ΤΟ ΠΟΙΝΙΚΟ ΦΑΙΝΟΜΕΝΟ ΤΗΣ ΕΜΜΕΣΗΣ ΑΥΤΟΥΡΓΙΑΣ

Γράφει η δικηγόρος Μαριάνθη Δ. Νούσκαλη

 

  sinedrio Σύμφωνα με την κρατούσα γνώμη στη θεωρία, για την ύπαρξη  έμμεσου αυτουργού είναι αναγκαίο να συνυπάρχουν οι ακόλουθοι όροι και ειδικότερα: α) Η πράξη του παρεμβαλλόμενου προσώπου, να μη συνιστά άδικη πράξη ποινικώς ενδιαφέρουσα και β) Αυτή η μη άδικη πράξη να είναι υποταγμένη στους εγκληματικούς σκοπούς εκείνου που παρακίνησε ή βοήθησε άλλον. Η περίπτωση του έμμεσου αυτουργού δεν προβλέπεται βέβαια στις μορφές συμμετοχής των άρθρων 45 μέχρι 47 του ΠΚ, αλλά αποτελεί θεωρητική προέκταση ενός νομικού πλάσματος, που καταρχήν καθιερώνεται στο άρθρο 49 παρ. 1 του ΠΚ (Από τη θεωρία βλ. Χωραφά Ποινικό Δίκαιο, 1978, παρ. 89, σελ. 334 επ. και 350, Μπουρόπουλου, Ερμηνεία Π.Κ., τόμ. Α, 1959, σελ. 131-132, Τούση-Γεωργίου, Ποινικός Κώδικας 1967 στο άρθρο 45, σελ. 162-163, Μανωλεδάκη, Γενική θεωρία του Ποινικού Δικαίου, τόμ. Β 2, 1979, 379 επ., 458 επ. και 464, Μαγκάκη, Ποινικό Δίκαιο, τεύχ. Β, 1979, σελ. Χωραφά, Η αυτουργία κατά το νέο Ποιν.Κ., στα ΠοινΧρον Α 16 επ. Από τη νομολογία βλ ενδεικτικά ΤριμΕφΘες 55/1990, Αρμ 1990.156, ΑΠ 579/1992, ΠοινΧρ 1992.584).

   Ομόφωνα στην επιστήμη επικράτησε, με ελάχιστες εξαιρέσεις, η άποψη κατά την οποία η αυτουργία διακρίνεται σε ιδιόχειρη ή άμεση και σε μη ιδιόχειρη ή έμμεση αυτουργία. Έτσι, έμμεσος αυτουργός είναι εκείνος που επιφέρει στο πρόσωπό του την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως ορισμένου εγκλήματος με άλλο άτομο που δρα (από απόψεως ποινικού δικαίου) ως όργανό του. Τούτο, κατά τον ΠΚ, συμβαίνει όταν η πράξη του παρεμβαλλόμενου προσώπου δεν συνιστά ποινικώς αξιόλογη αδικοπραγία, δηλαδή άδικη πράξη άμεσης αυτουργίας αλλά είναι εζευγμένη στους εγκληματικούς σκοπούς του παρακινούντος ή του βοηθούντος αυτόν δηλαδή όταν : ο άμεσα πράττων δεν ενεργεί άδικα πχ στην περίπτωση που πείθεται ακαταλόγιστος ή ανήλικος να αυτοτραυματιστεί ή να καταστρέψει δικό του πράγμα, β) όταν ο άμεσος αυτουργός στερείται της ιδιαίτερης ιδιότητας για την κατάφαση ιδιαίτερου εγκλήματος, π.χ. δημόσιος υπάλληλος πείθει τον άσχετο Β να καταστρέψει υπηρεσιακό έγγραφο 1, γ) όταν ο άμεσα πράττων καλύπτεται από κάποιο λόγο άρσης του αδίκου, π.χ. σε περίπτωση πρόκληση άδικης επίθεσης με σκοπό τη βλάβη του επιτιθέμενου (βλ. Κ. Βαθιώτη, Το Ποινικό Δίκαιο μέσα από 20 προβλήματα εφαρμοσμένης θεωρίας, 2005, σ. 272 επ). Αν όμως η πράξη του παρεμβαλλόμενου προσώπου συνιστά μια συγκεκριμένη αξιόλογη αδικοπραγία, τότε εκείνος που τον παρακίνησε ή τον βοήθησε είναι ανάλογα ηθικός αυτουργός ή συνεργός τους. Συνεπώς, ο έμμεσος αυτουργός είναι αυτός που, χωρίς να πραγματώνει ιδιόχειρα τα στοιχεία της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος, κυριαρχεί βουλητικά μόνο πάνω στην πράξη, διευθύνοντας τις κινήσεις άλλου που ενεργεί ως όργανό του ή κρατώντας το πηδάλιο των γεγονότων οδηγείται στην πραγμάτωση του εγκλήματος. Πρόκειται δηλαδή για τον άνθρωπο που βρίσκεται πίσω από το δράστη ή γενικά για τον άνθρωπο εκείνον που είναι πίσω από την πράξη.

   Η ανωτέρω εκδοχή της έμμεσης αυτουργίας, σύμφωνα με τη θεωρία της οργανωτικής κυριαρχίας στην πράξη υπερβαίνει το πρόβλημα της αδυναμίας ύπαρξης συμμετοχής σε μη δόλια πράξη, δεχόμενη έμμεση αυτουργία όχι μόνο όταν ο  φυσικός αυτουργός δρα αμελώς ή πεπλανημένα (Βλ. Α. Χαραλαμπάκη, Η έμμεση αυτουργία, σ.221 επ) αλλά και όταν ο άμεσος αυτουργός δρα δόλια. Η παραπάνω θεώρηση αποσυνδέει την έμμεση αυτουργία από το πρόβλημα της συμμετοχικής ευθύνης και την εντάσσει μάλλον στο σύστημα του ενιαίου αυτουργού. Παλαιότερα η νομολογία είχε εφαρμόσει κατά βάση την ανωτέρω θεωρία στο παράδειγμα της καλλιέργειας ναρκωτικών ουσιών.2 Στα ίδια πλαίσια συζητείται και η επίλυση του ζητήματος της διευκόλυνσης τέλεσης ιδιόχειρου ή σωματοπαγούς εγκλήματος με φυσικό αυτουργό που ενεργεί πεπλανημένα, όπως πχ. στις περιπτώσεις συμμετοχής σε αιμομιξία. Αν σε όλες τις αμέσως παραπάνω περιπτώσεις αρνηθεί κανείς την εφαρμογή της συμμετοχής λόγω μη δόλιας δράσης του φυσικού αυτουργού προκύπτει αδυναμία τιμώρησης και με την έμμεση αυτουργία (βλ. Ν. Μπιτζιλέκη, Η συμμετοχική πράξη, σ. 250). Το ίδιο πρόβλημα προκύπτει και στα παραδείγματα υπέρτερης οργανωτικής κυριαρχίας ανωτέρου πολιτικού ή στρατιωτικού διοικητή ο οποίος κατευθύνεις τους υφισταμένους του στην τέλεση εγκλημάτων και ιδίως εγκλημάτων πολέμου. Η ανωτέρω θεωρία φαίνεται να κρατεί στη γερμανική επιστήμη και τείνει να λύσει πολλά προβλήματα συμμετοχικής ευθύνης με τη μορφή της ηθικής αυτουργίας (βλ. C. Roxin, H οργανωτική κυριαρχία ως αυτοτελής μορφή έμμεσης αυτουργίας, απόδοση στα ελληνικά Κ. Παπαθανασίου, Πλογ 2008, σ. 259).

   Αντίθετα, η κρατούσα γνώμη στην ελληνική επιστήμη δέχεται την έμμεση αυτουργία μόνο ως εξαίρεση από το σύστημα περιορισμένης αντικειμενικής εξάρτησης της συμμετοχής από την τελικά άδικη πράξη του αυτουργού, δηλαδή προσδιορίζεται περισσότερο αρνητικά (βλ. Ν. Μπιτζιλέκη, Η συμμετοχική πράξη, 1990, σ. 245 επ. υποσημ. 90). Επιχείρημα υπέρ αυτής της εκδοχής αντλούν μερικοί θεωρητικοί από την ύπαρξη των άρθρων 220 και 228 ΠΚ, τα οποία θεωρούν επιβεβαίωση της αδυναμίας εφαρμογής των περί συμμετοχής διατάξεων όταν ο  φυσικός αυτουργός δρα χωρίς δόλο (βλ. Α. Ψαρούδα-Μπενάκη, ΠοινΧρ 1961, σ. 188-189, Α. Χαραλαμπάκη, Η έμμεση αυτουργία, 1988, σ. 182 επ.). Ο αντίλογος που προτείνεται εν προκειμένω συνίσταται κυρίως στο ότι οι ανωτέρω διατάξεις συνιστούν μάλλον απολίθωμα από την εποχή που είχε υιοθετηθεί το σύστημα της άκρας εξάρτησης της συμμετοχής ενώ τονίζεται επίσης ότι οι δύο αμέσως παραπάνω διατάξεις επιτελούν συμπληρωματική λειτουργία προς στο πλαίσιο της συμμετοχικής ευθύνης και εφαρμόζονται όταν δεν μπορεί να καταφαθεί ούτε η ηθική αυτουργία ούτε η έμμεση αυτουργία (βλ. Α. Κωστάρα, Προβλήματα ηθικής αυτουργίας, σε: Ι. Μανωλεδάκης (επιμ) Προβλήματα της συμμετοχής στο έγκλημα , Βιβλιοθήκη Υπεράσπισης, 1998, σ. 101 Ν. Μπιτζιλέκη, Η συμμετοχική πράξη, σ. 244). Η πρόσφατη νομολογία του Αρείου Πάγου φαίνεται να προσεγγίζει την λειτουργία του άρθρου 220 ΠΚ με τη λογική της αδυναμίας συμμετοχής σε μη δόλια πράξη, καθώς απαιτεί πλάνη του συντάσσοντος το δημόσιο έγγραφο υπαλλήλου για την εφαρμογή της αμέσως παραπάνω διάταξης, ενώ αν ο δράστης-υπάλληλος γνωρίζει ότι βεβαιώνει κάτι ψευδώς σε δημόσιο έγγραφο στοιχειοθετείται ηθική αυτουργία στην πράξη του 242 ΠΚ (βλ. ΑΠ 246/2011, ΤΡΑΠΕΖΑ ΝΟΜΙΚΩΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ «ΝΟΜΟΣ», αριθ. 550100, ΑΠ 386/2011, ΤΡΑΠΕΖΑ ΝΟΜΙΚΩΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ «ΝΟΜΟΣ», αριθ. 550966).

   Μια άλλη εκδοχή αποσυνδέει επίσης την έμμεση αυτουργία από το πρόβλημα της συμμετοχής καθώς δέχεται ότι σε κάθε περίπτωση ανυπαρξίας πράξης και ταυτόχρονης προσβολής του εννόμου αγαθού μπορεί να λειτουργήσει η έμμεση αυτουργία. Η προσέγγιση αυτή δέχεται την κοινωνική έννοια της πράξης και ειδικότερα εφαρμόζει την θεωρία του διαταράσσοντος αιτίου. Η ίδια κατεύθυνση δέχεται επίσης την ύπαρξη έμμεσης αυτουργίας από αμέλεια. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα εφαρμογής της έμμεσης αυτουργίας κατά την ανωτέρω άποψη είναι εκείνο όπου ο «φυσικός αυτουργός» πράττει κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, χωρίς να διαταράσσει την συνήθη κοινωνική ροή, όπως ο ταχυδρόμος-courier που μεταφέρει παγιδευμένη με εκρηκτικά επιστολή χωρίς να έχει καμμία ένδειξη για την ύπαρξη τους (βλ. Ν. Παρασκευόπουλο, τα θεμέλια του ποινικού δικαίου). Η ανωτέρω θεώρηση μάλλον αποσυνδέει τη λειτουργία της έμμεσης αυτουργίας από το σύστημα διατάξεων περί συμμετοχικής ευθύνης. Πρόσφατο χαρακτηριστικό παράδειγμα συνιστά η περίπτωση των «δηλητηριασμένων τηγανόψωμων» στην ΑΠ 1584/2001, ΠοινΧρ 2002.6203.

Πρόσφατα παραδείγματα παραδοχής της έμμεσης αυτουργίας στη νομολογία:

α) Κατά το άρθρο 216 παρ. 1 του ΠΚ, όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει, έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει, με τη χρήση του άλλου σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του έγγραφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας, απαιτείται, αντικειμενικώς μεν η κατάρτιση από τον υπαίτιο εγγράφου, το οποίο είναι αντικειμενικά πρόσφορο να παράγει με τη χρήση του έννομες συνέπειες που το εμφανίζει ότι καταρτίσθηκε από άλλον ή η νόθευση γνησίου εγγράφου, υποκειμενικώς δε δόλος που περιλαμβάνει, τη γνώση και τη θέληση των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την πράξη αυτή και ο σκοπός του υπαιτίου (υπερχειλής δόλος) να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού η νοθευμένου εγγράφου άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, δηλαδή, δημιουργία, κατάργηση ή μεταβίβαση δικαιώματος που προστατεύεται από το νόμο, οι οποίες μπορούν να αφορούν τον παραπλανώμενο ή τρίτο, ασχέτως αν επιτεύχθηκε η όχι η παραπλάνηση. Η πλαστογραφία δεν είναι ιδιόχειρο έγκλημα αλλά μπορεί να τελεσθεί και κατά έμμεση αυτουργία. Έτσι αν ο δράστης, που σκοπεύει να κάνει χρήση πλαστού εγγράφου, παραπλανήσει άλλον, πλανώμενο περί τη σημασία της πράξης του, να καταρτίσει πλαστό έγγραφο ή να νοθεύσει ένα γνήσιο είναι έμμεσος και όχι ηθικός αυτουργός. Στην περίπτωση αυτή δεν στοιχειοθετείται ηθική αυτουργία, διότι η πράξη του πλανώμενου οργάνου δεν είναι κατ’ αρχήν άδικη αφού ο πλανώμενος δεν έχει σκοπό παραπλάνησης (ελλείπει το υποκειμενικό στοιχείο του αδίκου) και επομένως δεν υπάρχει άδικη κυρία πράξη (ΑΠ 1733/2009, ΠοινΧρ. 2010.583).

β) Κατά την κρατούσα άποψη, η ορθότητα της διαμόρφωσης του προγράμματος καθορίζεται από τη βούληση του δικαιούχου, δηλ. του ιδιοκτήτη, χειριστή κ.λπ. του υπολογιστή. Δυνατόν όμως ο τρόπος διαμόρφωσης του προγράμματος να διαγράφεται από το νόμο π.χ. το πρόγραμμα για τον υπολογισμό των συντάξεων, μισθών κ.λπ. οπότε δεν λαμβάνεται υπόψη η βούληση του χειριστή του υπολογιστή. Πάντως τελικά η ορθότητα κρίνεται από το ορθό ή μη αποτέλεσμα. Πρόγραμμα είναι σύνολο δεδομένων, με το οποίο παρέχονται εντολές στον Η/Υ. Η αλλοίωση μπορεί να γίνει με την προσθήκη ή εξάλειψη εντολών και γενικά με τη μεταβολή του, ώστε να παρακάμπτονται έλεγχοι ή επεξεργασία στοιχείων. Επέμβαση κατά την εφαρμογή του προγράμματος είναι κάθε πράξη που επηρεάζει τη διαδικασία επεξεργασίας των δεδομένων είτε από το πληκτρολόγιο, είτε μέσω των μηχανικών μερών του Η/Υ (hardware) που επηρεάζουν το πρόγραμμα. Ως χρησιμοποίηση μη ορθών ή ελλιπών στοιχείων νοείται συνήθως η παρατηρούμενη συχνά στην πράξη χειραγώγηση της εισαγωγής δεδομένων (στοιχείων). Η εισαγωγή μπορεί να γίνει από τον δράστη όχι μόνο άμεσα, δηλαδή με το χειρισμό από τον ίδιο τον υπολογιστή, αλλά και έμμεσα δηλαδή διά του προσώπου που χειρίζεται τον υπολογιστή, εφόσον ο τελευταίος ενεργεί χωρίς δόλο (έμμεση αυτουργία). Αν και ο χειριστής ενεργεί δολίως, τότε αυτός είναι ο αυτουργός και ο παρακινήσας αυτόν είναι ο ηθικός αυτουργός. Μη ορθά είναι τα αναληθή δεδομένα λ.χ. ο αριθμός τέκνων ή η προϋπηρεσία κ.λπ. του μισθωτού που τέθηκαν για τον υπολογισμό των αποδοχών από τον Η/Υ. (ΣυμβΠλημΑθ4742/2004, ΠοινΔικ 2005, σ. 407 με παρατηρήσεις Γ.Νούσκαλη).

   Στην ανωτέρω απόφαση γίνεται δεκτή η έμμεση αυτουργία πλαστογραφίας όταν ο φυσικός αυτουργός στερείται του απαραίτητου σκοπού παραπλάνησης στο άρθρο 216 ΠΚ και απάτης με υπολογιστή όταν παραπλανάται ο χειριστής του η/υ και εργάζεται χωρίς να γνωρίζει ότι τροφοδοτεί με ψευδή στοιχεία το σύστημα ηλεκτρονικής επεξεργασίας δεδομένων. Στην πρώτη από τις δυο ανωτέρω περιπτώσεις το δικαστήριο φαίνεται να ασπάζεται την αδυναμία λειτουργίας της ηθικής αυτουργίας σε πλαστογραφία όταν ο πλαστογράφος δρα άνευ δόλου. Σχετικά με τη δεύτερη αξιόποινη πράξη, η προσέγγιση της μείζονος προτάσεως φαίνεται να είναι κοντά στην θεωρία της πράξης ως διατάραξης της κοινωνικής ροής.

   Την ανωτέρω θεωρία φαίνεται να εφαρμόζει και η ΑΠ 714/2011 (ΤΡΑΠΕΖΑ ΝΟΜΙΚΩΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ «ΝΟΜΟΣ» αριθ.559284), δεχόμενη ότι: «Η παράσταση των ψευδών γεγονότων στο έγκλημα του άρθρου 386 ΠΚ μπορεί να γίνει και από τρίτο πρόσωπο, όταν αυτό ενεργεί εν αγνοία του και καλόπιστα, όταν δηλαδή ο τρίτος απλώς διαβιβάζει τις ψευδείς παραστάσεις του δράστη ως εκτελεστικό όργανο του, μη συνδεόμενος με το δεσμό της συμμετοχής με το δράστη (περίπτωση έμμεσης αυτουργίας)».

1 Βλ. Το παράδειγμα νόθευσης των γραπτών δοκιμίων σε εξετάσεις για Συμβολαιογράφους στην ΕφΑθ 1890/1997, ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗ 1999.350, με παρατηρήσεις Ε. Συμεωνίδου-Καστανίδου.

2 Βλ.ΑΠ 193/1997 ΠοινΧρ 1997.1536, η οποία δέχθηκε τα ακόλουθα: Η πράξη της καλλιέργειας ναρκωτικών ουσιών μπορεί να γίνει από ένα ή πλείοντες από κοινού ενεργούντες (συναυτουργούς). Νοητή επίσης η ηθική αυτουργία, η άμεση ή έμμεση συνεργεία,αλλά και η έμμεση αυτουργία στην ως άνω πράξη. Στην τελευταία αυτή περίπτωση πρέπει η πράξη να είναι εζευγμένη στους εγκληματικούς σκοπούς του προσώπου που χρησιμοποιεί άλλον για την τέλεση του εγκλήματος, έχοντας το animus auctoris, όσον αφορά δε τον «άλλον» η πράξη γι` αυτόν να μη συνιστά ποινικώς αξιόλογο αδικοπραξία, όπως στην περίπτωση του ακαταλόγιστου.

3 Βλ. σχετική ανάλυση στον Βαθιώτη, Το ποινικό δίκαιο μέσα από 20 προβ λήματα εφαρμοσμένης θεωρίας, σ. 272 επ (Καταδίκη για ανθρωποκτονίες απόπρόθεση και απόπειρες ανθρωποκτονίας της αναιρεσίουσας η οποία προκάλεσε το θάνατο διανέμοντας ψωμί που περιείχε δηλητηριασμένη ζύμη στις οικογένειες των θυμάτων μέσω ανυποψίαστων τρίτων.

 

Share This Post

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Captcha * Time limit is exhausted. Please reload the CAPTCHA.