Το νομικό Πλαίσιο Πτώχευσης της Ομόρρυθμης Εταιρίας ( 2 από 3)

Γράφει ο Σπύρος Σκιαδόπουλος

Είναι γνωστό ότι οι προσωπικές εταιρείες, δηλ. κατά βάση η ομόρρυθμη και η ετερόρρυθμη εταιρία αλλά, εν μέρει, και η αφανής εταιρία, είναι φορείς άσκησης πολύ μικρών, μικρών και μικρομεσαίων επιχειρηματικών δραστηριοτήτων. Δεδομένου ότι οι μικρές και μικρομεσαίες επιχειρήσεις αποτελούν τη ραχοκοκαλιά της ελληνικής οικονομίας, η ύπαρξη λειτουργικού και αποτελεσματικού νομοθετικού πλαισίου είναι σημαντικός παράγων της οικονομικής ανάπτυξης.DD1F28266F8BA3ACECF73DA706E722DF-300x199

Παρ’ όλα αυτά ο κλάδος αυτός δικαίου δεν έχει εκσυγχρονισθεί με βάση τα νεότερα δεδομένα. Το δίκαιο των προσωπικών εμπορικών εταιριών (ομόρρυθμη, ετερόρρυθμη, αφανής), το οποίο περιέχεται στις διατάξεις των άρθρων 18-28, 38-50 και 64 του Εμπορικού Νόμου (ΕμπΝ), ισχύει αμετάβλητο από την εισαγωγή στην Ελλάδα του γαλλικού εμπορικού κώδικα του 1807.

Ως εκ τούτου οι διατάξεις για την αστική εταιρία δεν επαρκούν για την ικανοποιητική ρύθμιση ιδίως του δικαίου της ομόρρυθμης και της ετερόρρυθμης εταιρίας, ενόψει και των σύγχρονων οικονομικών δεδομένων

Έτσι, βάσει του Ν.4072/2012, και ά.1, καθορίζεται η έννοια της ομόρρυθμης εταιρίας και προβλέπεται διάταξη γενικής εφαρμογής, σύμφωνα με την οποία εφαρμόζονται και ως προς την ομόρρυθμη εταιρία οι διατάξεις του Αστικού Κώδικα για την εταιρία, εφόσον δεν υπάρχει άλλη ειδική ρύθμιση. Στη συνέχεια και σύμφωνα με το α.11 του ίδιου Νόμου , ορίζεται ότι : «1. Η ομόρρυθμη εταιρία λύνεται :
α) με την πάροδο του χρόνου διαρκείας της,

β) με απόφαση των εταίρων,

γ) με την κήρυξη της σε πτώχευση και

δ) με δικαστική απόφαση ύστερα από αίτηση εταίρου , εφόσον υπάρχει σπουδαίος λόγος.

2. Η αίτηση εκδικάζεται από το Πολυμελές Πρωτοδικείο της έδρας της εταιρίας κατά της διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας.»

Με την πτώχευση, όμως, της ομόρρυθμης εταιρείας συμπτωχεύουν και οι ομόρρυθμοι εταίροι, με άμεση συνέπεια τη λύση της εταιρείας, εκτός αν υπάρχει αντίθετη συμφωνία των μερών [1]

Όμως, σε αντίθεση με το μέχρι σήμερα ισχύον δίκαιο, προβλέπεται ότι ο θάνατος, η πτώχευση και η υποβολή σε δικαστική συμπαράσταση εταίρου επιφέρουν τη λύση της εταιρίας μόνο, εφόσον προβλέπεται στην εταιρική σύμβαση (αντιστροφή του κανόνα των ΑΚ 773 και 775) (άρθρο 12). Η διάταξη λαμβάνει υπόψη την αρχή της διατήρησης της επιχείρησης.[2]

Όσον αφορά στους πιστωτές της Ομόρρυθμης εταιρείας θα πρέπει να διαπιστωθούν τα εξής:

Από τις διατάξεις των άρθρων 534, 644, 637 και 635 ΕμπΝ, συνάγεται, ότι από τη δημοσίευση στο ακροατήριο της απόφασης με την οποία κηρύσσεται η πτώχευση, οι πτωχευτικοί πιστωτές, δηλαδή όσοι έχουν ενοχικές αξιώσεις κατά του πτωχεύσαντος, ανεξαρτήτως αν αυτές έχουν αστικό ή εμπορικό χαρακτήρα, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και οι απαιτήσεις από παροχή εξαρτημένης εργασίας, που απολαμβάνουν γενικό προνόμιο κατά τη διάταξη του άρθρου 975 αριθμ. 3 ΚΠολΔ, χάνουν το δικαίωμα να ασκήσουν ή να συνεχίσουν τις ατομικές διώξεις κατά του πτωχεύσαντος.

Οι πιστωτές αυτοί είναι υποχρεωμένοι αντί να ασκήσουν ή να συνεχίσουν τις ατομικές τους διώξεις κατά του πτωχεύσαντος να ακολουθήσουν τη διαδικασία της εξελέγξεως των πιστώσεων τους, για να μπορέσουν να λάβουν μέρος στις εργασίες της πτώχευσης και τη διανομή του προϊόντος, ακόμη και στην περίπτωση που η αξίωση τους έχει βεβαιωθεί με αμετάκλητη δικαστική απόφαση, αποτελούντες μέλη της ομάδας των πιστωτών, η οποία δημιουργείται με τη δημοσίευση της πτωχευτικής απόφασης. [3]Η πτώχευση της ομόρρυθμης εμπορικής εταιρίας συνεπάγεται και την πτώχευση των ομορρύθμων μελών αυτής, τα οποία, κατά το άρθρο 22 ΕμπΝ ευθύνονται εις ολόκληρο με το νομικό πρόσωπο της εταιρίας, για την πληρωμή των προς τρίτους χρεών αυτής [4]συνδεόμενοι με το νομικό πρόσωπο της εταιρίας για τα χρέη αυτά με αναγκαστική ομοδικία, υπό την έννοια του άρθρου 76 παρ. Ι ΚΠολΔ[5].

Η συμπτώχευση των ομορρύθμων μελών της πτωχεύσασας εταιρίας, επέρχεται χωρίς να απαιτείται γα διαλαμβάνεται τούτο στην κηρύξασα την πτώχευση απόφαση, δε σύνδικος της πτώχευσης της εταιρίας είναι και σύνδικος πτωχεύσεων των ομορρύθμων μελών[6]. Οι κατ’ ιδίαν αυτές πτωχεύσεις της εταιρίας και των ομορρύθμων μελών της είναι διακεκριμένες μεταξύ τους, δημιουργημένων με την κήρυξη της πτώχευσης περισσοτέρων πτωχευτικών ομάδων (πτωχευτικών πιστωτών της εταιρίας και πτωχευτικών πιστωτών των κατ’ ιδίαν συμπτωχευσάντων ομορρύθμων μελών αυτής).

Κάθε πιστωτής της εταιρίας είναι πτωχευτικός πιστωτής και των ομορρύθμων μελών, δικαιούμενος να επιδιώξει την είσπραξη των απαιτήσεων του σε βάρος της εταιρίας, τόσο από την πτωχευτική περιουσία της εταιρίας, όσο και από εκείνη των ομορρύθμων οι μελών αυτής. Δεν συμβαίνει όμως το ίδιο και με τους ατομικούς πιστωτές των συμπτωχευσάντων ομορρύθμων μελών αυτής, οι οποίοι μπορούν να επιδιώξουν την είσπραξη των απαιτήσεων τους, μόνο από την πτωχευτική περιουσία των ομορρύθμων μελών, συμμετέχοντες στις πτωχευτικές ομάδες αυτών και όχι εκείνης των πιστωτών της εταιρίας.[7]

Έτσι, οι πιστωτές της πτωχεύσεως της εταιρίας, για τις σε βάρος αυτής πτωχευτικές αξιώσεις τους μπορούν να επιδιώξουν την εξέλεγξη των πιστώσεων τους και την ικανοποίηση αυτών, τόσο από την πτωχευτική περιουσία της εταιρίας, όσο και από την πτωχευτική περιουσία των κατ’ ιδίαν ομορρύθμων μελών αυτής, άπαξ όμως μόνο, με την έννοια ότι η ικανοποίηση τους από οποιοδήποτε πτωχεύσαντα αποκλείει την επιδίωξη της ίδιας αξίωσης από την πτωχευτική περιουσία του άλλου. Η εξέλεγξη των πιστώσεων, όπως προκύπτει από το άρθρο 582 ΕμπΝ, αρχίζει με την αναγγελία του πιστωτή. Η αναγγελία αυτή επέχει θέση αγωγής που διακόπτει την παραγραφή, σύμφωνα με το άρθρο 264 ΑΚ, γίνεται δε με την κατάθεση σχετικού σημειώματος από τον πιστωτή, προσκομιζομένων και των αποδεικτικών της αναγγελομένης απαιτήσεως τίτλων (δικαστικών αποφάσεων, συμβολαιογραφικών ή ιδιωτικών εγγράφων, αποσπασμάτων εμπορικών βιβλίων, επιστολών, τηλεγραφημάτων κ.λπ.).

Η κατάθεση του σημειώματος της αναγγελίας, το οποίο πρέπει να περιέχει σαφώς το είδος των αναγγελομένων απαιτήσεων, τα περιστατικά στα οποία αυτές στηρίζονται, σε βάρος ποίου υπάρχουν οι αναγγελλόμενες απαιτήσεις (εταιρίας ή ομορρύθμων μελών), καθώς και από την πτωχευτική περιουσία ποίου εκ των περισσοτέρων συμπτωχευσάντων επιδιώκεται η είσπραξη των απαιτήσεων, γίνεται, προ μεν του διορισμού του οριστικού συνδίκου των πτωχεύσεων, «εις το δικαστικόν γραφείον», χορηγούμενης σχετικής απόδειξης από τον γραμματέα, μετά δε τον διορισμό του οριστικού συνδίκου γίνεται σ’ αυτόν ή στον προαναφερόμενο γραμματέα. Η εξέλεγξη των πιστώσεων των δανειστών που αναγγέλθη καν νομίμως και μέσα στις προβλεπόμενες από το νόμο προθεσμίες, γίνονται από τον σύνδικο κατά τη συνέλευση των προς τούτο καλουμένων πιστωτών, ενώπιον του εισηγητή δικαστή, υποχρεουμένου του αναγγελθέντος πιστωτή να αποδείξει την απαίτηση του σε βάρος του πτωχεύσαντος.

Η απόδειξη αυτή γίνεται με τα προαναφερόμενα και προσκομιζόμενα έγγραφα, αντιπαραβαλλόμενων με τα βιβλία του πτωχεύσαντος ή άλλα έγγραφα, κάθε δε άλλος πιστωτής, ο σύνδικος και ο πτωχεύσας δικαιούται να διατυπώσει αντιρρήσεις ως προς την αναγγελθείσα απαίτηση.

Για την επαλήθευση συντάσσεται έκθεση του εισηγητή, στην οποία μνημονεύεται η απαίτηση που ελέγχθηκε, αν αυτή έγινε δεκτή οριστικώς ή προσωρινώς και οι τυχόν αντιρρήσεις που διατυπώθηκαν. Αν η εξελεγχόμενη απαίτηση έγινε δεκτή προσωρινώς από τον εισηγητή, λόγω προβληθεισών αντιρρήσεων, η απόφαση αυτή του εισηγητή είναι προσωρινή, με την έννοια, ότι επιτρέπεται η παράσταση του αμφισβητουμένου πιστωτή στις συνελεύσεις της ομάδας των πιστωτών και η παρακράτηση αντιστοίχου ποσού από τις διανομές του ενεργητικού (άρθρο Π παρ. 2 Ν 635/1937), δεν υπόκειται δε σε ένδικα μέσα. Η οριστική εξέλεγξη της αμφισβητούμενης πίστωσης γίνεται από το αρμόδιο καθ’ ύλη πτωχευτικό δικαστήριο.

Για το σκοπό αυτό είτε ο αμφισβητούμενος πιστωτής, είτε ο σύνδικος της πτωχεύσεως, είτε ο πιστωτής που αμφισβήτησε την απαίτηση πρέπει να εισαγάγει τις αντιρρήσεις στο αρμόδιο για την απαίτηση δικαστήριο. Η αίτηση με την οποία εισάγονται οι αντιρρήσεις προς εκδίκαση, απευθύνονται κατά του αμφισβητουμένου πιστωτή, αν αυτές φέρονται προς συζήτηση από τον σύνδικο και κοινοποιείται προς τον πιστωτή εκείνον, που προέβαλε αντιρρήσεις, αν φέρονται προς συζήτηση από τον αμφισβητούμενο πιστωτή, απευθύνεται κατά του συνδίκου και κοινοποιείται προς τον αμφισβητούντα, αφού ο τελευταίος αυτός έχει προφανές έννομο συμφέρον να γίνουν δεκτές οι αντιρρήσεις του προκειμένου να λάβει μεγαλύτερο μέρος από την διανομή του ενεργητικού, αποβαλλομένου του αμφισβητουμένου  [8]

Η ενώπιον του εισηγητή δικαστή διαδικασία της εξέλεγξης των πιστώσεων των νομίμως και εμπροθέσμως αναγγελθέντων δανειστών και η σύνταξη σχετικής έκθεσης από τον εισηγητή, αποτελεί την αναγκαία προδικασία με βάση την οποία διεξάγεται η δίκη επί των αντιρρήσεων και με τη δικαστική απόφαση επιλύεται οριστικώς η αμφισβήτηση για την παραδοχή ή όχι του πιστώματος.

Επομένως, όπως η αναγγελία του πιστωτή έτσι και η έκθεση του εισηγητή πρέπει να περιέχει, πλην των άλλων, και τα πραγματικά περιστατικά τα οποία στηρίζουν την απαίτηση και θεμελιώνουν το τυχόν προνόμιο της.

Η έλλειψη ή κατά τρόπο αόριστο αναφορά την περιστατικών αυτών στην έκθεση του εισηγητή, μπορεί να συμπληρωθεί μόνο από την αναγγελία, εφόσον τα περιστατικά αυτά περιέχονται στην αναγγελία και η έκθεση του εισηγητή αναφέρεται σαφώς στην αναγγελία.

Μόνο στην έκθεση και την αναγγελία στην οποία αυτή παραπέμπει μπορούν να αναζητηθούν τα περιστατικά αυτά, κατά τη συζήτηση δε των αντιρρήσεων στο δικαστήριο, δεν μπορούν να προταθούν ισχυρισμοί από τον επέχοντα θέση ενάγοντα αμφισβητούμενο πιστωτή, που δεν περιέχονται στα προαναφερόμενα έγγραφα, ούτε να αναπληρωθούν από άλλα έγγραφα που μνημονεύονται σ’ αυτά.

Οι δανειστές εκείνοι που είτε δεν εμφανίστηκαν και δεν υπέβαλλαν τις απαιτήσεις τους στη διαδικασία της εξελέγξεως των πιστώσεων, είτε οι απαιτήσεις τους απορρίφθηκαν κατόπιν αντιρρήσεων από το δικαστήριο, μπορούν να συμμετάσχουν στη διανομή του ενεργητικού της πτωχευτικής περιουσίας, αν ασκήσουν προς τούτο ανακοπή ενώπιον του δικαστηρίου, σύμφωνα με το άρθρο 596 ΕμπΝ μέχρι και την τελευταία διανομή.

Στην συνέχεια και βάσει του ά.20 του ίδιου Νόμου ορίζεται νέα διάταξη, σύμφωνα με την οποία τα βιβλία και έγγραφα της εταιρίας παραδίδονται προς φύλαξη σε έναν από τους εταίρους ή σε τρίτο (άρθρο 20 παρ. 5 εδ. 2), ενώ στο άρθρο 21 ρυθμίζεται κατά τρόπο ολοκληρωμένο το θέμα της παραγραφής των αξιώσεων των τρίτων κατά των εταίρων σε περίπτωση λύσης της εταιρίας ή εξόδου ή αποκλεισμού του εταίρου.

Αν θελήσουμε να αναλύσουμε περισσότερο τα γνωστά σε όλους μας, άρθρα 99-106 του ν. 3588/2007  Πτωχευτικού Κώδικα, τότε θα πρέπει να τονίσουμε τα εξής ισχύοντα βάσει του προηγούμενου νόμου:

  • Για να υπαχθεί φυσικό ή νομικό πρόσωπο θα πρέπει να έχει ληξιπρόθεσμες οφειλές τουλάχιστον 500.000 ευρώ.
  • Η συμφωνία συνδιαλλαγής δεσμεύει μόνο εκείνους που την υπέγραψαν.
  • Στην αίτηση επισυνάπτετε σε πρότυπο γραμμάτιο κατάθεσης του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων ποσό 5.000 ευρώ για την αμοιβή του εμπειρογνώμονα και του μεσολαβητή.
  • Το Δημόσιο, Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου, δημόσιες επιχειρήσεις, φορείς κοινωνικής πρόνοιας και ασφάλισης μπορούν να συναινούν σε μείωση των απαιτήσεων, με τους ίδιους όρους που θα μείωνε τις απαιτήσεις του και ένας ιδιώτης δανειστής.
  • Το δικαστήριο δεν επικυρώνει την συμφωνία εταιρίας – πιστωτών εάν:
    α) ο οφειλέτης, κατά την σύνοψη της συμφωνίας, βρίσκετε σε κατάσταση παύσης των πληρωμών.
    β) οι όροι της συμφωνίας δεν εξασφαλίζουν την διάρκεια της επιχειρηματικής δραστηριότητας.
    γ) θίγονται τα συμφέροντα των πιστωτών που δεν υπέγραψαν την συμφωνία.
    δ) η διάρκεια ισχύος της συμφωνίας συνομολογείτε για διάστημα πέραν των (2) δύο ετών από την επικύρωση της.
  • Με την επικύρωση της συμφωνίας αναστέλλετε η λήψη οποιουδήποτε ασφαλιστικού μέτρου κατά του οφειλέτη, αίρετε αυτοδικαίως η απαγόρευση έκδοσης επιταγών, αναστέλλετε για περίοδο 6 μηνών η λήψη κάθε μέτρου συλλογικής αναγκαστικής εκτέλεσης, συμπεριλαμβανομένης της κήρυξης πτώχευσης κ.λ.π

*Ο  Σπύρος Σκιαδόπουλος είναι απόφοιτος Νομικής Σχολής Δ.Π.Θ. και ασκούμενος δικηγόρος.


[1]  Μ. Λεοντάρη, Προσωπικές εταιρείες, 1997, σελ. 73-74

[2] ΕφΑθ 10798/1987, ΕΕμπΔ 1988, σελ. 441

[3] ΑΠ 808/1990 ΕλΔ 32,538, ΑΠ 350/1965 ΝοΒ 14,135

[4] ΑΠ 1542/1983 ΝοΒ 32,1218

[5] ΟλΑΠ 11/1992 ΕλΔ 33.759, ΕφΑθ 9848/1987 ΕλΔ 30.99

[6] ΑΠ 113/1963 ΝοΒ ΙΙ, 864

[7] ΑΠ 28/1981 ΝοΒ 29.1244, ΑΠ 1540/1981 ΝοΒ 30.922

[8]  Κ. Ρόκας Πτωχευτικό Δίκαιο, έκδ. 1965, σελ. 243

 

Share This Post

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Captcha * Time limit is exhausted. Please reload the CAPTCHA.