ΤΟ ΝΟΜΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΗΣ ΑΣΤΙΚΗΣ ΟΔΟΝΤΙΑΤΡΙΚΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ

arxeio-lipsisΓράφει η δικηγόρος Μαριάνθη Νούσκαλη

Το 1981 με τη Διακήρυξη της Λισαβόνας, η οποία αποτέλεσε ιατρικό οδηγό επαγγελματικής συμπεριφοράς, τα ανθρώπινα δικαιώματα του ασθενούς συστηματοποιήθηκαν σε κανόνες ως εξής:

  • Ο ασθενής έχει δικαίωμα στην πληροφόρηση που είναι αναγκαία για να λάβει τις αποφάσεις του. Ο ασθενής πρέπει να κατανοεί καθαρά ποιος είναι ο σκοπός κάθε εξέτασης ή θεραπείας, ποια τα αποτελέσματά τους και ποιες θα είναι οι συνέπειες αν αρνηθεί να παράσχει συναίνεση.
  • Ο ασθενής έχει δικαίωμα και να είναι πλήρως ενημερωμένος για την κατάσταση της υγείας του.
  • Ενημέρωση πρέπει να δίδεται κατά τρόπο που αρμόζει στην τοπική κουλτούρα και με τέτοιο τρόπο που ο ασθενής μπορεί να καταλάβει.

Στη χώρα μας με το Ν. 2619/1998 (ΦΕΚ Α’ 132/19/6/98) κυρώθηκε η Σύμβασης του Συμβουλίου της Ευρώπης για την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της αξιοπρέπειας του ατόμου σε σχέση με τις εφαρμογές της βιολογίας και της ιατρικής («Σύμβαση για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα και τη Βιοϊατρική»).

Κατ` άρθρο 24 του Α.Ν. 1565/1939 «περί κώδικος ασκήσεως του ιατρικού επαγγέλματος», που διατηρήθηκε σε ισχύ κατά το άρθρο 47 ΕισΝΑΚ, «ο ιατρός οφείλει να παρέχει με ζήλο, ευσυνειδησία και αφοσίωση την ιατρική του συνδρομή, σύμφωνα με τις θεμελιώδεις αρχές της ιατρικής επιστήμης και της κτηθείσας πείρας τηρώντας τις ισχύουσες διατάξεις για την διαφύλαξη των ασθενών και προστασία των υγιών».

Επιπροσθέτως, από τις 28.11.2005 ισχύει ο Νόμος 3418/2005, «Κώδικας Ιατρικής Δεοντολογίας» (ΦΕΚ Α 287/28-11-2005), και από την 1/4/2009  ο Κώδικας Οδοντιατρικής Δεοντολογίας (ΠΔ 39/2009– ΦΕΚ Α’ 55/2009), ο οποίος  μαζί με το Ν. 1026/1980 ( ο βασικός νόμος που διέπει τη λειτουργία των Οδοντιατρικών Συλλόγων και της Ελληνικής Οδοντιατρικής Ομοσπονδίας), αποτελούν τη βάση του νομικού πλαισίου για την άσκηση του οδοντιατρικού επαγγέλματος. Ο Κ.Ο.Δ. αφορά στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις των οδοντιάτρων κατά την άσκηση του λειτουργήματός τους, με κυριότερους στόχους την έκφραση του ιδεολογικού πλαισίου του συγκεκριμένου επαγγέλματος, την ενίσχυση της έννοιας της επαγγελματικής ευθύνης, τη βελτίωση της εικόνας του επαγγέλματος, την παροχή κατευθύνσεων, την ευαισθητοποίηση και τη βελτίωση της ποιότητας παροχής υπηρεσιών.

Ειδικότερα, σύμφωνα με την παρ. 1 του α. 1 του Κ.Ο.Δ. «Το λειτούργημα του οδοντιάτρου αποσκοπεί στην εξασφάλιση της στοματικής υγείας του ανθρώπου, δηλαδή στην πρόληψη, διάγνωση, θεραπεία και ανακούφιση από τον πόνο των ανωμαλιών και ασθενειών των οδόντων, του στόματος, των γνάθων και των γύρω ιστών. Η άσκηση του λειτουργήματος πρέπει να γίνεται σύμφωνα με τους γενικά αποδεκτούς κανόνες της επιστήμης και να χαρακτηρίζεται από απόλυτο σεβασμό στη ζωή και την ανθρώπινη αξιοπρέπεια».

«Κατά την άσκηση του επαγγέλματός του ο οδοντίατρος υποχρεούται να δίνει προτεραιότητα στην υγεία των ασθενών. Ο οδοντίατρος πρέπει να χρησιμοποιεί την επιστημονική και επαγγελματική του γνώση και εμπειρία με πρωταρχικό σκοπό την πρόληψη, τη διατήρηση και τη βελτίωση της στοματικής υγείας των ασθενών του» (α. 3 Κ.Ο.Δ).

«Ο οδοντίατρος οφείλει καταρχήν να ενημερώνεται για τη γενική κατάσταση της υγείας του ασθενή (λήψη ιστορικού).

Κατά κανόνα και εκτός από τις επείγουσες περιπτώσεις ο οδοντίατρος οφείλει να ενημερώνει τον ασθενή για τα αναμενόμενα αποτελέσματα και τις συνέπειες της προτεινόμενης, ή ενδεδειγμένης θεραπευτικής αγωγής, ή τις εναλλακτικές μορφές θεραπείας, για τους τυχόν κινδύνους και τα διάφορα προληπτικά και με τα θεραπευτικά μέτρα, που πρέπει να ληφθούν, καθώς επίσης και για το συνολικό κόστος της θεραπείας. Ο ασθενής, εφόσον δεν επιθυμεί να ενημερωθεί ο ίδιος προσωπικά, μπορεί να επιλέξει να ενημερωθεί πρόσωπο της προτίμησής του» (α. 6§ 1 και 2 Κ.Ο.Δ.).

Ο οδοντίατρος οφείλει να ενημερώνει λεπτομερώς τον ασθενή για την οριστική διάγνωση, τα προβλήματα που ενδέχεται να προκύψουν κατά τη διάρκεια της προτεινόμενης θεραπείας και τις υπάρχουσες εναλλακτικές μορφές θεραπείας, να θέτει με απόλυτη ειλικρίνεια τους προβληματισμούς του αναφορικά με την πιθανότητα αλλαγής της τελευταίας, να παραθέτει τους τυχόν κινδύνους και τα διάφορα προληπτικά μέτρα και μεταθεραπευτικά μέτρα που πρέπει να ληφθούν. Δεδομένου ότι η σύγχρονη οδοντιατρική έρχεται να αντιμετωπίσει και αισθητικά προβλήματα στον οδοντοστοιχία με την εφαρμογή μοντέρνων τεχνικών, οι οποίες επιδιώκουν να διορθώσουν επουσιώδεις  ατέλειες και να προσδώσουν κάλλος στο πρόσωπο, η ενημέρωση του ασθενούς θα πρέπει να είναι λεπτομερής όσον αφορά τις πιθανότητες αποτυχίας και όλες τις συνέπειες ή παρενέργειες αυτών των παρεμβάσεων, έστω κι αν είναι στατιστικά περιορισμένες (βλ. Β. Σακελλαροπούλου, Η Ποινική Αντιμετώπιση του Ιατρικού Σφάλματος και η συναίνεση του ασθενούς στην ιατρική πράξη, Β’ έκδ., 2011,σελ. 35, 37 και 60). Η υποχρέωση δε αυτή του οδοντιάτρου κατά την διενέργεια αισθητικών- κοσμητικών επεμβάσεων είναι αυξημένη, καθώς απουσιάζει πλήρως ο θεραπευτικός σκοπός της παρέμβασης ( ανάλογα βλ. ΑΠ 1741/2013).

Περαιτέρω και δυνάμει της διάταξης του α. 7 Κ.Ο.Δ. «Ο οδοντίατρος πριν από την εκτέλεση οποιασδήποτε οδοντιατρικής θεραπείας, πρέπει να έχει βεβαιωθεί, ότι έχει τη συναίνεση του ασθενή. Με τον όρο συναίνεση νοείται ότι ο ασθενής έχει ενημερωθεί, έχει κατανοήσει όσον το δυνατόν περισσότερο και έχει αποδεχτεί όλα όσα αναφέρονται στην παράγραφο 2 του άρθρου 6».

Η ανωτέρω υποχρέωση του οδοντιάτρου να μην προβαίνει σε οδοντιατρικές πράξεις χωρίς τη συναίνεση του ασθενούς προκύπτει ομοίως από το Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (α. 3 § 2) και από πολλά άλλα κείμενα που ενέχουν κανόνες ιατρικής δεοντολογίας, όπως η «Παγκόσμια Διακήρυξη σχετικά με το ανθρώπινο γονιδίωμα και τα ανθρώπινα δικαιώματα της UNESCO.

Σε  συνταγματικό επίπεδο το δικαίωμα του ασθενούς να αποφασίζει, ύστερα από επαρκή ενημέρωσή του, αν θα δεχτεί ή όχι οποιασδήποτε μορφής επέμβαση στο σώμα του, ως εκδήλωση της βουλητικής αυτονομίας και αυτοδιάθεσής του κατοχυρώνεται στο πλαίσιο της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας και της προστασίας της ανθρώπινης αξίας (α. 5§ 1 και 2 Σ) [βλ. Κ. Φουντεδάκη, Αστική Ιαρική Ευθύνη, 2003, σελ. 176].

Οι προϋποθέσεις για την κατάφαση μια ισχυρής, έγκυρης συναίνεσης συνίστανται α) στην ικανότητα του ατόμου να την παρέχει, η οποία συντρέχει όταν ο ασθενής είναι σε θέση να εκτιμήσει ορθά τις συνέπειες της διενεργούμενης σε αυτόν πράξης, β) στη γνησιότητα της βουλήσεως, που ως αληθινό προϊόν και έκφραση ελευθερίας απαιτεί πλήρη επίγνωση της σημασίας της (informed consent, consentement libre et eclaire). Ελαττώματα της βούλησης, οφειλόμενα σε εξαπάτηση ή πλάνη καθιστούν τη συναίνεση ανίσχυρη, γ) στη χορήγησή της πριν τη διενέργεια της ιατρικής πράξης, δ)  στην εξωτερίκευση , ε) στη μη πρόσκρουση στα χρηστά ήθη. Αντίθετη στα χρηστά ήθη είναι η συναίνεση όταν το προσδοκώμενο από την ιατρική πράξη όφελος υπολείπεται της βλάβης και των κινδύνων που συνδέονται με αυτήν. (βλ. Β. Σακελλαροπούλου, ό.π., σελ. 32 επ). Ο οδοντίατρος, λοιπόν, είναι υποχρεωμένος να απόσχει, ακόμη και παρά την αντίθετη εκπεφρασμένη βούληση του ασθενή, από οποιαδήποτε επέμβαση εγκλείει δυσανάλογους κινδύνους σε σχέση με τα οφέλη. Ειδικά όσον αφορά στις κοσμικές και αισθητικές επεμβάσεις  είναι υποχρεωμένος να απόσχει από πράξεις που εκθέτουν τον πελάτη σε οποιονδήποτε κίνδυνο ( βλ. Σ. Κοτσιάνου, Η Ιατρική Ευθύνη, Αστική – Ποινική, 1976, σελ. 217).

Η ιατρική πράξη που διενεργείται χωρίς να  πληρούνται οι ανωτέρω προϋποθέσεις της  έγκυρης συναίνεσης συνιστά παράνομη προσβολή της προσωπικότητας του ασθενούς, υπό την ειδική έκφανση του αυτοκαθορισμού και της βουλητικής αυτονομίας του  (βλ. και α. 5 της Σύμβασης του Οβιέδο, α. 47 παρ. 3 ν. 2071/1992) , ένεκα της οποίας γεννάται σε κάθε περίπτωση αξίωση αποζημίωσής για την ηθική βλάβη που υπέστη από την αποστέρηση μια απόφασης – επιλογής που σύμφωνα με το νόμο ανήκει μόνο στον ίδιο. Για την αποκατάσταση της μη περιουσιακής αυτής ζημίας σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη, δεν απαιτείται υπαιτιότητα (βλ. Κ. Φουντεδάκη, όπ.π., σελ. 230, Ν. Παπαντωνίου).

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 298, 299, 330 εδ. β`, 914 και 932 ΑΚ προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση και ικανοποίηση της ηθικής βλάβης προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση περιουσιακής ζημίας ή και ηθικής βλάβης και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου ο οποίος απονέμει δικαίωμα η προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας. Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξης. `Ετσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρέωσης πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της κοινωνικώς επιβεβλημένης και εκ της θεμελιώδους δικαιικής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς απορρέουσας υποχρέωσης λήψης ορισμένων μέτρων επιμέλειας για την αποφυγή πρόκλησης ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων. Αμέλεια, ως μορφή υπαιτιότητας, υπάρχει όταν, εξαιτίας της παράλειψης του δράστη να καταβάλει την επιμέλεια που αν κατέβαλλε, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς εκπροσώπου του κύκλου δραστηριότητάς του (ΜΠΡ ΚΩ 824/2011, ΕΦΑΔ 2012/933, Εφθεσ 2384/2005 ΝΟΜΟΣ), θα ήταν δυνατή η αποτροπή του ζημιογόνου αποτελέσματος, αυτός (δράστης) είτε δεν προέβλεψε την επέλευση του εν λόγω αποτελέσματος, είτε προέβλεψε μεν το ενδεχόμενο επέλευσής του, ήλπιζε όμως ότι θα το αποφύγει (ΑΠ 181/2011, ΑΠ 1362/2007, ΑΠ 687/2013 ). Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του δράστη ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση.

Ο οδοντίατρος ευθύνεται σε αποζημίωση, εάν ενεργήσει από δόλο ή αμέλεια, η δε τελευταία συντρέχει, εάν ο οδοντίατρος  προβεί σε ενέργεια ή παράλειψη κατά παράβαση των διδαγμάτων της οδοντιατρικής επιστήμης, έστω και αν είναι ελαφρά, ενώ ουδεμία ευθύνη φέρει αν ενήργησε κατά τους πιο πάνω κανόνες (lege artis) και ειδικότερα όπως θα ενεργούσε κάτω από τις ίδιες συνθήκες και περιστάσεις και με τα στην διάθεση του μέσα, συνετός και επιμελής οδοντίατρος.

Λαμβάνεται υπ` όψιν ιδίως η συνδρομή ειδικότητας στο πρόσωπο του οδοντιάτρου, η οποία συνιστά το λόγο της βαρύτερης ευθύνης του ειδικού, διότι ο ασθενής προσφεύγει στις υπηρεσίες του συνήθως με βαρύτερη οικονομική επιβάρυνση λόγω της ειδικότητας του αυτής. Η αμέλεια του οδοντιάτρου μπορεί να εμφανίζεται υπό τις εξής μορφές: α) είτε ως εσφαλμένη διάγνωση ή μη διάγνωση μιας νόσου, που στη μη συμμόρφωση προς τους κοινώς αναγνωρισμένους κανόνες της ιατρικής επιστήμης, έχει ως συνέπεια τη μη αντίληψη και μη κοινοποίηση του κινδύνου που απειλεί το έννομο αγαθό της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας και υγείας (ως επί το πλείστον η ορθή διάγνωση προϋποθέτει τη λήψη του ιστορικού του ασθενούς, εξέταση του ασθενούς, εργαστηριακές εξετάσεις, ακτινογραφίες και συμβουλή άλλων ιατρών) β) είτε ως εσφαλμένη πλημμελής θεραπευτική αγωγή (φαρμακευτική, διαιτητική, εγχειρηματική), διαδικασία δηλαδή που αποσκοπεί στην ίαση του ασθενούς κατά τρόπο παρακάμπτοντα τους κοινώς αναγνωρισμένους κανόνες της ιατρικής επιστήμης, δηλαδή συγκεκριμένα η αμέλεια του ιατρού μπορεί να θεμελιωθεί σε σφάλμα περί την εκλογή της θεραπείας, λόγω της οποίας και επέρχεται κακό στον ασθενή, είτε αυτό οφείλεται σε άγνοια της προσήκουσας για την περίπτωση θεραπείας ή γενικά ενέργειας, είτε γιατί επέλεξε μέθοδο και θεραπεία η οποία, κατά τις γενικά κρατούσες αρχές της ιατρικής επιστήμης, δεν ήταν η ενδεδειγμένη για την περίπτωση, γ) είτε ως μη παραπομπή του ασθενούς σε ειδικό θάλαμο και την ανάληψη της διεξαγωγής ενός διαγνωστικού ή θεραπευτικού εγχειρήματος, χωρίς να υπάρχουν οι απαραίτητες ειδικές γνώσεις και ικανότητες ή τα κατάλληλα διαγνωστικά μέσα, (δ) είτε ως μη εκπλήρωση καθήκοντος ιατρικής μέριμνας και επιμέλειας ( ΑΠ 974/2014, ΕφΑΘ  4964/2008, ΕφΑΘ 4495/2002, Εφθεσ 2384/2005, ΤΝΠ Νόμος). Διάγνωση αποτελεί η νοητική εργασία με βάση την οποία ο οδοντίατρος αναγνωρίζει και βεβαιώνει, αξιολογώντας τα ευρήματά του, κλινικά και εργαστηριακά, την ύπαρξη συγκεκριμένης νοσολογικής οντότητας (βλ. Αντ. Κουτσελίνη- Μαν. Μιχαλοδημητράκη, Η Ιατρική ευθύνη, 1984, σελ. 63).  Στην καθημερινή πρακτική ο ειδικός λαμβάνει το ιστορικό του ασθενούς και προχωρεί στην κλινική εξέταση, η οποία αποκαλύπτει τα σχετικά αντικειμενικά ευρήματα. Αν χρειαστεί προχωρεί σε εργαστηριακές εξετάσεις και εν συνεχεία αξιολογώντας τα ανωτέρω προχωρεί στην κατάλληλη θεραπευτική μέθοδο. Οδοντιατρικό σφάλμα κατά τη διάγνωση υφίσταται όταν ο οδοντίατρος είτε συλλέγει πλημμελώς τα αναγκαία για τη διάγνωση στοιχεία, είτε ερμηνεύει εσφαλμένα τα κλινικά ευρήματα, ένεκα απουσίας της απαιτούμενης προσοχής και επιμέλειας που απαιτούσε η περίσταση.

Ως θεραπευτική αστοχία θεωρείται η εσφαλμένη επιλογή ή εφαρμογή θεραπευτικής μεθόδου κατά τους κανόνες της επιστήμης ή η παράλειψη του οδοντιάτρου να ενεργήσει προκειμένου να αποφύγει ανεπιθύμητες παρενέργειες.

Όσον αφορά στις ιατροχειρουργικές επεμβάσεις, αυτές διακρίνονται σε τρία στάδια∙ το προεγχειρητικό, το στάδιο της εγχείρησης και το μετεγχειρητικό. Κατά το προεγχειρητικό στάδιο πρέπει να γίνει ο απαραίτητος προεγχειρητικός έλεγχος που θα περιλαμβάνει όλες τις αναγκαίες εξετάσεις που επιβάλλει το είδος της επέμβασης. Η σημασία του προεγχειρητικού ελέγχου είναι καθοριστική για την πορεία του ασθενούς, αφού σε αυτό τα στάδιο πραγματοποιείται η εκτίμηση της κατάστασής του. Κατά τη διάρκεια της επέμβασης ο χειρουργός θα πρέπει να συμμορφώνεται με τους κοινώς αναγνωρισμένους κανόνες που ισχύουν στη γενική χειρουργική και την ειδικότητά του. Βασική υποχρέωση του χειρουργού είναι η προσεκτική, επιμελής και ακριβής εκτέλεση των διάφορων σταδίων της μεθόδου που έχει επιλέξει. Έτσι πρέπει να αποφεύγεται η εφαρμογή οποιασδήποτε αυτοσχέδιας και πρόχειρης ενέργειας (βλ. Β. Σακελλαροπούλου, ό.π., σελ. 123). Μετά την επέμβαση ο χειρουργός οφείλει να παρακολουθεί  εκ του σύνεγγυς τη μετεγχειρητική πορεία του ασθενούς.

Η αδικοπρακτική ευθύνη του οδοντιάτρου ρυθμίζεται ως προς ορισμένα ζητήματα και από το άρθρο 8 του ν. 2251/1994 (περί προστασίας των καταναλωτών, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 10 ν. 3587/2007), σύμφωνα με το οποίο : « 1. Ο παρέχων υπηρεσίες ευθύνεται για κάθε περιουσιακή ζημία ή ηθική βλάβη που προκάλεσε παράνομα και υπαίτια, με πράξη ή παράλειψη του, κατά την παροχή αυτών στον καταναλωτή. Ως παρέχων υπηρεσίες νοείται όποιος, στο πλαίσιο της άσκησης επαγγελματικής δραστηριότητας, παρέχει υπηρεσία, κατά τρόπο ανεξάρτητο.

  1. Δεν είναι υπηρεσία, με την έννοια αυτού του άρθρου, παροχή η οποία έχει ως άμεσο και αποκλειστικό αντικείμενο την κατασκευή προιόντων ή τη μεταβίβαση εμπραγμάτων δικαιωμάτων ή δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας. (Ως παρέχων υπηρεσίες θεωρείται όποιος παρέχει κατά τρόπο ανεξάρτητο υπηρεσία στο πλαίσιο της άσκησης επαγγελματικής δραστηριότητας).
  2. Ο ζημιωθείς υποχρεούται να αποδείξει τη ζημία και την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της παροχής της υπηρεσίας και της ζημίας.
  3. Ο παρέχων υπηρεσίες φέρει το βάρος της απόδειξης για την έλλειψη παρανομίας και υπαιτιότητας του. Για την έλλειψη υπαιτιότητας λαμβάνονται υπόψη η ευλόγως προσδοκώμενη ασφάλεια και το σύνολο των ειδικών συνθηκών και ιδίως: α) η φύση και το αντικείμενο της υπηρεσίας, ιδίως σε σχέση με το βαθμό επικινδυνότητας της, β) η παρουσίαση και ο τρόπος παροχής της, γ) ο χρόνος παροχής της, δ) η αξία της παρεχόμενης υπηρεσίας, ε) η ελευθερία δράσης που καταλείπεται στον ζημιωθέντα στο πλαίσιο της υπηρεσίας, στ) αν ο ζημιωθείς ανήκει σε κατηγορία μειονεκτούντων ή ευπρόσβλητων  προσώπων και ζ) αν η παρεχόμενη υπηρεσία αποτελεί εθελοντική προσφορά του παρέχοντος αυτήν.
  4. Η ύπαρξη ή η δυνατότητα παροχής τελειότερης υπηρεσίας κατά το χρόνο παροχής της συγκεκριμένης υπηρεσίας ή μεταγενέστερα δεν θεμελιώνει χωρίς άλλο λόγο υπαιτιότητα.
  5. Οι διατάξεις για τη συνυπευθυνότητα, τη μείωση ή άρση της ευθύνης και την απαγόρευση απαλλακτικών ρητρών των παραγράφων 10, 11 και 12 του άρθρου 6 εφαρμόζονται αναλογικά και στην ευθύνη του παρέχοντος υπηρεσίες».

Από τις διατάξεις αυτού του άρθρου, και κατά την απολύτως κρατούσα άποψη σε ελληνική και γερμανική νομολογία συνάγεται, ότι στο πεδίο εφαρμογής του εμπίπτουν και οι οδοντιατρικές υπηρεσίες, διότι αφενός ο παρέχων αυτές οδοντίατρος ενεργεί κατά τρόπο ανεξάρτητο, ήτοι δεν υπόκειται σε συγκεκριμένες υποδείξεις ή οδηγίες του αποδέκτη των υπηρεσιών, δηλαδή του ασθενούς, αλλά έχει την πρωτοβουλία και την ευχέρεια να προσδιορίζει τον τρόπο παροχής των υπηρεσιών του, και αφετέρου διότι η άσκηση της οδοντιατρικής αφορά σε πράξεις που συνιστούν επενέργεια στον ανθρώπινο οργανισμό. Τα ανωτέρω ισχύουν για όλες τις επεμβάσεις, από την απλή εξαγωγή μέχρι σύνθετες γναθοχειρουργικές επεμβάσεις, στις οποίες πρέπει να υπαχθεί και η τοποθέτηση εμφυτευμάτων (βλ. Κ. Φουντεδάκη, όπ.π., σελ. 308, BGH NJW 1975, 305, OLG Frakfurt VersR 1982, 502, OLG Koln VersR 1986, 300, Laufs/Uhlenbruck, § 39 αρ. 17 επ., Deutsch, Medizinrecht,30). Οι προϋποθέσεις διαπίστωσης αδικοπραξίας εκ μέρους του οδοντιάτρου δεν διαφέρουν από εκείνες, η συνδρομή των οποίων απαιτείται για την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 8 του ν. 2251/1994 (περί προστασίας των καταναλωτών), η οποία εφαρμόζεται μεταξύ άλλων περιπτώσεων και επί ιατρικής- οδοντιατρικής ευθύνης λόγω αδικοπραξίας, δεδομένου ότι ο ιατρός παρέχει τις υπηρεσίες του στον ασθενή κατά τρόπο ανεξάρτητο χωρίς να υπακούει σε υποδείξεις ή στις οδηγίες του τελευταίου. Η συγκεκριμένη διάταξη λειτουργεί ως ειδικότερος κανόνας, ο οποίος εντασσόμενος στο γενικότερο σύστημα θεμελίωσης της αστικής ευθύνης διαμορφώνει την ενοχή που καταλαμβάνεται από αυτόν κατά τρόπο, ώστε κύριο χαρακτηριστικό της να είναι η απομάκρυνση από την αρχή της υποκειμενικής ευθύνης με την αντιστροφή του σχετικού βάρους απόδειξης (ΑΠ 1227/2007, ΠΠΡ ΘΕΣ. 24582/2008, ΤΝΠ Νόμος, ΠΠΡ ΘΕΣΣΑΛ. 24772/2010 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, Γεωργιάδης σελ. 655 ενοχικό δίκαιο γεν. μέρος, εκδ. 1999, ΠΠΡ ΑΘ 1957/2011 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Η ρύθμιση αυτή για τα αποδεικτέα θέματα και την κατανομή του σχετικού βάρους απόδειξης ισχύει και στην περίπτωση της εις ολόκληρον ευθύνης περισσότερων ιατρών για την ίδια ζημία, όπως προκύπτει από τις πιο πάνω διατάξεις του άρθρου 8 του ν.2251/1994 και από την αναλογικώς, κατά την παρ. 6 του ίδιου άρθρου, εφαρμοζόμενη και στην ευθύνη του παρέχοντος υπηρεσίες, διάταξη του άρθρου 6 παρ. 10 του νόμου αυτού, σε συνδυασμό με τις, επίσης αναλογικώς εφαρμοζόμενες, διατάξεις των άρθρων 481 επομ. 926 και 927 ΑΚ (ΑΠ 974/2014, ΑΠ 1227/2007).

Συνεπώς, για τη θεμελίωση της (αδικοπρακτικής) οδοντιατρικής ευθύνης απαιτείται παράνομη και υπαίτια πρόκληση ζημίας. Αμφότερες οι προϋποθέσεις αυτές (παρανομία και υπαιτιότητα) συντρέχουν ταυτοχρόνως, με βάση τη θεώρηση της αμέλειας ως μορφής πταίσματος και ως μορφής παρανομίας («διπλή λειτουργία της αμέλειας»). Έτσι, αν, στο πλαίσιο μιας οδοντιατρικής πράξεως, παραβιασθούν οι κανόνες και αρχές της οδοντιατρικής επιστήμης και εμπειρίας ή (και) οι εκ του γενικού καθήκοντος πρόνοιας και ασφάλειας απορρέουσες υποχρεώσεις επιμέλειας του μέσου συνετού οδοντιάτρου της ειδικότητας του ζημιώσαντος, τότε η συμπεριφορά αυτή είναι παράνομη και, συγχρόνως, υπαίτια. Ενόψει δε της καθιερούμενης, συναφώς, νόθου αντικειμενικής ευθύνης, με την έννοια της αντιστροφής του βάρους αποδείξεως τόσο ως προς την υπαιτιότητα όσο και ως προς την παρανομία, ο ζημιωθείς φέρει το βάρος να αποδείξει την παροχή των υπηρεσιών, τη ζημία του και τον αιτιώδη σύνδεσμο της ζημίας με την εν γένει παροχή των υπηρεσιών, όχι όμως και τη συγκεκριμένη πράξη ή παράλειψη που επέφερε το ζημιογόνο αποτέλεσμα, ενώ ο παρέχων τις υπηρεσίες οδοντίατρος, προκειμένου να απαλλαγεί από την ευθύνη, πρέπει να αποδείξει είτε την ανυπαρξία παράνομης και υπαίτιας πράξεώς του, είτε την έλλειψη αιτιώδους συνδέσμου της ζημίας με την παράνομη και υπαίτια πράξη του, είτε τη συνδρομή κάποιου λόγου επαγόμενου την άρση ή τη μείωση της ευθύνης του (ΜΠΡ ΛΑΡ 56/2014, ΝΟΒ 2014/1377).

Η περιουσιακή ζημία στην αποκατάσταση της οποίας είναι υπόχρεος ο υπαίτιος της αδικοπραξίας οδοντίατρος διακρίνεται σε θετική και αποθετική, άμεση και έμμεση, παρούσα και μέλλουσα. Θετική ζημία αποκαλείται η μείωση της περιουσίας ενός προσώπου, που επέρχεται είτε με τη μείωση του ενεργητικού είτε με την αύξηση του παθητικού, ενώ αποθετική αποκαλείται η μη επαύξηση της περιουσίας του προσώπου, η οποία επαύξηση πιθανολογείται ότι θα επερχόταν κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων. Άμεση καλείται η ζημία που προκύπτει αμέσως από την προσβολή του εννόμου αγαθού, ενώ έμμεση ζημία καλούνται οι παραπέρα δυσμενείς επιπτώσεις της προσβολής στην περιουσία αυτού που ζημιώθηκε. Παρούσα ζημία είναι αυτή που έχει ήδη επέλθει ως συνέπεια του ζημιογόνου γεγονότος, ενώ μέλλουσα είναι η ζημία που προβλέπεται ότι είναι πιθανό να επέλθει στο μέλλον κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ως αναγκαία συνέπεια της κατάστασης που δημιουργήθηκε με την αδικοπραξία και είναι δυνατός ο προσδιορισμός αυτής κατά το χρόνο της απόφασης είτε εφάπαξ είτε κατά χρονικές περιόδους ( Αστ. Γεωργιάδη, Ι., σελ. 139, ΕφΘεσ 2296/1996, Αρμεν. Ν’/1996, 972, ΕφΘεσ 670/1995, Αρμεν. ΜΘ’ 1995/469, Π. Κορνηλάκη, Ειδικό Ενοχικό, Ι 2002, σελ. 518-519). Όταν το παράνομο αποτέλεσμα μιας αδικοπραξίας συνίσταται σε βλάβη του σώματος ή της υγείας ενός προσώπου και ανεξάρτητα από το αν η ευθύνη του δράστη είναι υποκειμενική ή αντικειμενική, η διάταξη του α. 929 εδ. α’ ΑΚ παρέχει αξίωση αποζημίωσης στο θύμα τόσο για τα νοσήλια, δηλαδή τις δαπάνες που έγιναν ή ήταν αναγκαίες για την αποκατάσταση της υγείας του λ.χ. δαπάνες ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης, δαπάνες για βελτιωμένη διατροφή, ορθοπεδικά βοηθήματα, αμοιβές ιατρών, παραμονή σε νοσοκομείο, δαπάνες για τη μίσθωση ταξί προς μετάβαση του θύματος σε ιατρικά κέντρα για εξετάσεις, και τη ζημία που ήδη επήλθε όσο και για τη μελλοντική ζημία του, δηλαδή ότι στο μέλλον θα στερείται ή θα ξοδεύει επιπλέον λόγω αύξησης των δαπανών του λ.χ. δαπάνες αποκατάστασης της υγείας ή βελτίωση της κατάστασης του ζημιωθέντος, δαπάνες για περιοδικούς ιατρικούς ελέγχους, για συνεχή μεταφορά με αυτοκίνητο ή άλλο μέσο, για συνέχιση θεραπείας, ορθοπεδικά μέσα κλπ.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 931 του Α.Κ. «η αναπηρία ή η παραμόρφωση που προξενήθηκε στον παθόντα λαμβάνεται υπόψη κατά την επιδίκαση της αποζημίωσης αν επιδρά στο μέλλον του». Ως «αναπηρία» θεωρείται κάποια έλλειψη της σωματικής, νοητικής ή ψυχικής ακεραιότητας του προσώπου, ενώ ως «παραμόρφωση» νοείται κάθε ουσιώδης αλλοίωση της εξωτερικής εμφάνισης του προσώπου, η οποία καθορίζεται όχι αναγκαίως κατά τις απόψεις της ιατρικής, αλλά κατά τις αντιλήψεις της ζωής. Περαιτέρω, ως «μέλλον» νοείται η επαγγελματική, οικονομική και κοινωνική εξέλιξη του προσώπου. Δεν απαιτείται βεβαιότητα δυσμενούς επιρροής της αναπηρίας ή παραμόρφωσης στο μέλλον του προσώπου. Αρκεί και απλή δυνατότητα κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων. Στον επαγγελματικό – οικονομικό τομέα η αναπηρία ή η παραμόρφωση του ανθρώπου, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, αποτελεί αρνητικό στοιχείο στα πλαίσια του ανταγωνισμού και της οικονομικής εξέλιξης και προαγωγής του. Οι δυσμενείς συνέπειες είναι περισσότερο έντονες σε περιόδους οικονομικών δυσχερειών και στενότητας στην αγορά εργασίας. Οι βαρυνόμενοι με αναπηρία ή παραμόρφωση μειονεκτούν και κινδυνεύουν να βρεθούν εκτός εργασίας έναντι των υγιών συναδέλφων τους. Η διάταξη του άρθρου 931 του Α.Κ. προβλέπει επιδίκαση από το δικαστήριο χρηματικής παροχής στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση, εφόσον συνεπεία αυτών επηρεάζεται το μέλλον του. Η χρηματική αυτή παροχή δεν αποτελεί αποζημίωση, εφόσον η τελευταία εννοιολογικά συνδέεται με την επίκληση και απόδειξη ζημίας περιουσιακής, δηλαδή διαφοράς μεταξύ της περιουσιακής κατάστασης μετά το ζημιογόνο γεγονός και εκείνης που θα υπήρχε χωρίς αυτό.. Όμως, η αναπηρία ή η παραμόρφωση ως τοιαύτη δεν σημαίνει κατ’ ανάγκη πρόκληση στον παθόντα περιουσιακής ζημίας. Δεν μπορεί να γίνει πρόβλεψη ότι η αναπηρία ή η παραμόρφωση θα προκαλέσει στον παθόντα συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία. Είναι όμως βέβαιο ότι η αναπηρία ή η παραμόρφωση, ανάλογα με το βαθμό της και τις λοιπές συντρέχουσες περιστάσεις (ηλικία, φύλο, κλίσεις και επιθυμίες του παθόντος), οπωσδήποτε θα έχει δυσμενή επίδραση στην κοινωνική – οικονομική εξέλιξη τούτου, κατά τρόπο όμως που δεν δύναται επακριβώς να προσδιορισθεί. Η δυσμενής αυτή επίδραση είναι δεδομένη και επομένως δεν δικαιολογείται εμμονή στην ανάγκη προσδιορισμού του ειδικού τρόπου της επιδράσεως αυτής και των συνεπειών της στο κοινωνικό – οικονομικό μέλλον του παθόντος. Προέχον και κρίσιμο είναι το γεγονός της αναπηρίας ή της παραμόρφωσης ως βλάβης του σώματος ή της υγείας του προσώπου, δηλαδή ως ενός αυτοτελούς έννομου αγαθού, που απολαύει και συνταγματικής προστασίας σύμφωνα με τις παραγράφους 3 και 6 του άρθρου 21 του Συντάγματος, όχι μόνο στις σχέσεις των πολιτών προς το Κράτος, αλλά και στις μεταξύ των πολιτών σχέσεις, χωρίς αναγκαία η προστασία αυτή να συνδέεται με αδυναμία πορισμού οικονομικών ωφελημάτων ή πλεονεκτημάτων. Έτσι, ορθότερη κρίνεται η ερμηνεία της διατάξεως του άρθρου 931 του Α.Κ., που την καθιστά εφαρμόσιμη, σύμφωνα με την οποία προβλέπεται από τη διάταξη αυτή η επιδίκαση στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση ενός εύλογου χρηματικού ποσού ακριβώς λόγω της αναπηρίας ή της παραμόρφωσης, χωρίς σύνδεση με συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία, η οποία άλλωστε και δεν δύναται να προσδιορισθεί. Επομένως, το ποσό που δικαιούται ο παθών κατά το άρθρο 931 του Α.Κ., δεν υπολογίζεται με τα μέτρα της αποζημίωσης, αλλά εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστή να το καθορίσει κατά δίκαιη κρίση σε εύλογο χρηματικό ποσό, με βάση αφενός το είδος, την έκταση και τις συνέπειες της αναπηρίας ή παραμόρφωσης του παθόντος και αφετέρου την ηλικία, το φύλο, τις κλίσεις του παθόντος και τον βαθμό συνυπαιτιότητάς του. Είναι πρόδηλο ότι η κατά τη διάταξη του άρθρου 931 του Α.Κ. αξίωση για αποζημίωση λόγω αναπηρίας ή παραμόρφωσης είναι διαφορετική από την κατά τη διάταξη του άρθρου 929 του Α.Κ. αξίωση αποζημίωσης για διαφυγόντα εισοδήματα του παθόντος, που κατ’ ανάγκη συνδέεται με επίκληση και απόδειξη συγκεκριμένης περιουσιακής ζημίας λόγω της ανικανότητας του παθόντος προς εργασία και από την κατά τη διάταξη του άρθρου 932 του Α.Κ. αξίωση για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και είναι αυτονόητο ότι όλες οι παραπάνω αξιώσεις δύνανται να ασκηθούν είτε σωρευτικά είτε μεμονωμένα, αφού πρόκειται για αυτοτελείς αξιώσεις και η θεμελίωση κάθε μιας από αυτές δεν προϋποθέτει αναγκαία την ύπαρξη και των λοιπών (ΑΠ 158/2016, ΑΠ 150/2015, ΑΠ 72/2012, ΝΟΜΟΣ).

Τέλος, ο δράστης της αδικοπραξίας ευθύνεται για την ηθική βλάβη που προξένησε στο θύμα, όπως προαναφέρθηκε. Η χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης αποσκοπεί κυρίως στην ανακούφιση του «αδικηθέντος» από τη λύπη, τη στενοχώρια ή τον πόνο που του προκάλεσε η προσβολή ενός αγαθού μη αποτιμητού σε χρήμα, αλλά και οποιοδήποτε άλλου αγαθού που εκτός από την περιουσιακή του αξία έχει για τον δικαιούχο του και ιδιαίτερη ψυχολογική αξία. Με τη χρηματική ικανοποίηση το θύμα αποκτά την οικονομική δυνατότητα να απολαύσει ορισμένα πράγματα και έτσι υποβοηθείται να εξισορροπήσει τις δυσμενείς ψυχολογικές καταστάσεις που του δημιουργήθηκαν με την αδικοπραξία και να ξεπεράσει ή έστω να νιώσει ελαφρότερη την ηθική βλάβη που του προκλήθηκε. Για τον προσδιορισμό του ύψους της εν λόγω χρηματικής ικανοποίησης το δικαστήριο θα πρέπει να λάβει υπόψη του κυρίως το είδος της προσβολής, τη βαρύτητα της βλάβης, τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, το βαθμό πταίσματος του υπευθύνου, την ιδιαίτερη προσωπική κατάσταση του θύματος, τη συμπεριφορά του υπευθύνου μετά την τέλεση της αδικοπραξίας, την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των μερών (βλ. Κορνηλάκη, όπ.π., σελ. 653).

 

Share This Post

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Captcha * Time limit is exhausted. Please reload the CAPTCHA.