμικής Κατοχής, Ανάτυπο, Θεσσαλονίκη: S. N., 1959, σελ. 198.

[18] Cfer. –ενδεικτικώς– GLAHN VON, GERHARD, The Occupation of Enemy Territory: A Commentary on the Law and Practice of Belligerent Occupation, Ed. I, Minneapolis: Univ. of Minnesota Press, 1957, σελ. 28 et seq. [ιδίως 31 et seq.]· BAXTER, RICHARD R., “The Duty of Obedience to the Belligerent Occupant” 27 BYBIL (1950). 235 [243 et seq.].

[19] Cfer. BENVENISTI, EYAL (1993), op. cit., σελ. 4· ΠΕΡΡΑΚΗΣ, ΣΤΥΛΙΑΝΟΣ (1990), op. cit., σελ. 30.

[20] STIRK, PETER R. M., The Politics of Military Occupation, Edinburgh: EdinburghUniv. Press, 2009, σελ. 33.

[21] MCNAIR, ARNOLD, DUNCAN, “Municipal Effects of Belligerent Occupation” 57 LQ Rev. (1941). 33. STIRK, PETER R. M., loc. cit.

[22] Cfer. UK Manual, σελ. 274 et seq.

[23] Ίδε και STIRK, PETER R. M., loc. cit.

[24] ROBIN, RAYMOND, [Extracts Translated from] Des Occupations Militaires en Dehors des Occupations de Guerres, trans. by the Division of Int’L L. Of The Carnegie Endowment for International Preace, Washington DC: Carnegie Endowment for Int’l Peace, 1942, σελ. 14.

[25] Ίδε BENVENISTI, EYAL (2008), op. cit. 627 et seq.

[26] Πρόκειται περί των θεωρητικών εισηγήσεων των αφορουσών το λεγόμενο δόγμα Jean Jacques Rousseau- Jean E. Marie Portalis, ο κι έβαλλε κατά της ανεγνωρισμένης εξουσίας του νικητού προς εξανδραποδισμό των κατεκτημένων πληθυσμών· ίδε Ίδε BENVENISTI, EYAL (2008), op. cit. 626· επίσης, ΣΑΡΗΓΙΑΝΝΙΔΗΣ, ΜΙΛΤΙΑΔΗΣ, op. cit., σελ. 9-18, όπου και μία ευσύνοπτη παρουσίαση των σχετικών διεργασιών κι εξελίξεων.

[27] Cfer. OPPENHEIM, LASSA F. L., “The Legal Relations between an Occupying Power and the Inhabitants” 33 LQ Rev. (1917). 363 [364 et seq.]· VISCHER DE, CHARLES, “L’ occupation de guerre” 34 LQ Rev. (1918). 72 [74 et seq.].

[28] Ίδε –επ’ αυτού– τις διαυγείς αναλύσεις περί των σχετικών προνοιών της Διακηρύξεως των Βρυξελλών, εις GRABER, DORIS APPEL, The Development of the Law of Belligerent Occupation, 1863-1914: A Historical Survey, N. York : Columbia Univ. Press, 1949, σελ. 26 et seq cfer. –διά μακρών– και εις ΣΑΡΗΓΙΑΝΝΙΔΗΣ, ΜΙΛΤΙΑΔΗΣ, op. cit., σελ. 22-23 κι  ένθα περαιτέρω cit.

[29] STIRK, PETER R. M., op. cit., σελ. 36.

[30] Ίδε τις συναφείς τοποθετήσεις του βέλγου αντιπροσώπου, François Auguste Baron de Lambermont, εις Correspondence Respecting the Brussels Conference on Rules of Military Warfare; Presented to Both Houses of Parliament by Command of Her Majesty, Londo: Harrison & Sons, S.A. [1857], σελ. 239-240, όπου εκτίθεται η προβληματική περί της αναγνωρίσεως της de facto διαρρυθμιστικής εξουσίας της κατεχούσης Δυνάμεως, με αναφορά στην αρχή της λαϊκής κυριαρχίας, ως τούτη κατοχυρούτο εντός του σώματος του βελγικού Συντάγματος [T. IIIème De Pouvoirs, Art. 25. I Constit. (7 février 1831)].

[31] Cfer. MEURER, CHRISTIAN, “Die völkerrechtliche Stellung der vom Feind besetzen Gebiete” AöR 33 (1915). 369.

[32] STIRK, PETER R. M., op. cit., σελ. 37.

[33] Σχετικές ανησυχίες είχε εκφράσει –κατά την Α’ Συνδιάσκεψη της Χάγης (1899)– ο (τέως πρωθυπουργός και τότε αντιπρόσωπος της βελγικής κυβερνήσεως) Auguste Marie François Beernaert· ίδε BROWN SCOTT, JAMES (ed. & trans.), The Proceedings of the Hague Peace Conference; Translations of the Official Texts, Vol. I: The Conference of 1899, N. York: Oxford Univ. Press, 1920, σελ. 52-53.

[34] HC II (July, 29, 1989), Laws and Customs of War on Land: Annex, H Reg. 43 — The authority of the legitimate power having actually passed into the hands of the occupant, the latter shall take all steps in his power to re-establish and insure, as far as possible, public order and safety, while respecting, unless absolutely prevented, the laws in force in the country.

[35] Ίδε BENVENISTI, EYAL (1993), op. cit., σελ. 8 και cit. (4).· GRABER, DORIS APPEL, op. cit., σελ. 110-148.

[36] Vide suppra cit. (134).

[37] GRABER, DORIS APPEL, op. cit., σελ. 143· BENVENISTI, EYAL (1993), loc. cit.

[38] ΠΕΡΡΑΚΗΣ, ΣΤΥΛΙΑΝΟΣ (1990), op. cit., σελ. 30.

[39] ROBERTS, ADAM (1984), op. cit. 251-252· BENVENISTI, EYAL (1993), op. cit., σελ. 4.

[40] ΠΕΡΡΑΚΗΣ, ΣΤΥΛΙΑΝΟΣ (1990), loc. cit.

[41] Cfer. US NMT, Case No 47, The United States of America v. Wilhelm List et alt. [(in vulg.: The Hostages Trial)· July, 8, 1947 – February, 19, 1948] 8 (UNWCC) LRTWC  (1949). 34 [55-56].

[42] Ο BENVENISTI (1993), loc. cit., δεν αποκλείει την περίπτωση να καταστεί κατέχουσα Δύναμη και μη κρατική οντότητα, όπως διεθνής οργανισμός (με ευθεία αναφορά και στα ΗΕ).

[43] BENVENISTI, EYAL (1993), loc. cit.

[44] ΤΕΝΕΚΙΔΗΣ, ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ – ΤΕΝΕΚΙΔΗΣ, ΓΕΩΡΓΙΟΣ, loc. cit.

[45] BENVENISTI, EYAL (1993), op. cit., σελ. 5.

[46] Cfer. J. A. G. S. Texts, No 11: The Law of Belligerent Occupation, Ann Arbor, MΙ: Judge Advocate General’s School, 1945, σελ. 1.

[47] Ο BENVENISTI (1993), op. cit., σελ. 8-9 τονίζει ότι η λειτουργική/πραγματιστικής πρόσληψη της πολεμικής κατοχής, ως αποτυπούται εις το λεκτικού του Καν.Χ 43 απετέλεσε προϊόν συγκερασμού όσο και συμβιβασμού των αντιθέτων θέσεων αλλά και των εκατέρωθεν επιφυλάξεων οι οποίες διατυπώθησαν τόσο στα πλαίσια των Διασκέψεων όσο και στο πεδίο της επιστήμης· επ’ αυτού, ίδε και την σχετική προβληματική εις STIRK, PETER R. M., op. cit., σελ. 38-40.

[48] Ίδε και ARAI-TAKAHASHI, YUTAKA (2009), op. cit., σελ. 6.

[49] Κομβική παραμένει (έως την νυν) η συνεισφορά του Δημητρίου Ευρυγένη στον επιστημολογικό διάλογο περί πολεμικής κατοχής· ειδικότερα, ο Ευρυγένης χαρακτήρισε τον εξεταζόμενο θεσμό ως έννομο κατάσταση· εξ αυτού, έπεται ότι –υπό την ορολογική σκέπη του κρισίμου όρου– στεγάζεται ένα όλον βιοτικών συμβάντων, των οποίων η διαρρύθμιση εναπόκειται στο προσήκον Δίκαιο· ίδε ΕΥΡΥΓΕΝΗΣ, ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ, loc. cit.· cfer. ΣΑΡΗΓΙΑΝΝΙΔΗΣ, ΜΙΛΤΙΑΔΗΣ, op. cit., σελ. ix.

[50] GLAHN VON, GERHARD, op. cit., σελ. 28· DINSTEIN, YORAM (2009), op. cit., σελ. 38· cfer. και ΣΑΡΗΓΙΑΝΝΙΔΗΣ, ΜΙΛΤΙΑΔΗΣ, op. cit., σελ. 93.

[51] Ο DINSTEIN, (2009), loc. cit., παραλληλίζει –προσφυώς– μία τέτοια επιχείρηση με πρελούδιο πολεμικής κατοχής.

[52] DINSTEIN, YORAM (2009), loc. cit.

[53] Απλή εναλλαγή των επιχειρησιακών ζωνών (φερ’ ειπείν γραμμών πυρός), η οποία ευαντιλήπτως δημιουργεί εξουσιαστικό κενό στην κρίσιμο περιοχή, καθώς οι δυνάμεις του ενός εμπολέμου υπαναχωρούν εν μέρει –κι εντεύθεν οι δυνάμεις του ετέρου προωθούνται– χωρίς όμως το αποτέλεσμα να έχει ήδη κριθεί· ίδε DINSTEIN, YORAM (2009), loc. cit. κι ένθα cit. (187).

[54] Ίδε και Eritrea-Ethiopia Claims Commission, Partial Award: Central Front, Ethiopias Claim 2, 4, 6, 7, 8 & 22 (April, 28, 2004) [ex http://www.pca-cpa.org/showfile.asp?fil_id=662 (τ/π 1-3-2013)], §57: On the other hand, where combat is not occurring in an area controlled even for just a few days by the armed forces of a hostile Power, the Commission believes that the legal rules applicable to occupied territory should apply.

[55] Cfer. ICTY, Case No IT-98-34-T, Prosecutor v. Mladen Naletilić (aka Tuta) and Vinko Martinović (aka Štela) [ (εφ’ εξής Naletilić Case)· March, 31, 2003], §217 (2nd s.).

[56] DIETER, FLECK (ed.), op. cit., σελ. 276, πλαγιαριθμ. 528· DINSTEIN, YORAM (2009), loc. cit.· ΣΑΡΗΓΙΑΝΝΙΔΗΣ, ΜΙΛΤΙΑΔΗΣ, loc. cit.

[57] GLAHN VON, GERHARD, loc. cit.

[58] US NMT, The Hostages Trial, loc. cit.· DINSTEIN, YORAM (2009), loc. cit.· ΣΑΡΗΓΙΑΝΝΙΔΗΣ, ΜΙΛΤΙΑΔΗΣ, loc. cit.

[59] ROBERTS, ADAM, (1984), op. cit. 300· cfer. ICTY, Naletilić Case, §217 (1st s.)· ICTY, Prosecutor v. Ivica Rajić (aka Viktor Andrić), Review of the Indictment pursuant to Rule 61 of the RoP&E [September, 13, 1996], §41.

[60] Το οποίον δεν δύναται να ανατραπεί με μόνη την σποραδική εκδήλωση (ενόπλου) αντιστάσεως εκ μέρους του γηγενούς πληθυσμού· ICTY, Naletilić Case, §217 (2nd s.)· DINSTEIN, YORAM (2009), loc. cit.

[61] DINSTEIN, YORAM (2009), op. cit., σελ. 39.

[62] Cfer. ICTY, Case No IT-95-14/2-T, Prosecutor v. Dario Kordić and Mario Čerkez (εφ’ εξής Case Kordić & Čerkez) [February, 26, 2001], §339: […] the enquiry as to whether a particular territory is occupied must be conducted on a case-by-case basis.

[63] ARAI-TAKAHASHI, YUTAKA (2009), loc. cit.

[64] HC II (July, 29, 1989), Laws and Customs of War on Land: Annex, H Reg. 42 —Territory is considered occupies when it is actually placed under the authority of the hostile army. The Occupation extends only to the territory where such authority has been established and can be exercised.

[65] Cfer. ICTY, Naletilić Case, §216· Case Kordić & Čerkez, loc. cit.

[66] US NMT, The Hostages Trial, loc. cit.

[67] Ibid (verbatim): Whether an invasion has developed into an occupation is a question of fact.

[68] Η αναφορά στο καθεστώς (ως κατεχομένων) των εδαφών της Γιουγκοσλαβίας, Ελλάδος και Νορβηγίας κατά τον Β’ Π. Π.· ibid (verbatim): […] it is established that the Germans could at any time they desired assume physical control of any part of the country. The control of the resistance forces was temporary only and not such as would deprive the German Armed Forces of its status of an occupant.

[69] Ίδε και Israel Supreme Court sitting as High Court of Justice (εφ’ εξής Isr. HCJ) 583/1982 (consolidated HCJ 102, 150, 593, 690/1982, 271/1983; Opposition to Order Nisi), Leah Tsemel, Attorney, et alt. v. The minister of Defence et alt. (per Dep. President Meir Shamgar), μεταφρασμένη εις 13 Isr. YBHR (1983). 360 [ιδίως 363] = I Palest. YBIL (1984). 164 [169 et seq.], όπου επί των περιστατικών του εγκλεισμού των αιτητών στο Στρατόπεδο Ansar του Ν. Λιβάνου (το οποίο δημιουργήθηκε εκ των ενόπλων Δυνάμεων του Ισραήλ μετά την εισβολή, τον Ιούνιο του έτους 1982) το Δικαστήριο έκρινε ότι ο αποτελεσματικός έλεγχος –εντεύθεν δε και το status πολεμικής κατοχής– δεν χάνεται εκ μόνου του γεγονότος ότι η  παραμονή ενόπλων δυνάμεων επί του κρισίμου εδάφους αποβαίνει πρόσκαιρη, εκ δε του λόγου τούτου η κατέχουσα Δύναμη δεν επιθυμεί να εγκαθιδρύσει μόνιμες στρατιωτικές διοικητικές δομές.

[70] Cfer. GLAHN VON, GERHARD, loc. cit.· GERSON, ALLAN, “Off-shore Oil Exploitation by a Belligerent Occupying Power: The Gulf of Suez Dispute” 71 AJIL 4 (October 1977). 725 [728].

[71] Ούτε να καταστήσει τον κτηθέντα έλεγχο ολιγότερον αποτελεσματικό· cfer. US DEPARTEMENT OF THE ARMY, Field Manual: The Law of Land Warfare [18 July 1956] (εφ’ εξής US FM 27-10), Chap. 6, Sect. I, §356, σελ. 139.

[72] DINSTEIN, YORAM (2009), op. cit., σελ. 44· ARAI-TAKAHASHI, YUTAKA (2009), loc. cit.· ίδε και ΣΑΡΗΓΙΑΝΝΙΔΗΣ ΜΙΛΤΙΑΔΗΣ, op. cit., σελ. 94.

[73] Η ισχύς είναι εκείνη που επιτρέπει στην κατέχουσα δύναμη την κτήση κι άσκηση ελέγχου εκ του μακρόθεν (remote control κατά Y. Dinstein)· εάν το αναγκαίο επίπεδο ισχύος δεν έχει επιτευχθεί ή απόλλυται, τότε δεν ευρισκόμεθα πλέον σε κατάσταση πολεμικής κατοχής, αλλά σε κάτι minus, κι εν πάση περιπτώσει aliud· η αξίωση περί της δυνατότητος αποστολής –εντός ευλόγου χρόνου– στρατευμάτων σε ορισμένη περιοχή, η οποία ετέθη (εν είδει νομολογιακού κανόνος) επί της ICTY, Naletilić Case, §217 (3rd s.) ανταποκρίνεται ακριβώς στην προηγουμένη παρατήρηση· καίτοι η επιχειρησιακή και διοικητική κεφαλή των δυνάμεων κατοχής δυνατόν να ευρίσκεται αλλάχου, η μακρά αυτών χειρ πρέπει να είναι επιτελικώς έτοιμη να επέμβει· cfer. DINSTEIN, YORAM (2009), loc. cit.· η φυσική παρουσία –έστω μακρά χειρί– απαιτεί χερσαία δύναμη και επιχειρησιακή επάρκεια (ίδε και US FM 27-10, loc. cit.)· αντιθέτως, η ναυτική ή η αεροπορική υπεροχή δεν ικανοποιούν την κρίσιμο προϋπόθεση [DINSTEIN, YORAM (2009), loc. cit. με αναφορά εις DIETER, FLECK (ed.), op. cit., σελ. 274, πλαγιαριθμ. 527(2ff.)]·  επ’ αυτού, μάλλον εφεκτικός ο ΣΑΡΗΓΙΑΝΝΙΔΗΣ, op. cit., σελ. 95 καθ’ όσον αφορά τόσο την αεροπορική ισχύ όσο και την περίπτωση του καλουμένου κυβερνοπολέμου· ασφαλώς, στην παρούσα φάση εξελίξεως του ΔΠΚ οι εισηγήσεις αυτές τίθενται  de lege ferenda.

[74] Cfer. ZWANENBURG, MARTEN, “Existentialism in Iraq: SC Res. 1483 and the Law of Occupation” 86 IRRC 856 (December 2004). 745 [748ff.].

[75] ARAI-TAKAHASHI, YUTAKA (2009), op. cit., σελ. 7· αντιστοίχως, διά την περίπτωση της κατοχή του Ιράκ εκ μέρους της Coalition of Forces, ίδε ROBERTS, ADAM “The End of Occupation: Iraq2004” 54 ICLQ 1 (January 2005). 27 [34].

[76] Η απώλεια του ελέγχου (όπως και η κτήση αυτού, άλλωστε) αποτελεί κρίνεται βάσει πραγματικών δεδομένων· η έκταση της περιοχής την οποίαν τα ανθιστάμενα ένοπλα σώματα έχουν θέση υπό τον έλεγχό τους, η ένταση των επιχειρήσεων, ο βαθμός συντονισμού αλλά και το εύρος του χρονικού διαστήματος, εν ω η περιοχή τελεί υπό τον έλεγχό των ομάδων αυτών, αποτελούν μεγέθη τα οποία θα πρέπει να συνεκτιμώνται· ίδε και UK Manual, σελ. 277· έτσι κι ο ο ARAI-TAKAHASHI, (2009), loc. cit.

[77] US NMT, Case No 9, The United States of America v. Otto Ohlendorf et alt. [(in vulg.: The Einsatzgruppen Case)· April, 10, 1948] 4 (UNWCC) LRTWC (1948). 411 = Trials of War Criminals Before the Nuremberg Military Tribunals Under Control Council Law No 10, Vol. IV, op. cit. [ex http://www.loc.gov/rr/frd/Military_Law/pdf/NT_war-criminals_Vol-IV.pdf τ/π 1-3-2013)] σελ. 3 et seq. [492]: In belligerent occupation the occupying power does not hold enemy territory by virtue of any legal right. On the contrary, it merely exercises a precarious and temporary actual control. This can be seen from Article 42 of the Hague Regulations which grants certain well limited rights to a military occupant only in enemy territory which is “actually placed” under his control. In re-conquering enemy territory which the occupant has lost to the enemy, he is not carrying out a police performance but a regular act of war. The enemy combatants in this case are, of course, also carrying out a war performance.

[78] Cfer. WILLS, SIOBHAN, “Occupation Law and Multi-National Operations: Problems and Perspectives” 77 BYBIL 1 (2006). 256 [259], εις ον παραπέμπει κι ο ARAI-TAKAHASHI, (2009), loc. cit.· TMP de Dijon, Procès contre Carl Franz Bauer et autres , σε απόδοση στην αγγλική (Case No 45) εις 8 (UNWCC) LRTWC (1949). 15 [18]· ibi και παρά πόδας σημείωση με ανάλυση της αποφάσεως, όπου ο σχολιαστής παρατηρεί σχετικώς με την ερμηνεία του Καν.Χ 42 υπό του Δικαστηρίου: «Any part of territory in which the occupant has been deprived of actual means for carrying out normal administration by the presence of opposing military forces, would not have the status of ”occupied territory within the terms of Articles 2 and 42 of the Hague Regulations. The fact that other parts of the occupied country, as a whole, are under effective enemy occupation, would not affect this situation».

[79] ICTY, Naletilić Case, §217· παρόμοια η ratio decidendi και εις την ICJ, Case Concerning Armed Activities on the Territory of the Congo, ICJ Reports (2005). 168 [230-231], §173-178· cfer. ΣΑΡΗΓΙΑΝΝΙΔΗΣ, ΜΙΛΙΤΙΑΔΗΣ, op. cit., σελ. 94-96.

Share This Post

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Captcha * Time limit is exhausted. Please reload the CAPTCHA.