Το πεδίο εφαρμογής του ν. 3126/2003 περί ποινικής ευθύνης υπουργών

Γράφει ο Σίσκος Παναγιώτης

vouli_990883411

ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Οι νομοθετικές διατάξεις τις οποίες θα επιχειρήσουμε να ερμηνεύσουμε στα πλαίσια της παρούσης εργασίας είναι οιο εξής:

1)ΆΡΘΡΟ 86 ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ (ΚΑΙ ΕΙΔΙΚΟΤΕΡΑ Η ΠΑΡ. 1 ΑΥΤΟΥ )

 

1. Μόνο η Βουλή έχει την αρμοδιότητα να ασκεί δίωξη κατά όσων

διατελούν ή διετέλεσαν μέλη της Κυβέρνησης ή Υφυπουργοί για ποινικά

αδικήματα που τέλεσαν κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, όπως νόμος

ορίζει. Απαγορεύεται η θέσπιση ιδιώνυμων υπουργικών αδικημάτων.

2. Δίωξη, ανάκριση, προανάκριση ή προκαταρκτική εξέταση κατά των

προσώπων και για τα αδικήματα που αναφέρονται στην παράγραφο 1 δεν

επιτρέπεται χωρίς προηγούμενη απόφαση της Βουλής κατά την παράγραφο 3.

Αν στο πλαίσιο άλλης ανάκρισης, προανάκρισης, προκαταρκτικής εξέτασης

ή διοικητικής εξέτασης προκύψουν στοιχεία, τα οποία σχετίζονται με τα

πρόσωπα και τα αδικήματα της προηγούμενης παραγράφου, αυτά

διαβιβάζονται αμελλητί στη Βουλή από αυτόν που ενεργεί την ανάκριση,

προανάκριση ή εξέταση.

3. Πρόταση άσκησης δίωξης υποβάλλεται από τριάντα τουλάχιστον

βουλευτές. Η Βουλή, μέ απόφασή της που λαμβάνεται με την απόλυτη

πλειοψηφία του όλου αριθμού των βουλευτών, συγκροτεί ειδική

κοινοβουλευτική επιτροπή για τη διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης,

διαφορετικά, η πρόταση απορρίπτεται ως προδήλως αβάσιμη. Το πόρισμα της

επιτροπής του προηγούμενου εδαφίου εισάγεται στην Ολομέλεια της Βουλής

η οποία αποφασίζει για την άσκηση ή μη δίωξης. Η σχετική απόφαση

λαμβάνεται με την απόλυτη πλειοψηφία του όλου αριθμού των βουλευτών.

Η Βουλή μπορεί να ασκήσει την κατά την παράγραφο 1 αρμοδιότητά της

μέχρι το πέρας της δεύτερης τακτικής συνόδου της βουλευτικής περιόδου

που αρχίζει μετά την τέλεση του αδικήματος.

Με τη διαδικασία και την πλειοψηφία του πρώτου εδαφίου της παραγράφου

αυτής η Βουλή μπορεί οποτεδήποτε να ανακαλεί την απόφασή της ή να

αναστέλλει τη δίωξη, την προδικασία ή την κύρια διαδικασία.

4. Αρμόδιο για την εκδίκαση των σχετικών υποθέσεων σε πρώτο και

τελευταίο βαθμό είναι, ως ανώτατο δικαστήριο. Ειδικό Δικαστήριο που

συγκροτείται για κάθε υπόθεση από έξι μέλη του Συμβουλίου της

Επικρατείας και επτά μέλη του Αρείου Πάγου. Τα τακτικά και

αναπληρωματικά μέλη του Ειδικού Δικαστηρίου κληρώνονται, μετά την

άσκηση δίωξης, από τον Πρόεδρο της Βουλής σε δημόσια συνεδρίαση της

Βουλής, μεταξύ των μελών των δύο ανώτατων αυτών δικαστηρίων, που έχουν

διορισθεί ή προαχθεί στο βαθμό που κατέχουν πριν από την υποβολή

πρότασης για άσκηση δίωξης. Του Ειδικού Δικαστηρίου προεδρεύει ο

ανώτερος σε βαθμό από τα μέλη του Αρείου Πάγου που κληρώθηκαν και

μεταξύ ομοιόβαθμων ο αρχαιότερος.

Στο πλαίσιο του Ειδικού Δικαστηρίου της παραγράφου αυτής λειτουργεί

Δικαστικό Συμβούλιο που συγκροτείται για κάθε υπόθεση από δύο μέλη του

Συμβουλίου της Επικρατείας και τρία μέλη του Αρείου Πάγου. Τα μέλη του

Δικαστικού Συμβουλίου δεν μπορεί να είναι και μέλη του Ειδικού

Δικαστηρίου. Με απόφαση του Δικαστικού Συμβουλίου ορίζεται ένα από τα

μέλη του που ανήκει στον Αρειο Πάγο ως ανακριτής. Η προδικασία λήγει με

την έκδοση βουλεύματος.

Καθήκοντα εισαγγελέα στο Ειδικό Δικαστήριο και στο Δικαστικό

Συμβούλιο της παραγράφου αυτής ασκεί μέλος της Εισαγγελίας του Αρείου

Πάγου που κληρώνεται μαζί με τον αναπληρωτή του. Το δεύτερο και τρίτο

εδάφιο της παραγράφου αυτής εφαρμόζονται και για τα μέλη του Δικαστικού

Συμβουλίου ενώ το δεύτερο εδάφιο και για τον εισαγγελέα.

Σε περίπτωση παραπομπής προσώπου που είναι ή διετέλεσε μέλος της

Κυβέρνησης ή Υφυπουργός, ενώπιον του Ειδικού Δικαστηρίου

συμπαραπέμπονται και οι τυχόν συμμέτοχοι, όπως νόμος ορίζει.

5. Αν για οποιονδήποτε άλλο λόγο, στον οποίο περιλαμβάνεται και η

παραγραφή, δεν περατωθεί η διαδικασία που αφορά δίωξη κατά προσώπου που

είναι ή διετέλεσε μέλος της Κυβέρνησης ή Υφυπουργός, η Βουλή μπορεί,

ύστερα από αίτηση του ίδιου ή των κληρονόμων του, να συστήσει ειδική

επιτροπή στην οποία μπορούν να μετέχουν και ανώτατοι δικαστικοί

λειτουργοί για τον έλεγχο της κατηγορίας.

2) Ο ΝΟΜΟΣ 3126/2003 (ΚΑΙ ΕΙΔΙΚΟΤΕΡΑ ΤΑ ΑΡΘΡΑ 1 – 6 ΑΥΤΟΥ)

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΡΩΤΟ

 

ΠΕΔΙΟ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΤΟΥ ΝΟΜΟΥ

 

Αρθρο 1

Πεδίο εφαρμογής του νόμου

 

1. Πλημμελήματα ή κακουργήματα, που τελούνται από Υπουργό, κατά την άσκηση των καθηκόντων του, εκδικάζονται σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου αυτού από το κατ` άρθρο 86 του Συντάγματος Ειδικό Δικαστήριο, ακόμη και αν ο Υπουργός έχει παύσει να έχει την ιδιότητα αυτή.

2. Τυχόν Συμμέτοχοι συμπαραπέμπονται και δικάζονται σύμφωνα με τις

διατάξεις του νόμου αυτού.

3. Οι αξιόποινες πράξεις της παραγράφου 1, οι οποίες δεν τελέσθηκαν κατά

την άσκηση των καθηκόντων του Υπουργού, δικάζονται από τα αρμόδια δικαστήρια σύμφωνα με τις διατάξεις του Ποινικού Κώδικα, των ειδικών ποινικών νόμων και του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας.

 

Αρθρο 2

Εννoια όρων του νόμου

 

1. Οπου στον παρόντα νόμο χρησιμοποιείται ο όρος «Υπουργός», νοείται μέλος

της Κυβέρνησης ή Υφυπουργός.

2. Οπου στον παρόντα νόμο χρησιμοποιείται ο όρος «συμμέτοχος», νοείται: (α)

ο συναυτουργός, ηθικός αυτουργός, άμεσος ή απλός συνεργός στην πράξη που

αποδίδεται στον Υπουργό και (β) ο φυσικός ή ηθικός αυτουργός ή ο άμεσος ή

απλός συνεργός στην πράξη, για την οποία αποδίδεται στον Υπουργό η κατηγορία του ηθικού αυτουργού, άμεσου ή απλού συνεργού.

3. Οι Υπουργοί θεωρούνται υπάλληλοι κατά την έννοια του άρθρου 13 περ. α`

του Ποινικού Κώδικα.

 

Aρθρo 3

Παραγραφή – Προθεσμία

 

«1. Οι αξιόποινες πράξεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του άρθρου 1

παραγράφονται σύμφωνα με όσα ορίζονται στις διατάξεις των άρθρων 111 και 112 του Ποινικού Κώδικα. Η προθεσμία της παραγραφής αναστέλλεται, εκτός από τις περιπτώσεις που προβλέπονται στο άρθρο 113 παράγραφοι 1 έως 3 του Ποινικού Κώδικα, και στις ακόλουθες περιπτώσεις: α) όσο διαρκεί η βουλευτική περίοδος, κατά τη διάρκεια της οποίας τελέστηκε η πράξη και β) όσο ισχύει η Απόφαση της Ολομέλειας της Βουλής για την αναστολή της ποινικής δίωξης, της προδικασίας ή της κύριας διαδικασίας, σύμφωνα με όσα ορίζονται στην παράγραφο 5 του άρθρου 6.»

*** Η παρ.1 αντικαταστάθηκε ως άνω με το άρθρο 1 Ν.3961/2011,

ΦΕΚ Α 97/29.4.2011.

2. Το αξιόποινο των πράξεων των Υπουργών, που αναφέρονται στο άρθρο 1 παρ.

1, εξαλείφεται με το πέρας της δεύτερης τακτικής συνόδου της βουλευτικής

περιόδου που αρχίζει μετά την τέλεση της αξιόποινης πράξης, εάν ως τότε η

Βουλή δεν έχει αποφασίσει να ασκήσει ποινική δίωξη κατά του Υπουργού,

σύμφωνα με όσα ορίζονται στο νόμο αυτόν.

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΥΤΕΡΟ

ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΑΣΚΗΣΗΣ ΤΗΣ ΠΟΙΝΙΚΗΣ ΔιΩΞΗΣ

 

Αρθρο 4

Η αρμοδιότητα της Βουλής

 

1. Δεν επιτρέπεται προκαταρκτική εξέταση, ποινική δίωξη, προΑνάκριση ή

Ανάκριση κατά Υπουργού, για τις αξιόποινες πράξεις που αναφέρονται στο άρθρο 1 παρ. 1, χωρίς προηγούμενη Απόφαση της Ολομέλειας της Βουλής κατά τα άρθρα 5 και 6 του παρόντος.

2. Αν κατά τη διεξαγωγή άλλης διοικητικής εξέτασης, προκαταρκτικής

εξέτασης, προΑνάκρισης ή Ανάκρισης προκύψουν στοιχεία, τα οποία έχουν σχέση με τις αξιόποινες πράξεις που αναφέρονται στο άρθρο 1 παρ. 1, αυτά

διαβιβάζονται αμελλητί στη Βουλή από αυτόν που ενεργεί την εξέταση,

προΑνάκριση ή Ανάκριση.

3. Η διαβίβαση των στοιχείων, σύμφωνα με την προηγούμενη παράγραφο, δεν

εμποδίζει την πρόοδο της έρευνας ή εξέτασης ως προς άλλα πρόσωπα.

4. Σε καμιά περίπτωση δεν επιτρέπεται σε αυτόν που διενεργεί την έρευνα ή

την εξέταση αξιολόγηση των στοιχείων που έχουν σχέση με ενδεχόμενη ποινική

ευθύνη Υπουργών.

 

Αρθρo 5

Κίνηση διαδικασίας – Προκαταρκτική εξέταση

 

«1. Η πρόταση για άσκηση της ποινικής δίωξης υποβάλλεται από τριάντα

τουλάχιστον βουλευτές, με συγκεκριμένη αναφορά στα στοιχεία της αξιόποινης

πράξης και μνεία των διατάξεων που παραβιάστηκαν, διαφορετικά είναι

απαράδεκτη.

2. Η Βουλή, αφού υποβληθεί το ανωτέρω αίτημα στο Προεδρείο, με Απόφαση που λαμβάνεται με την απόλυτη πλειοψηφία του όλου αριθμού των βουλευτών,μπορεί να αναθέτει σε τριμελές γνωμοδοτικό συμβούλιο τον νομικό έλεγχο των στοιχείων της κατηγορίας και την αξιολόγηση της ουσιαστικής βασιμότητας αυτών. Με την ίδια Απόφαση τάσσεται προθεσμία για την ολοκλήρωση του ελέγχου και την παράδοση της γνωμοδότησης στον Πρόεδρο της Βουλής.

Το γνωμοδοτικό συμβούλιο αποτελείται από έναν αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου και δύο εισαγγελείς εφετών, οι οποίοι κληρώνονται, με τους αναπληρωματικούς τους, σε δημόσια συνεδρίαση της Ολομέλειας της Βουλής, που προσκαλείται ειδικά γι` αυτό, μεταξύ όλων των αντεισαγγελέων του Αρείου Πάγου και όλων των εισαγγελέων εφετών που υπηρετούν στην Εισαγγελία Εφετών Αθηνών. Για τη διενέργεια της κλήρωσης ο Υπουργός Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων αποστέλλει στον Πρόεδρο της Βουλής κατάλογο των ανωτέρω δικαστικών λειτουργών, που υπηρετούν στην Εισαγγελία του Αρείου Πάγου και στην Εισαγγελία Εφετών Αθηνών.

3. Το γνωμοδοτικό συμβούλιο, μετά τον νομικό έλεγχο των στοιχείων της

κατηγορίας και την αξιολόγηση της ουσιαστικής βασιμότητας αυτών, γνωμοδοτεί εάν συντρέχει περίπτωση για διερεύνηση ποινικής ευθύνης Υπουργού, από την ειδική κοινοβουλευτική επιτροπή της παραγράφου 4. Η γνωμοδότηση του γνωμοδοτικού συμβουλίου παραδίδεται στον Πρόεδρο της Βουλής των Ελλήνων, ανακοινώνεται στην Ολομέλεια της και διανέμεται στους Βουλευτές.

 

4. Η Βουλή, με Απόφαση που λαμβάνεται με την απόλυτη πλειοψηφία του όλου

αριθμού των βουλευτών, συγκροτεί, σύμφωνα με τον Κανονισμό της, ειδική

κοινοβουλευτική επιτροπή για τη διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης.

Διαφορετικά, η πρόταση απορρίπτεται ως προδήλως αβάσιμη. Με την ίδια Απόφαση τάσσεται και προθεσμία για την ολοκλήρωση της προκαταρκτικής εξέτασης και την υποβολή του εγγράφου πορίσματος αυτής προς την Ολομέλεια μαζί με το αποδεικτικό υλικό.

5. Η επιτροπή έχει όλες τις αρμοδιότητες του εισαγγελέα πρωτοδικών όταν

αυτός ενεργεί προκαταρκτική εξέταση και μπορεί να αναθέτει σε εισαγγελέα

πλημμελειοδικών ή εφετών την ενέργεια ειδικότερων πράξεων σχετικών με το

αντικείμενο της προκαταρκτικής εξέτασης. Κατά την προκαταρκτική εξέταση,

εκείνος κατά του οποίου στρέφεται η πρόταση δίωξης καλείται από την επιτροπή

να δώσει εξηγήσεις.

Οταν η αξιόποινη πράξη για την οποία διενεργείται προκαταρκτική εξέταση

συνεπάγεται για τον Υπουργό οικονομικά οφέλη, κατά την έννοια του άρθρου 76

παρ. 1 του Ποινικού Κώδικα, η επιτροπή διατάσσει την κατάσχεση τους. Για τα

κατασχεθέντα αποφαίνεται το Δικαστικό Συμβούλιο του άρθρου 8, με το βούλευμα που εκδίδεται για την κατηγορία, κατά τις παραγράφους 1 και 3 του άρθρου 11. Ο καθού η κατάσχεση μπορεί να ζητήσει την άρση αυτής, με αίτηση που απευθύνεται προς το άνω Δικαστικό Συμβούλιο όταν τούτο συγκροτηθεί.

6. Το πόρισμα του «τρίτου εδαφίου» της παραγράφου 4 πρέπει να είναι

αιτιολογημένο και να περιέχει ιδίως τα πραγματικά περιστατικά και τα

αποδεικτικά μέσα που οδηγούν σε αυτά, όπως προέκυψαν κατά την προκαταρκτική εξέταση, την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στις εφαρμοζόμενες ποινικές διατάξεις και σαφή πρόταση για την άσκηση ή μη της ποινικής δίωξης. Αιτιολογημένη πρέπει να είναι και η πρόταση της τυχόν μειοψηφίας, η οποία καταχωρίζεται σε χωριστό κεφάλαιο του ίδιου πορίσματος.

*** Η φράση «τέταρτου εδαφίου» της παράγραφου 6 αντικαταστάθηκε

με τη φράση «τρίτου εδαφίου» ,ως άνω, με το άρθρο 67 παρ.2

Ν.3994/2011,ΦΕΚ Α 165/25.7.2011.

7. Εάν η Ολομέλεια της Βουλής απορρίψει, κατά το τρίτο εδάφιο της παραγράφου 4, ως προδήλως αβάσιμη την πρόταση για την άσκηση της ποινικής δίωξης, νέα

πρόταση που στηρίζεται στα ίδια πραγματικά περιστατικά είναι απαράδεκτη.»

*** Το άρθρο 5 αντικαταστάθηκε ως άνω με το άρθρο 2 Ν.3961/2011,

ΦΕΚ Α 97/29.4.2011

 

Αρθρο 6

Συζήτηση του πορίσματος – Ασκηση ποινικής δίωξης

 

1. Το πόρισμα εισάγεται προς συζήτηση στην Ολομέλεια της Βουλής σύμφωνα με τον Κανονισμό της.

2. Η Απόφαση για την άσκηση ή μη ποινικής δίωξης λαμβάνεται με την απόλυτη πλειοψηφία του όλου αριθμού των βουλευτών.

3. Η Απόφαση για την άσκηση ποινικής δίωξης πρέπει να καθορίζει και να

εξειδικεύει την αξιόποινη πράξη και την ποινική διάταξη που την προβλέπει

και λειτουργεί ως άρση της ασυλίας, εάν ο Υπουργός έχει και τη βουλευτική

ιδιότητα.

4. Μετά την, κατά τις παραγράφους 1 και 2 του παρόντος άρθρου, απόρριψη από την Ολομέλεια της Βουλής της πρότασης για την άσκηση ποινικής δίωξης, νέα

πρόταση που αφορά τα ίδια πρόσωπα και τις ίδιες πράξεις, έστω και με

διαφορετικό νομικό χαρακτηρισμό, είναι σε κάθε περίπτωση απαράδεκτη.

5. Η Ολομέλεια της Βουλής, αν το προτείνουν εγγράφως τριάντα (30)

τουλάχιστον βουλευτές, μπορεί, με την απόλυτη πλειοψηφία του όλου αριθμού

των βουλευτών, να αποφασίζει οποτεδήποτε την ανάκληση της απόφασής της για

την άσκηση ποινικής δίωξης ή την αναστολή της δίωξης, της προδικασίας ή της

κύριας διαδικασίας. Η αναστολή μπορεί να αρθεί με τις ίδιες διατυπώσεις.

 

 

 

 

Α΄ ΜΕΡΟΣ: ΕΙΣΑΓΩΓΗ

 

Ι. Η ΥΠΑΡΞΗ ΕΙΔΙΚΩΝ ΠΟΙΝΙΚΩΝ ΔΙΑΤΑΞΕΩΝ ΓΙΑ ΟΡΙΣΜΕΝΕΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ ΠΡΟΣΩΠΩΝ

 

Ως γνωστόν, τόσο στο ουσιαστικό όσο και στο δικονομικό ποινικό δίκαιο υφίστανται διατάξεις οι οποίες αναφέρονται αποκλειστικά σε ορισμένες κατηγορίες προσώπων. Έτσι, στο ουσιαστικό ποινικό δίκαιο περιλαμβάνονται τα λεγόμενα ιδιαίτερα εγκλήματα, των οποίων ο φυσικός αυτουργός περιβάλλεται με μία συγκεκριμένη ιδιότητα (δικαστής, δημόσιος υπάλληλος, στρατιωτικός, δικηγόρος, κρατούμενος ή φυλακισμένος κλπ.)1. Εδώ υπάγονται επίσης οι διατάξεις που προβλέπουν ουσιαστικούς λόγους άρσης του άδικου χαρακτήρα για ορισμένες πράξεις των Βουλευτών ή ειδικό λόγου απαλλαγής από την ποινή για ορισμένες πράξεις του Προέδρου της Δημοκρατίας2.

Εξάλλου, και στο δικονομικό ποινικό δίκαιο, υπάρχουν διατάξεις αναφερόμενες σε ιδιαίτερες κατηγορίες προσώπων, όπως για παράδειγμα η περίπτωση του άρ. 29 παρ. 4 ΚΠΔ για την περίπτωση που αυτουργός των εγκλημάτων των σχετικών με την υπηρεσία (235 έως 263Β ΠΚ) και αυτών του ν. 2331/1995 είναι δικαστής ή όπως η ρύθμιση της καθ’ ύλην αρμοδιότητας για τα πρόσωπα ιδιάζουσας δωσιδικίας (111 παρ. 6 και 112 παρ. 2 ΚΠΔ). Στο ίδιο μήκος κύματος κινούνται και οι διατάξεις των άρ. 61 και 62 Σ για του Βουλευτές και του άρ. 49 Σ για τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας.

Από τα παραπάνω γίνεται αντιληπτό ότι σε ιδιαίτερες ρυθμίσεις, ουσιαστικές και διαδικαστικές, υπάγονται μεταξύ άλλων και οι φορείς τόσο της νομοθετικής όσο και της δικαστικής εξουσίας. Ωστόσο, και οι φορείς της εκτελεστικής εξουσίας υπάγονται σε ειδικό καθεστώς, με ορισμένες πτυχές του οποίου θα ασχοληθούμε στα πλαίσια της παρούσης εργασίας.

ΙΙ. ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΑΝΑΣΚΟΠΗΣΗ ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΟ ΝΟΜΟ ΠΕΡΙ ΠΟΙΝΙΚΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΤΩΝ ΜΕΛΩΝ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΥΦΥΠΟΥΡΓΩΝ

1. Η αποτύπωση των ειδικών ρυθμίσεων στα συνταγματικά κείμενα

Η ειδική ρύθμιση της ποινικής ευθύνης των υπουργών είναι διάρκειας ίσης με αυτή της ύπαρξης του ελληνικού κράτους. Μάλιστα, η εξαιρετική και ειδική διαδικασία της εκδίκασης των αδικημάτων των Υπουργών, εξοπλίζεται με υπερνομοθετική ισχύ, εφόσον περιλαμβάνεται στα ίδια τα συνταγματικά κείμενα του ελληνικού κράτους.

Πράγματι, ήδη από τα τρία πρώτα επαναστατικά Συντάγματα, είχε υιοθετηθεί ο θεσμός της ευθύνης των Υπουργών, καθώς τόσο το Σύνταγμα της Επιδαύρου του 1822 (§ νβ΄) όσο και τα Συντάγματα του Άστρους του 1823 (§ ξζ΄) και της Τροιζήνας του 1827 (άρ. 132) περιελάμβαναν σχετικές ειδικές διατάξεις. Σύμφωνα με αυτά, η ίδια η Βουλή μετατρεπόταν σε δικαστήριο που δίκαζε τους τότε Γραμματείς της Επικρατείας (νυν Υπουργούς).

Κατά τα άρ. 260 και 261 του «ηγεμονικού» Συντάγματος του 1832, όπως και κατά το άρ. 83 του Συντάγματος του 1844 οριζόταν η Βουλή ως κατηγορούσα αρχή ενώπιον του Δικαστηρίου και η Γερουσία ως δικαστήριο, ενώ με το άρ. 80 του Συντάγματος του 1864, η εκδίκαση των υπουργικών αδικημάτων πραγματοποιούνταν από ένα ειδικό Ανώτατο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από Αρεοπαγίτες, Εφέτες και Προέδρους Εφετών, ενώ η Βουλή συνέχιζε να έχει τον ρόλο του κατηγορούντος ενώπιον του Ειδικού Δικαστηρίου οργάνου. Την ίδια ρύθμιση περιέλαβε και το Σύνταγμα του 1911 στο άρ. 80 αυτού. Στο μεταξύ κατά τα 90 του Συντάγματος 1925 και άρ. 93 του Συντάγματος του 1927, επαναφέρθηκαν οι ρυθμίσεις του 1832 και 1844, ενώ το Σύνταγμα του 1952 στο αρ. 80 προέβλεψε το καθεστώς της εκδίκασης από το προαναφερθέν Ειδικό Ανώτατο Δικαστήριο. Τη διάταξη του Συντάγματος του 1952 επαναλάμβανε τόσο το άρ. 94 του «Συντάγματος» του 1968 και του 1973 όσο και το άρ. 86 του Συντάγματος του 1975/86, με μόνη διαφορά ότι το Ειδικό Δικαστήριο συγκροτούνταν μόνο από Αρεοπαγίτες και Προέδρους Εφετών. Διά της αναθεώρησης το 2001 του Συντάγματος του 1975, προβλέφθηκε ότι στο εν λόγω δικαστήριο θα μετέχουν μόνο μέλη του Αρείου Πάγου και του Συμβουλίου της Επικρατείας 3.

Το 2001 το άρ. 86 έλαβε τη σημερινή του μορφή, τροποποιούμενο4 κατά τρόπο ώστε μεταξύ άλλων

α) το Ειδικό Ανώτατο Δικαστήριο να συγκροτείται μόνον από μέλη του Συμβουλίου της Επικρατείας5 και από Αρεοπαγίτες (εξαιρουμένων των Προέδρων Εφετών),

β) η Βουλή να ασκεί απλώς την δίωξη, ενώ η παραπομπή να λαμβάνει χώρα από δικαστικό συμβούλιο, αποτελούμενο από μέλη του Συμβουλίου της Επικρατείας και του Αρείου Πάγου, το οποίο ασφαλώς θα μπορούσε και να εκδώσει απαλλακτικό βούλευμα και

γ) χρέη εισαγγελέα να ασκούνται από μέλος της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου και όχι από ομάδα βουλευτών

δ) να γίνεται ειδική μνεία στους συμμετόχους οι οποίοι συμπαραπέμπονται στο Ειδικό Δικαστήριο6

ε) να απαγορεύεται η θέσπιση ιδιώνυμων υπουργικών αδικημάτων7

στ) να προβλέπεται ειδική προθεσμία για την άσκηση της αρμοδιότητας της Βουλής τόσο για την συγκρότηση της κοινοβουλευτικής επιτροπής προς διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης, όσο και για την άσκηση ποινικής δίωξης8

ζ) να προβλέπει την προθεσμία ως εντός της οποίας πρέπει να ασκήσει η Βουλή την ποινική δίωξη το χρονικό διάστημα μέχρι το πέρας της δεύτερης τακτικής συνόδου της επόμενης από την τέλεση του αδικήματος βουλευτικής περιόδου 910 .

2. Η αποτύπωση των ειδικών ρυθμίσεων στην κοινή νομοθεσία

Όλα τα προϊσχύσαντα Συντάγματα ως προς την ποινική ευθύνη των υπουργών και των υφυπουργών προέβλεπαν μεν ένα γενικό πλαίσιο (ιδίως την αρμοδιότητας της Βουλής να κατηγορεί, καθώς και το αρμόδιο προς εκδίκαση των αδικημάτων όργανο), ενώ ζητήματα λεπτομερειακά επαφίονταν στη ρύθμιση από τον κοινό νομοθέτη.

Παρόλα αυτά, ο πρώτος εκτελεστικός του Συντάγματος νόμος περί ποινικής ευθύνης υπουργών εξεδόθη πολύ μεταγενέστερα από την ίδρυση του ελληνικού κράτους, και συγκεκριμένα το 1877. Πρόκειται για τον νόμο ΦΠΣΤ/1877, επί Χαρίλαου Τρικούπη, ο οποίος σύντομα τροποποιήθηκε από τον νόμο ΧΕ/187711. Στα άρ. 1 έως 3 αυτού προβλέπονταν τα τελούμενα από Υπουργό αδικήματα, στο άρ. 4 διευκρινιζόταν ότι τα αδικήματα τα άσχετα προς τα υπουργικά καθήκοντα δεν υπάγονται στην ρύθμιση του εν λόγω νόμου και στα άρ. 5 έως 7 περιλαμβάνονταν διατάξεις περί ποινών. Το ζήτημα της παραγραφής ρυθμιζόταν στο άρ. 8 του νόμου12. Οι λοιπές διατάξεις αναφέρονταν ως επί το πλείστον σε διαδικαστικά θέματα, ενώ με τον νόμο ΧΕ/1977 επήλθε μικρής κλίμακας τροποποίηση και ειδικότερα ορίσθηκε η απαλλαγή του υπαιτίου υπουργού σε περίπτωση «συγγνωστής και δεδικαιολογημένης πλάνης», καθώς και η συναιτιότητα των κρατικών υπαλλήλων που εισηγήθηκαν στον Υπουργό την τέλεση της αξιόποινης πράξης.

Ο ανωτέρων νόμος ΦΠΣΤ/1877 καταργήθηκε διά του νόμου 3398/1927, σε εκτέλεση των άρ. 64 και 93 του Συντάγματος του 1927 το οποίο προέβλεπε την εκδίκαση των εν λόγω αδικημάτων από την νεοσυσταθείσα Γερουσία. Με την κατάργηση της Γερουσίας, η μεν νομολογία εφάρμοζε τον προϊσχύσαντα νόμο ΦΠΣΤ/187713, το δε άρ. 80 του Συντάγματος του 1952 εμμέσως όρισε την εφαρμογή του14.

Κατά τη διάρκεια του δικτατορικού καθεστώτος, εκδόθηκε ως εκτελεστικός του άρ. 94 Σ. 1968 νόμος, το ν.δ. 802/1971 το οποίο κατήργησε σιωπηρώς τον προϊσχύσαντα νόμο του 1877, ρυθμίζοντας λεπτομερέστατα τα ίδια με εκείνον θέματα. Συγκεκριμένα, στα άρ. 1 έως 4 αναφέρονταν τα ιδιαίτερα υπουργικά αδικήματα μετά των επιβλητέων ποινών, στο άρ. 5 οριζόταν ότι τα εγκλήματα του κοινού ποινικού δικαίου τα τελούμενα κατά την άσκηση των καθηκόντων του υπουργού τιμωρούνται διά των διατάξεων του Ποινικού Κώδικα, ενώ κατά το άρ. 6 οι άσχετες προς τα υπουργικά καθήκοντα πράξεις κείνται εκτός του ρυθμιστικού πεδίου του εν λόγω νόμου. Ζητήματα παραγραφής ρυθμίζονταν στο άρ. 715, ενώ στο άρ. 8 προβλεπόταν η παράλληλη ισχύς των διατάξεων του Ποινικού Κώδικα, εκτός ειδικής προβλέψεως. Τα επόμενα άρθρα ασχολούνταν με δικονομικά θέματα. Ο ανωτέρω νόμος, και συγκεκριμένα το άρ. 7 περί παραγραφής, τροποποιήθηκε διά του νόμου 2207/199416.

Τρίτος κατά σειρά νόμος περί ποινικής ευθύνης των υπουργών ήταν ο ν. 2509/1997. Επρόκειτο για τον εκτελεστικό του άρ. 86 Σ. 1975/86 νόμο, ο οποίος εκδόθηκε μόλις το 1997, με αφορμή διάφορα τεκταινόμενα στην πολιτική σκηνή17, ενώ μέχρι τότε ίσχυε το ν.δ. 802/1971. Η ουσιώδης διαφορά με τις προηγούμενες ρυθμίσεις έγκειται στο ότι ως προς τις αξιόποινες πράξεις του Υπουργού επαναλάμβανε μόνον το περιεχόμενο των άρ. 5 και 6 του ν. 802/1971 , ενώ καταργούσε τα ιδιαίτερα υπουργικά αδικήματα των άρ. 1 έως 4 ν. 802/1971 (αντίστοιχα ιδιαίτερα εγκλήματα είχαν καθιερωθεί όπως αναφέρθηκε στα άρ. 1, 2 και 3 ν. ΦΠΣΤ/1877). Έτσι, οι διατάξεις του νέου νόμου φαίνεται να συμμορφώθηκαν προς τις υποδείξεις της θεωρίας περί αντισυνταγματικότητας των ιδιαίτερων υπουργικών εγκλημάτων που καθιέρωνε ο ν. 802/197118 (αλλά και ο προηγούμενος αυτού ν. ΦΠΣΤ/1877). Παραπέρα, το ζήτημα της παραγραφής ρυθμιζόταν στο άρ. 4 του νόμου19, ενώ δεν φαίνεται να υπήρχε διάταξη που να προβλέπει την προθεσμία εντός της οποίας η Βουλή πρέπει να κινήσει την ποινική δίωξη.

Στο ίδιο μήκος κύματος με τον παραπάνω νόμο κινείται και ο ισχύων πλέον ν. 3126/2003. Οι ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του είναι όμοιες με εκείνες του ν. 2509/1997, ενώ παραπέρα προβλέπεται (σε εναρμόνιση προς το άρ. 86 παρ. 3 εδ. ε΄ Σ 1975/1986/2001) η ειδική προθεσμία εντός της οποίας η Βουλή πρέπει να ασκήσει την ποινική δίωξη, καθώς και ειδικός χρόνος παραγραφής. Βέβαια, ως προς το χρόνο παραγραφής επήλθε τροποποίηση διά του ν. 3961/2011, ο οποίος προέβλεψε ως χρόνο παραγραφής τον γενικό χρόνο παραγραφής που προβλέπεται από τον Ποινικό Κώδικα.

Β΄ ΜΕΡΟΣ:

ΤΟ ΠΕΔΙΟ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΤΟΥ ΝΟΜΟΥ 3126/2003 ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΟΙΝΙΚΗ ΕΥΘΥΝΗ ΥΠΟΥΡΓΩΝ

Ι. Ο ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΣΜΟΣ ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΟ ΠΕΔΙΟ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΤΟΥ ΝΟΜΟΥ 3126/2003

Όπως προκύπτει από το γράμμα του άρ. 1 παρ. 1 του νόμου 3126/2003, σε αυτόν υπάγονται «πλημμελήματα ή κακουργήματα, που τελούνται από Υπουργό, κατά την άσκηση των καθηκόντων του». Είναι προφανές λοιπόν πως δεν αρκεί τα κακουργήματα και τα πλημμελήματα να τελέστηκαν απλώς κατά τη χρονική διάρκεια της θητείας του20, αλλά θα πρέπει να τελέστηκαν και «κατά την άσκηση των καθηκόντων του».

Σε παρόμοιο πνεύμα κινούνταν και οι προϊσχύσαντες νόμοι ΦΠΣΤ/1877 και 802/1971, οι οποίοι αφενός με θετική διατύπωση21, περιελάμβαναν αδικήματα τελούμενα από υπουργό ή υφυπουργό κατά την άσκηση των καθηκόντων του, αφετέρου ρητώς εξαιρούσαν22 από το πεδίο εφαρμογής τους τα εγκλήματα των υπουργών που ήταν άσχετα προς τα δημόσια καθήκοντά τους23.

Ως προς την εξαίρεση των αδικημάτων των ά σ χ ε τ ω ν προς τα δημόσια καθήκοντα φαίνεται σήμερα24 να υφίσταται σύγκλιση απόψεων25, εφόσον σύσσωμη η εκάστοτε νομοθεσία περί ποινικής ευθύνης υπουργών, η θεωρία και η Νομολογία, εξαιρούν από το πεδίο εφαρμογής του νόμου πράξεις εμφανώς και αναμφιβόλως άσχετες προς τα υπουργικά καθήκοντα.

Ως τέτοιες ενδεικτικά μπορούν να αναφερθούν τα εγκλήματα της κλοπής από ένα γειτονικό σπίτι (372 ΠΚ), της ανθρωποκτονίας από δόλο (299 ΠΚ) ή από αμέλεια (302 ΠΚ), της απάτης εις βάρος ενός γνωστού (386 ΠΚ), της πορνογραφίας ανηλίκων (348 Α ΠΚ), του βιασμού που τελείται εκτός του τόπου και του χρόνου άσκησης των υπουργικών καθηκόντων (336 ΠΚ)26, της ασέλγειας με ανήλικο έναντι αμοιβής (351 Α ΠΚ) κλπ.

Ομοφωνία27 επίσης υφίσταται ως προς το ότι στο πεδίο των μελετώμενων διατάξεων υπάγονται τα εγκλήματα τα εντασσόμενα στον σκληρό πυρήνα των σχετικών με τα υπουργικά καθήκοντα πράξεων, δηλαδή εκείνα που πραγματώνονται με την ί δ ι α την ά σ κ η σ η των υπουργικών καθηκόντων 27α.

Ενδεικτικά, ως τέτοια εγκλήματα έχουν αναφερθεί η έκδοση διαταγμάτων διά των οποίων αναστέλλεται η ισχύς των ατομικών ελευθεριών ή διαλύεται παράνομα η Βουλή, μέσω των οποίων μπορεί να τελείται εσχάτη προδοσία (134 ΠΚ), η έκδοση ψευδών βεβαιώσεων σχετικά με την ποσότητα ή την ποιότητα ελληνικών προϊόντων (242 ΠΚ), η αγορά μετοχών συγκεκριμένων τραπεζών ή επιχειρήσεων του Δημοσίου σε τιμές σημαντικά υψηλότερες της πραγματικής του αξίας, η σύναψη συμβάσεων δανείου με εξαιρετικά δυσμενείς όρους, η ανάθεση έργων κατόπιν διενέργειας διαγωνισμού, όχι σε μειοδότες αλλά σε πλειοδότες, η παραχώρηση δημόσιας γης σε μη δικαιουμένους, η σύναψη συμβάσεων παροχής υπηρεσιών του Δημοσίου σε ιδιωτικές εταιρίες σε πολύ χαμηλές τιμές η παράνομη διαχείριση κονδυλίων υπουργείων, η πώληση επιχειρήσεων του δημοσίου σε τιμή χαμηλότερη της πραγματικής του αξίας28 και εν γένει η απιστία υπουργού διά της υπογραφής εκ μέρους του καταφανώς επιζήμιας για το δημόσιο συμβάσεως με ιδιώτη29.

Μεταξύ όμως των προαναφερθέντων περιπτώσεων αφενός, και των πράξεων που είναι άσχετες προς τα υπουργικά καθήκοντα, υφίσταται μια ενδιάμεση κατηγορία εγκλημάτων τα οποία δεν τελούνται διά της ενέργειας υπουργικών καθηκόντων, πλην όμως σ χ ε τ ί ζ ο ν τ α ι με τα τελευταία.

Ας αναφερθούν ενδεικτικά οι περιπτώσεις της δωροδοκίας ενός υπουργού εν όψει της σύναψης διοικητικής σύμβασης ανάθεσης έργου με συγκεκριμένο πρόσωπο, της νομιμοποίησης των παράνομων εσόδων που προέρχονται από την ως άνω δωροδοκία30, της περίπτωσης που το υλικό αντάλλαγμα για να αποπλανήσει ο υπουργός έναν αλλοδαπό ανήλικο που διαμένει παράνομα στη χώρα είναι να του χορηγήσει την άδεια παραμονής31, της περίπτωσης που ο υπουργός με το δέλεαρ της χορήγησης άδειας παραμονής σε αλλοδαπό, εκμεταλλεύεται την ευάλωτη θέση του και παρασύρει αυτόν στο να παράσχει εργασία για την καλλιέργεια των κτημάτων του ή τη φύλαξη της οικίας του32 κλπ.

Η ένταξή τους στο ρυθμιστικό βεληνεκές των ειδικών διατάξεων που αφορούν τους υπουργούς φαίνεται να αποτέλεσε ζήτημα ζωηρής συζήτησης και διχογνωμίας.

ΙΙ. ΟΙ ΑΠΟΨΕΙΣ ΤΗΣ ΘΕΩΡΙΑΣ ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΟ ΠΕΔΙΟ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ

  1. Οι τρεις υποστηριχθείσες θεωρητικές απόψεις

Παρά το γεγονός ότι μία πρώτη ανάγνωση των απόψεων, των δηλώσεων και των τοποθετήσεων των θεωρητικών οδηγεί τον μελετητή στο συμπέρασμα ότι επί του θέματος σήμερα υφίστανται δύο απόψεις, ήτοι μία ενδιάμεση και μία στενή, ωστόσο, μία βαθύτερη ανάγνωση μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι υφίστανται τ ρ ε ι ς απόψεις, ήτοι η «νεώτερη ευρεία»33 (υποστηριζόμενη από τον Η. Αναγνωστόπουλο), η ενδιάμεση (υποστηριζόμενη από τον Κ. Φελουτζή) και η στενή (υποστηριζόμενη από τον Λ. Μαργαρίτη και την Ε. Συμεωνίδου-Καστανίδου) 34.

Και υπό τη χρήση του όρου «ευρεία» άποψη, δεν εννοούμε βεβαίως, εκείνη την πάλαι διατυπωθείσα άποψη, που υποστήριζε α ν ο ι χ τ ά και ε ν α ρ γ ώ ς ότι κάθε έγκλημα τελούμενο από Υπουργό κατά το χρονικό διάστημα της θητείας του υπάγεται στις ειδικές ρυθμίσεις του νόμου περί Υπουργών, προβαίνοντας έτσι σε contralegem ερμηνεία των διατάξεων περί ποινικής ευθύνης Υπουργών35, οι οποίες και υπό το παλαιό νομοθετικό καθεστώς διευκρίνιζαν με καθαρότητα ότι οι άσχετες προς τα υπουργικά καθήκοντα πράξεις βρίσκονται εκτός του πεδίου του νόμου.

2. Η «νεώτερη ευρεία» άποψη και η ενδιάμεση άποψη

Ενώ η προαναφερθείσα ευρεία έχει εγκαταληφθεί, διότι ουδείς έχει σήμερα την τόλμα (ήτοι υπό το καθεστώς του ν. 2136/200336, υπό τη δριμύτατη κριτική που έχουν υποστεί εν γένει οι συνταγματικές και κοινές νομοθετικές ρυθμίσεις περί της ειδικής μεταχείρισης της ποινικής ευθύνης των Υπουργών37 και υπό την άσχημη εμπειρία του απώτερου, αλλά και του πρόσφατου παρελθόντος38) να υποστηρίξει ρ η τ ά ότι στον νόμο 2136/2003 υπάγονται και τα εγκλήματα των υπουργών τα άσχετα προς τα καθήκοντά τους, εντούτοις, ακόμα και σήμερα, υφίσταται και υποστηρίζεται, κατά τα παραπάνω, από τον Αναγνωστόπουλο η «νεώτερη ευρεία» άποψη που «ανοίγει» κατά πολύ τα όρια του νόμου περί ποινικής ευθύνης υπουργών και διευρύνει το πεδίο εφαρμογής του.

Ο Αναγνωστόπουλος εκκινεί από τα ίδια κριτήρια που υιοθετεί και ο υποστηρικτής της ενδιάμεσης άποψης Φελουτζής. Και οι δύο λοιπόν συμφωνούν ότι αποκλείονται μεν οι πράξεις που είναι οφθαλμοφανώς άσχετες προς τα υπουργικά καθήκοντα, πλην όμως γίνονται δεκτές οι πράξεις που σχετίζονται προς τα τελευταία.

Η έννοια λοιπόν που λαμβάνει, κατ’ αυτούς, η φράση «κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του», είναι ότι στις επίμαχες διατάξεις υπάγονται τα εγκλήματα που βρίσκονται σε ουσιαστική σχέση με την άσκηση των υπουργικών καθηκόντων και όχι όταν διαπράττονται απλά επ’ ευκαιρία της υλοποίησης των υπουργικών αρμοδιοτήτων, ήτοι κατά το χρόνο ασκήσεως αυτών.

Έτσι δεν θεωρείται ως κρίσιμο μέγεθος ο χρόνος άσκησης των καθηκόντων, αλλά η ουσιαστική σύνδεση των εγκλημάτων με τις υπουργικές αρμοδιότητες39. Ειδικότερα, κατά τον Φελουτζή, πρόκειται για εκείνα τα εγκλήματα που αποτελούν το «παράνομο μέσο» άσκησης συγκεκριμένης αρμοδιότητας του υπουργού, καθώς και το μέσο συγκάλυψης μιας προηγηθείσας παράνομης άσκησης υπουργικής αρμοδιότητας40.

Ως έγκλημα ευρισκόμενο σε ουσιαστική σχέση προς τα υπουργικά καθήκοντα χαρακτηριζόταν ομόφωνα από Φελουτζή και Αναγνωστόπουλο και αυτό της δωροδοκίας υπουργού. Έτσι, ο μεν Φελουτζής δέχεται ότι στο άρθρο 86 Συντ. και στο Ν 3126/2003 εντάσσεται η περίπτωση όπου «υπουργός δέχεται χρήματα από πολίτη, προκειμένου να προβεί σε συγκεκριμένη υπηρεσιακή ενέργεια της αρμοδιότητάς του»41, το ίδιο δε ενστερνίζεται και ο Αναγνωστόπουλος. Ο τελευταίος στα επιχειρήματα του Φελουτζή περί ύπαρξης ουσιαστικής σχέσης δωροδοκίας και άσκησης των καθηκόντων, στηριζόμενης στο ότι η δωροδοκία αποτελεί το «παράνομο μέσο», συνεισφέρει και το πρόσθετο επιχείρημα ότι “η ίδια η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της παθητικής δωροδοκίας (235 ΠΚ), περιέχει και την υπηρεσιακή ενέργεια, χάριν της οποίας δωροδοκείται ο υπουργός («ενέργεια ή παράλειψη που ανάγεται στα καθήκοντά του ή αντίκειται σε αυτά»)”42.

Ο Αναγνωστόπουλος, περαιτέρω, διευρύνει ακόμα περισσότερο την έννοια «κατά την άσκηση των καθηκόντων του» σε σχέση με τον Φελουτζή, θεωρώντας και υποστηρίζοντας ρητά πως και το αδίκημα της νομιμοποίησης παράνομων εσόδων εντάσσεται εδώ. Η επιχειρηματολογία του τελευταίου συνίσταται στην επίκληση της άμεσης εξάρτησης του εγκλήματος της νομιμοποίησης παράνομων εσόδων από το προηγηθέν βασικό έγκλημα (δωροδοκία, απιστία κλπ) που υπάγεται στις ειδικές διατάξεις περί ποινικής ευθύνης υπουργών. Συγκεκριμένα, ο Αναγνωστόπουλος αναφέρει ότι η άμεση συνάφεια της νομιμοποίησης παράνομων εσόδων προκύπτει από την ίδια την αντικειμενική υπόσταση της νομιμοποίησης η οποία εμπεριέχει ως στοιχείο της την τέλεση του βασικού εγκλήματος43.

Περαιτέρω, εφόσον αφενός άμεσα συνδεδεμένη προς τα υπουργικά καθήκοντα είναι η βασική εγκληματική πράξη, αφετέρου άρρηκτος δεσμός υφίσταται μεταξύ βασικού εγκλήματος και νομιμοποίησης παράνομων εσόδων44, συνάγεται κατά τον Αναγνωστόπουλο ότι άμεση συνάφεια υφίσταται και μεταξύ νομιμοποίησης και υπουργικών αρμοδιοτήτων.

  1. Η στενή άποψη

Στον αντίποδα της προηγουμένως αναλυθείσας άποψης, βρίσκεται η στενή άποψη, που συρρικνώνει ακόμη περισσότερο το βεληνεκές του νόμου για την ποινική ευθύνη των υπουργών, εκφρασθείσα από τον Λ. Μαργαρίτη45 και την Ε. Συμεωνίδου-Καστανίδου46. Κατ’ αυτούς, στο πεδίο εφαρμογής του ειδικού ποινικού νόμου για την ποινική ευθύνη των υπουργών, υπάγονται μόνον τα εγκλήματα που τελούνται δι’ αυτής ταύτης της άσκησης των υπουργικών καθηκόντων47, ή κατ’ άλλη διατύπωση, τα εγκλήματα που πραγματώνονται με την ίδια την άσκηση των υπουργικών καθηκόντων48. Πρόκειται δηλαδή μόνον για τις συνιστώσες ενάσκηση κατά νόμο αρμοδιότητας πράξεις καθώς και οι παραλείψεις ενασκήσεως κατά νόμο οφειλόμενων καθηκόντων των μελών της Κυβερνήσεως και των Υφυπουργών49.

Η εν λόγω άποψη, επικαλείται υπέρ αυτής ένα πλέγμα επιχειρημάτων. Καταρχήν, επιχείρημα υπέρ της συρρίκνωσης του πεδίου εφαρμογής του μελετώμενου νόμου, μπορεί να συναχθεί από τον εξαιρετικό χαρακτήρα του υφιστάμενου πλαισίου50 σε συνδυασμό με την γενική αρχή του δικαίου οι εξαιρετικές διατάξεις πρέπει να ερμηνεύονται στενά51.

Δεύτερον, υπέρ της υιοθέτησης της στενής ερμηνείας συνηγορεί η διατύπωση του άρ. 1 παρ. 3 ν. 3126/2003 κατά το οποίο οι αξιόποινες πράξεις που δεν τελέστηκαν «κατά την άσκηση των καθηκόντων» του Υπουργού υπάγονται στις κοινές ρυθμίσεις του ποινικού, ουσιαστικού και δικονομικού, δικαίου. Έτσι, οι πράξεις που δεν τελέστηκαν «κατά την άσκηση των καθηκόντων του», αλλά απλώς σχετίζονται με αυτά, δεν υπάγονται στον ειδικό αυτό νόμο.

Τα ανωτέρω ισχύουν ιδίως σε αντιπαραβολή και με τους προϊσχύσαντες νόμους περί ποινική ευθύνης υπουργών, κατά τους οποίους εξαιρούνταν από το πεδίο εφαρμογής τους όχι οι τελεσθείσες «κατά την άσκηση των καθηκόντων» πράξεις, αλλά οι άσχετες προς αυτά52. Έτσι, απέμενε ένα ζοφώδες και ομιχλώδες πεδίο, εκείνο των πράξεων που ούτε κατά την άσκηση των καθηκόντων τελούνταν ούτε και ήταν άσχετα προς αυτά, αλλά απλώς σχετίζονται προς τα υπουργικά καθήκοντα. Ως προς το ομιχλώδες αυτό τοπίο λοιπόν υφίστατο υπό το προϊσχύσαν νομοθετικό καθεστώς, ελλείψει ειδικής ρύθμισης, ανασφάλεια, σε αντίθεση με το σημερινό νομοθετικό καθεστώς όπου τα πράγματα φαίνονται ξεκάθαρα λόγω της ρητής εξαίρεσης όσων πράξεων δεν τελούνται «κατά την άσκηση των καθηκόντων» του Υπουργού.

Επιπρόσθετα, επιχείρημα υπέρ της υπαγωγής μόνον των εγκλημάτων που τελούνται διά των υπουργικών καθηκόντων, συνάγεται από τις ιδιαιτέρως επεξεργασμένες, θεωρητικά και νομολογιακά, διατάξεις των εγκλημάτων του Ποινικού Κώδικα που αναφέρουν στην αντικειμενική τους υπόσταση φράσεις παρεμφερείς με αυτή του άρ. 1 παρ. 3 ν. 3126/2003. Πρόκειται για τα άρ. 137Α παρ. 1 (βασανιστήρια και άλλες προσβολές της ανθρώπινης αξιοπρέπειας), 315Α (τέλεση εγκλημάτων κατά της σωματικής ακεραιότητας κατά την εκτέλεση υπηρεσίας αστυνομικού, λιμενικού, πυροσβεστικού και υγειονομικού υπαλλήλου), 235 (παθητική δωροδοκία) και 262 (υπάλληλος που γίνεται υπαίτιος πλημμελήματος ή κακουργήματος ασκώντας την υπηρεσία του ή επωφελούμενος από αυτή) ΠΚ53.

Σύμφωνα με το άρ. 137 Α παρ. 1 ΠΚ, μέρος της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος των βασανιστηρίων είναι το εξής: «Υπάλληλος ή στρατιωτικός, στα καθήκοντα του οποίου ανάγεται η δίωξη ή η ανάκριση ή η εξέταση αξιόποινων πράξεων ή πειθαρχικών παραπτωμάτων ή η εκτέλεση ποινών ή η φύλαξη ή η επιμέλεια κρατουμένων, τιμωρείται με κάθειρξη, εάν υποβάλλει σε βασανιστήρια κατά την εκτέλεση αυτών των καθηκόντων πρόσωπο που βρίσκεται στην εξουσία του…». Η έννοια της επίμαχης φράσης «κατά την εκτέλεση αυτών των καθηκόντων» λαμβάνει τη μορφή της σύμπτωσης της ίδιας της άσκησης των πράξεων της δίωξης, ανάκρισης, εξέτασης, εκτέλεσης ποινών κλπ. προς τις τελούμενες κατ’ άρ. 137 Α παρ. 2 ΠΚ ενέργειες (ή και παραλείψεις εμπόδισης) των βασανιστηρίων. Εάν γινόταν δεκτό ότι επρόκειτο για σύμπτωση των πράξεων των απλώς σχετιζόμενων προς την δίωξη, την ανάκριση, την εξέταση κλπ. προς τα τελούμενα βασανιστήρια, θα ήταν, κατά τη Συμεωνίδου-Καστανίδου54, εμφανής η διεύρυνση του γράμματος του νόμου, που θα ισοδυναμούσε εν προκειμένω με απαράδεκτη διεύρυνση του αξιοποίνου.

Κατ’ άρ. 315Α ΠΚ «η τέλεση των εγκλημάτων των άρ. 308Α (ήτοι της απρόκλητης σωματικής βλάβης), 309 (επικίνδυνη σωματική βλάβη), 310 (βαριά σωματική βλάβη), 311 (θανατηφόρα σωματική βλάβη) ΠΚ εναντίον αστυνομικού, λιμενικού, πυροσβεστικού και υγειονομικού υπάλληλου κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας του συνιστά ιδιαίτερη επιβαρυντική περίσταση». Η τελευταία συντρέχει όταν η πράξη κατά του υπαλλήλου τελείται κατά την τέλεση των υπηρεσιακών του καθηκόντων και όχι απλά όταν σχετίζεται με αυτά.

Η ενυπάρχουσα διαφορά μεταξύ πράξης τελουμένης κατά την άσκηση των καθηκόντων και πράξης σχετιζόμενης απλώς προς αυτά, φαίνεται και από το άρ. 262 ΠΚ, κατά το οποίο προβλέπεται επαύξηση της ποινής σε περίπτωση που υπάλληλος τελεί κακούργημα ή πλημμέλημα «ασκώντας την υπηρεσία του ή επωφελούμενος από την ιδιότητά του». Κατά τους υποστηρικτές της στενής αυτής άποψης, είναι προφανές ότι ο όρος «ασκώντας την υπηρεσία του» αποδίδει την έννοια των πράξεων με τις οποίες ο υπάλληλος εκπληρώνει τα καθήκοντα που του έχει αναθέσει ο νόμος ή η αρμόδια αρχή, ενώ η φράση «επωφελούμενος από την ιδιότητά του» σημαίνει τις πράξεις που του δίνεται η ευκαιρία να τελέσει εξαιτίας της ιδιότητάς του και των πλεονεκτημάτων που αυτή του προσφέρει.

Επιπρόσθετα, αναφορικά με το έγκλημα της δωροδοκίας η εν λόγω άποψη διατείνεται τα εξής: Όπως προκύπτει από την αντικειμενική υπόσταση του άρ. 235 παρ. 1 ΠΚ (Υπάλληλος, ο οποίος, κατά παράβαση των καθηκόντων του ζητεί ή λαμβάνει … ωφελήματα … ή δέχεται υπόσχεση τούτων, για ενέργεια ή παράλειψή του μελλοντική ή ήδη τελειωμένη, που ανάγεται στα καθήκοντά του …, τιμωρείται…), η πράξη της παθητικής δωροδοκίας θεωρείται ολοκληρωμένη κατά το χρονικό εκείνο σημείο που ο υπάλληλος ζητεί ή λαμβάνει ωφελήματα ή δέχεται την υπόσχεσή τους, ανεξάρτητα από το χρονικό σημείο τέλεσης της ενέργειας ή της παράλειψης για την οποία δωροδοκήθηκε και η οποία τελείται είτε νομίμως (ανάγεται στα καθήκοντά του) είτε παρανόμως (αντίκειται σε αυτά).

Κατά τα παραπάνω, στην περίπτωση που η ενέργεια ή η παράλειψη νομίμως λαμβάνει χώρα (δηλαδή ανάγεται στα καθήκοντα του υπαλλήλου), πλην όμως κατόπιν δωροδοκίας, το έγκλημα της παθητικής δωροδοκίας είναι προφανές κατά την εν λόγω στενή αντίληψη, ότι είναι αποκομμένο από την τέλεση των καθηκόντων.

Συνεχίζοντας οι υποστηρικτές της στενής άποψης την επιχειρηματολογία τους, επικαλούνται τηνιστορικοβουλητική ερμηνεία. Κατά τις σχετικές λοιπόν διαβουλεύσεις που έλαβαν χώρα στα πλαίσια της Αναθεώρησης του Συντάγματος που έλαβε χώρα το 2001, υπήρχε διχογνωμία ως προς τη συμμετοχή και έξι διοικητικών δικαστών σε ένα ποινικό δικαστήριο, ήτοι στο Ειδικό Δικαστήριο του άρ. 86 Σ55.

Τελικά επικράτησε η γνώμη της πλειοψηφίας, με κύριους εκφραστές της τον Ε. Βενιζέλο και τον Α. Λοβέρδο, κατά τους οποίους οι υποθέσεις που κρίνονται ενώπιον του Ειδικού Δικαστηρίου αφορούν «άσκηση δημόσιας εξουσίας» 56, άλλως «άσκηση πολιτικής»57. Έτσι, επιβεβλημένη φαίνεται η συμμετοχή και διοικητικών δικαστών, «εφόσον τα καθήκοντα των Υπουργών διέπονται από κανόνες δημοσίου δικαίου, η παράβαση των οποίων συνάπτεται με τη νομοτεχνική κατάστρωση και άρα την ερμηνεία των αντίστοιχων ποινικών διατάξεων και με την ίδια την υπόσταση και τους λοιπούς όρους των σχετικών εγκλημάτων»58.

Επιπρόσθετα, επιχείρημα αντλείται59 και από την έννοια της προσωπικής αστικής «ευθύνης από κακοδικία», που εισάγουν οι διατάξεις του άρθρου 73 ΕισΝΚΠολΔ και του Ν 693/1977 «περί εκδικάσεως αγωγών κακοδικίας» στο άρθρο 6 παρ. 1 του οποίου χρησιμοποιείται ο όρος «κατά την άσκησιν των αναγομένων εις την δικαστικήν λειτουργίαν καθηκόντων».

Αλλά και η ratio του πράγματος, δεν μπορεί, λέγουν οι υποστηρικτές της άποψης, παρά να άγει τον ερμηνευτή και εφαρμοστή του δικαίου στην εν λόγω στενή άποψη. Αφού απορρίπτεται τόσο η αντίληψη60 ότι οι ειδικές ρυθμίσεις διαφυλάττουν τους Υπουργούς και τους Υφυπουργούς από την άσκηση ποινικών διώξεων μεθοδευμένων εκ μέρους των πολιτικών τους αντιπάλων όσο και εκείνη η θεώρηση61 ότι οι ειδικές διατάξεις εισάγουν μία σύντομη εκκαθάριση των σχετικών εγκλημάτων ώστε να μπορεί ο Υπουργός να ασκεί ανεμπόδιστα τα καθήκοντά του62, γίνεται δεκτή η θεώρηση ότι τα υπαγόμενα στον νόμο 3126/2003 εγκλήματα, είναι μόνον τα τελούμενα διά της άσκησης των υπουργικών καθηκόντων τα οποία ανάγονται στην άσκηση δημόσιας εξουσίας, άλλως στην άσκηση πολιτικής.

Εάν τα εγκλήματα αυτά διώκονταν και εκδικάζονταν με την κοινή ποινική διαδικασία, οποιαδήποτε πολιτική ενέργεια ή παράλειψη της Κυβέρνησης μη αρεστή στα κόμματα της αντιπολίτευσης, θα οδηγούσε σε αδρανοποίηση της άσκησης πολιτικής της Κυβέρνησης, διά της συνεχούς υποβολής μηνύσεων και αναφορών ενώπιον της εισαγγελικής αρχής και διά της κρίσης σπουδαίων ζητημάτων, διοικητικής φύσης, από τα κοινά ποινικά δικαστήρια, στερουμένων συνήθως ειδικών γνώσεων διοικητικού δικαίου63. Συνεπώς, διά της ειδικής ρύθμισης του ν. 3126/2003, προστατεύεται η άσκηση κυβερνητικής πολιτικής64, η οποία διασαλεύεται μόνον όταν υπάγονται στην κοινή ποινική διαδικασία εγκλήματα τελούμενα δι’ αυτής ταύτης της άσκησης των υπουργικών αρμοδιοτήτων.

ΙΙΙ. ΟΙ ΑΠΟΨΕΙΣ ΤΗΣ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑΣ ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΟ ΠΕΔΙΟ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ

1. Εγκλήματα του Ποινικού Δικαίου επί των οποίων η Νομολογία θεώρησε ότι εντάσσονται στον ειδικό νόμο περί ποινικής ευθύνης υπουργών

α) Yπό το προϊσχύσαν νομοθετικό καθεστώς

Οι περιπτώσεις με τις οποίες ασχολήθηκε η Νομολογία του ελληνικού κράτους, εφαρμόζοντας το ν.δ. 802/1971, δηλαδή τον ειδικό νόμο περί ποινικής ευθύνης υπουργών, αφορούσαν τις εξής υποθέσεις:

i) σιμωνία65,

ii) απιστία66,

iii) ηθική αυτουργία σε έκδοση ψευδών βεβαιώσεων, χρήση πλαστού εγγράφου, απλή συνέργεια σε νόθευση βιβλίων απόπλου-κατάπλου67,

iv) ηθική αυτουργία σε απιστία, δωροληψία, και δολία αποδοχή προϊόντων εγκλήματος68,

v) παράβαση του άρ. 2 ν.δ. 802/197169 επειδή δεν έλαβε μέτρα ελέγχου κάποιας Τράπεζας70

vi) απιστία περί την υπηρεσία71,

vii) παράβαση του άρ. 2 ν.δ. 802/1971, επειδή δεν λήφθησαν τα απαραίτητα μέτρα ελέγχου κάποιας Τράπεζας, υπόθαλψη εγκληματία, παθητική δωροδοκία και αποδοχή προϊόντων εγκλήματος από ιδιοτέλεια72,

viii) απιστία περί την υπηρεσία και δωροληψία73,

ix) ηθική αυτουργία σε υποκλοπές τηλεφωνικών συνδιαλέξεων74

i) ηθική αυτουργία σε απιστία, παθητική δωροδοκία και παράβαση καθήκοντος75

ia) απιστία και παράβαση καθήκοντος76

β) Υπό το ισχύον νομοθετικό καθεστώς

Από το έτος 1997, κατά το οποίο εκδόθηκε ο ν. 2509/1997, μέχρι και το έτος 2003, κατά το οποίο άρχισε η ισχύς του ν. 3126/2003, δε φαίνεται να απασχόλησαν την Νομολογία υποθέσεις κατά τις οποίες εμπλέκονταν μέλη της Κυβέρνησης και Υπουργοί.

Μόλις το 2010, η νομολογία εφάρμοσε και πάλι τον ειδικό νόμο περί ποινικής ευθύνης υπουργών (ήτοι πλέον τον νόμο 3126/2003)77. Ειδικότερα, η ποινική δίωξη κατά Υπουργών και Υφυπουργού είχε ασκηθεί το Νοέμβριο του 2010 από τη Βουλή για το έγκλημα της απιστίας περί την υπηρεσίας σε βάρος του δημοσίου78. Το έγκλημα της απιστίας συνίστατο στην υπογραφή συμβάσεων ανταλλαγής οικοπέδων που βρίσκονταν στη λίμνη Βιστωνίδα του νομού Ξάνθης, ιδιοκτησίας της Μονής Βατοπεδίου του Αγίου Όρους, με οικόπεδα ιδιοκτησίας του ελληνικού Δημοσίου πολύ μεγαλύτερης αξίας, τα οποία θα διοχετεύονταν εμμέσως σε υπεράκτιες (offsore) εταιρίες79.

Επί της υπόθεσης εκδόθηκε το Συμβ ΕιδΔικΥπ 1/2011 βούλευμα80 το οποίο έπαυσε οριστικά την ποινική δίωξη για τους υπουργούς λόγω παρόδου της προθεσμίας του άρ. 86 παρ. 3 Σ. εντός της οποίας η Βουλή έπρεπε να κινήσει την ποινική δίωξη. Συγκεκριμένα, το Βούλευμα έλυνε τη διαφωνία που ανέκυψε μεταξύ γραπτής παραγγελίας για άσκηση ποινικής δίωξης που λήφθηκε κατά τη συνεδρίαση της Βουλής των Ελλήνων στις 16/17.11.2010 κατά των αναφερομένων στην παραγγελία προσώπων και του Ανακριτή, που ορίστηκε με την υπ` αριθ. 1/7.12.2010 απόφαση του Δικαστικού Συμβουλίου του άρθρου 86 παρ. 4 του Συντάγματος για τη διενέργεια κυρίας ανάκρισης, ο οποίος είχε την άποψη ότι το αξιόποινο των εγκλημάτων των υπουργών είχε εξαλειφθεί.

Η διαφωνία ήρθη υπέρ του Ανακριτή, εφόσον «η ποινική δίωξη κατά των ανωτέρω πολιτικών προσώπων ασκήθηκε από τη Βουλή μετά το πέρας της δεύτερης τακτικής συνόδου της Βουλευτικής περιόδου που άρχισε μετά την τέλεση των πράξεων, ήτοι μετά την πάροδο της … αποσβεστικής προθεσμίας και δη ασκήθηκε κατά τη διάρκεια της δεύτερης τακτικής συνόδου της μεθεπόμενης, από το φερόμενο χρόνο τελέσεως των πράξεων, βουλευτικής περιόδου. Επομένως, η άποψη του Ανακριτή να μην προχωρήσει στη διενέργεια κυρίας ανάκρισης … λόγω εξαλείψεως του αξιοποίνου, είναι ορθή, αφού αυτός έχει το δικαίωμα κατά το άρθρο 247 ΚΠΔ, να μην εκτελέσει την εισαγγελική παραγγελία για κύρια ανάκριση, μεταξύ άλλων περιπτώσεων, και όταν παραγράφηκε ή, στην παραπάνω αναφερόμενη περίπτωση, εξαλείφθηκε το αξιόποινο»81.

Επακολούθησε η εφαρμογή του ν. 3126/2003 το έτος 2011, όταν για το αδίκημα της παθητικής δωροδοκίας (και για νομιμοποίηση παράνομων εσόδων) παραπέμφθηκε τον Ιούλιο 2011 Υπουργός82. Ειδικότερα κατηγορούνταν επειδή «…κατά το χρονικό διάστημα από 1/1/1999 μέχρι 27/9/2007 έλαβε το συνολικό ποσό τουλάχιστον 7.777.373 δολαρίων … με το άνοιγμα και διερεύνηση όλων των λογαριασμών της T. και των λοιπών συνδεομένων φυσικών και νομικών προσώπων… έχοντας κατά την έναρξη τελέσεως του εγκλήματος της παθητικής δωροδοκίας την ιδιότητα του υπουργού-μέλους της κυβέρνησης, την οποία διατήρησε μέχρι τον Οκτώβριο του 2001 ως υπουργός Άμυνας και στη συνέχεια μέχρι τις 7/3/2004 ως υπουργός Ανάπτυξης, η δε τελευταία καταβολή κατά την οποία ολοκληρώθηκε και η τέλεση του εγκλήματος έλαβε χώρα τουλάχιστον την 27.9,2007 και τούτο προς διευκόλυνση της εταιρείας F., προκειμένου να αναλάβει η τελευταία το έργο της παραγγελίας τριών νέων υποβρυχίων, από το ελληνικό Δημόσιο, λαμβάνοντας για τον εαυτόν του παράνομα περιουσιακά ωφελήματα…»ενώ το δικαστικό συμβούλιο του Ειδικού Δικαστηρίου, με βούλευμά του τον Αύγουστο 2011 κήρυξε απαράδεκτη την ποινική δίωξη κατ’ αυτού ως προς το έγκλημα της παθητικής δωροδοκίας επειδή όταν η Βουλή κίνησε την δίωξη «είχε παρέλθει η αποσβεστική προθεσμία του άρ. 86 Σ.»

  1. Εγκλήματα του Ποινικού Δικαίου επί των οποίων η Νομολογία δεν εφάρμοσε τον ειδικό νόμο περί ποινικής ευθύνης υπουργών

Φαίνεται ότι η Νομολογία αρνήθηκε να εφαρμόσει τον ειδικό νόμο για υπουργούς σε περιπτώσεις τέλεσης του εγκλήματος του παράνομου πλουτισμού (άρ. 4 ν.3213/2003 περί ανακριβούς δήλωσης περιουσιακής κατάστασης83 βουλευτών, δημόσιων λειτουργών και υπαλλήλων, ιδιοκτητών μέσων μαζικής ενημέρωσης και άλλων κατηγοριών προσώπων)84, καθώς και νομιμοποίησης παράνομων εσόδων. Στις ως άνω περιπτώσεις αφενός δεν εφαρμόστηκαν οι ειδικές διατάξεις περί παραγραφής και περί προθεσμίας του άρ. 86 παρ. 3 Σ , αφετέρου η ποινική δίωξη κινήθηκε από τον Εισαγγελέα (και όχι από τη Βουλή), ενώ περαιτέρω ακολουθήθηκε η κοινή ποινική διαδικασία και επελήφθησαν τα κατά τις κοινές δικονομικές διατάξεις αρμόδια δικαστικά όργανα.

Και ενώ ως προς την περίπτωση της τέλεσης του εγκλήματος του παράνομου πλουτισμού του άρ. 4 ν. 3213/2003 η Νομολογία δεν φαίνεται να ασχολήθηκε με το ζήτημα της ενδεχόμενης εφαρμογής του νόμου περί ποινικής ευθύνης υπουργών, ωστόσο προβληματίστηκε ως προς την εφαρμογή του ν. 3126/2003 για το έγκλημα της νομιμοποίησης παράνομων εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα και δη παράνομη δωροδοκία85.

Οι σκέψεις αυτές αποτυπώνονται τόσο στις εισαγγελικές προτάσεις όσο και στα Βουλεύματα ΕφΑθ 1440/2010 και 1349/2010. Με το πρώτο το Συμβούλιο εκλήθη να αποφανθεί επί της διαφωνίας Εισαγγελέα και Ανακριτή ως προς την επιβολή του περιοριστικού όρου εξόδου από τη χώρα (αποφαινόμενο υπέρ της επιβολής), ενώ με το δεύτερο ως προς την επιβολή προσωρινής κράτησης (αποφασίζοντας την μη επιβολή αυτής).

Αξιοσημείωτη είναι η δεκτή γενομένη από το Συμβ ΕφΑθ 1440/2010 πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών Γ. Χατζίκου, την οποία φαίνεται να έχει υιοθετήσει έκτοτε η ελληνική Νομολογία86. Κατ’ αυτήν: «Όλοι οι νόμοι περί ευθύνης υπουργών, αναφέρονται σε πενταετή παραγραφή εγκλημάτων υπουργών, σχετικών και τελεσθέντων κατά την άσκηση των καθηκόντων τους. Οι ίδιοι νόμοι διαχωρίζουν τις άσχετες με την εκτέλεση καθηκόντων των υπουργών πράξεις για τις οποίες υποχρεωτικά ισχύει η κοινή παραγραφή. Η δωροδοκία υπουργού αναγκαίως συνάπτεται με την εκτέλεση των καθηκόντων του, ενώ η νομιμοποίηση εσόδων δεν είναι νομικά δυνατόν και λογικά αναγκαίο να συνάπτεται με την εκτέλεση τούτων. Και τούτο διότι, όταν ο υπουργός κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του απαιτεί το δώρο για μελλοντική του ενέργεια (ΑΠ 2368/2007 ΠοινΧρ ΝΗ`, 823), η πράξη της δωροδοκίας έχει τελεσθεί (αδιάφορος ποινικά ο χρόνος της λήψης του δώρου – ΑΠ 1611/2007 ΠοινΧρ ΜΗ`, 527), η δε περαιτέρω υπ` αυτού αξιοποίηση του δώρου, ώστε να εμφανισθεί αυτό ως νόμιμο έσοδο, δεν συνάπτεται με την εκτέλεση των καθηκόντων του, ούτε είναι σχετική με αυτά. Και τούτο διότι, όταν ο υπουργός απαιτεί το δώρο, δεν το απαιτεί για να νομιμοποιήσει ως έσοδο αυτό, αλλά για να προβεί σε ενέργεια ή παράλειψη του μελλοντική σε σχέση με τα καθήκοντα του.
Και αντιστρόφως, όταν ο υπουργός προβαίνει στην (μελλοντική) ενέργεια ή παράλειψη του που ανάγεται στα καθήκοντα του, δεν ενεργεί ή παραλείπει για να νομιμοποιήσει ως έσοδο, το ήδη απαιτηθέν δώρο, αλλά ενεργεί ή παραλείπει για να λάβει αυτό που ήδη είχε απαιτήσει. Μπορεί μεν ο υπουργός να νομιμοποίησε το δώρο του καθ` ον χρόνο ήταν υπουργός, όμως, σύμφωνα με τα ανωτέρω, μεταξύ της νομιμοποίησης αυτής και της δωροδοκίας ως και της μελλοντικής ενέργειας ή παράλειψης, δεν υφίσταται η υπό του νόμου περί ευθύνης υπουργών αξιούμενη σχετικότητα, ώστε αυτή (νομιμοποίηση) να θεωρηθεί ότι τελείται κατά την άσκηση των καθηκόντων του υπουργού. Με βάση τα ανωτέρω, η νομιμοποίηση εσόδων υπουργού δεν υπάγεται στον περί ευθύνης υπουργών νόμο, ούτε ισχύει για αυτήν η πενταετής παραγραφή, που ισχύει για τη δωροδοκία υπουργού (235 ΠΚ ή 1 παρ. 1 ΑΝ 1608/1950), την τελεσθείσα κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, ως άσχετη με αυτά (καθήκοντα).
»87

  1. ΚΡΙΤΙΚΗ ΚΑΙ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΩΝ ΕΚΑΤΕΡΩΘΕΝ ΑΠΟΨΕΩΝ
  1. Αξιολόγηση των απόψεων της Νομολογίας

Βασιζόμενος κανείς στη θεώρηση των δικαστικών κρίσεων, είναι εύκολο να αντιληφθεί ότι η Νομολογία υιοθετεί εκείνη την ενδιάμεση άποψη της θεωρίας88 κατά την οποία στον ειδικό νόμο περί ποινικής ευθύνης μελών της Κυβερνήσεως και Υφυπουργών περιλαμβάνονται όσα εγκλήματα σχετίζονται προς τα υπουργικά καθήκοντα και όχι μόνον όσα τελούνται διά της τέλεσης των ως άνω καθηκόντων.

Πράγματι, υπό το προϊσχύσαν νομοθετικό καθεστώς (κατά το οποίο εξαιρούνταν από το πεδίο εφαρμογής του νόμου οι πράξεις οι ά σ χ ε τ ε ς προς τα καθήκοντα του Υπουργού, και όχι οι πράξεις οι μη τελούμενες κ α τ ά τ η ν ά σ κ η σ η των υπουργικών καθηκόντων, όπως διατυπώνεται στο νόμο 3126/2003), επελήφθη η Βουλή και περαιτέρω το Ειδικό Δικαστήριο του άρ. 86 παρ. 3 Σ, υποθέσεων τέλεση εγκλημάτων σιμωνίας – δωροληψίας – παθητικής δωροδοκίας, ηθικής αυτουργίας σε έκδοση ψευδών βεβαιώσεων, χρήσης πλαστού εγγράφου, απλής συνέργειας σε νόθευση βιβλίων απόπλου-κατάπλου, δολίας αποδοχής προϊόντων εγκλήματος, υπόθαλψης εγκληματία, ηθικής αυτουργίας σε υποκλοπές τηλεφωνικών συνδιαλέξεων. Παρατηρείται έτσι μία διευρυμένη υπαγωγή εγκλημάτων του Ποινικού Κώδικα στο πεδίο του νόμου περί ποινικής ευθύνης Υπουργών.

Αλλά και υπό το ισχύον νομοθετικό καθεστώς, κατά το οποίο ρητά εξαιρούνται οι πράξεις οι μη τελούμενες κατά την άσκηση των καθηκόντων του Υπουργού (και όχι απλώς οι άσχετες προς τα καθήκοντά του), η στάση της Νομολογίας φαίνεται όμοια προς την προηγούμενη. Φαίνεται πως η Νομολογία δεν έχει αντιληφθεί όσο θα έπρεπε, τον γινόμενο πια διαχωρισμό με τον νόμο 3126/2003, σε πράξεις τελούμενες κατά την άσκηση των καθηκόντων (άρ. 1 παρ. 1) και σε πράξεις μη τελούμενες κατά την άσκηση των καθηκόντων (άρ. 1 παρ. 3). Αντιθέτως, συνεχίζει και μετά τον νόμο του 2003 και αναφέρεται σε πράξεις τελούμενες κατά την άσκηση των καθηκόντων και σε πράξεις άσχετες προς αυτά, παρά την επίγνωση της νομοθετικής τροποποίησης ως προς το σημείο αυτό, ερμηνεύοντας λανθασμένα και παραπέμποντας εμμέσως σε προϊσχύσασες ρυθμίσεις ( άρ. 3 ν. 2509/1997), των οποίων το περιεχόμενο είναι διαφορετικό από το σημερινό.

Αυτό προκύπτει εμφανώς από την πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών Γ. Χατζίκου στο Συμβ ΕφΑθ 1440/2010 (που έκτοτε ακολουθείται από την Νομολογία, κατά τα προαναφερθέντα89) κατά την οποία «Από τις διατάξεις αυτές, εξ αντιδιαστολής προκύπτει, ότι επί εγκλημάτων υπουργών-υφυπουργών, τελεσθέντων υπ` αυτών, α σ χ έ τ ω ν όμως με τα καθήκοντα τους, ουδεμία αρμοδιότητα έχει η Βουλή για άσκηση ποινικής δίωξης. δ) Σε εκτέλεση των ανωτέρω διατάξεων του άρθρου 86 Συντ., εκδόθηκαν οι δύο περί ευθύνης υπουργών νόμοι 2509/19.6.1997 και 3126/19.3.2003. Ο πρώτος με το άρθρο 2 παρ. 1 και ο δεύτερος με το άρθρο 1 παρ. 1, αφού ορίζουν ποια εγκλήματα (κακουργήματα-πλημμελήματα) τελεσθέντα από υπουργούς κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, εκδικάζονται κατά τον περί ευθύνης υπουργών νόμο, στη συνέχεια ο πρώτος με το άρθρο 3 και ο δεύτερος με το άρθρο 1 παρ. 3, ορίζουν ότι, εγκλήματα που τελέσθηκαν από υπουργούς, ά σ χ ε τ α όμως με τα καθήκοντα τους (δηλαδή που δεν τελέσθηκαν κατά την άσκηση των καθηκόντων τους) εκδικάζονται από τα κοινά ποινικά δικαστήρια, σύμφωνα με τις διατάξεις του ΠΚ, των Ειδικών Ποινικών Νόμων και του ΚΠΔ.

Για τις αξιόποινες αυτές πράξεις (ά σ χ ε τ ε ς με τα καθήκοντα των υπουργών), ισχύει η κοινή ποινική παραγραφή (4 παρ. 1 Ν 2509/1997), ενώ για τις αξιόποινες πράξεις που τελέσθηκαν κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους, ισχύει η πενταετής παραγραφή από την τέλεση της πράξης (4 παρ. 2 Ν 2509/1997, 3 παρ. 1 Ν 3126/2003), με ενδιάμεση εξάλειψη του αξιοποίνου των πράξεων αυτών (3 παρ. 2 Ν 3126/2003), όταν δεν τηρηθεί η εκ του άρθρου 86 παρ. 3 εδ. ε` Συντ. αποσβεστική (κατά την εισηγητική έκθεση) προθεσμία του προς δίωξη των υπουργών δικαιώματος της Βουλής90».

Έτσι, η πρόσφατη Νομολογία, όπως αναφέρθηκε και παραπάνω, εντάσσει στο νόμο περί ποινική ευθύνης υπουργών και την παθητική δωροδοκία. Προς τη σωστή κατεύθυνση πάντως φαίνεται να οδεύει (συγκρινόμενη και με την νομολογία υπό το προηγούμενο νομοθετικό καθεστώς91) η εξαίρεση από το πεδίο εφαρμογής του νόμου εγκλημάτων όπως ο παράνομος πλουτισμός (διά της ανακριβούς δήλωσης περιουσιακής κατάστασης) και η νομιμοποίηση παράνομων εσόδων από έγκλημα υπαγόμενο, κατά την Νομολογία, στον ως άνω νόμο (δωροδοκία).

Αναμένεται περαιτέρω η στάση του Ειδικού Δικαστηρίου περί Υπουργών σχετικά με την πρόσφατη ποινική δίωξη που άσκησε η Βουλή εναντίον (πρώην) Υπουργού Οικονομικών, για τα εγκλήματα της απιστίας, της πλαστογραφίας με τη μορφή της νόθευσης εγγράφου και της παράβασης καθήκοντος, ήτοι εάν θα δεχτεί ότι αυτά εντάσσονται στον ειδικό νόμο περί ευθύνης υπουργών (οπότε και προφανώς θα διαπιστώσει την παρέλευση της προθεσμίας του άρ. 86 Σ) ή εάν θα παραπέμψει το ζήτημα στην κοινή ποινική δικαιοσύνη, δεχόμενη ότι δε συντρέχει εφαρμογή του ν. 3126/2003. Ιδίως, αναμένεται να παρατηρήσει κανείς εάν το Ειδικό Δικαστήριο δεχτεί την νόθευση εγγράφου ως πράξη τελούμενη κατά την άσκηση των καθηκόντων.

  1. Αξιολόγηση των απόψεων της θεωρίας

α) Αξιολόγηση της «νεώτερης ευρείας» άποψης

Η άποψη αυτή τείνει επικίνδυνα να ταυτιστεί (έστω και αν δεν ταυτίζεται) προς εκείνη την ευρεία παλαιότερη άποψη που υποστήριζε ανοιχτά ότι εδώ υπάγονται και οι άσχετες προς τα υπουργικά καθήκοντα πράξεις, κατά το μέτρο που το κριτήριο που υιοθετεί είναι τόσο ευρύ, ομιχλώδες και αόριστο, ώστε (διά της πλαγίας οδού) θα μπορούσαν να ενταχθούν στο πεδίο του νόμου και πράξεις άσχετες προς τα υπουργικά καθήκοντα.

Πράγματι, ο Αναγνωστόπουλος αναπτύσσει τα σχετικά θέματα στο τρίτο μέρος της μελέτης του, υπό τον τίτλο «Σχετικές και άσχετες με τα υπουργικά καθήκοντα του υπουργού αξιόποινες πράξεις». Ήδη υπό τον τίτλο αυτό, προϊδεάζει τον αναγνώστη ότι διαχωρίζει τις πράξεις των υπουργών σε σχετικές και άσχετες προς τα υπουργικά καθήκοντα. Αλλά και παρακάτω, εντός της μελέτης του, ξεκάθαρα αναφέρει ότι: «Ο νόμος εισάγει, δηλαδή (πέραν του χρονικού) και ουσιαστικό κριτήριο για την υπαγωγή στην ειδική διαδικασία του άρ. 86 Σ, την «σχετικότητα» της επίμαχης πράξης με τα υπουργικά καθήκοντα».

Με το να προβαίνει ο Αναγνωστόπουλος σε τέτοιου είδους διάκριση, χωρίς να αναφέρει καν τον όρο του νόμου «κατά την τέλεση των καθηκόντων»92, όπως θα μπορούσε να πράξει διαχωρίζοντας α) σε πράξεις κατά την τέλεση των καθηκόντων και β) σε πράξεις άσχετες προς αυτά93, υιοθετεί μια ευρεία άποψη, περιλαμβάνουσα ό λ ε ς τις σχετικές με τα υπουργικά καθήκοντα πράξεις.

Όμως η χρήση του όρου σ χ ε τ ι κ έ ς προς τα υπουργικά καθήκοντα πράξεις, είναι ένας όρος που βρίθει από πλήρη αοριστία. Ποιο είναι αλήθεια εκείνο το γ ε ν ι κ ό, σ τ α θ ε ρ ό, ε ν α ρ γ έ ς και α σ φ α λ έ ς κ ρ ι τ ή ρ ι ο βάσει του οποίου θα κριθεί αν μια πράξη είναι σ χ ε τ ι κ ή προς τα υπουργικά καθήκοντα; Εγκλήματα όπως η παθητική δωροδοκία και η νομιμοποίηση παράνομων εσόδων, μπορούν να αποτελέσουν (όπως και αποτέλεσαν) αντικείμενο έντονης διχογνωμίας ως προς την σχετικότητά τους προς τα υπουργικά καθήκοντα.

Εξάλλου, σωρεία εγκλημάτων που απασχόλησαν παλαιότερα την πράξη, όπως υποκλοπή τηλεφωνικών συνδιαλέξεων, νόθευση εγγράφου, υπεξαγωγή εγγράφου, χρήση πλαστού εγγράφου, αποδοχή προϊόντων εγκλήματος, θα μπορούσαν από τον έναν να θεωρηθούν σχετικές και από τον άλλον άσχετες προς τα υπουργικά καθήκοντα πράξεις. Οι όροι σχετικός και άσχετος είναι τόσο ασαφείς, ώστε η υπαγωγή ενός εγκλήματος εδώ ή εκεί να εξαρτάται από τον προσωπικό τρόπο που συλλαμβάνει κάποιος τον όρο και αντιλαμβάνεται το συγκεκριμένο έγκλημα.

Πάντως, το θετικό στοιχείο που θα πρέπει να αναγνωρίσει (εν μέρει) κανείς στις απόψεις του Αναγνωστόπουλου, είναι το γεγονός ότι, αν και δεν το λέει ρητά, προσπαθεί να συγκεκριμενοποιήσει την έννοια της σχετικότητας ενός εγκλήματος προς τα υπουργικά καθήκοντα αναγόμενος στην αντικειμενική υπόσταση αυτού.

Το κριτήριο της αναγωγής στην αντικειμενική υπόσταση (αν και από τον Αναγνωστόπουλο δεν παρουσιάζεται ως γενικό κριτήριο, αλλά χρησιμοποιείται ε ι δ ι κ ώ ς και μ ό ν ο ν επ’ ευκαιρία της μελέτης της δωροληψίας και της νομιμοποίησης) κατά βάση κρίνεται ορθό, σαφές, σταθερό, ασφαλές και εναργές, και θα μπορούσε να εντάξει και τον Αναγνωστόπουλο στους υποστηρικτές της ενδιάμεσης άποψης, εάν υιοθετούνταν από αυτόν κατά τρόπο γενικευμένο. Επιπροσθέτως, ενώ αυτός εκκινεί από ορθή βάση, στην πορεία παρεκκλίνει, με αποτέλεσμα να μην είναι δυνατόν ουδόλως να υποστηριχθεί ότι προτείνει την ενδιάμεση θέση.

Συγκεκριμένα, η αναγωγή του στην αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος, είναι ορθή μόνο κατά το ένα σκέλος της, ενώ εσφαλμένη κατά το άλλο. Ειδικότερα, φαίνεται πράγματι η πράξη σ χ ε τ ι κ ή94 με τα υπουργικά καθήκοντα, όταν στην αντικειμενική υπόσταση του ί δ ι ο υ του μελετώμενου εγκλήματος εμπεριέχεται ο όρος «που ανάγεται στα καθήκοντά του» (παθητική δωροδοκία, 235 ΠΚ), «παραβαίνει τα καθήκοντα της υπηρεσίας του» (παράβαση καθήκοντος, 259 ΠΚ), «ασκώντας την υπηρεσία του» (262 ΠΚ) κλπ.

Αντιθέτως, είναι πλήρως εσφαλμένη η αναγωγή στην αντικειμενική υπόσταση ενός εγκλήματος, κατά το άλλο σκέλος που μεταχειρίζεται τη μέθοδο αυτήν ο Αναγνωστόπουλος. Ειδικότερα, φαίνεται λανθασμένη η υπαγωγή ενός εγκλήματος στο νόμο περί ποινικής ευθύνης υπουργών ως σχετικού προς τα υπουργικά καθήκοντα, εκ μόνου του γεγονότος ότι στην αντικειμενική υπόσταση αυτού εμπεριέχεται ως όρος όχι η τέλεση των υπουργικών καθηκόντων αλλά η τέλεση ενός άλλου εγκλήματος σχετικού με τα υπουργικά καθήκοντα.

Η αντίληψη αυτή διευρύνει υπέρμετρα το πεδίο εφαρμογής του ν. 3126/2003 και εν πάση περιπτώσει πρόκειται για μία δ ε υ τ ε ρ ο γ ε ν ή και ε ξ α ν τ α ν α κ λ ά σ ε ω ς σχετικότητα προς τα υπουργικά καθήκοντα. Σύμφωνα με αυτή την άποψη, σε τίποτα δεν θα εμποδιζόταν κανείς να θεωρήσει ως σχετική προς τα υπουργικά καθήκοντα και την πράξη νομιμοποίησης παράνομων εσόδων προερχομένων για παράδειγμα από παθητική δωροδοκία (άρ. 45 ν. 3691/2008)95, όπως και την πράξη αποδοχής και διάθεσης προϊόντος εγκλήματος κατ’ άρ. 394 ΠΚ96. Η υιοθέτησή της από τον Αναγνωστόπουλο, αναφορικά με την νομιμοποίηση παράνομων εσόδων, φαίνεται να δικαιώνει την επιλογή του χαρακτηρισμού της άποψής του ως ευρείας και όχι ως ενδιάμεσης, παρά την, κατά τον ισχυρισμό του, (φαινομενική) ένταξή του στην ενδιάμεση άποψη.

β) Αξιολόγηση της ενδιάμεσης άποψης

Σε αντίθεση με τον Αναγνωστόπουλο, ο Φελουτζής, ως ο όντως υπέρμαχος της ενδιάμεσης άποψης προτείνει μια ερμηνεία στενότερη σε σχέση με αυτή του Αναγνωστόπουλου και ευρύτερη σε σχέση με την στενή άποψη που υιοθετούν ο Μαργαρίτης και η Συμεωνίδου-Καστανίδου. Ειδικότερα, εκκινεί και αυτός από το ουσιαστικό κριτήριο της σχετικότητας, αλλά δε μένει (όπως ο Αναγνωστόπουλος) εκεί. Αναφέρει δηλαδή το ουσιαστικό κριτήριο της σχετικότητας, μόνον προκειμένου να διαχωρίσει αυτό από το χρονικό κριτήριο, κατά το οποίο οποιαδήποτε πράξη του Υπουργού κατά το χρόνο υπηρεσίας του θα ενέπιπτε στον ειδικό νόμο, ενώ οποιαδήποτε πράξη εκτός υπηρεσίας δε θα ενέπιπτε. Κατά τα άλλα, προχωρά ακόμα παραπέρα, καταλήγοντας στο κρίσιμο συμπέρασμα ότι ο Ν 3126/2003 έχει εφαρμογή ανεξαρτήτως του χρόνου τέλεσης της πράξης, εντός ή εκτός υπηρεσίας, μόνο στις περιπτώσεις που η αξιόποινη πράξη του Υπουργού αποτελεί «π α ρ ά ν ο μ ο μ έ σ ο» ή τ ρ ό π ο σ υ γ κ ά λ υ ψ η ς ασκήσεως συγκεκριμένης αρμοδιότητας του Υπουργού.

Το κριτήριο του παράνομου μέσου (ως μέσο είναι η τέλεση του εγκλήματος) προς τον επιδιωκόμενο σκοπό (ως σκοπός θεωρούνται τα υπουργικά καθήκοντα, δηλαδή η υπογραφή σύμβασης, η χορήγηση άδειας, η έκδοση διοικητικής πράξης κλπ), καθώς και το κριτήριο του τρόπου συγκάλυψης πράγματι αποτελούν εναργή, σταθερά, ασφαλή και γενικά κριτήρια, βάσει των οποίων ο ερμηνευτής και εφαρμοστής του δικαίου μπορεί να κρίνει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση εάν ένα συγκεκριμένο έγκλημα υπάγεται στο νόμο περί ποινικής ευθύνης υπουργών.

Βασιζόμενος ο Φελουτζής σε αυτά τα ασφαλή κριτήρια και όντας συνεπής προς τις παραδοχές του, θεωρεί ότι η παθητική δωροδοκία που τελείται εν όψει συγκεκριμένης εκτέλεσης πράξης εμπίπτουσας στα καθήκοντα του Υπουργού (π.χ. υπογραφή διοικητικής σύμβασης), αποτελεί το παράνομο μέσο προς την εκτέλεση της υπουργικής αρμοδιότητας. Για τον λόγο αυτό και, κατά το Φελουτζή, υπάγεται στον ειδικό νόμο.

Αντιθέτως, παρόλο που ως προς τη νομιμοποίηση παράνομων εσόδων δεν εκφράζεται ο Φελουτζής ρητά97, αφίσταται από την άποψη του Αναγνωστόπουλου ότι και η νομιμοποίηση εντάσσεται στο μελετώμενο νόμο98. Πράγματι, ο Φελουτζής, φαίνεται να μην δέχεται την ένταξη της νομιμοποίησης στο άρθρο 86 Συντ., αφού αυτή ούτε «παράνομο μέσο» ασκήσεως συγκεκριμένης αρμοδιότητας είναι, αλλά ούτε και τρόπο συγκάλυψης της παράνομης άσκησης των υπουργικών καθηκόντων συνιστά. Και ως προς το μεν κριτήριο του «παράνομου μέσου», είναι προφανής η εξαίρεση της νομιμοποίησης από το ειδικό καθεστώς της ποινικής ευθύνης των υπουργών99, ενώ ως προς το κριτήριο του τρόπου συγκάλυψης, παρόμοια ενάργεια δεν φαίνεται να συντρέχει.

Ως προς το τελευταίο λοιπόν ειρήσθω ότι: Πρώτον, από γενική άποψη, η νομιμοποίηση των παράνομων εσόδων δεν αποσκοπεί να συγκαλύψει την ίδια την παράνομη άσκηση των υπουργικών καθηκόντων, αλλά το έγκλημα της δωροδοκίας, ασχέτως αν το τελευταίο, κατά τον Φελουτζή, συνδέεται ουσιωδώς προς τα υπουργικά καθήκοντα. Δεύτερον, το ότι κατά το Φελουτζή απαιτείται η συγκάλυψη της ί δ ι α ς της παράνομης άσκησης της αρμοδιότητας και όχι απλώς η συγκάλυψη κάποιας πράξης συνδεόμενης προς αυτά, προκύπτει όχι μόνον από τα όσα δέχεται ρητά ο Φελουτζής (χρησιμοποιώντας μάλιστα τον όρο «τ έ τ ο ι α ς παράνομης άσκησης υπουργικής αρμοδιότητας)100, αλλά και από την παραδειγματική περίπτωση που παραθέτει («Υπουργός απειλεί τρίτο με παράνομη πράξη, προκειμένου ο τελευταίος να μην αποκαλύψει παράνομη υπηρεσιακή ενέργεια του πρώτου»).

Τέλος, για τη σφαιρική αξιολόγηση των απόψεων, ας αναφερθεί ότι πέρα από τα επιχειρήματα του Αναγνωστόπουλου και του Φελουτζή, υπό το κράτος του προϊσχύσαντος δικαίου (ν.δ. 802/1971) είχε αναφερθεί από τον Σταμούλη101 ότι ο όρος «κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του» πρέπει να ερμηνευτεί κατά τρόπο όμοιο προς τους αναφερομένους όρους102 στα άρ. 71 ΑΚ103, 105 ΕισΝΑΚ104, 922 ΑΚ105. Εκεί γίνεται δεκτό ότι η πράξη ή η παράλειψη του οργάνου βρίσκεται σε αιτιώδη σχέση προς τα καθήκοντά του ή την εξουσία του, ακόμα και στις περιπτώσεις που έλαβε χώρα «επ’ ευκαιρία» ή «εξ’ αφορμής» ή «καθ’ υπέρβαση» ή και «κατά κατάχρηση» της εξουσίας ή των καθηκόντων του οργάνου.

Το ως άνω επιχείρημα δε φαίνεται εύστοχο, διότι ο νόμος περί ποινικής ευθύνης υπουργών είναι ειδικός ποινικός νόμος, και συνεπώς θα πρέπει να προστρέξει κάποιος πρωτίστως στην ερμηνεία που δίδεται στις ήδη υπάρχουσες έννοιες του Ποινικού106 και όχι του Αστικού Κώδικα.

γ) Αξιολόγηση της στενής άποψης

Ενώ ο Φελουτζής χρησιμοποιεί ένα διαυγές κριτήριο και οδεύει σύμφωνα με αυτό, και ενώ ο Αναγνωστόπουλος ανάγεται (κατά το ένα σκέλος της άποψής του που επικροτήσαμε) σε όσα εγκλήματα περιέχουν στην αντικειμενική τους υπόσταση τον όρο «που ανάγεται στα καθήκοντά του» (235 ΠΚ), «τα καθήκοντα της υπηρεσίας του» (259 ΠΚ) και άλλους συναφείς, δεν καταφέρνουν να συλλάβουν ορθά το νόημα των διατάξεων περί ποινικής ευθύνης υπουργών.

Αντίθετα, ορθή φαίνεται η υποστηριζόμενη από τον Λ. Μαργαρίτη και Ε. Συμεωνίδου-Καστανίδου στενή άποψη, κατά την οποία περιλαμβάνονται μόνον τα εγκλήματα που τελούνται δι’ αυτής ταύτης της άσκησης των υπουργικών καθηκόντων.

Καταρχήν, σχετικά με την άποψη αυτή, έχει διατυπωθεί από τον Αναγνωστόπουλο η διαπίστωση ότι «υποστηρίχθηκε προσφάτως»107, δηλαδή πρόκειται περί χρονικά μεταγενέστερης και νεοφανούς άποψης. Η ανακρίβεια της διαπίστωσης είναι προφανής εάν λάβει κανείς υπόψη του πρώτον ότι και υπό το π ρ ο ϊ σ χ ύ σ α ν δίκαιο – κατά το οποίο μάλιστα εξαιρούνταν απλώς οι άσχετες προς τα υπουργικά καθήκοντα πράξεις και όχι οι μη τελούμενες κατά την άσκηση των καθηκόντων αυτών – είχε εκφραστεί η στενή αυτή άποψη από τον Α. Λοβέρδο108 αλλά και από τον Γ. Σανιδά109και δεύτερον ότι, ακόμα και αν θεωρούνταν νέα, θα δικαιολογούνταν ως τέτοια στο βαθμό που νέος είναι και ο νόμος 2136/2003 που στο άρ. 1 παρ. 3 εξαιρεί όχι απλώς τις άσχετες, αλλά τις μη τελούμενες κατά την άσκηση των καθηκόντων πράξεις.

Η στενή αυτή άποψη πάντως περιστοιχίζεται από μία σαφώς εκτεταμένη και εμπεριστατωμένη επιχειρηματολογία, που έχει καταλάβει όλες τις δυνατές ερμηνείες τις διάταξης ήτοι πρώτον τη γραμματική ερμηνεία, δεύτερον τη συστηματική ερμηνεία, τρίτον την ιστορικοβουλητική ερμηνεία και τέταρτον την τελολογική ερμηνεία του νόμου.

Πράγματι, «το γράμμα» του άρ. 1 παρ. 1, 3 ν. 2136/2003 διακρίνει σε πράξεις τελούμενες «κατά την άσκηση των καθηκόντων» και σε πράξεις που δεν τελούνται «κατά την άσκηση των καθηκόντων», εντάσσοντας μόνον τις πρώτες στο πεδίο του νόμου περί ποινικής ευθύνης υπουργών.

Η ερμηνεία του γράμματος του νόμου υπέρ της στενής αυτής άποψης, συνεπικουρείται, κατά τα όσα διατείνονται οι υποστηρικτές της άποψης, και από την συστηματική ερμηνεία της διάταξης και συγκεκριμένα από τη θέση που καταλαμβάνει και την ερμηνεία που προσλαμβάνει η φράση «κατά την άσκηση των καθηκόντων του» στις διατάξεις του Ποινικού Κώδικα και συγκεκριμένα στα άρθρα 137Α παρ. 1 εδ. α΄, 315Α, 235, 262 ΠΚ.

Καταρχήν, πράγματι, ως προς το άρ. 137 Α παρ. 1 εδ. α΄ ΠΚ, η ένταξη σε αυτό μόνον των πράξεων του υπαλλήλου ή του στρατιωτικού που εκτελούνται κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, σημαίνει τη σ ύ μ π τ ω σ η με τα βασανιστήρια της ίδιας της άσκησης των καθηκόντων της δίωξης ή ανάκρισης ή εξέτασης αξιόποινων πράξεων ή πειθαρχικών παραπτωμάτων ή η εκτέλεσης ποινών ή φύλαξης ή επιμέλειας κρατουμένων. Πέρα από το γεγονός ότι τυχόν ερμηνεία που θα αρκούνταν σε σύμπτωση των βασανιστηρίων με πράξεις απλώς σ χ ε τ ι κ έ ς με τα ως άνω καθήκοντα θα οδηγούσε σε απαγορευτική διεύρυνση του αξιοποίνου, δεν θα συμφωνούσε και προς την ratio θέσπισης του εγκλήματος, που δεν είναι άλλη από την υποταγή και την κάμψη της βούλησης του ατόμου το οποίο βρίσκεται υπό την εξουσία του δράστη υπαλλήλου ή στρατιωτικού και έτσι δεν έχει την ικανότητα α υ τ ο δ ι ά θ ε σ η ς. 110 Συνεπώς, εάν τις πράξεις των βασανιστηρίων τελούσε, κατά τη στιγμή που έβρισκε το θύμα στο δρόμο, ο αστυνομικός που ήταν επιφορτισμένος με την προκαταρκτική εξέταση ή ο ανακριτής ο οποίος χειριζόταν την υπόθεση, με σκοπό να αποσπάσει την ομολογία του θύματος, είναι προφανές ότι έγκλημα βασανιστηρίων δεν υφίσταται, διότι το θύμα εδώ δεν βρίσκεται σε υποδεέστερη θέση, σε θέση εξάρτησης από τον αστυνομικό ή τον ανακριτή, αλλά έχει την ικανότητα αυτοδιάθεσης. Αδιαμφισβήτητα όμως η πράξη του αστυνομικού ή του ανακριτή σ χ ε τ ί ζ ε τ α ι με τα καθήκοντά του, αφού αυτός ο ίδιος είναι που εξετάζει και ανακρίνει στα πλαίσια της εν λόγω υπόθεσης στην οποία το θύμα φέρεται ως εμπλεκόμενο. Παρόλα αυτά, έγκλημα βασανιστηρίων δεν υφίσταται, υπό την επιφύλαξη φυσικά υπαγωγής της πράξης του σε άλλες νομοτυπικές μορφές εγκλημάτων.

Το άρ. 315Α ΠΚ προβλέπει επαύξηση της ποινής σε περίπτωση που ορισμένα εγκλήματα κατά της σωματικής ακεραιότητας τελέστηκαν εναντίον αστυνομικού, λιμενικού, πυροσβεστικού και υγειονομικού υπαλλήλου κατά την ε κ τ έ λ ε σ η της υπηρεσίας του. Και εδώ γίνεται πράγματι απολύτως δεκτό ότι δεν αρκεί να τελείται η σωματική βλάβη απλά για λόγους σ χ ε τ ι κ ο ύ ς με την εκτέλεση της υπηρεσίας των παραπάνω προσώπων, όπως όταν π.χ. ο δράστης τραυματίζει τον αστυνομικό σπίτι του, για να τον εκδικηθεί, επειδή πριν από λίγες μέρες τον είχε συλλάβει111 .

Ως προς το άρ. 235 ΠΚ, πράγματι, η απαίτηση ή η αποδοχή των ωφελημάτων θα πρέπει να γίνεται σε σχέση με μια υπηρεσιακή ενέργεια ενταγμένη στον κύκλο των υπηρεσιακών καθηκόντων του υπαλλήλου. Έτσι, αποκλείεται η τέλεση του εγκλήματος της παθητικής δωροδοκίας, εάν ο υπάλληλος είναι καθ’ ύλην ή κατά τόπον αναρμόδιος. Εξάλλου, δεν αρκεί το γεγονός ότι το δώρο δίνεται για την εν γένει υπηρεσιακή δραστηριότητα του υπαλλήλου112. Επομένως δεν αρκεί η υπηρεσιακή ενέργεια να είναι απλώς σ χ ε τ ι κ ή προς τα καθήκοντα του υπαλλήλου.

Προς επίρρωση αυτών ας αναφερθεί ότι ο υπάλληλος που δεν υπήρξε διευθυντής της γενικής διεύθυνσης εξωτερικού εμπορίου, στην οποία υπαγόταν η έγκριση αδειών εξαγωγής συναλλάγματος, για την οποία δωροδοκήθηκε, αλλά διευθυντής της γενικής διεύθυνσης εσωτερικού εμπορίου113 ή ο υπάλληλος που δωροδοκούμενος ασκεί έλεγχο εκτός από το κατάστημα που υπαγόταν στην Β΄ ΔOY, της οποίας ήταν υπάλληλος, και σε διπλανό κατάστημα της Θ΄ ΔOY114, ή ο υπάλληλος του ΟΤΕ που δωροδοκούμενος εγκρίνει τις κατ’ εξαίρεση τηλεφωνικές συνδέσεις για τις οποίες δεν έχει αρμοδιότητα115, φαίνεται να τελεί πράξεις οπωσδήποτε σ χ ε τ ι κ έ ς προς τα καθήκοντά του, πλην όμως δεν στοιχειοθετείται κατά πάγια νομολογία το αδίκημα της παθητικής δωροδοκίας, το οποίο απαιτεί ένταξη της πράξης για την οποία δωροδοκείται ο υπάλληλος στον κύκλο της αρμοδιότητάς του116. Από όλα όμως τα παραπάνω άρθρα, εξέχουσα θέση κατέχει το άρθρο 262 ΠΚ επί του οποίου ακριβέστατα διαφαίνεται η διαφορά μεταξύ των πράξεων εκείνων που τελούνται αφενός κατά την άσκηση των καθηκόντων του υπαλλήλου117 (ασκώντας την υπηρεσία του118) και εκείνων που σχετίζονται προς τα καθήκοντα αυτά (επωφελούμενος από την ιδιότητά του).

Ιδού τι αναφέρει ο καθηγητής Μπιτζιλέκης στο εγχειρίδιο για τα υπηρεσιακά εγκλήματα αναφερόμενος εν γένει σε αυτά: «Κατ’ αρχήν ως υπηρεσιακές πράξεις θα χαρακτήριζε εύκολα κανείς εκείνες που τελούνται στο πλαίσιο της αρμοδιότητας (τοπικής και υλικής) του υπαλλήλου, στο πλαίσιο των καθηκόντων που του έχουν ανατεθεί. Ο νομοθέτης ενδιαφέρεται εδώ για εκείνη τη συμπεριφορά που είναι άμεσα συνυφασμένη με την υπηρεσιακή λειτουργία, γεγονός που απαιτεί ο υπάλληλος να λειτουργεί μέσα στο πλαίσιο των από τον νόμο ή άλλων διατάξεων καθορισμένων καθηκόντων του. Τούτο διαφαίνεται από την ίδια την αντικειμενική υπόσταση που περιγράφει τον κύκλο των συγκεκριμένων αρμοδιοτήτων του υπαλλήλου, στο πλαίσιο των οποίων απαιτείται να εντάσσεται η συγκεκριμένη πράξη (λ.χ. Υπάλληλος, στα καθήκοντα του οποίου ανάγεται η έκδοση ή η σύνταξη δημόσιων εγγράφων…, Υπάλληλος, στα καθήκοντα του οποίου ανάγεται η εκτέλεση ποινών…) ή που χρησιμοποιεί γενικότερες εκφράσεις, όπως λ.χ. ενέργεια ή παράλειψη που ανάγεται στην υπηρεσία του (235 ΠΚ), κατά την άσκηση της υπηρεσίας του (262 ΠΚ) ή πράγμα εμπιστευμένο στον υπάλληλο (248, 249, 250, 252 ΠΚ), οι οποίες εκφράζουν ακριβώς μια τέτοια στενή σύνδεση της εγκληματικής πράξης του υπαλλήλου με τον χώρο των υπηρεσιακών δραστηριοτήτων.»119

Και συνεχίζει παρακάτω: «Μεταξύ όμως των δύο κατηγοριών περιπτώσεων, εκείνης δηλαδή που μια πράξη τελείται από τον υπάλληλο ως ιδιώτη, χωρίς καμία σχέση με την υπηρεσιακή του δραστηριότητα, και εκείνης που τελείται στο πλαίσιο της άσκησης των υπηρεσιακών του καθηκόντων …, υπάρχει και μια σειρά άλλων περιπτώσεων, όπου η σύνδεση, με την υπηρεσιακή δραστηριότητα εμφανίζεται πιο χαλαρή120. Για παράδειγμα, αναφέρεται το άρθρο 258 ΠΚ σε πράγμα, που ο υπάλληλος κατέχει «λόγω αυτής της ιδιότητός του», ή άλλες διατάξεις κάνουν λόγο για πράγμα «προσιτό στο υπάλληλο λόγω της υπηρεσίας του» (άρθρ. 248, 249, 252 ΠΚ) ή μιλά το άρθρο 241 ΠΚ για «υπάλληλο, που χρησιμοποιώντας την υπαλληλική του ιδιότητα…». Τέλος η γενική διάταξη του άρθρου 262 ΠΚ καλύπτει και κάθε έγκλημα που τελεί ο υπάλληλος απλώς «επωφελούμενος από την ιδιότητά του»121.

Προφανές είναι ότι τα εγκλήματα του άρ. 1 παρ. 1 και 3 ν. 2136/2003 στα οποία αναφέρεται η φράση «κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του» υπάγονται στην πρώτη κατηγορία των εγκλημάτων στα οποία υφίσταται στενή σύνδεση με τα υπαλληλικά καθήκοντα, ήτοι στα τελούμενα διά των υπαλληλικών καθηκόντων.

Περαιτέρω, οι υποστηρικτές122 της στενής άποψης, επικαλούνται ορθά την ιστορικοβουλητική ερμηνεία, αναφερόμενοι στα ίδια τα πρακτικά της Βουλής, και στην εκεί υποστηριχθείσα και επικρατήσασα άποψη των Βενιζέλου και Λοβέρδου. Ιδιαίτερα βαρύνουσα σημασία έχει τέλος η τελολογικής ερμηνεία στην οποία προβαίνει η Συμεωνίδου-Καστανίδου123, προσπαθώντας κατά κάποιο τρόπο να «συνάψει τα διεστώτα», δηλαδή από τη μια εκείνους που απορρίπτουν εν γένει τις ειδικές ρυθμίσεις περί υπουργών και από την άλλη εκείνους που ενστερνίζονται απόψεις που διευρύνουν ιδιαίτερα το πεδίο εφαρμογής των ειδικών αυτών ρυθμίσεων. Εν τέλει, μπορεί να ειπωθεί ότι η στενή άποψη, αν και στενή, αποτελεί ακριβώς την «χρυσή τομή» ανάμεσα στα δύο παραπάνω αντίθετα ρεύματα.

V. ΠΡΟΣΩΠΙΚΗ ΤΟΠΟΘΕΤΗΣΗ

1. Απόρριψη της «νεώτερης ευρείας» και της στενής άποψης

Τ ό σ ο η άποψη του Αναγνωστόπουλου, ό σ ο και η άποψη του Φελουτζή, παρά τα θ ε τ ι κ ά τους στοιχεία που εντοπίστηκαν παραπάνω, συνολικά θεωρούμενες φαίνονται εσφαλμένες, διότι πρωτίστως παραγνωρίζουν το γράμμα του άρ. 1 παρ. 1 και 3 ν. 2136/2003, κατά το οποίο στο πεδίο του νόμου υπάγονται οι πράξεις οι τελούμενες «κατά την άσκηση των καθηκόντων του υπουργού» και εξαιρούνται οι πράξεις που δ ε ν τελούνται «κατά την άσκηση των καθηκόντων» του.

Ίσως, λαμβανομένων υπόψη των ευνοϊκών ρυθμίσεων του θεσμού της ποινικής ευθύνης των υπουργών (ειδική προθεσμία του άρ. 86 παρ. 3 Σ, σύντομη πενταετής πραγραφή – τουλάχιστον πριν από τον ν. 3961/2011, άσκηση της ποινικής δίωξης μόνον από τη Βουλή, απαγόρευση προκαταρκτικής εξέτασης, προανάκρισης και ανάκρισης χωρίς την άδεια της Βουλής, εκδίκαση από Ειδικό Δικαστήριο με μεγαλύτερα εχέγγυα ορθοκρισίας) θα μπορούσε η άποψή τους να ευσταθήσει, εάν το γράμμα του νόμου ως προς τα υπαγόμενα εγκλήματα επιδεχόταν δύο ερμηνείες: μία ευρεία (υπέρ του κατηγορουμένου) και μία στενή (κατά του κατηγορουμένου). Η υιοθέτηση λοιπόν της άποψής τους, σύμφωνα και με την κρατούσα αρχή του ποινικού δικαίου, ουσιαστικού124 και δικονομικού125, «εν αμφιβολία υπέρ του κατηγορουμένου», θα ήταν όλως ορθή.

Στην προκείμενη όπως περίπτωση, ο νόμος περί ποινικής ευθύνης υπουργών, αφενός περιέχει ειδικές ρυθμίσεις, αποκλίνουσες από τις κοινές διατάξεις περί πολιτών, κατά τρόπο μάλιστα που να συναντά την αντίδραση πολλών126 αφετέρου το γράμμα του νόμου είναι σαφέστατο, η σαφήνεια δε αυτή υποστηρίζεται και από την συστηματική ερμηνεία της διάταξης και συγκεκριμένα από τη σύγκριση της φράσης «κατά την εκτέλεση των καθηκόντων» με ανάλογες φράσεις των άρθρων 137Α παρ. 1 εδ. α΄, 315Α, 235, 262 ΠΚ.

Περαιτέρω, ίσως, υπό το προηγούμενο νομοθετικό καθεστώς, κατά το οποίο εξαιρούνταν μόνον οι άσχετες προς τα καθήκοντα πράξεις, να υπήρχε μία αμφιβολία ως προς τις ενδιάμεση κατηγορία των σχετικών προς τα καθήκοντα πράξεων. Σήμερα πια, με το άρ. 1 παρ. 3 ν. 3126/2003, τέτοια αμφιβολία ουδόλως υφίσταται. Επομένως, η ενδεχόμενη προσπάθεια δικαιολόγησης της διευρυμένης άποψης των Αναγνωστόπουλου και Φελουτζή ως σύμφωνης προς την αρχή εν αμφιβολία υπέρ του κατηγορουμένου εύκολα ναυαγεί.

2. Υιοθέτηση της στενής άποψης

Η βασική διαφοροποίηση του ειδικού καθεστώτος για τους υπουργούς σε σχέση με τους λοιπούς πολίτες, συνίσταται πρώτον στην αποκλειστική αρμοδιότητα της Βουλής να αποφασίζει τη διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης, προανάκρισης και ανάκρισης, την άσκηση της ποινικής δίωξης, καθώς και την αναστολή αυτής οποτεδήποτε127 και δεύτερον128στην ειδική προθεσμία εντός της οποίας πρέπει η Βουλή να ασκήσει την ποινική δίωξη, μετά την παρέλευση της οποίας εξαλείφεται οριστικά το αξιόποινο129. Εξάλλου, αυτά είναι και τα σημεία στα οποία στρέφονται οι επικρίσεις εκείνων που διάκεινται δυσμενώς προς τον ειδικό καθεστώς της ποινικής ευθύνης των υπουργών130.

Τις επικρίσεις όλων αυτών των θεωρητικών και λειτουργών της δικαιοσύνης131 ενστερνιζόμαστε και εμείς. Πράγματι, οι ως άνω ρυθμίσεις, ιδίως αν συνεκτιμήσει κανείς και τον τρόπο που εφαρμόζονται από την νομολογία, ως επί το πλείστον άγουν σε ατιμωρησία των υπουργών132, όταν μάλιστα άλλοι δημόσιοι υπάλληλοι θα διώκονταν και θα τιμωρούνταν133, και μάλιστα κάποιες φορές με τις αυξημένες ποινές του ν. 1608/1950134.

Θα ήταν ευχής έργον λοιπόν μην υπάρχουν, έτσι όπως υπάρχουν. Και ο μόνος τρόπος, διά του οποίου είναι δυνατόν να μην εφαρμοστούν στην πράξη, ως έχουν τώρα, είναι η διαπίστωση από το δικαστήριο της αντίθεσής τους προς το θεμελιώδη νόμο του κράτους, δηλαδή προς το Σύνταγμα. Το μείζων πρόβλημα όμως είναι ότι οι εν λόγω νομοθετικές ρυθμίσεις αποτελούν τμήμα αυτού του ίδιου του Συντάγματος, περιεχόμενες στο άρ. 86 Σ. Πώς είναι δυνατόν λοιπόν να μείνουν ανεφάρμοστες;

Όπως γίνεται δεκτό και στα πλαίσια του συνταγματικού δικαίου, στο Σύνταγμα υφίστανται ορισμένες θεμελιώδεις αρχές, όπως η αρχή της ισότητας και η αρχή της διάκρισης των λειτουργιών. Ωστόσο, επί ορισμένων θεμάτων υφίστανται συνταγματικές διατάξεις, οι οποίες εισάγουν απόκλιση από τις αρχές αυτές, εισάγοντας μια ειδικότερη διάταξη σε σχέση με τις θεμελιώδεις αυτές αρχές, όπως για παράδειγμα η δυνατότητα επιβολής θανατικής ποινής (άρ. 7 παρ. 3 Σ) που αποκλίνει από την αρχή της ανθρώπινης αξιοπρέπειας (άρ. 2 παρ. 1 Σ) ή η απαγόρευση χρήσης των παρανόμως αποκτηθέντων αποδεικτικών μέσων (άρ. 19 παρ. 3 Σ) που εισάγει απόκλιση από την αρχή της ανθρώπινης αξιοπρέπειας (άρ. 2 παρ. 1) όπως αυτή προεκτείνεται στο άρ. 5 παρ. 2 Σ135.

Στο βαθμό που οι εν λόγω αποκλίσεις στηρίζονται σε μια πράγματι υφιστάμενη δικαιολογητική βάση, σε έναν επαρκή δικαιολογητικό λόγο, πρόβλημα δεν υφίσταται. Δημιουργείται όμως σύγχυση αφ ης στιγμής διατάξεις του Συντάγματος παρεκκλίνουν από τέτοιες αρχές, αφενός χωρίς να συντρέχει οποιοσδήποτε δικαιολογητικός λόγος αφετέρου αναιρώντας ολοκληρωτικά και προσβάλλοντας τον ίδιο τους τον πυρήνα. Σε μια τέτοια περίπτωση έχει υποστηριχθεί136 και νομολογιακά έχει τύχη εφαρμογής (έστω και άδηλα)137 η θεωρία για τις «αντισυνταγματικές διατάξεις του Συντάγματος».

Εάν κανείς ήθελε λοιπόν να μην εφαρμόσει τις διατάξεις περί ποινικής ευθύνης υπουργών, δεν έχει παρά να προστρέξει στην παραπάνω «θεωρία». Αυτό όμως υπό την σημαντικότατη προϋπόθεση ότι πρώτα δέχτηκε και πείσθηκε περί της όντως αντίθεσης των ειδικών ρυθμίσεων του άρ. 86 προς τις θεμελιώδεις συνταγματικές αρχές. Στις γραμμές που ακολουθούν, ερευνάται ακριβώς το ζήτημα αυτό.

Πρώτον, ως προς την αρχή της ισότητας των πολιτών απέναντι στο νόμο, γίνεται δεκτό ότι έχει ουσιαστική-αναλογική έννοια (δηλαδή επιτάσσει όμοια μεταχείριση των ομοίων και ανόμοια των ανομοίων138). Είναι όμοιες λοιπόν οι δύο συγκρινόμενες καταστάσεις, ήτοι από τη μια η ποινική ευθύνη των υπουργών και από την άλλη η ποινική ευθύνη των λοιπών πολιτών;

Επ’ αυτού ας αφουγκραστούμε τις γνώμες που έχουν εκφράσει οι θεωρητικοί αναφορικά με τη ratio της ειδικής μεταχείρισης στην προσπάθειά τους να δικαιολογήσουν αυτή. Ο νομομαθής και πολιτειολόγος Ι. Αραβαντινός είχε διακηρύξει ότι το πρόβλημα του θεσμού της ποινικής ευθύνης των υπουργών είναι διπλό. Kατά πρώτο πρέπει να εξασφαλιστεί η Πολιτεία από τους διαχειριζόμενους την πολιτική εξουσία και κατά δεύτερο πρέπει και οι διαχειριζόμενοι την πολιτική εξουσία να εξασφαλιστούν «…κατά παρανόμων και απανθρώπων προσβολών των εκάστοτε υπερισχυόντων αντιπάλων τους»139.

Ο Πρόεδρος της Ολομέλειας της Επιτροπής σχετικά με τη θέσπιση της διάταξης του άρ. 86 του Συντάγματος 1975/1986/2001, Κ Τσάτσος, υποστήριξε ότι η διαφορετική ρύθμιση της ευθύνης των Υπουργών δικαιολογείται αφενός από το γεγονός ότι έτσι προστατεύεται το λειτούργημα του Υπουργού, αφετέρου «ο Υπουργός πρέπει να γνωρίζει για να είναι ελεύθερος και τολμηρός και γενναίος ότι έχει πολιτικήν αποστολήν και ευθύνην να την εκπληρώσει εντός των πλαισίων του Συντάγματος και των νόμων…»140.

Ο Α. Καρράς141 ως προς την ποινική δικαιοδοσία της Βουλής υποστηρίζει ότι «αν και η ανάθεση σ’ ένα πολιτικό σώμα μιας ουσιαστικά δικαστικής λειτουργίας ενέχει θεμελιώδη αντίφαση, δικαιολογείται από τη σύνθετη πολιτική και δικαστική κρίση που απαιτείται για την άσκηση ποινικής δίωξης κατά πολιτικών προσώπων». Ο Κ. Τσουκαλάς επισημαίνει την ανεπάρκεια των εγγυήσεων των τακτικών ποινικών δικαστηρίων για την εκδίκαση των εγκλημάτων των Υπουργών εξαιτίας της προστριβής τους στην πολιτική διαπάλη142. Ο Ε. Βενιζέλος αποδίδει την αφαίρεση των τελουμένων κατά την άσκηση των υπουργικών καθηκόντων εγκλημάτων από την δικαιοδοσία της τακτικής ποινικής δικαιοσύνης και στο «συμφυρμό πολιτικών και ποινικών στοιχείων»143. Ο Α. Λοβέρδος καταδεικνύει τα πολιτικά στοιχεία δηλαδή τις διαδικαστικές στιγμές της ειδικής μεταχείρισης των υπουργών που έχουν έντονη πολιτική φόρτιση144.

Ειδικά ως προς την σύντομη προθεσμία, ως επιχείρημα έχει εκφραστεί το εξής: Συνήθως η άσκηση δίωξης λαμβάνει χώρα στην επόμενη βουλευτική περίοδο από την διάπραξη του εγκλήματος, και υπό την προϋπόθεση ότι στις εκλογές που πραγματοποιήθηκαν κέρδισε η ως τότε αντιπολίτευση, με αποτέλεσμα να επέλθει κυβερνητική αλλαγή. Η νέα όμως κοινοβουλευτική πλειοψηφία είναι πιθανόν να προχωρήσει στην άσκηση ποινικών διώξεων κατά των πολιτικών τους αντιπάλων που εχρημάτισαν μέλη της προηγούμενης κυβέρνησης και υφυπουργοί, με σκοπό μόνο και μόνο να αμαυρώσει την πολιτική εικόνα τους, ακόμη και χωρίς να συντρέχουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής.

Ως αντίδοτο λοιπόν χαρακτηρίζεται ο χρονικός περιορισμός που θέτει το άρ. 86 παρ. 3 Σ, ώστε να εμποδιστεί τουλάχιστον η άσκηση διώξεων για λόγους, κατά τεκμήριο, πολιτικής σκοπιμότητας στα πρόθυρα των μεθεπόμενων, από την τέλεση του (πραγματικού ή υποτιθέμενου) αδικήματος, βουλευτικών εκλογών145. Οι πρώην υπουργοί και «τώρα» στελέχη της αντιπολίτευσης δεν πρέπει να τελούν επ’ αόριστον υπό πολιτική «ομηρία», και με επακόλουθο κίνδυνο τον αρνητικό επηρεασμό του πολιτικού σώματος146.

Τα παραπάνω φαίνονται απολύτως βάσιμα και συνηγορούν υπέρ της παραδοχής ότι η ποινικής ευθύνη των υπουργών είναι πράγματι ανόμοια κατάσταση σε σχέση με την ποινική ευθύνη των λοιπών πολιτών147. Είναι όμως ανόμοια κατάσταση για ό λ α τα εγκλήματα τα τελούμενα από υπουργό ή μόνο για αναφορικά με ένα συγκεκριμένο είδος εγκλημάτων;

Την απάντηση την λαμβάνουμε και πάλι από την ίδια τη ratio του θεσμού, έτσι όπως εκφράστηκε από τους προαναφερθέντες υποστηρικτές της. Τα εγκλήματα τα οποία αφορούν όλες οι προαναφερθείσες ρυθμίσεις, δεν είναι, θα λέγαμε, αμιγώς ποινικά, αλλά έχουν μία πολιτική χροιά. Ο ενδοιασμός, εξάλλου, μήπως κινηθούν αβάσιμα ποινικές διώξεις μόνο και μόνο για λόγους πολιτικής υστεροβουλίας, αφορά μόνο τα εγκλήματα που είναι εμποτισμένα με πολιτικά στοιχεία. Είναι ακριβώς εκείνα τα οποία κατά τη στενή ορθή αντίληψη, τελούνται δι’ αυτής ταύτης της άσκησης των καθηκόντων. Και είναι συνυφασμένα και σύμφυτα με την ά σ κ η σ η π ο λ ι τ ι κ ή ς.

Εξάλλου, και ο κύριος εκφραστής της αντισυνταγματικότητας των ρυθμίσεων αυτών, Γ. Σανιδάς, ως προς αυτά ακριβώς τα εγκλήματα τα συνυφασμένα με την άσκηση πολιτικής, φαίνεται να «συμβιβάζεται», δεχόμενος, έστω και οριακά, την συνταγματικότητά τους.

Επομένως, ακόμη και αν γινόταν δεκτή η ενδιάμεση ή και η ευρεία άποψη, σύμφωνη προς την θεμελιώδη αρχή της ισότητας είναι η διάταξη του άρ. 86 μ ό ν ο ν κατά το σκέλος που αφορά πράξεις που συνιστούν άσκηση πολιτικής και που ταυτοχρόνως πληρούν μία από τις νομοτυπικές μορφές των εγκλημάτων της απιστίας, της απιστίας περί την υπηρεσία, της παράβασης καθήκοντος, της εσχάτης προδοσίας, ήτοι μόνο πράξεις που υπάγονται στο πεδίο της ρύθμισης κατά τη στενή άποψη.

Δεύτερον, αναφορικά με την ενδεχόμενη αντίθεση των ειδικών ρυθμίσεων προς τη θεμελιώδη αρχή της διάκρισης των λειτουργιών λεκτέα τα εξής: Γίνεται δεκτό από το Συνταγματικό Δίκαιο ότι είναι θεμιτή η διασταύρωση λειτουργιών, κατ’ απόκλιση από το άρ. 26 του Συντάγματος, η οποία καθιερώνεται με άλλη συνταγματική διάταξη. Έτσι, όταν με βάση το ίδιο το Σύνταγμα σε συγκεκριμένο όργανο ανατίθεται αρμοδιότητα αναγόμενη στο πεδίο μια άλλης λειτουργίας, δεν τίθεται ζήτημα παραβίασης της αρχής της διάκρισης των λειτουργιών.148 Τέτοιες παρεκκλίσεις για παράδειγμα προβλέπουν τα άρ. 47 παρ. 3149, 49 παρ. 2,150 90 παρ. 1151, 96 παρ. 2 Σ152, καθώς και το μελετώμενο άρ. 86 Σ.

Εάν όμως γίνεται δεκτό ότι τέτοιου είδους αποκλίσεις είναι καθ’ όλα θεμιτές, είναι περαιτέρω, κατά το συνταγματικό δίκαιο, επιβεβλημένη η στενή ερμηνεία των εξαιρετικών αυτών ρυθμίσεων153, 154. Και από τη σκοπιά αυτή λοιπόν αν δει κανείς το ζήτημα, σύμφωνη προς το Σύνταγμα και τις κρατούσες στο συνταγματικό δίκαιο αρχές, ορθή είναι μόνο η στενή ερμηνεία της φράσης «κατά την άσκηση των καθηκόντων».

Αυτή ακριβώς την άποψη ασπαζόμαστε και εμείς, για τους λόγους που αναπτύξαμε τόσο στα πλαίσια της παρούσας ανάπτυξης όσο και παραπάνω κατά την αξιολόγηση της στενής άποψης. Για να χρησιμοποιήσουμε μάλιστα μία δόκιμη ορολογία155, κατά την άποψή μας στο νόμο 2136/2003 υπάγονται μόνον οι πράξεις ή οι παραλείψεις οι οποίες λογικά δεν θα είχαν τελεστεί εάν ο δράστης δεν είχε τη συγκεκριμένη ιδιότητα του υπουργού.

Θα αποτελούσε ουσιώδη παράλειψη η μη αναφορά ότι η υιοθέτηση της στενής άποψης συνεπικουρείται και υπό το φως της Νομολογίας του ΕΔΔΑ, το οποίο σε σχέση με την απαιτούμενη κατά τα άρ. 61 και 62 Συντ. άδεια της Βουλής για τους Βουλευτές έχει νομολογήσει ότι ο θεσμός της βουλευτικής ασυλίας περιορίζει δυσανάλογα το δικαίωμα πρόσβασης σε δικαστήριο εκείνου που καταθέτει μήνυση156 εις βάρος βουλευτή, όταν εμποδίζει την κίνηση της ποινικής δίωξης αξιόποινων πράξεων, που δεν συνδέονται με την κοινοβουλευτική δραστηριότητα157.

Αναγκαία, τέλος, φαίνεται η επισήμανση ότι όταν το Σύνταγμα και ο νόμος αναφέρει τη φράση «κατά την άσκηση των καθηκόντων» τους, δεν εννοεί βεβαίως ότι καθαυτήν η εγκληματική πράξη συνιστά εκτέλεση καθήκοντος, διότι τότε η πράξη δεν θα ήταν καν άδικη με βάση το άρ. 20 ΠΚ. Εδώ κατά κυριολεξία πρόκειται για υ π έ ρ β α σ η των υπηρεσιακών καθηκόντων του υπαλλήλου158.

Γ΄ ΜΕΡΟΣ: EΠΙΛΟΓΟΣ

ΜΙΑ ΠΡΟΤΑΣΗ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗΣ ΤΩΝ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΤΑΞΕΩΝ ΤΟΥ ΕΙΔΙΚΟΥ ΚΑΘΕΣΤΩΤΟΣ ΤΩΝ ΥΠΟΥΡΓΩΝ

Μπορεί μεν στα πλαίσια των παραπάνω αναπτύξεων να δεχτήκαμε ως συνταγματικές τις ειδικές ρυθμίσεις περί υπουργών, υπό την προϋπόθεση βεβαίως ότι ασπάζεται κανείς την σ τ ε ν ή άποψη, αλλά το ζήτημα της συνταγματικότητας αυτών, είναι τελείως διαφορετικό από την ορθότητα και την αποτελεσματικότητα των ειδικών αυτών ρυθμίσεων.

Εξάλλου, οι πλείστοι θεωρητικοί159, αλλά και οι δικαστικοί λειτουργοί160 που τάσσονται κατά των ειδικών ρυθμίσεων, δεν έφτασαν μέχρι του σημείου να ταχθούν υπέρ της μη εφαρμογής των διατάξεων ως αντίθετων προς το Σύνταγμα. Είτε απέρριπταν την θεωρία περί «αντισυνταγματικών διατάξεων του Συντάγματος»161, είτε αντιλαμβάνονταν ίσως την ανομοιότητα μεταξύ της ποινικής ευθύνης των υπουργών και των λοιπών πολιτών ως προς τα εγκλήματα εκείνα που τελούνταν κατά την άσκηση πολιτικής162.

Το βέβαιον πάντως είναι ότι οι διατάξεις περί ποινικής ευθύνης υπουργών χρήζουν τροποποίησης αφενός διά της συνταγματικής αναθεώρησης αφετέρου διά της τροποποίησης του νόμου 2136/2003.

Πρώτον, χρήζει τροποποίησης η αποκλειστική αρμοδιότητα της Βουλής για την άσκηση ποινικής δίωξης, διεξαγωγή προκαταρκτικής εξέτασης, ανάκρισης κλπ. Η ratio που επέβαλε τη ρύθμιση αυτήν ήταν όπως μη εμπλέκεται η δικαστική εξουσία η οποία πιθανόν να μ η ν είναι πολιτικά αμερόληπτη, στα πολιτικά δρώμενα. Πρόκειται όμως για μία «λογική παράλογη», για ένα σχήμα οξύμωρο, εάν αναλογιστεί κανείς ότι εάν π ι θ α ν ο λ ο γ ε ί τ α ι η ανυπαρξία πολιτική αμεροληψία της δικαστικής εξουσίας, είναι β έ β α ι η η ανυπαρξία πολιτικής αμεροληψίας των Βουλευτών163.

Πράγματι, το αδίκημα που θα διαπραχθεί κατά την θητεία ενός υπουργού, είναι πολύ πιθανόν – ή σχεδόν βέβαιο – ότι η κοινοβουλευτική πλειοψηφία (συνήθως ανήκουσα σε ένα κόμμα) που ανέδειξε και στηρίζει την κυβέρνηση με την ψήφο εμπιστοσύνης της, μάλλον θα σπεύσει να συγκαλύψει τους υπουργούς της Κυβέρνησης ώστε να μην εκτεθεί πολιτικά164. Αλλά ακόμη και αν δεν σπεύσει να το συγκαλύψει, πάντως για να φανεί προς τα έξω ως «δίκαιη και αμερόληπτη», από τους τυχόν πολλούς εμπλεκόμενους υπουργούς σε ένα εγκληματικό σκάνδαλο, θα συγκατανεύσει να «θυσιάσει» έναν ή δύο μόνον εξ αυτών, ενώ τους λοιπούς θα τους «προστατεύσει»165. Από την άλλη, η επόμενη κυβέρνηση που ενδεχομένως θα σχηματιστεί από την (πρώην) αντιπολίτευση, θα σπεύσει, ίσως και προσχηματικά κάποιες φορές, να κατηγορήσει υπουργούς και να κινήσει την διαδικασία της δίωξης166.

Δεύτερον, ιδιαίτερα προκλητική είναι η ύπαρξη της ειδικής προθεσμίας του άρ. 86 παρ. 3 Σ καθώς και η απορρέουσα από την πάροδό της συνέπεια. Πρόκειται για μία ρύθμιση που όμοιά της δεν συναντάται σε κανένα συνταγματικό κείμενο του ευρωπαϊκού χώρου (παρόλο που σχεδόν όλα τα ευρωπαϊκά συντάγματα προβλέπουν ειδικές ρυθμίσεις για τα όργανα της εκτελεστικής εξουσίας όταν εγκληματούν κατά την άσκηση των καθηκόντων τους). Εξάλλου, η εν λόγω ρύθμιση αδικαιολόγητα ανάχθηκε σε συνταγματικής περιωπής διάταξη μόλις με την αναθεώρηση του Συντάγματος του 2001. Διατυπώθηκε η άποψη ότι έλκει την καταγωγή της από το δικτατορικό νομοθετικό διάταγμα 802/1971167, μόνο που προβλεπόταν ως καταληκτικός χρόνος η πάροδος της πρώτης τακτικής συνόδου της επόμενης βουλευτικής περιόδου κατά την οποία τελέστηκε το αδίκημα, ενώ τώρα προβλέπει την πάροδο της δεύτερης.

Και ενώ η ως άνω προθεσμία τέθηκε ώστε να μην διατηρείται επ’ αόριστον η «πολιτική ομηρία» των μελών της Κυβέρνησης και των υφυπουργών, στην πράξη κατάντησε τρόπος παροχής ατιμωρησίας168 των υπουργών που τυχόν εγκλημάτησαν. «Σε ακραίες περιπτώσεις η αποκλειστική αυτή προθεσμία ισοδυναμεί με εκ των προτέρων εκμηδένιση κάθε πιθανότητας καταλογισμού ποινικής ευθύνης σε υπουργούς, νυν ή πρώην. Εάν το αδίκημα διαπραχθεί προς τα τέλη της βουλευτικής περιόδου και μετά τις εκλογές, οι οποίες επακολούθησαν, δεν καταστεί εφικτός ο σχηματισμός κυβέρνησης και διαλυθεί η Βουλή, τότε η ατιμωρησία είναι εξασφαλισμένη. Ούτως ή άλλως όμως, η προθεσμία του εδ. ε΄ είναι απελπιστικά σύντομη. Με δεδομένο ότι η κυβέρνηση απολαμβάνει την εμπιστοσύνη της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας (άρθρα 37 και 84 Συντ.), η τελευταία πολύ δύσκολα θα έφτανε στο σημείο να παραπέμψει στο Ειδικό Δικαστήριο του άρ. 86 Συντ. τους υπουργούς που η ίδια ανέδειξε και στηρίζει. Συνεπώς κατά τη βουλευτική περίοδο τέλεσης του αδικήματος δεν υπάρχουν σοβαρές πιθανότητες δίωξης κατά υπουργού (ή υφυπουργού). Η δήθεν ποινική ευθύνη των υπουργών είναι στην πραγματικότητα ποινική ευθύνη (μόνο) των πρώην υπουργών, και τούτο υπό την προϋπόθεση ότι στις βουλευτικές εκλογές θα ανατραπούν οι συσχετισμοί δύναμης μεταξύ των κομμάτων, και η ως τότε αντιπολίτευση θα γίνει κυβέρνηση. Ακόμη και τότε όμως, οι δύο πρώτες σύνοδοι της νέας βουλευτικής περιόδου, δηλ. πρακτικά λιγότερο από μία διετία, είναι πιθανό ν’ αποδειχθούν ανεπαρκές διάστημα, προκειμένου να έρθουν στο φως αποδεικτικά στοιχεία (π.χ. κίνηση λογαριασμών σε τράπεζες του εξωτερικού) ικανά να δικαιολογήσουν πολιτικά μια τόσο σοβαρή απόφαση, όπως η άσκηση δίωξης», παρατηρεί ο καθηγητής Κ. Χρυσόγονος169.

Προφανές είναι λοιπόν πως οι διατάξεις τόσο του Συντάγματος όσο και του νόμου 2136/2003 χρήζουν τροποποίησης. Το ζήτημα είναι προς ποια κατεύθυνση θα λάβει χώρα η τροποποίηση αυτή.

Ο Χαραλαμπάκης170 προτείνει όπως αφενός καταργηθεί ο θεσμός (άρα και η ειδική προθεσμία του άρ. 86 παρ. 3 Συντ. και άρ. 3 παρ. 2 ν. 3126/2003) για τα μεν πλημμελήματα διενεργείται υποχρεωτική προανάκριση από τον εισαγγελέα πρωτοδικών (χωρίς τη δυνατότητα απ’ ευθείας κλήσης στο ακροατήριο), για τα δε κακουργήματα η ποινική δίωξη ασκείται διά παραγγελίας ανάκρισης, η οποία και θα ολοκληρώνεται με την απόφανση (βούλευμα) του δικαστικού συμβουλίου Εφετών το οποίο και θα αποφαίνεται αμετάκλητα. Η εκδίκαση μπορεί να γίνεται από το Ειδικό Δικαστήριο ως έχει σήμερα. Εάν πάλι θελήσει ο αναθεωρητικός του Συντάγματος και ο κοινός νομοθέτης να μην απεξαρτήσει τελείως τη διαδικασία από τη Βουλή, μπορεί η τελευταία να διαδραματίζει το ρόλο του δικαστικού συμβουλίου, αποφασίζοντας έτσι περί της υποθέσεως σε ένα μεταγενέστερο στάδιο όπου από άποψη ουσίας η κρίση περί ύπαρξης ενδείξεων ενοχής θα έχει επαρκώς σχηματιστεί, και θα απομένει κυρίως η υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στη νομοτυπική μορφή του εγκλήματος.

Ο Χρυσόγονος171 αφού τάσσεται και αυτός υπέρ της κατάργησης της ειδικής προθεσμίας, περαιτέρω αναφορικά με το θέμα της αρμοδιότητας της άσκησης της ποινικής δίωξης προτείνει όπως αυτή ασκείται από ολιγομελές συλλογικό όργανο, αποτελούμενο από ανώτατους εισαγγελικούς λειτουργούς, επιλεγμένους κατ’ αρχαιότητα ή με κλήρωση. Για την ύπαρξη της συμμετοχής και της Βουλής στην όλη διαδικασία, θα μπορούσε να απαιτείται, εφόσον επρόκειτο για εν ενεργεία μέλος της κυβέρνησης ή υφυπουργό, ακόμη και εξωκοινοβουλευτικό, να απαιτείται άδεια της Βουλής. Για την περίπτωση δε που ο τέως υπουργός ή υφυπουργός θα έφερε την ιδιότητα του εν ενεργεία βουλευτή, η άδεια της Βουλής θα απαιτούνταν κατά το άρ. 62 παρ. 1 Σ. Από κει και πέρα, μετά την άσκηση της δίωξης ο Χρυσόγονος δε φαίνεται να προβληματίζεται ως προς την ακολουθούσα διαδικασία, η οποία θα μπορούσε να είναι όπως και η σημερινή, ήτοι να ακολουθεί πάντοτε (άρα και για τα πλημμελήματα) η διενέργεια ανάκρισης,

Ως ορθότερη φαίνεται η πρόταση του Χρυσόγονου με τη σκέψη ότι είναι συνεπέστερη προς τη ratio της ανέκαθεν ισχύουσας ειδικής μεταχείρισης των υπουργών η οποία απαιτεί η ά σ κ η σ η της ποινικής δίωξης, η π α ρ α π ο μ π ή και η ε κ δ ί κ α σ η να λαμβάνουν χώρα από όργανο όσο το δυνατόν πολιτικά αμερόληπτο– και πάντως π ι ο αμερόληπτο από την κ ο ι ν ή δ ι κ α ι ο σ ύ ν η172 – και με μεγαλύτερα εχέγγυα ορθοκρισίας. Πράγματι, ένα σ υ λ λ ο γ ι κ ό όργανο προς άσκηση της ποινικής δίωξης, συγκροτούμενο από ανώτατους εισαγγελείς θα κάλυπτε αρκούντως την απαιτούμενη πολιτική αμεροληψία. Περαιτέρω, η υπόθεση μετά την ανάκριση θα κρινόταν από το συμβούλιο του Ειδικού Δικαστηρίου και η εκδίκαση από το Ειδικό Δικαστήριο. Χρήσιμη εξάλλου, και συμβαδίζουσα προς την ειδική μεταχείριση των βουλευτών, φαίνεται η πρόταση για απαίτηση της άδεια της Βουλής, ενόσω υφίσταται η υπουργική ιδιότητα του προσώπου.

Στην πρόταση όμως του Χρυσόγονου θα πρέπει να προστεθεί η ειδική πρόβλεψη όπως στο συλλογικό όργανο που ασκεί την ποινική δίωξη συμμετέχουν κ α ι διοικητικοί δικαστές, με ειδικευμένες γνώσεις σε διοικητικά θέματα. Πράγματι, τα εγκλήματα που ρυθμίζονται από το ειδικό αυτό καθεστώς, αφορούν πράξεις άσκησης δημόσιας εξουσίας οι οποίες ρυθμίζονται από κανόνες του δημοσίου δικαίου173.

Εξάλλου, η συμμετοχή (εκτός από εισαγγελείς) και δικαστών στο συλλογικό όργανο που θα κινεί την ποινική δίωξη, δεν φαίνεται ξένη προς το ποινικό δικονομικό μας δίκαιο, στο βαθμό που σε ορισμένες εξαιρετικές περιπτώσεις προβλέπεται και η κίνησης της ποινικής δίωξης, αμέσως174 ή εμμέσως175, από δικαστές, και όχι από τους εισαγγελείς πρωτοδικών.

Αφενός με την υιοθέτηση εκ μέρους των δικαστηρίων της στενής ερμηνείας του πεδίου εφαρμογής, αφετέρου με την τροποποίηση των διατάξεων περί ποινικής ευθύνης υπουργών, είναι βέβαιο ότι θα μπει ένα λιθαράκι προς τη

διόρθωση των κακώς κειμένων αυτού του τόπου.

============================================

* ο   Σίσκος Παναγιώτης είναι Δικηγόρος και ΥπΜΔ Ποινικού Δικαίου ΑΠΘ

============================================

1Ι. Μανωλεδάκης, Ποινικό Δίκαιο, Επιτομή Γενικού Μέρους (με επιμέλεια Μ. Καϊάφα-Γκμπάντι και Ε. Συμεωνίδου – Καστανίδου), σελ. 322

2 Λ. Μαργαρίτης, σε Λ. Μαργαρίτης-Ν. Παρασκευόπουλος, Ποινολογία, σελ. 178-180

3 βλ. Κ. Μαυριά/Α. Παντελή, Συνταγματικά Κείμενα, τόμ. Α΄, σελ. 29, 39, 51, 75 επ., 89 επ., 99, 111, 131, 156, 207, 239, 278, 337, 396 επ., 337 επ. αντίστοιχα

4 Αναλυτική παράθεση των τροποποιήσεων, καθώς και σχετική κριτική αυτών γίνεται από τον Κ. Χρυσόγονο, Η ρύθμιση της ποινικής ευθύνης των υπουργών μετά την αναθεώρηση του Συντάγματος, ΠοινΧρ ΝΑ/2001, 781 – 786.

5 Η πρόβλεψη της συμμετοχής και μελών του Συμβουλίου της Επικρατείας σε μία ποινική δίκη δικαιολογείται από τη φύση του θεσμού της ποινικής ευθύνης των υπουργών, αναγόμενη τόσο στο ποινικό όσο και στο δημόσιο δίκαιο. Βλ. Ε. Βενιζέλος, Σχεδίασμα για την αναθεώρηση του άρ. 86 του Συντάγματος 1975/86 και τη ρύθμιση της ποινικής ευθύνης υπουργών, Υπερ., 1993, 469

6 Μέχρι τότε αποκλειστική αρμοδιότητα για τη δίωξη τρίτων προσώπων – συμμετόχων είχαν τα τακτικά ποινικά δικαστήρια, με βάση το άρ. 96 παρ. 1 του Συντάγματος, και οι τυχόν αντίθετες προβλέψεις του άρ. 9 ν.δ. 802/1971 και του άρ. 2 παρ. 2 ν. 2509/1997 θα έπρεπε να θεωρηθούν αντισυνταγματικές, αν και η Νομολογία ως προς το ν.δ. 802/1971 δεχόταν τη συνταγματικότητά του. Επ’ αυτού βλ. Κ. Χρυσόγονος, Η ρύθμιση της ποινικής ευθύνης των υπουργών μετά την αναθεώρηση του Συντάγματος, ΠοινΧρ ΝΑ/2001, 782, και υποσημ. 10

7 Τέτοια όπως θα δούμε παρακάτω προβλέπονταν με τους προϊσχύσαντες νόμους ΦΠΣΤ/1877 και 802/1971 περί ποινικής ευθύνης υπουργών, συναντώντας τις επικρίσεις της θεωρίας.

8 Μέχρι τότε η κοινοβουλευτική πλειοψηφία ήταν αυτή του γενικού κανόνα του άρ. 67 Σ, δεδομένου ότι η πρόβλεψη οποιασδήποτε άλλης πλειοψηφίας θα προσέκρουε στον γενικό κανόνα του Συντάγματος. Βλ. Κ. Χρυσόγονος, Η ρύθμιση της ποινικής ευθύνης των υπουργών μετά την αναθεώρηση του Συντάγματος, ΠοινΧρ ΝΑ/2001, 783

9 Σημειωτέον ότι η μνεία της ειδικής αυτής προθεσμίας εισήχθη για πρώτη φορά με τη συνταγματική αναθεώρηση του 2001. Μέχρι τότε η προθεσμία αυτή αφηνόταν στην ευχέρεια του κοινού νομοθέτη. Επιπλέον, όμοια διάταξη δεν συναντάται σε κανένα συνταγματικό ευρωπαϊκό κείμενο. (βλ. Κ. Χρυσόγονου, Η έκπτωση της υπουργικής ευθύνης, σε ΤιμΤόμ Σ. Αλεξιάδη, σελ. 1134-1135)

10 Ειρήσθω ότι ως βουλευτική περίοδος ονομάζεται η διάρκεια του βίου μιας Βουλής, μεταξύ δύο εκλογικών αναμετρήσεων. Ως βουλευτικές σύνοδοι αποκαλούνται τα χρονικά διαστήματα κατά τα οποία η Βουλή συνέρχεται για την άσκηση των αρμοδιοτήτων της. Η τακτική σύνοδος πρακτικάξεκινά από την πρώτη Δευτέρα κάθε Οκτωβρίου (υπό την επιφύλαξη ότι το χρονικό αυτό σημείο μπορεί να μεταβάλλεται αναλόγως με την ημερομηνία διεξαγωγής των εκλογών) και λήγει τον Ιούνιο του επόμενου έτους. Βλ. αναλυτικότερα σε Κ. Χρυσόγονου, Συνταγματικό Δίκαιο, σελ. 480 -481

11Γ. Κρίππας, Η ποινική ευθύνη των υπουργών, ΠοινΧρ ΚΗ΄, 81

12Το άρθρο είχε ως εξής: «Το αξιόποινον των εν τω παρόντι νόμω προβλεπομένων αδικημάτων εξαλείφεται δια της παραγραφής μετά την λήξιν τριών αμέσως επομένων τη πράξει Βουλευτικών Συνόδων.

Εάν το αδίκημα διαπραχθή διαρκούσης της Συνόδου, η παραγραφή αυτού άρχεται από της επομένης Συνόδου.»

13 ΑΠ 472/50 ΠοινΧρ Α΄ , 41, ΕιδΔικαστ 4/51, ΠοινΧρ Α΄, 143

14Επί λέξει όριζε ότι: «Τα της ευθύνης των Υπουργών διέπονται υπό της μέχρι της εφαρμογής του Συντάγματος της 3ης Ιουνίου 1927 ισχυούσης νομοθεσίας, διατηρουμένης εν ισχύϊ και υποκειμένης εις τροποποίησιν δια της νομοθετικής οδού.»

15 Κατ’ αυτό: «Τα υπό των άρθρων 1 έως 5 του παρόντος προβλεπόμενα εγκλήματα παραγράφονται άμα τη παρόδω της πρώτης συνόδου της επομένης βουλευτικής περιόδου, εκείνης καθ` ήν διεπράχθησαν.»

16Έτσι έλαβε την εξής μορφή: «1. Η δίωξη των υπό των άρθρων 1 έως 5 του παρόντος προβλεπόμενων εγκλημάτων ασκείται μέσα στην αποσβεστική προθεσμία της πρώτης συνόδου της επόμενης βουλευτικής περιόδου, εκείνης κατά την οποία διεπράχθησαν.

2. Το αξιόποινο των εγκλημάτων, που προβλέπονται στα άρθρα 1 έως 5 του νόμου αυτού, εξαλείφεται λόγω παραγραφής μετά τρία έτη από τη λήξη της βουλευτικής περιόδου κατά τη διάρκεια της οποίας τελέστηκαν.

3. Αναστολή της προθεσμίας της παραγραφής για οποιονδήποτε λόγο αποκλείεται.»

17 Επρόκειτο για το γνωστό ως «σκάνδαλο Κοσκωτά». Βλ. Βαρνιτσιώτης Ι., Η ποινική ευθύνη των υπουργών, δημοσίευση στο «ΒΗΜΑ», 28-5-2006. Επ αυτού βλ. υποσημ 68, 70 – 74 και 130 της παρούσης εργασίας

18Ι. Μανωλεδάκης, Προβλήματα από τις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του νόμου περί ευθύνης υπουργών, Υπερ. 1993, 442-449, Γ. Σανιδάς, Ποινική ευθύνη υπουργών και υφυπουργών. Σκέψεις και προβλήματα εκ των κειμένων διατάξεων, ΠοινΧρ. ΛΕ΄, 195 – 196. Contra Γ. Κρίππας, Η ποινική ευθύνη των υπουργών, ΠοινΧρ ΚΗ΄, 83 επ.

19 Κατ’ αυτό: «1. Οι αξιόποινες πράξεις που αναφέρονται στο άρθρο 3 παραγράφονται σύμφωνα με τις κοινές διατάξεις, οι οποίες ορίζουν την παραγραφή των πράξεων αυτών.

2. Οι αξιόποινες πράξεις που αναφέρονται στο άρθρο 2 παραγράφονται μετά από πέντε (5) έτη από την ημέρα που τελέστηκαν.

3. Η προθεσμία παραγραφής της προηγούμενης παραγράφου αναστέλλεται όσο διαρκεί η βουλευτική περίοδος κατά τη διάρκεια της οποίας τελέστηκε η πράξη. `Αλλη αναστολή δεν επέρχεται.»

20 Εξάλλου, εάν διαφορετικά είχε το πράγμα, θα αρκούσε η φράση: «Κακουργήματα και πλημμελήματα που τελέστηκαν από Υπουργό» και θα παρείλκε η φράση «κατά την άσκηση των καθηκόντων του».

21Ο ν. ΦΠΣΤ/1877 όριζε στο άρ. 1 ότι «Ενώπιον του κατά το άρθρ. 80 του Συντάγματος ειδικού δικαστηρίου κατηγορείται ο Υπουργός, όστις κατά την ενέργειαν των εαυτού καθηκόντων… α) προσυπέγραψε βασιλικό διάταγμα κλπ. …», ενώ ο ν. 802/1971, στα άρ. 1, 2, 4 και 5 όπου προβλέπονταν οι αξιόποινες πράξεις περιελάμβανε ρητά την έκφραση «κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του» (σημειωτέον ότι το άρ. 3 αναφερόταν σε αξιόποινες πράξεις του άρ. 1 και 2 και γι’ αυτό θεωρήθηκε ως περιττή η επανάληψη της προϋπόθεσης «κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του»). Πάντως, η οριοθέτηση του πεδίου εφαρμογής των ειδικών ρυθμίσεων για τα μέλη της Κυβερνήσεως και για τους υφυπουργούς μόνο εντός του πεδίου της άσκησης των καθηκόντων, φαίνεται να είχε συνταγματική καθιέρωση μόνο στο Σύνταγμα του 1975. Η εν λόγω ρύθμιση παρέμεινε και κατά την αναθεώρηση που έλαβε χώρα το 2001.

22 Ο ν. ΦΠΣΤ/1877 στο άρ. 3 και ο ν. 802/1971 στο άρ. 6 αυτού.

23 Για τις απόψεις της θεωρίας υπό το προϊσχύσαν νομοθετικό καθεστώς βλ. Γ. Κρίππα, Η ποινική ευθύνη των υπουργών, ΠοινΧρ ΚΗ΄, 88, Χ. Δέδε, Η ευθύνη των υπουργών, ΝοΒ 37 (1989), 1374, Ι. Μανωλεδάκη, Προβλήματα από τις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του νόμου περί ευθύνης υπουργών, Υπερ. 1993, 440 . Πάντως, ο ισχύων νόμος ρητά εξαιρεί τα εγκλήματα που δεν τελέστηκαν «κατά την άσκηση των καθηκόντων του», και όχι απλώς τα εγκλήματα τα άσχετα με τα υπουργικά καθήκοντα.

24 Παλαιότερα δεν είχαν λείψει και οι απόψεις οι οποίες εμφορούμενες από απολυταρχικές αντιλήψεις δέχονταν ότι η ποινική ευθύνη των υπουργών υπάγεται καθ’ όλη της την έκταση στην αποκλειστική αρμοδιότητα του νόμου περί ποινική ευθύνης υπουργών. (βλ. Χ. Δέδε, Η ευθύνη των υπουργών, ΝοΒ 37 (1989), 1374)

25 Αυτό παρατηρεί και ο Η. Αναγνωστόπουλος, Ζητήματα της ποινικής δίωξης υπουργών και συμμετόχων, ΠοινΧρ, ΞΑ (2011), 575.

26 Π.χ. βιασμός της καμαριέρας ξενοδοχείου από υπουργό (Η. Αναγνωστόπουλος, Ζητήματα της ποινικής δίωξης υπουργών και συμμετόχων, ΠοινΧρ, ΞΑ (2011), 575)

27 Πράγματι, τόσο όσοι δέχονται ότι στο πεδίο του εν λόγω νόμου υπάγονται τα αδικήματα που τελούνται μέσα από αυτήν καθεαυτή την ενάσκηση των υπουργικών καθηκόντων (σελ. 22 – 27 παρούσης εργασίας), όσο και όσοι υπάγουν επιπλέον και τα αδικήματα που απλώς σχετίζονται με τα υπουργικά καθήκοντα (σελ. 20 – 22 παρούσης εργασίας), συμφωνούν ως προς την υπαγωγή των πρώτων στο ρυθμιστικό πεδίο του νόμου.

27αΑναλυτική παράθεση των καθηκόντων αυτών, βάσει του Συντάγματος και του άρ. 10 παρ. 1 Ν. 1558/1985 βλ. σε Κ. Φελουτζή [Προβλήματα αρμοδιότητας μεταξύ κοινών και ειδικών ποινικών δικαστηρίων (Σε περιπτώσεις συναφών εγκλημάτων και συμμετοχής στο έγκλημα), σελ. 456 – 457

28 Τα ως άνω παραδείγματα αναφέρονται από την Ε. Συμεωνίδου- Καστανίδου, Τα όρια εφαρμογής των ειδικών διατάξεων για την ποινική ευθύνη των Υπουργών, ΠοινΔικ 2011, 498, με πλούσιες παραπομπές σε παραδείγματα της σύγχρονης ελληνικής πολιτικής ιστορίας

29Η. Αναγνωστόπουλος, Ζητήματα της ποινικής δίωξης υπουργών και συμμετόχων, ΠοινΧρ, ΞΑ (2011), 575

30Η. Αναγνωστόπουλος, Ζητήματα της ποινικής δίωξης υπουργών και συμμετόχων, ΠοινΧρ, ΞΑ (2011), 575

31Ε. Συμεωνίδου- Καστανίδου, Τα όρια εφαρμογής των ειδικών διατάξεων για την ποινική ευθύνη των Υπουργών, ΠοινΔικ 2011, 497

32Ε. Συμεωνίδου- Καστανίδου, ό.α.π., 497, υποσημ. 4.

33 Την αποκαλούμε ως «νεώτερη» ευρεία, ώστε να την διακρίνουμε από την «παλαιά» ευρεία, όπως θα φανεί αμέσως παρακάτω.

34 Η εντύπωση περί ύπαρξης δύο απόψεων και όχι τριών, προκαλείται από την ανάγνωση του άρθρου του Αναγνωστόπουλου, ο οποίος διακρίνει τρεις κατηγορίες πράξεων, ήτοι τις άσχετες προς τα υπουργικά καθήκοντα, τις σχετιζόμενες προς τα υπουργικά καθήκοντα και τις τελούμενες δι’ αυτής ταύτης της ασκήσεως των καθηκόντων. Ο ίδιος, από τ υ π ι κ ή ς απόψεως εντάσσεται στην ενδιάμεση κατηγορία, πλην όμως εμείς, δεδομένου ότι ο συγγραφέας μόνο κατ’ επίφαση υιοθετεί την ενδιάμεση άποψη, κρίνουμε ότι αυτός υιοθετεί όχι την, κατ’ αυτόν, ενδιάμεση, αλλά μια «νεώτερη ευρεία» άποψη, αφενός ουδόλως ενδιάμεση – σε αντίθεση με εκείνη του Κ. Φελουτζή [Προβλήματα αρμοδιότητας μεταξύ κοινών και ειδικών ποινικών δικαστηρίων (Σε περιπτώσεις συναφών εγκλημάτων και συμμετοχής στο έγκλημα), σελ. 455 επ., 458, 459] αφετέρου διαφορετική από την «παλαιά» ευρεία άποψη, η οποία σήμερα έχει εκλείψει.

35 βλ. υποσημ. 24 παρούσης εργασίας

36 Ο ν. 3126/2003 (άρ. 1 παρ. 1 και 3) οποίος ξεκάθαρα αναφέρει ότι όχι μόνον οι άσχετες προς τα υπουργικά καθήκοντα, αλλά και όσες δεν τελούντα «κατά την τέλεση των καθηκόντων» του υπουργού, εξαιρούνται από τις ρυθμίζεις του νόμου

37Ν. Ανδρουλάκης, Γύρω από την ποινική ευθύνη των Υπουργών, σελ. 9-10, 63-65, Δ. Κουκιώτης, Ποινική ευθύνη των Υπουργών και άρ. 86: μια «αντισυνταγματική διάταξη του Συντάγματος», ΠοινΔικ 2010, 1048 -1049, Γ. Σανιδάς, Ποινική ευθύνη υπουργών και υφυπουργών. Σκέψεις και προβλήματα εκ των κειμένων διατάξεων, ΠοινΧρ. ΛΕ΄, 199 – 201, 204 – 209, Θ. Σοφός, Η απεξάρτηση της δίωξης των Υπουργών από τη Βουλή, ΠοινΛογ 2009, 203 επ., Γ. Σταράντζης, Παραγραφή εγκλημάτων (υπουργών –υφυπουργών), ΑρχΝομ Μ΄ (1989), 387 , ΠοινΔικ 2010, 1048 επ., Α. Χαραλαμπάκης, Η ποινική ευθύνη των υπουργών, ΠοινΧρ ΝΘ΄ (2009), 776 – 778, Κ. Χρυσόγονος, Η ρύθμιση της ποινικής ευθύνης των υπουργών μετά την αναθεώρηση του Συντάγματος, ΠοινΧρ ΝΑ (2001), 781-782, ο ίδιος, Η έκπτωση της υπουργικής ευθύνης, σε Τιμητικό Τόμο Σ. Αλεξιάδη, σελ. 1134 επ.

38 «Υποθέσεις τηλεφωνικών υποκλοπών, απιστίας και παράβασης καθήκοντος» (υποσημ 75, 76, 77), «Υπόθεση Βατοπεδίου» (Συμβ ΕιδΔικΥπ, ΠοινΔικ 2011, 293 ΝοΒ 2012, 2180), «Υπόθεση υποβρυχίων» (βλ. σελ. 31 παρούσης εργασίας), στις οποίες οι κατηγορούμενοι δεν δικάστηκαν από το Ειδικό Δικαστήριο λόγω παρόδου της ειδικής προθεσμίας εντός της οποίας η Βουλή έπρεπε να ασκήσει την ποινική δίωξη. Ένα άλλο πρόβλημα που αναφάνηκε μέσα από τις παραπάνω υποθέσεις είναι ότι «η εμπειρία των τελευταίων ετών, από το 1989 και μετά, αποδεικνύει ότι η εκάστοτε κοινοβουλευτική πλειοψηφία έλαβε τις σχετικές αποφάσεις κινούμενη από πολιτική υστεροβουλία, αν μη και από προσωπική εμπάθεια.» (Κ. Χρυσόγονος, Η ρύθμιση της ποινικής ευθύνης των υπουργών μετά την αναθεώρηση του Συντάγματος, ΠοινΧρ ΝΑ (2001), 781

39 Εξ αυτού απορρέει ότι δεν είναι «κατά την άσκηση» η τέλεση πράξεως στη διάρκεια εκτελέσεως των καθηκόντων αλλά για λόγους άσχετους απ’ αυτά· αντίθετα, είναι «κατά την άσκηση» η εκτός χρόνου εργασίας (υπηρεσίας) τέλεση πράξεως ενόψει και προς διευκόλυνση της ασκήσεως μεταγενέστερα συγκεκριμένης αρμοδιότητάς του [Κ. Φελουτζής, Προβλήματα αρμοδιότητας μεταξύ κοινών και ειδικών ποινικών δικαστηρίων (Σε περιπτώσεις συναφών εγκλημάτων και συμμετοχής στο έγκλημα), σελ. 455 επ., 458, 459]

40Κ. Φελουτζής, Προβλήματα αρμοδιότητας μεταξύ κοινών και ειδικών ποινικών δικαστηρίων (Σε περιπτώσεις συναφών εγκλημάτων και συμμετοχής στο έγκλημα), σελ. 458-459. Η άποψη του Φελουτζή έχει τύχει θετικής κριτικής από τον Λ. Μαργαρίτη (Υπουργοί και υφυπουργοί: παθητική δωροδοκία και νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα, ΠοινΔικ, 491-493), καίτοι ο τελευταίος ενστερνίζεται την αντίθετη άποψη, με τις σκέψεις ότι εκφράστηκε σε μία χρονική περίοδο που ο εν λόγω νόμος δεν βρισκόταν στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος, διακρίνεται από καθαρότητα, εφόσον υιοθετεί ασφαλή κριτήρια και δεν απομακρύνεται από την ουσία του πράγματος, εφόσον δεν θεωρεί κρίσιμη την χρονική, αλλά την ουσιαστική σύνδεση προς τα υπουργικά καθήκοντα. Παράλειψη ωστόσο του Μαργαρίτη είναι να αναφέρει ότι ο Φελουτζής θεωρεί ως ουσιαστικά συνδεδεμένες με τα υπουργικά καθήκοντα, εκτός από τις πράξεις που συνιστούν το παράνομο μέσο άσκησης υπουργικής αρμοδιότητας, και όσες αποσκοπούν στην σ υ γ κ ά λ υ ψ η παράνομης άσκησης υπουργικής αρμοδιότητας (Κ. Φελουτζής, ό.π., σελ. 459).

41Κ. Φελουτζής, Προβλήματα αρμοδιότητας μεταξύ κοινών και ειδικών ποινικών δικαστηρίων (Σε περιπτώσεις συναφών εγκλημάτων και συμμετοχής στο έγκλημα), σελ. 458-459

42Η. Αναγνωστόπουλος, Ζητήματα της ποινικής δίωξης υπουργών και συμμετόχων, ΠοινΧρ, ΞΑ (2011), 575

43 Όπως αναφέρεται στο άρ. 45 παρ. 1 περ. α΄ ν. 3691/2008: «Με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών και με χρηματική ποινή από είκοσι χιλιάδες (20.000) ευρώ έως ένα εκατομμύριο (1.000.000) ευρώ τιμωρείται ο υπαίτιος πράξεων νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες».

44 Για την εν γένει ύπαρξη άμεσου δεσμού μεταξύ της νομιμοποίησης και του βασικού εγκλήματος βλ. ενδεικτικά Γ. Δημήτραινα, Η διεύρυνση (;) της έννοιας της «βασικής» εγκληματικής πράξης στο έγκλημα της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, ΠοινΧρ ΝΣΤ, 353 (ο οποίος κάνει λόγο για μία σχέση κύριας και επόμενης πράξης), Ε. Καμπέρου-Ντάλτα, Ο ν. 3691/2008 για το ξέπλυμα βρόμικου χρήματος, σελ. 96, Π. Τσιρίδη, Ο νέος νόμος για το ξέπλυμα χρήματος, (Ν. 3691/2008), σελ. 79 (που κάνουν λόγο για προέλευση της προς νομιμοποίηση περιουσίας άμεσα και αιτιακά από την τέλεση προηγούμενης εγκληματικής δραστηριότητας).

45Λ. Μαργαρίτης, Υπουργοί και υφυπουργοί: Παθητική δωροδοκία και νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα, ΠοινΔικ 2011, 490 επ.

46Ε. Συμεωνίδου-Καστανίδου, Τα όρια εφαρμογής των ειδικών διατάξεων για την ποινική ευθύνη των Υπουργών, ΠοινΔικ 2011, 496 επ.

47 Κατά τη διατύπωση που χρησιμοποιεί ο Η. Αναγνωστόπουλος, Ζητήματα της ποινικής δίωξης υπουργών και συμμετόχων, ΠοινΧρ, ΞΑ (2011), 575, παραθέτοντας την στενότερη αυτή άποψη.

48Ε. Συμεωνίδου-Καστανίδου, Τα όρια εφαρμογής των ειδικών διατάξεων για την ποινική ευθύνη των Υπουργών, ΠοινΔικ 2011, 498

49Λ. Μαργαρίτης, Υπουργοί και υφυπουργοί: Παθητική δωροδοκία και νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα, ΠοινΔικ 2011, 492. Ορθά ο Μαργαρίτης υπάγει εδώ και τις παραλείψεις ενασκήσεως των κατά νόμο οφειλόμενων καθηκόντων. Ως τέτοια περίπτωση θα μπορούσε να αναφερθεί η περίπτωση που ο Υπουργός παραλείπει τις απαραίτητες ενέργειες για την υπογραφή σύμβασης ανάθεσης έργου λίαν ευεργετικής για το δημόσιο, και συγκεκριμένα με μειοδότη

50βλ. εισηγητική έκθεση Ν 2509/1997, όπου η ειδική δικαιοδοσία του Ειδικού Δικαστηρίου χαρακτηρίζεται ως εξαιρετική διαδικασία και Γ. Χατζίκου, Πρόταση στο ΣυμβΕφΑθ 1440/2010 ΠοινΔικ 2010, 825, όπου και η σκέψη ότι ο περί ευθύνης υπουργών νόμος συνιστά εξαιρετικό δίκαιο

51 βλ. Γ. Χατζίκου, Πρόταση στο ΣυμβΕφΑθ 1440/2010 ΠοινΔικ 2010, 825, όπου και η σκέψη ότι ο περί ευθύνης υπουργών νόμος συνιστά εξαιρετικό δίκαιο

52 βλ. άρ. 6 νδ 802/1971 και άρ. 3 ν. 2509/1997

53Λ. Μαργαρίτης, Υπουργοί και υφυπουργοί: Παθητική δωροδοκία και νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα, ΠοινΔικ 2011, 492, Ε. Συμεωνίδου-Καστανίδου, Τα όρια εφαρμογής των ειδικών διατάξεων για την ποινική ευθύνη των Υπουργών, ΠοινΔικ 2011, 496

54Ε. Συμεωνίδου-Καστανίδου, Τα όρια εφαρμογής των ειδικών διατάξεων για την ποινική ευθύνη των Υπουργών, ΠοινΔικ 2011, 498

55 Δεδομένου ότι, σε γενικές γραμμές, το Ειδικό Δικαστήριο μέχρι το Σύνταγμα του 1952 συγκροτούνταν από τον Πρόεδρο του Αρείου Πάγου, από Εφέτες και Προέδρους Εφετών, ενώ από το Σύνταγμα του 1964 και μέχρι την αναθεώρηση του Συντάγματος 1975/86 από τον Πρόεδρο του Αρείου Πάγου, από Αρεοπαγίτες και Προέδρους Εφετών. Επ’ αυτού βλ. σελ. 12 παρούσης εργασίας.

56 Πρακτικά Βουλής της 21/2/2001, σελ. 5161, κατά παραπομπή Ε. Συμεωνίδου-Καστανίδου, Τα όρια εφαρμογής των ειδικών διατάξεων για την ποινική ευθύνη των Υπουργών, ΠοινΔικ 2011, 499 σημ. 16

57Α. Λοβέρδος, Η ποινική ευθύνη των μελών της Κυβέρνησης και των Υφυπουργών στο κοινοβουλευτικό πολίτευμα, σελ. 88

58Ε. Βενιζέλος, Σχεδίασμα για την αναθεώρηση του άρ. 86 του Συντάγματος 1975/86 και τη ρύθμιση της ποινικής ευθύνης υπουργών, Υπερ., 1993, 469

59Λ. Μαργαρίτης, Υπουργοί και υφυπουργοί: Παθητική δωροδοκία και νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα, ΠοινΔικ 2011, 492, όπου και παραπομπές σε σχετική βιβλιογραφία

60Κ. Χρυσόγονος, Συνταγματικές διαστάσεις της ποινικής ευθύνης των μελών της Κυβέρνησης και των υφυπουργών, Υπερ 1997, 455

61 Τέτοιο επιχείρημα είχε εκφραστεί από τον τότε Υπουργό Δικαιοσύνης Φ. Πετσάλνικο στην Ολομέλεια της Βουλής (Πρακτικά Βουλής της 18.2.2003, σελ. 2932)

62 Η πρώτη άποψη απορρίπτεται με την αιτιολογία ότι εάν έτσι είχε το πράγμα, θα διασφαλίζονταν οι υπουργοί όχι μόνο από παράνομες ποινικές διώξεις μεθοδευμένες εκ μέρους των πολιτικών τους αντιπάλων, αλλά και από τις καθ’ όλα νόμιμα ποινικές διώξεις. Η δεύτερη αποκρούεται με τη σκέψη ότι οι ειδικές ρυθμίσεις αφορούν μόνο ένα συγκεκριμένο είδος εγκλημάτων. Εάν έτσι είχε το πράγμα, θα έπρεπε να αφορούν όλα τα εγκλήματα τα τελούμενα από Υπουργό κατά τη θητεία του. (Ε. Συμεωνίδου-Καστανίδου, Τα όρια εφαρμογής των ειδικών διατάξεων για την ποινική ευθύνη των Υπουργών, ΠοινΔικ 2011, 499-500)

63 Ως παραδείγματα αναφέρει η Ε. Συμεωνίδου-Καστανίδου (Τα όρια εφαρμογής των ειδικών διατάξεων για την ποινική ευθύνη των Υπουργών, ΠοινΔικ 2011, 500) τις περιπτώσεις όπου σχεδόν κάθε ιδιωτικοποίηση μιας επιχείρησης, ανάθεση έργων, ρύθμιση χρεών, η υπογραφή Μνημονίων, χαρακτηρίζεται από την αντιπολίτευση ως πράξη που συνιστά το έγκλημα της απιστίας και μάλιστα τις περισσότερες φορές υπό μορφή κακουργήματος.

64Ε. Συμεωνίδου-Καστανίδου, Τα όρια εφαρμογής των ειδικών διατάξεων για την ποινική ευθύνη των Υπουργών, ΠοινΔικ 2011, 500

65 Για τέτοια αδικήματα καταδικάστηκαν το 1876 ο Υπουργός Εκκλησιασικών και Δημοσίας Εκπαιδεύσεως Ι. Β. και ο Υπουργός Δικαιοσύνης Β. Ν.

66 Για απιστία καταδικάστηκε ο Υπουργός Π. Χ. το 1950

67 Για τέτοια αδικήματα καταδικάστηκε το 1990 ο Υπουργός Οικονομικών Ν. Αθ., η Βουλή όμως το 1994 συγκατέθεσε στην άρση των εννόμων συνεπειών της καταδίκης

68 Πρόκειται για το χαρακτηρισθέν ως «σκάνδαλο Κοσκωτά». Για τέτοια αδικήματα δικάστηκε και αθωώθηκε το 1992 ο Πρωθυπουργός Α. Π. στην δίκη που έλαβε χώρα και για τα (φερόμενα ως) τελεσθέντα από τους Υπουργούς Π. Ρ., Δ. Τ. και Μ. Κ., καθώς και από τον Υφυπουργό Γ. Π. αδικήματα (βλ. υποσημ. 70 – 74 της παρούσης εργασίας)

69 «Μέλος της Κυβερνήσεως ή Υφυπουργός, όστις κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, χωρίς να παραβιάζη διάταξιν του Συντάγματος, των νόμων, των νομοθετικών διαταγμάτων, ή των κατά το άρθρον 48 παρ. 1 έως 3 του Συντάγματος εκδιδομένων Βασιλικών διαταγμάτων ή ετέρων κανονιστικών πράξεων, δι` ενεργείας ή παραλείψεώς του βλάπτει, εκ προθέσεως, τα συμφέροντα του Κράτους, τιμωρείται διά φυλακίσεως τουλάχιστον εξ μηνών και αποστερήσεως τον πολιτικών του δικαιωμάτων διαρκείας από δύο μέχρι δέκα ετών.»

70 Για τέτοια αδικήματα παραπέμφθηκε το 1989, πλην όμως δεν δικάστηκε στη δίκη του 1992 (λόγω μη χορήγησης της ασυλίας από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο) ο Υπουργός Οικονομίας Π. Ρ.

71 Για απιστία περί την υπηρεσία καταδικάστηκε το 1992 ο Υπουργός Οικονομικών Δ. Τ., αλλά η Βουλή το 1993 συγκατέθεσε στην απονομή χάριτος και στην άρση των εννόμων συνεπειών της καταδίκης

72 Για τέτοια παράβαση παραπέμφθηκε το 1989 και η δίκη έγινε το 1992, αλλά κατά τη διάρκειά της πέθανε, ο Υπουργός Δικαιοσύνης Μ. Κ.

73 Για την απιστία περί την υπηρεσία καταδικάστηκε, ενώ για την δωροδοκία αθωώθηκε το 1992 ο Υφυπουργός Βιομηχανίας, Έρευνας, Τεχνολογίας Γ. Π.

74 Για ηθική αυτουργία σε υποκλοπές τηλεφωνικών συνδιαλέξεων παραπέμφθηκαν το 1989 και το 1994, αντίστοιχα, ο Α. Π. και ο Κ. Μ., αλλά η δίωξη ανεστάλη τον Μάιο του 1992 και τον Ιανουάριο του 1995 για τον καθένα.

75 Για τέτοια αδικήματα παραπέμφθηκε το 1994 (σχετικά με την πώληση της ΑΓΕΤ, μιας επιχείρησης του Δημοσίου) ο Πρωθυπουργός Κ. Μ., αλλά η δίωξη ανεστάλη με απόφαση της Βουλής τον Ιανουάριο του 1995

76 Για τέτοια αδικήματα παραπέμφθηκαν μαζί με τον Κ. Μ. το 1994 οι Υπουργοί Οικονομικών Ι. Π. και Βιομηχανίας, Εμπορίου, Τεχνολογίας Α. Αν., ενώ η δίωξη ανεστάλη μαζί με αυτή κατά του Κ. Μ.

77Στα πλαίσια της «υπόθεσης της Μονής Βατοπεδίου». «Πρόκειται για μια σειρά ανταλλαγών ακινήτων, εκτάσεων και οικοπέδων, μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και της Μονής Βατοπεδίου του Αγ. Όρους, με φερόμενο απώτερο σκοπό να περιέλθουν αυτά, δια πλαγίας οδού – αγοραπωλησιών, μέσω της Ιεράς Μονής, σε συγκεκριμένες υπεράκτιες εταιρίες.

Το σκάνδαλο, σε γενικές γραμμές, αφορά τις εξής ενέργειες των ανθρώπων της μονής και των κρατικών αξιωματούχων:

1. Σε πρώτο στάδιο η Μονή Βατοπεδίου θα ήγειρε αξιώσεις ιδιοκτησίας στη λιμνοθάλασσα που κατέχει με αυτοκρατορικά χρυσόβουλα, καθώς και σε παρόχθιες εκτάσεις που όμως ποτέ στο παρελθόν δεν διεκδίκησε. Το γεγονός αυτό ήταν βέβαιο ότι θα ξεσήκωνε τον εκεί πληθυσμό που εκμεταλλεύεται το χώρο αλιευτικά, με μίσθωση, ενάντια των διεκδικήσεων αυτών . Στο σημείο αυτό όταν οι αντιδράσεις θα έφθαναν στο αποκορύφωμα η κυβέρνηση θα έσπευδε «πυροσβεστικά» να δώσει λύση, οπότε και θα ακολουθούσε το δεύτερο στάδιο.

2. Εφαρμογή του 2ου σταδίου ήταν η κυβέρνηση να σπεύσει και να δώσει άμεση λύση, βεβαίως «υπέρ των κατοίκων», προβαίνοντας έτσι, «…εξ ανάγκης», σε ανταλλαγές οικοπέδων και ακινήτων του Δημοσίου άλλων περιοχών, έναντι της λιμνοθάλασσας και των περί αυτής εκτάσεων, προς τη Μονή Βατοπεδίου. Έτσι αφενός οι κάτοικοι της περιοχής θα ησύχαζαν, αφού δεν θα άλλαζε η υφιστάμενη κατάσταση και αφετέρου στη Μονή Βατοπεδίου θα περιέρχονταν διάφορα ακίνητα και κτήματα τα οποία ελεύθερα θα μπορούσε πλέον η ίδια να διαχειριστεί «ασφαλέστερα» και «εποικοδομητικότερα» προς ίδιο όφελος, με σημαντικότερο όμως όφελος κάποιων τρίτων, ιδιαίτερα ενδιαφερομένων στην υπόθεση.» «Στην υπόθεση εμπλέκονται ως τελικοί αποδέκτες ή διαχειριστές των ακινήτων μια σειρά από υπεράκτιες (offshore) εταιρίες (συνήθως με έδρα στην Κύπρο) που είτε ανήκουν στη Μονή Βατοπεδίου, είτε συνδέονται έμμεσα με αυτή» (βλ. ιστοσελίδα http://el.wikipedia.org/wiki, πατώντας το λήμμα «Σκάνδαλο Μονής Βατοπεδίου»)

78 Ειδικότερα, επρόκειτο για τους πρώην Υπουργούς Ε. Μ. και Α. Κ. και τον πρώην υφυπουργό Π. Δ., για την αξιόποινη πράξη της απιστίας περί την υπηρεσία σε βάρος του Δημοσίου, κατ` αυτουργία και συναυτουργία για τους πρώτο και τρίτο και κατά συναυτουργία για τον δεύτερο, κατ` εξακολούθηση, το αντικείμενο της οποίας έχει συνολική αξία μεγαλύτερη των 73.000 ευρώ, από την οποία η προθενηθείσα ζημία υπερβαίνει το ποσό των 150.000 ευρώ.

79

80 ΠοινΔικ 2011,293, ΝοΒ 2012,2180

81 Βουλ ΕιδΔικΥπ 1/2011, ΠοινΔικ 2011, 293

82 Πρόκειται για την παραπομπή του Υπουργού Α. Τ. στα πλαίσια της «υπόθεσης των υποβρυχίων», όπου ο ως άνω Υπουργός κατηγορούνταν για παθητική δωροδοκία εν όψει της διευκόλυνσης της εταιρείας F., προκειμένου να αναλάβει η τελευταία το έργο της παραγγελίας τριών νέων υποβρυχίων, από το ελληνικό Δημόσιο.

83 Πρόκειται για τον νόμο που είναι γνωστός ως «πόθεν έσχες».

84 Για τέτοια αδικήματα καταδικάστηκαν τον Απρίλιο του 2011 ο (πρώην) Υπουργός Α. Μ. και τον Μάρτιο του 2013 ο (πρώην) Υπουργός Α. Τ.

85 Για το έγκλημα της νομιμοποίησης σε βαθμό κακουργήματος ασκήθηκε ποινική δίωξη τον Μάιο 2010 κατά του (πρώην) Υπουργού Α. Μ., ενώ ήδη τον Ιούλιο 2013 ο Εισαγγελέας Εφετών έχει υποβάλει παραπεμπτική πρόταση προς το Συμβούλιο Εφετών (ΠοινΔικ 2010.825). Ομοίως, κατόπιν της άσκησης από τη Βουλή ποινικής δίωξης κατά του (πρώην) Υπουργού Α. Τ. για δωροδοκία και νομιμοποίηση των εσόδων εκ της δωροδοκίας, το Συμβ ΕιδΔικΥπ ως προς την δωροδοκία έπαυσε την ποινική δίωξη, ενώ ως προς την νομιμοποίηση έκρινε ότι αυτή δεν υπάγεται στον νόμο περί ποινική ευθύνης Υπουργών. Ως εκ τούτου, για την νομιμοποίηση ακολουθήθηκε η κοινή δικονομική διαδικασία, με αποτέλεσμα ο (πρώην) Υπουργός να παραπεμφθεί τον Μάρτιο 2013 με βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων, στο οποίο και εκκρεμεί η εκδίκαση της υπόθεσης.

86 Βλ. τα όσα έγινα δεκτά ως προς την νομιμοποίηση από το ΣυμβΕφΑθ 1439/2010 , καθώς και την εισαγγελική πρόταση προς αυτό. Επίσης όμοια υπήρξε και η Εισαγγελική πρόταση του Εισαγγελέα Ν. Μαύρου, αναφερόμενη στο δικαστικό προηγούμενο της ως άνω υπόθεσης

87 ΠοινΔικ 2010, 825

88 εκπρόσωπος της οποίας ο Φελουτζής. Βλ. σελ. 20 -22 παρούσης εργασίας

89 Βλ. υποσημ. 86 παρούσης εργασίας

90 Οι υπογραμμίσεις δικές μας

91 η οποία (σχεδόν) κάθε έγκλημα τελούμενο από Υπουργό το υπήγε, όπως παραπάνω αναλύθηκε, στον ειδικό αυτό νόμο

92 αρ. 1 παρ. 1, 3 ν. 3126/2003

93 Όπως για παράδειγμα πράττει ο Εισαγγελέας Εφετών Χατζίκος (βλ. σελ. 32 παρούσης εργασίας)

94 Κατά τον όρο που χρησιμοποιεί ο Αναγνωστόπουλος, χωρίς να σημαίνει ότι και εμείς ενστερνιζόμαστε την άποψή του, ότι δηλαδή στο ειδικό καθεστώς των Υπουργών υπάγονται απλώς οι σχετικές προς τα καθήκοντά τους πράξεις.

95 Βλ. υποσημ. 46 παρούσης εργασίας

96 «Όποιος… αποκρύπτει, αγοράζει, λαμβάνει ως ενέχυρο ή με άλλον τρόπο δέχεται στην κατοχή του πράγμα που προήλθε α π ό α ξ ι ό π ο ι ν η π ρ ά ξ η ή μεταβιβάζει σε άλλον την κατοχή τέτοιου πράγματος ή συνεργεί σε μεταβίβαση ή με οποιονδήποτε τρόπο ασφαλίζει την κατοχή του σε άλλον…»

97 Ο Φελουτζής δεν έλαβε θέση ρητά επ’ αυτού διότι όταν συνέγραφε τη μελέτη του δεν είχε ανακύψει από την επικαιρότητα (μέχρι τότε) κανένα παρόμοιο ζήτημα νομιμοποίησης εσόδων.

98Μία άποψη που που άγει τον μελετητή στο συμπέρασμα ότι ο Αναγνωστόπουλος «εκφεύγει» από το πεδίο της ενδιάμεσης άποψης και τείνει να υιοθετήσει μια «νεώτερη ευρεία» άποψη.

99 Αυτό παρατηρεί και ο Λ. Μαργαρίτης (Υπουργοί και υφυπουργοί: παθητική δωροδοκία και νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα, ΠοινΔικ, 493), σημειώνοντας ότι «Ο Φελουτζής δεν εντάσσει τη νομιμοποίηση στο άρ. 86 Συντ., αφού αυτή δεν αποτελεί «παράνομο μέσο» ασκήσεως συγκεκριμένης αρμοδιότητας». Ο Μαργαρίτης όμως θα έπρεπε να ερευνήσει μήπως ο Φελουτζής δέχεται ως υπαγόμενη εδώ την νομιμοποίηση, με βάση κ α ι το δεύτερο κριτήριο που υιοθετεί , ήτοι το κριτήριο του τρόπου συγκάλυψης της παράνομης άσκησης των καθηκόντων.

100 «…η εφαρμογή του άρ. 86 Σ. (και του ν. 3126/2003) …θα πρέπει να γίνει δεκτή … μόνο σε εκείνες (τις περιπτώσεις) που η αξιόποινη πράξη του Υπουργού αποτελεί ειδικότερα «παράνομο μέσο» άσκησης συγκεκριμένης αρμοδιότητας του Υπουργού. Ή ακόμη στις περιπτώσεις που η αξιόποινη πράξη αποσκοπεί στη συγκάλυψη μιας τ έ τ ο ι α ς (η υπογράμμιση δική μας) παράνομης άσκησης υπουργικής αρμοδιότητας».

101Ι. Σταμούλης, Η ποινική ευθύνη των μελών της Κυβερνήσεως, σελ. 46

102 «κατά την εκτέλεση των ανατεθειμένων σε αυτά καθηκόντων», «κατά την ενάσκηση της ανατεθειμένης σε αυτά δημόσιας εξουσίας», «κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας του» αντίστοιχα

103Γ. Μπαλής, Γενικαί Αρχαί του Αστικού Δικαίου, σελ. 66, Α. Παπαχρήστου,, Γενικαί Αρχαί του Αστικού Δικαίου, σελ. 212, Ι. Καράκωστας/Ν. Τριάντος, Αστικός Κώδικας, Γενικές Αρχές, Τόμ. Πρώτος, (άρ. 1-126), σελ. 440

104Β. Βαθρακοκοίλης, ΕΡΝΟΜΑΚ, τόμ. ΣΤ΄, ημίτομος Β΄, σελ. 678-679, 682-683

105 Α. Γεωργιάδης-Μ. Σταθόπουλος, Αστικός Κώδιξ, IV, σελ. 752, Β. Βαθρακοκοίλης, ΕΡΝΟΜΑΚ, τόμ. Γ΄, ημίτομος Γ΄, σελ. 976-977

106 137Α παρ. 1 εδ. α΄, 315Α, 235, 262 ΠΚ

107Η. Αναγνωστόπουλος Ζητήματα της ποινικής δίωξης υπουργών και συμμετόχων, ΠοινΧρ, ΞΑ (2011), 575

108Α. Λοβέρδος, Η ποινική ευθύνη των μελών της Κυβερνήσεως και των υφυπουργών στο Κοινοβουλευτικό σύστημα, σελ. 87 -88

109 Ο Γ. Σανιδάς (Ποινική ευθύνη Υπουργών, Σκέψεις και προβλήματα, ΠοινΧρ ΛΕ΄, 207) αφού παραθέτει την άποψη του Κ. Τσάτσου, εκφρασθείσα κατά τα παραπάνω στην Ολομέλεια της Επιτροπής, αναφέρει χαρακτηριστικά:

«Αν όμως τα’ ανωτέρω θα ήτο δυνατόν ίσως κατ’ αρχάς να θεωρηθούν δεδικαιολογημένα διά τα υπό του νόμου περί ευθύνης Υπουργών το πρώτον καθιδρυόμενα «ιδιαίτερα» εγκλήματα υποκείμενο των οποίων δύναται να είναι μόνον ο Υπουργός (τοιαύτα είναι τώρα τα υπό του άρθρου 1 έως 4 του Ν.Δ. 802/71 προβλεπόμενα), πώς θα ήτο δυνατόν να ισχύσουν ταύτα και διά τας περιπτώσεις τελέσεως υπό των Υπουργών και Υφυπουργών κατά την άσκηση των καθηκόντων των, εγκλημάτων του κοινού ποινικού δικαίου, ως δωροδοκίας ή υπεξαιρέσεως, κλοπής κλπ., χρημάτων ή ετέρων πραγμάτων του δημοσίου, πολύ μάλιστα περισσότερον όταν συλλαμβάνονται επ’ αυτοφώρω να τελούν τοιαύτα; Ποίαν αληθώς σχέσιν δύναται να έχη η τόλμη, η γενναιότητα και η ελευθερία με τα οποία πρέπει να είναι προικισμένος ένας Υπουργός διά να εκπληρώσει την πολιτικήν αποστολή, με τας περιπτώσεις κατά τας οποίας αποδεικνύεται ή καταγγέλεται και από τον τύπον ακόμη ότι κάποιος Υπουργός διέπραξε είτε μόνος είτε με την συνεργασία άλλων (υπαλλήλων ή ιδιωτών) εγκλήματα του κοινού ποινικού δικαίου ως π.χ. κλοπήν ή υπεξαίρεσιν και δη εις βάρος της περιουσίας του δημοσίου την οποίαν υποτίθεται ότι ετάχθη να περιφρουρεί».

Είναι προφανές, με βάση τα συμφραζόμενα, ότι αναφερόμενος ο Σανιδάς στα εγκλήματα του κοινού ποινικού δικαίου τα τελούμενα κατά την άσκηση των καθηκόντων του υπουργού, έχει κατά νου – χωρίς να την ενστερνίζεται κιόλας- την (τότε) κρατούσα ενδιάμεση άποψη που υπήγε εδώ και τα εγκλήματα τα σ χ ε τ ι ζ ό μ ε ν α προς τα καθήκοντα. Αντιθέτως, τα τότε εγκλήματα των άρ. 1 έως 4 του Ν.Δ. 802/1971 αφορούσαν καθαρά την ά σ κ η σ η π ο λ ι τ ι κ ή ς (Ι. Μανωλεδάκης, Προβλήματα από τις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του νόμου περί ευθύνης υπουργών, Υπερ 1993, 449). Εάν θελήσουμε να μεταφέρουμε τις τότε ρυθμίσεις προς τη σημερινή νομοθετική πραγματικότητα, σήμερα ο Σανιδάς θα δεχόταν προφανώς την σ τ ε ν ή άποψη, αφού θα θεωρούσε ως συνταγματικές εκείνες τις πράξεις που συνιστώντας μεν άσκηση πολιτικής, πληρούν δε την νομοτυπική μορφή των εγκλημάτων της απιστίας, της απιστίας περί την υπηρεσία, της παράβασης καθήκοντος ή της εσχάτης προδοσίας.

 

110ΣυμβΝαυτοδΠειρ 213/1997, ΠοινΧρ ΜΘ΄, 269, ΠεντΝαυτοδΠειρ 359/2007, ΠοινΧρ 2008, 78

111 Α. Κωστάρας, Ποινικό Δίκαιο, Επιτομή Ειδικού Μέρους, άρθρο 315Α πλαγιάρ. 3, Γ. Μπέκας, Η προστασία της ζωής και της υγείας, σελ. 366, Ε. Συμεωνίδου-Καστανίδου, Εγκλήματα κατά προσωπικών αγαθών, 2006, σελ. 168

112Ν. Μπιτζιλέκης, Υπηρεσιακά εγκλήματα, β΄ έκδοση, σελ. 191-192

113 ΟλΑΠ 857/1978, ΠοινΧρ 1979, 46

114 ΑΠ 1149/1988, ΠοινΧρ 1989, 92

115 ΑΠ 556/1982, ΠοινΧρ 1983, 24

116ΑΠ 1202/2011, ΑΠ 1625/2011, ΑΠ 1718/2011, ΑΠ 559/2010, ΑΠ 1246/2010, ΑΠ 1925/2010 σε NOMOS, ΑΠ 543/2009 ΠοινΔικ 2009,1205

117 Σημειωτέον ότι και ο υπουργός θεωρείται υπάλληλος κατά το άρ. 2 παρ. 3 ν. 3126/2003

118 Κατά την Συμεωνίδου-Καστανίδου, Τα όρια εφαρμογής των ειδικών διατάξεων για την ποινική ευθύνη των υπουργών, ΠοινΔικ 2011, 496, επ. , ιδίως υποσημ. 5 σελ. 498, το αρχικό κείμενο του νόμου ήταν «εν τη ασκήσει της υπηρεσίας του».

119Ν. Μπιτζιλέκης, Υπηρεσιακά εγκλήματα, β΄ έκδοση, σελ. 111

120 Η υπογράμμιση δική μας. Είναι προφανής ο διαχωρισμός των εγκλημάτων των τελουμένων από υπάλληλο σε τρία είδη: Στα άσχετα προς τα υπαλληλικά καθήκοντα, στα σχετικά προς αυτά και στα τελούμενα διαμέσου των υπαλληλικών καθηκόντων. Αλλά ο διαχωρισμός αυτός είναι ακριβώς αυτός στον οποίο προβήκαμε και εμείς παραπάνω (σελ. 16- 19 παρούσης εργασίας)

121Ν. Μπιτζιλέκης, Υπηρεσιακά εγκλήματα, β΄ έκδοση, σελ. 112- 113

122 Πάντως στους υποστηρικτές της στενής άποψης θα πρέπει να ενταχθεί και ο Μπιτζιλέκης. Πράγματι, από τα όσα δέχεται για τα υπηρεσιακά εγκλήματα, δίνοντας μάλιστα βαρύτητα στο ίδιο το γράμμα της νομοτυπικής μορφής των εγκλημάτων αυτών, φαίνεται ότι θα ασπαζόταν μάλλον την στενή άποψη του Μαργαρίτη και της Συμεωνίδου – Καστανίδου.

123Συμεωνίδου-Καστανίδου, Τα όρια εφαρμογής των ειδικών διατάξεων για την ποινική ευθύνη των υπουργών, ΠοινΔικ 2011, 499 επ

124 Ο λόγος αφορά σήμερα την προθεσμία του 86 παρ. 3 Συντ. ως λόγο εξάλειψης του αξιοποίνου (άρ. 3 παρ 2 ν. 3126/2003) και άρα εντασσομένου στο ουσιαστικό ποινικό δίκαιο – ανεξαρτήτως του χαρακτηρισμού της προθεσμίας αυτής ως παραγραφής, αμνηστίας κλπ. (βλ. και υποσημ. 130 παρούσης εργασίας) Εξάλλου, για την αρχή indubiopromitiore σε περίπτωση που χωρούν δύο ερμηνευτικές εκδοχές βλ. Ν. Χωραφά, Ποινικόν Δίκαιον, Γενικόν Μέρος, σελ. 64-65, Α. Μαγκάκη σε Ν. Ανδρουλάκη/ Γ. Μαγκάκη/ Ι. Μανωλεδάκη/ Δ. Σπινέλλη/ Κ. Σταμάτη/ Α. Ψαρούδα-Μπενάκη,Συστηματική Ερμηνεία Ποινικού Κώδικα, άρθρο 1, αρ. 61- 62

125 Ως προς την άσκηση της ποινικής δίωξης από τη Βουλή, την απαγόρευση ανάμειξης της κοινής ποινικής δικαιοσύνης καθώς και την εκδίκαση από το Ειδικό Δικαστήριο του άρ. 86 Συντ., που εξασφαλίζουν, σύμφωνα με τη ratio θεσπισης του θεσμού, μεγαλύτερα εχέγγυα ορθοκρισίας και πολιτικής αμεροληψίας (για την ισχύ της αρχής εν αμφιβολία υπέρ του κατηγορουμένου και στο χωρο του Ποινικού Δικονομικού Δικαίου βλ. Ν. Ανδρουλάκη, Θεμελιώδεις έννοιες της ποινικής δίκης, 1994, σελ. 16 επ. Α. Καρρά, Ποινικό Δικονομικό Δίκαιο, σελ. 10, Λ. Μαργαριτη, Ποινική Δικονομία, Ένδικα Μέσα, Ι, 2000, σελ. 54, Α. Παπαδαμάκη, Ποινική Δικονομία, σελ. 6. ContaBουγιούκας, .. σελ. 22 επ, Η. Γάφος, Ποινική Δικονομία, τεύχ. Α΄, έκδ. 6η, 1966, σελ. 13 επ., Δέδες, Ποινική Δικονομία, έκδ. ε΄, 1978, σελ. 17 επ., ο ίδιος , Η δικαιοδοσία των εκτάκτων στρατοδικείων, ΠοινΧρ 1974, 321 επ……………………..

126 Βλ. υποσημ. 37 παρούσης εργασίας

127 Ο όρος «οποτεδήποτε» σημαίνει ότι η αρμοδιότητα αυτή για αναστολή της ποινικής δίωξης μπορεί να λάβει χώρα ακόμα και μετά την έναρξη της συζήτησης στο ακροατήριο, σε αντίθεση με ό,τι γινόταν δεκτό από την θεωρία με βάση το άρ. 86 του Συντάγματος πριν από την αναθεώρηση και το άρ. 41 ν.δ. 802/1971 (Κ. Χρυσόγονος, Η ρύθμιση της ποινικής ευθύνης των υπουργών μετά την αναθεώρηση του Συντάγματος, ΠοινΧρ ΝΑ (2001), 785 και υποσημ. 22)

128 Υφίσταται βεβαίως και τρίτη διαφοροποίηση συνιστάμενη στην υπαγωγή και των τυχόν συμμετόχων στον ειδικό νόμο περί υπουργών, εφόσον η Βουλή άσκησε κατά του υπουργού την ποινική δίωξη, αλλά το ζήτημα αυτό εκφεύγει των ορίων της παρούσης μελέτης η οποία αφορά τους ίδιους του υπουργούς. Εξάλλου, ως επιπρόσθετη διαφοροποίηση θα μπορούσε, υπό το προϊσχύσαν νομοθετικό καθεστώς, να αναφερθεί και ο σύντομος χρόνος παραγραφής των αδικημάτων, σε σχέση με τα τελούμενα από τους άλλους πολίτες, πλην όμως διά του άρ. 1 ν. 3961/2011, επήλθε εναρμόνιση προς τις γενικές ρυθμίσεις. Γι΄αυτό και τα όσα θα αναφέρουμε παρακάτω, αφορούν μόνο την ειδική προθεσμία του άρ. 86 παρ. 3 Συντ. και άρ. 3 παρ. 2 ν. 2136/2003.

129Σπουδαιότατο πρακτικό ενδιαφέρον είχε τόσο παλαιότερα όσο και προσφάτως ο χαρακτηρισμός της φύσης της προθεσμίας αυτής. Ειδικότερα, παλαιότερα η φύση της προθεσμίας είχε απασχολήσει την επιστήμη και την νομολογία στα πλαίσια του «Σκάνδαλου Κοσκωτά». Τότε λοιπόν, ίσχυε του άρ. 7 ν.δ. 802/1971 (πριν από την τροποποίηση με το άρ. 13 του Ν.2207/1994), κατά το οποίο: «Τα υπό των άρθρων 1 έως 5 του παρόντος προβλεπόμενα εγκλήματα παραγράφονται άμα τη παρόδω της πρώτης συνόδου της επομένης βουλευτικής περιόδου, εκείνης καθ` ήν διεπράχθησαν». Κατά μία άποψη, απορρέουσας και από το γεγονός ότι η εκδίκαση της υπόθεσης είναι εξαιρετικά ταχύτατη άπαξ και κινηθεί η δίωξη, μέχρι το χρονικό αυτό καταληκτικό σημείο έπρεπε να λάβει χώρα και η έκδοση της απόφασης του Ειδικού Δικαστηρίου, άλλως το αδίκημα θα είχε υποπέσει σε παραγραφή και θα έπρεπε να παύσει, σε οποιοδήποτε σημείο, η ποινική δίωξη.

Εν προκειμένω, η Βουλή διαλύθηκε πριν προλάβουν να επιδοθούν στους κατηγορουμένους οι κλήσεις προς εμφάνιση ενώπιον του Ειδικού Δικαστηρίου. Επομένως, κατά τα κρατούντα στο χώρο του δικαίου των Ποινικών Κυρώσεων, σύμφωνα με τα οποία αναστολή της παραγραφής επέρχεται από την επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος ή της κλήσης προς εμφάνιση, τα αδικήματα θα έπρεπε να είχαν παραγραφεί, εφόσον είχε παρέλθει το προβλεπόμενο καταληκτικό χρονικό σημείο πριν προλάβει να ανασταλεί η παραγραφή διά της επίδοσης της κλήσης προς εμφάνιση.

Το Ειδικό Δικαστήριο (ΕιδΔικΥπ 4/1990, Υπερ 1991, 129) αποφάνθηκε ότι η προβλεπόμενη, κατά το γράμμα του νόμου, ως άνω προθεσμία δεν είναι παραγραφή αλλά αποσβεστική προθεσμία εντός της οποίας η Βουλή πρέπει να ασκήσει την ποινική δίωξη. Εάν δεν την ασκήσει, το αξιόποινο εξαλείφεται λόγω παρέλευσης της αποσβεστικής προθεσμίας. Εάν από την άλλη την ασκήσει εντός της προθεσμίας, από κει και έπειτα το αδίκημα ως προς το ζήτημα της παραγραφής του αξιοποίνου ακολουθεί «την πορεία του», σύμφωνα με τις γενικές διατάξεις για την παραγραφή (άρ. 111 ΠΚ).

Η ίδια άποψη είχε εκφραστεί και από την ΕιδΔικΥπ 4/1951,ΠοινΧρ Α΄(1951), 143-144, (Ειδικόν Δικαστήριον του άρθρου 80 του – τότε – Συντάγματος αναφέρει η απόφαση) κατά την οποία όμως χωρεί αναστολή της παραγραφής, πλην όμως αυτή δεν επέρχεται από την επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος, αλλά από την απόφαση της Βουλής περί παραπομπής.

Την άποψη της ΕιδΔικ Υπ 4/1990, υιοθέτησε έκτοτε και ο κοινός νομοθέτης, προβλέποντας ότι άλλο πράγμα είναι η αποσβεστική προθεσμία και άλλο η παραγραφή του αξιοποίνου.

Για περισσότερες λεπτομέρειες, καθώς και για τις εκατέρωθεν υποστηριζόμενες απόψεις βλ. Ν. Ανδρουλάκη, Γύρω από την ποινική ευθύνη των υπουργών, Παραγραφή-Συμμέτοχοι, σελ. 9- 61, Λ. Μαργαρίτη σε Λ. Μαργαρίτη- Ν.Παρασκευόπουλου, Ποινολογία, σελ. 199- 203, υποσημ. 88

Αλλά και πολύ προσφάτως, υπό το νέο καθεστώς του ν. 2136/2003, στον οποίο διαχωρίζεται η προθεσμία από την παραγραφή, ανέκυψε ζήτημα ανάλογο με αυτού στο «Σκάνδαλο Κοσκωτά». Πρόκειται για την περίπτωση που κατά του (πρώην) Υπουργού Α. Τ. ασκήθηκε ποινική δίωξη από τη Βουλή για τα εγκλήματα της παθητικής δωροδοκίας και της νομιμοποίησης παράνομων εσόδων από τη δωροδοκία. Ο ανακριτής στον οποίο διαβιβάστηκε η δικογραφία, αρνήθηκε να προχωρήσει σε διενέργεια ανάκρισης, κατ’ άρ. 247 ΚΠΔ επειδή θεώρησε παραγεγραμμένα τα αδικήματα. Επί της διαφωνίας μεταξύ ανακριτή και Βουλής απεφάνθη το προβλεπόμενο από το άρ. 86 Συντ. Δικαστικό Συμβούλιο που λειτουργεί στα πλαίσια του Ειδικού Δικαστηρίου, το οποίο ήρε την διαφωνία ως προς το αδίκημα της παθητικής δωροδοκίας υπέρ του ανακριτή, ενώ ως προς το αδίκημα της νομιμοποίησης, παρέπεμψε την δικογραφία στην τακτική δικαιοσύνη, με τη σκέψη ότι δεν υπάγεται στο ειδικό καθεστώς του άρ. 86 παρ. 3 Συντ. και άρ. 3 παρ. 2 ν. 2136/2003.

Ενώπιον του δικάζοντος το έγκλημα της νομιμοποίησης δικαστηρίου, προβλήθηκε από τον κατηγορούμενο υπουργό ο αυτοτελής ισχυρισμός της εξάλειψης του αξιοποίνου της νομιμοποίησης παράνομων εσόδων λόγω εξάλειψης του αξιοποίνου της δωροληψίας εξαιτίας της παρέλευσης της αποσβεστικής προθεσμίας (κατά τον κατηγορούμενο) του άρ. 86 παρ. 3 Συντ.

Κατ’ άρ. 45 παρ. 3 ν. 3691/2008 «Στις περιπτώσεις εξάλειψης του αξιόποινου, αθώωσης λόγω του ότι η πράξη κατέστη ανέγκλητη ή απαλλαγής του υπαιτίου από την ποινή λόγω ικανοποίησης του ζημιωθέντος για το βασικό αδίκημα, για το οποίο προβλέπεται ότι η ικανοποίηση του ζημιωθέντος επιφέρει αυτό το αποτέλεσμα, αίρεται το αξιόποινο ή κηρύσσεται αθώος ή απαλλάσσεται αντίστοιχα ο υπαίτιος από την ποινή και για τις συναφείς πράξεις νομιμοποίησης εσόδων. Η διάταξη αυτή δεν εφαρμόζεται όταν το αξιόποινο εξαλείφθηκε λόγω παραγραφής.»

Προφανές είναι λοιπόν ότι εάν η εν λόγω προθεσμία θεωρούνταν ως παραγραφή, θα επερχόταν και εξάλειψη του αξιοποίνου του εγκλήματος της νομιμοποίησης. Αντιθέτως, εάν κατά τους ισχυρισμούς του κατηγορουμένου επρόκειτο για αποσβεστική προθεσμία, το δικαστήριο δεν θα δεχόταν την εξάλειψη του αξιοποίνου.

Τελικώς φαίνεται ότι έλαβε χώρα η δεύτερη εκδοχή και το δικαστήριο προχώρησε στην εκδίκαση της υπόθεσης. Γενικώς πάντως, στα πλαίσια του ι σ χ ύ ο ν τ ο ς νομοθετικού καθεστώτος υπέρ της α π ο σ β ε σ τ ι κ ή ς π ρ ο θ ε σ μ ί α ς τίθενται οι Ε. Βενιζέλος (Μαθήματα Συνταγματικού Δικαίου, σελ. 565 επ., Σάκκουλας, Αθήνα-Κομοτηνή 2008), Α. Πλεύρης (Παρατηρήσεις στην ΣυμβΕιδΔικ 1/2011, ΠοινΔικ 297 επ.), Κ. Φελουτζής [Προβλήματα αρμοδιότητας μεταξύ κοινών και ειδικών ποινικών δικαστηρίων (Σε περιπτώσεις συναφών εγκλημάτων και συμμετοχής στο έγκλημα), σελ. 523]. Υπέρ της εκδοχής του προσωπικού λ ό γ ο υ α π α λ λ α γ ή ς από την ποινή τίθεται ο Ν. Καλογήρου/Π. Γαλετσέλλη [Πολιτική και ποινική ευθύνη μελών της κυβέρνησης (μετά την αναθεώρηση του Συντάγματος και το νόμο 3126/2003), σελ. 43]. Υπέρ της συγγένειας του θεσμού προς την έ γ κ λ η σ η είχε ταχθεί ο κατά την ψήφιση του Ν 3126/2003 Υπουργός Δικαιοσύνης Φ. Πετσάλνικος στη σχετική συζήτηση στη Βουλή (βλ. Πρακτικά, Συνεδρίαση Ε΄-18.2.2003, σελ. 2933). Σχετική αναφορά, αναγνωρίζοντας βέβαια τη διαφορά από την έγκληση, κάνει και ο Κ. Φελουτζής [Προβλήματα αρμοδιότητας μεταξύ κοινών και ειδικών ποινικών δικαστηρίων (Σε περιπτώσεις συναφών εγκλημάτων και συμμετοχής στο έγκλημα), σελ. 523] ο οποίος όμως φαίνεται να τάσσεται περισσότερο υπέρ της αποσβεστικής προθεσμίας. Υπέρ της α μ ν η σ τ ε ί α ς ετέθη ο Ι. Μοροζίνης (Eκ νέου για την «αποσβεστική προθεσμία» του άρθρου 86 παρ. 3 του Συντ. και την εξάλειψη του αξιοποίνου πράξεων υπουργών και υφυπουργών κατά το άρθρο 3 παρ. 2 Ν. 3126/2003. Με αφορμή το ΣυμβΕιδΔικ 1/2011 (ΠοινΔικ 2011, 293) και ταυτόχρονα ως απάντηση στις παρατηρήσεις του Αθ. Πλεύρη (ΠοινΔικ 2011, 297 επ.), ΠοινΔικ 2011, 731 επ.), ενώ την εκδοχή (ειδικής) π α ρ α γ ρ α φ ή ς ασπάστηκε ο Λ. Μαργαρίτης (Υπουργοί και υφυπουργοί: παθητική δωροδοκία και νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα, ΠοινΔικ 2011, 493-495)

130 Βλ. υποσημ. 37 της παρούσης εργασίας.

131 Όπως π.χ. ο Γ. Σανιδάς, (Ποινική ευθύνη υπουργών και υφυπουργών. Σκέψεις και προβλήματα εκ των κειμένων διατάξεων, ΠοινΧρ. ΛΕ΄, 199 – 201, 204 – 209)

132Λ. Μαργαρίτης, Υπουργοί και υφυπουργοί: Παθητική δωροδοκία και νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα, ΠοινΔικ 201, 491, Ν. Ανδρουλάκης, Γύρω από την ποινική ευθύνη των Υπουργών· Παραγραφή-Συμμέτοχοι, 1989, σελ. 9 – 10, 63 επ., Κ. Χρυσόγονος, Η έκπτωση της υπουργικής ευθύνης, σε Τιμ Τόμο Σ. Αλεξιάδη, σελ. 1142-1143

133Γ. Σανιδάς, Ποινική ευθύνη υπουργών και υφυπουργών. Σκέψεις και προβλήματα εκ των κειμένων διατάξεων, ΠοινΧρ. ΛΕ΄, 208

134Γ. Σανιδάς, Ποινική ευθύνη υπουργών και υφυπουργών. Σκέψεις και προβλήματα εκ των κειμένων διατάξεων, ΠοινΧρ. ΛΕ΄, 193

 

135Κ. Χρυσόγονος, Ατομικά και Κοινωνικά Δικαιώματα, σελ. 120

136Α. Χιωτέλης, Οι αντισυνταγματικές διατάξεις του Συντάγματος, ΤοΣ 1977, 71 επ. Ειδικά για το άρ. 86 Σ. η θεωρία αυτή υποστηρίχθηκε από τον Δ. Κουκιώτη (Ποινική ευθύνη των Υπουργών και άρθρο 86: μια «αντισυνταγματική διάταξη του Συντάγματος», ΠοινΔικ, 1049 επ.) και τον Γ. Σανιδά (Ποινική ευθύνη υπουργών και υφυπουργών. Σκέψεις και προβλήματα εκ των κειμένων διατάξεων, ΠοινΧρ. ΛΕ΄, 205 επ.)

137 ΑΠ 42/2004, ΕλλΔνη 2004, 1556 επ. Βλ. σχετικά και ΑΠ 1351/1997 ΠοινΧρ ΜΗ, 965, ΑΠ 1130/2002, ΑΠ 297/2002 ΠοινΔικ 2002, 733) ΑΠ 1622/2005 ΠοινΧρ ΝΣΤ, 426.

138 Α. Μάνεση, Η συνταγματική αρχή της ισότητας και η εφαρμογή της υπό των δικαστηρίων, στον τόμο (του ιδίου) Συνταγματική Θεωρία και Πράξη, σελ. 320 , Κ. Χρυσόγονος, Ατομικά και Κοινωνικά Δικαιώματα, σελ. 120

139Ι. Αραβαντινός, Πραγματεία περί ευθύνης των ηγεμόνων και των Υπουργών, σελ. 141

140 Πρακτικά της Ολομέλειας της Επιτροπής, σελ. 238 κατά παραπομπή Γ. Σανιδά, Ποινική ευθύνη υπουργών και υφυπουργών. Σκέψεις και προβλήματα εκ των κειμένων διατάξεων, ΠοινΧρ. ΛΕ΄, 207 και σημ. 32

141Α. Καρράς, Αναμόρφωση του θεσμού της ασυλίας των βουλευτών και του νόμου περί ευθύνης Υπουργών, ΠοινΧρ 1994, 581-582

142Κ. Τσουκαλάς, Ερμηνεία Ποινικής Δικονομίας, τομ. Α΄, σελ. 9 επ.

143Ε. Βενιζέλος, Η ποινική ευθύνη των Υπουργών στο πεδίο αντιπαράθεσης ανάμεσα στα αρχαϊκά και στα εξελιγμένα χαρακτηριστικά ενός κοινοβουλευτικού πολιτεύματος, Υπερ 1993, 455 επ.

144Α. Λοβέρδος, Η ποινική ευθύνη των μελών της Κυβερνήσεως και των Υφυπουργών στο κοινοβουλευτικό πολίτευμα, σελ. 83 επ.

145Κ Χρυσόγονος, Συνταγματικό Δίκαιο, σελ. 562

146Κ.Χρυσόγονος, Η ρύθμιση της ποινικής ευθύνης των υπουργών μετά την αναθεώρηση του Συντάγματος, ΠοινΧρ ΝΑ (2001), 784

147 Έτσι και ο Α. Καρράς, Ποινικό Δικονομικό Δίκαιο, σελ. 69 (αναφορικά με τη σύσταση του Ειδικού Δικαστηρίου του άρ. 86 Συντ.), ο ίδιος, Αναμόρφωση του θεσμού της ασυλίας των βουλευτών και του νόμου περί ευθύνης Υπουργών, ΠοινΧρ 1994, 581-582 (αναφορικά με την άσκηση της ποινικής δίωξης από τη Βουλή)

 

148Κ. Χρυσόγονος, Συνταγματικό Δίκαιο, σελ. 306

149 Πρόκειται για την αμνηστία που χορηγείται διά νόμου σε πολιτικά εγκλήματα. Η ρύθμιση αποτελεί διασταύρωση λειτουργιών μεταξύ νομοθετικής και δικαστικής εξουσίας. Βλ. σχετικά Κ. Χρυσόγονου, Συνταγματικό Δίκαιο, σελ. 382 επ.

150 Πρόκειται για την παραπομπή του Προέδρου της Δημοκρατίας μόνο για την πράξη της εσχάτης προδοσίας και την παραβίαση, με πρόθεση, του Συντάγματος. Προβλέπεται και εδώ η παραπομπή από τη Βουλή (και όχι από την κοινή δικαιοσύνη) στο Ειδικό Δικαστήριο του άρ. 86 Συντ.

151 Πρόκειται για τη ρύθμιση υπηρεσιακών θεμάτων των δικαστικών λειτουργών, διοικητικού χαρακτήρα (προαγωγές, τοποθετήσεις, μεταθέσεις, αποσπάσεις, μετατάξεις) όχι από διοικητικό, αλλά από δικαστικό όργανο, το ανώτατο δικαστικό συμβούλιο.

152 Πρόκειται για τη δυνατότητα να ανατίθεται με νόμο σε αρχές που ασκούν αστυνομικά καθήκοντα, και σε αρχές αγροτικής ασφάλειας, η εκδίκαση δικαστικών ζητημάτων και διαφορών .

153Κ. Χρυσόγονος, Συνταγματικό Δίκαιο, σελ. 306

154Εξάλλου, ακόμα και αν ήθελε γίνει δεκτό ότι η συνταγματικότητα αυτών των αποκλίσεων από τη διάκριση των εξουσιών, κρίνονται κατά παρόμοιο τρόπο προς τις αποκλίσεις από άλλες θεμελιώδεις συνταγματικές αρχές, προφανές είναι ότι η απόκλιση θα δικαιολογούνταν μόνον εάν συνέτρεχε ένας σπουδαίος λόγος που θα την δικαιολογούσε.

Αυτό άλλωστε προκύπτει από το γεγονός ότι η προϊσχύσασα διάταξη του άρ. 30 παρ. 1 ΚΠΔ (η σημερινή διάταξη έχει τροποποιηθεί κατά τρόπο ώστε ο Υπουργός να έχει το δικαίωμα να παραγγέλλει μόνον τη διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης, και από κει και πέρα η άσκηση ποινικής δίωξης υπόθεση εναπόκειται στην κρίση της κοινής δικαιοσύνης (δηλ. του εισαγγελέα πλημμελειοδικών συνήθως), μία διάταξη της κ ο ι ν ή ς νομοθεσίας, που προέβλεπε την δυνατότητα του Υπουργού Δικαιοσύνης να παραγγέλλει την ποινική δίωξη κ ά θ ε αξιόποινης πράξης, επικρίθηκε εντόνως (Κ. Σταμάτης, Η προκαταρκτική εξέταση στην ποινική διαδικασία και οι αρχές της νομιμότητας και της σκοπιμότητας, σελ. 28 επ., Γ. Σανιδάς, Σκέψεις εν σχέσει προς τη διάταξη του άρ. 30 παρ. 1 του ΚΠΔ και το σύννομο ή μη της εφαρμογής της, ΠοινΧρ ΜΔ (1994), 7) ως αντικείμενη στην αρχή της διάκρισης των λειτουργιών, σε αντίθεση με την ισχύουσα και τότε και σήμερα διάταξη του άρ. 30 παρ. 2 ΚΠΔ, η οποία και πάλι προβλέπει την ανάμειξη του Υπουργού στο έργο της δικαστικής λειτουργίας, διά της δυνατότητας της αναβολής της έναρξης ή της αναστολής της ποινικής δίωξης, πλην όμως εδώ φαίνεται να συντρέχει ιδιαίτερος λόγος διαφοροποίησης, ήτοι η διάταξη ισχύει μόνο για πολιτικά εγκλήματα και για εγκλήματα από τα οποία μπορούν να διαταραχθούν οι διεθνείς σχέσεις του κράτους.

155 Αυτή ακριβώς χρησιμοποιεί ο Ι. Σταμούλης (Η ποινική ευθύνη των μελών της Κυβερνήσεως, σελ. 46) καίτοι στη συνέχεια υποστηρίζει ότι στο νόμο περί υπουργών υπάγονται και οι επ’ ευκαιρία, εξ’ αφορμής, καθ’ υπέρβαση ή και κατάχρηση των καθηκόντων πράξεις

156 Αυτό τον όρο χρησιμοποιεί η απόφαση του ΕΔΔΑ

157 απόφαση Τσαλκιτζής κατά Ελλάδας της 16.11.2006 (11801/2004), ΠοινΧρ ΝΖ΄(2007), 277 (με παρατηρήσιες Γ. Γεραπετρίτη) Ο Γεραπετρίτης εν προκειμένω παρατηρεί ότι «Το ακαταδίωκτο δεν αποτελεί κανόνα του αντιπροσωπευτικού συστήματος, αλλά εξαίρεση από τη δημοκρατική αρχή και θα πρέπει κατά τούτο να ερμηνεύεται στενά και η υπαγωγή σε αυτόν των οικείων πραγματικών περιστατικών να γίνεται με φειδώ. Είτε με συνταγματική αναθεώρηση, είτε με θεσμική προσαρμογή, η χώρα μας θα πρέπει να φανεί συνεπής στις διεθνείς υποχρεώσεις που έχει αναλάβει και στις επιταγές του σύγχρονου κράτους δικαίου». Τα παραπάνω, νομίζω, θα πρέπει να εφαρμοστούν αναλόγως και επί των Υπουργών, για τους οποίους το Σύνταγμα και ο νόμος 2136/2003 προβλέπουν πολύ πιο ευνοϊκό καθεστώς εν συγκρίσει προς εκείνο των βουλευτών (βλ. αναλυτικότερα Γ. Σανιδά, Ποινική ευθύνη υπουργών και υφυπουργών. Σκέψεις και προβλήματα εκ των κειμένων διατάξεων, ΠοινΧρ. ΛΕ΄, 206)

158 Έτσι ορθά και ο Μπιτζιλέκης αναφορικά με τα εγκλήματα περί την υπηρεσία (Ν. Μπιτζιλέκης, Υπηρεσιακά Εγκλήματα, σελ. 112)

159Ν. Ανδουλάκης, Γύρω από την ποινική ευθύνη των Υπουργών, σελ. 9-10, 63-65, Θ. Σοφός, Η απεξάρτηση της δίωξης των Υπουργών από τη Βουλή, ΠοινΛογ 2009, 203 επ., Γ. Σταράντζης, Παραγραφή εγκλημάτων (υπουργών –υφυπουργών), ΑρχΝομ Μ΄ (1989), 387 , ΠοινΔικ 2010, 1048 επ., Α. Χαραλαμπάκης, ΠοινΧρ ΝΘ΄ (2009), 776 – 778, Κ. Χρυσόγονος, Η ρύθμιση της ποινικής ευθύνης των υπουργών μετά την αναθεώρηση του Συντάγματος, ΠοινΧρ ΝΑ (2001), 781-782, ο ίδιος, Η έκπτωση της υπουργικής ευθύνης, σε Τιμητικό Τόμο Σ. Αλεξιάδη, σελ. 1134 επ.

160 Βλ. τα πορίσματα του Συνεδρίου της Ένωσης Εισαγγελέων Ελλάδος με θέμα «Κράτος και διαφάνεια» (Κέρκυρα, Ιούνιος 2009), όπου έγινε δεκτό ότι «το συνταγματικό-νομοθετικό πλαίσιο που διέπει τον έλεγχο της ποινικής ευθύνης των υπουργών (άρθρο 86 του Συντάγματος, Ν. 3126/2003) είναι ανεπαρκές και ενέχει ουσιώδη ελλείμματα ως προς την αποτελεσματικότητά του…». Καίτοι μάλιστα διαπιστώνεται ότι έρχεται σε αντίθεση προς τη θεμελιώδη διάταξη του άρ. 4 του Συντάγματος, η Ένωση Εισαγγελέων Ελλάδος δεν υποστηρίζει την μη εφαρμογή του ως «αντισυνταγματικής διάταξης», αλλά απλώς την ριζική τροποποίησή του.

161 Όπως ο Κ. Χρυσόγονος (Συνταγματικό Δίκαιο, σελ. 225)

162 Όπως ο Σανιδάς (Ποινική ευθύνη υπουργών και υφυπουργών. Σκέψεις και προβλήματα εκ των κειμένων διατάξεων, ΠοινΧρ. ΛΕ΄, 207)

163Κ. Χρυσόγονος, Συνταγματικό Δίκαιο, σελ. 559

164Κ. Χρυσόγονος, Συνταγματικό Δίκαιο, σελ. 562. Το αληθές του πράγματος εξάλλου βεβαιώνεται από την τακτική που είχε ακολουθήσει το (τότε) κυβερνόν κόμμα κατά την 24η Οκτωβρίου 2008, ημέρα που είχε προσδιοριστεί για αν συζητηθεί στην Ολομέλεια της Βουλής η πρόταση των βουλευτών κόμματος της αντιπολίτευσης, κατά το άρ. 86 παρ. 3 Σ, για άσκηση δίωξης κατά δύο υπουργών και ενός υφυπουργού, για ποινικά αδικήματα που διεπράχθησαν στα πλαίσια της υπόθεσης Βατοπεδίου. Η ως άνω συζήτηση όμως ουδέποτε έλαβε χώρα, μιας και κατά το Σύνταγμα απαιτείται για την σύσταση επιτροπής προκαταρκτικής εξέτασης η απόλυτη πλειοψηφία, δηλαδή 151 βουλευτές, πλειοψηφία που ποτέ δεν επετεύχθη, εφόσον η κυβερνητική επιτροπή αποφάσισε να απουσιάσει ολόκληρη η Κοινοβουλευτική Ομάδα του κυβερνόντος κόμματος από τη συζήτηση και την ψηφοφορία. Ως αποτέλεσμα αυτού ήταν να μείνει στη Βουλή αριθμός Βουλευτών κάτω των 150 και έτσι να σταματήσει η διαδικασία ως ατελέσφορη. Επρόκειτο, σύμφωνα με τον συνταγματολόγο Κ. Χρυσόγονο για ωμή και ανερυθρίαστη παραβίαση του Συντάγματος και του Κανονισμού της Βουλής. Η ίδια τακτική ακολουθήθηκε έκτοτε πολλές φορές, με αποτέλεσμα οι υπουργοί αυτοί να μείνουν ατιμώρητοι. (Κ. Χρυσόγονος, Η έκπτωση της υπουργικής ευθύνης, σε Τιμητικό Τόμο Σ. Αλεξιάδη, σελ. 1137 – 1138)

165

166Κ. Χρυσόγονος, Η ρύθμιση της ποινικής ευθύνης των υπουργών μετά την αναθεώρηση του Συντάγματος, ΠοινΧρ ΝΑ(2001), 781

167 Βέβαια, η διαπίστωση αυτή, πραγματοποιηθείσα από τον Κ. Χρυσόγονου (Η έκπτωση της υπουργικής ευθύνης, Τιμ, Τομ Αλεξιάδη, σελ. 1135) δεν είναι απολύτως ορθή, δεδομένου ότι και στο άρ. 8 νόμου ΦΠΣΤ υπήρχε παρόμοια ρύθμιση.

168 Εκείνο που αναφέρει ο Λ. Καράμπελας (Το ισχύον δίκαιο περί ποινικής ευθύνης υπουργών, ΠοινΔικ 2000, 447) ότι δηλαδή και σε άλλες περιπτώσεις προβλέπονται για κάποια πρόσωπα ειδικές ρυθμίσεις λόγω του υψηλού λειτουργήματός τους (όπως για τον πρόεδρο της Δημοκρατίας προβλέπει το άρ. 49 Σ, για τους Βουλευτές τα άρ. 61 και 62 Σ, για τους Δικηγόρους, Συμβολαιογράφους, Μητροπολίτες, Δικαστές, Νομάρχες, τα – νυν τροποποιημένα – άρ. 111 παρ. 7 και 112 παρ. 2 ΚΠΔ), δεν δικαιολογεί τις ειδικές ρυθμίσεις περί υπουργών, στο βαθμό που οι προαναφερθείσες ρυθμίσεις δεν άγουν πάντως σε προκλητική ατιμωρησία των παραπάνω προσώπων (για τις περιπτώσεις που δεν εξαιρείται για κάποιον αποχρώντα λόγο – όπως π.χ. άρ. 49 παρ. 1 εδ. α΄, 61 παρ. 1 Συντ.- η ποινική τιμώρησή τους)

169Κ. Χρυσόγονος, Η έκπτωση της υπουργικής ευθύνης, σε Τιμητικό Τόμο Σ. Αλεξιάδη, σελ. 1135

170Α. Χαραλαμπάκης, Η ποινική ευθύνη των υπουργών, ΠοινΧρ ΝΘ(2009), 777

171Κ. Χρυσόγονος, Η έκπτωση της υπουργικής ευθύνης, σε Τιμητικό Τόμο Στ. Αλεξιάδη, σελ. 1136

172 Αντιθέτως, η πρόταση του Χαραλαμπάκη, κατά το στάδιο της προδικασίας, δεν προβλέπει την συμμετοχή οργάνων διαφορετικών από αυτά της κοινής δικαιοσύνης.

173 βλ. τον ίδιο προβληματισμό για την συμμετοχή και διοικητικών δικαστών στο Ειδικό Δικαστήριο βλ. σελ. 26 και υποσημ. 68-70 της παρούσης εργασίας

174 βλ. άρ. 27 παρ. 2 ΚΠΔ

175 βλ. άρ. 29 παρ. 1 και 2 ΚΠΔ, όπου μάλιστα η απόφαση της Ολομέλειας του δικαστηρίου των Εφετών (σε συμβούλιο) είναι υποχρεωτική για τον εισαγγελέα (Π.Καίσαρης, σε Λ. Μαργαρίτη, Κώδικας Ποινικής Δικονομίας, Ερμηνεία κατ’ άρθρο, τόμος πρώτος, σελ. 96-97)

Share This Post

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Captcha * Time limit is exhausted. Please reload the CAPTCHA.