Το Ισλαμικό Κράτος του Ιράκ και Λεβάντε (ISIL): Μια νέα πρόκληση για την Αρχή της Νομιμότητας στο Διεθνές Σύστημα

Γράφει ο Δημήτριος Α. Κούρτης 73494-163654

Το κράτος αποτελεί τον κεντρικό δρώντα, κατέχει τη θέση-κλειδί όπως έλεγε ο Max Huber [Gesellschaft und Humanität 21] στο διεθνές σύστημα ακόμη και σήμερα, ήδη διανυόμενης της δεύτερης δεκαετίας του 21ου αιώνα. Προσέτι όπως ευστόχως επεσήμανε o Crawford στο θεμελιώδες για το Διεθνές Δίκαιο της κρατογένεσης (stategenesis) έργο του The Creation of States in IL (2006) τα κράτη είναι –κατ’ ανάγκην– εδαφικές οντότητες (territorial entities) [Crawford 46]. Κατά την μάλλον κρατούσα θέση, το Εθιμικό Διεθνές Δίκαιο θέτει δεδομένα κριτήρια για την κατάφαση της κτήσεως εκ μέρους μιας εδαφικής οντότητας της κρατικής ιδιότητας και την εντεύθεν περιβολή αυτής με τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των κρατών αλλά και με (κρατική) διεθνή νομική προσωπικότητα [εκτενώς εις Grant (1999) ColumJTransn’lL 404].

Τα κριτήρια αυτά παραδοσιακά γίνεται δεκτό ότι ευρίσκονται διατυπωμένα στην εναρκτήρια πρόνοια της Σύμβασης του Μοντεβιδέο περί των Δικαιωμάτων και Υποχρεώσεων των Κρατών της 26ης Δεκεμβρίου 1933 (ΣΜ), τεθείσας σε ισχύ ακριβώς ένα έτος κατόπιν. Μια σύντομη επισκόπηση των κριτηρίων στηρίζει το συμπέρασμα ότι το Γενικό Διεθνές Δίκαιο και το κλασικό δόγμα της Γενικής Πολιτειολογίας, όπως διατυπώθηκε υπό του Georg Jellinek [Algemeine Staatslehre (1922) 394], εναρμονίζονται εν προκειμένω. Επομένως, ορισμένος δρων θεωρείται κράτος –διανοιγησόμενης της οδού της αναγνώρισης υπέρ αυτού στο πεδίο των διμερών σχέσεων μετά των υπολοίπων κυριάρχων υποκειμένων [ίδε και Hillgruber (1998) 9 EJIL 491]– όταν διαθέτει (1) έδαφος, (2) λαό και (3) αυθυπόστατη πολιτική (καλύτερα πολιτειακή) εξουσία. Συχνά λησμονείται ότι κατά τη ΣΜ τα indicia της κρατικής υπόστασης περιλαμβάνουν και (4) την ικανότητα σύναψης σχέσεων μετά των υπολοίπων κρατών• η τελευταία τούτη παράμετρος παροράται –κι ορθώς– το μεν διότι δεν αποτελεί κριτήριο αλλά συνέπεια κατάφασης της κυριαρχικής υπόστασης ορισμένου δρώντος, το δε παραβλέπει ότι υφίστανται κράτη στο διεθνές πεδίο τα οποία κι αν δεν διαθέτουν pleno iure τη σχετική ικανότητα (τα συχνά μνημονευόμενα στη διεθνή βιβλιογραφία ως μικρο-κράτη, micro-states) η ιδιότητά τους ως κυριάρχων υποκειμένων ουδέποτε αμφισβητήθηκε [ίδε ευρύτερα Duursma, Fragmentation & the IR of Micro States 115&seq]. Χαρακτηριστικό παράδειγμα εν προκειμένω το πριγκιπάτο του Λιχτενστάιν του οποίου την πολιτική εθνικής άμυνας ασκεί η Ελβετία αλλά και το πριγκιπάτο του Μονακό, του οποίου η εξωτερική πολιτική (βάσει της Συνθήκης των Βερσαλλιών αλλά και των Συμφωνιών της 14ης Απριλίου 1945 και της Ερμηνευτικής Συμφωνίας της 18ης Μαΐου 1963) είναι άμεσα συνηρτημένη προς τα γαλλικά συμφέροντα [cf Grant, ‘Micro States’ (February 2013) EPIL].

Πέραν των τριών κριτηρίων (έδαφος-πληθυσμός-αυθυπόστατη πολιτειακή εξουσία) κατά καιρούς έχει προταθεί και σωρεία άλλων [cf Crawford 89&seq; Grant (1999) 437&seq] κυμαινομένων εκ της καλούμενης ‘ανεξαρτησίας’ (η οποία επίσης αποτελεί συνέπεια της κατάφασης της κρατικής υπόστασης) έως της δυνατότητας του περί ου πρόκειται δρώντος να εκπληρώσει τις διεθνείς του υποχρεώσεις (προϋπόθεση η οποία επαναδιατυπώνει το τέταρτο κριτήριο της ΣΜ στην πραγματικότητα), της δημοκρατικής διακυβέρνησης ή/και του σεβασμού των θεμελιωδών δικαιωμάτων κι ελευθεριών. Τα κριτήρια αυτά όχι μόνον δεν έχουν επικρατήσει αλλά –όπως συμβαίνει συνήθως στις δεοντικές επιστήμες– παρέμειναν για το συντριπτικό τμήμα της διεθνούς πολιτικής σκηνής cosa non detta in prosa mai, né in rima [Ariosto, Orlando Furioso Ι.2.2].

Εκ πρώτης όψεως, λοιπόν, τίποτε δεν κωλύει τον κοινό νου να θεωρήσει ότι το ‘Ισλαμικό Κράτος’ ή ‘Ισλαμικό Κράτος του Ιράκ και του Λεβάντε (ή Συρίας)’ (ISIL) είναι κράτος. Διαθέτει –πρώτον και κύριον– έδαφος, την πεμπτουσία της κρατικής υπόστασης. Προσέτι, επί των προσώπων και των πραγμάτων των ευρισκομένων επί του εδάφους ασκεί αποτελεσματικό έλεγχο και δικαιοδοσία μέσω του Συμβουλίου της Σούρα, ενώ –τηρουμένων των αναλογιών και ένεκα της αδυναμίας διαπίστωσης του ακριβούς ποσοστού απωλειών– διαθέτει πληθυσμό μόνιμα εγκατεστημένο επί του εδάφους. Το κεφαλαιώδες πρόβλημα είναι ασφαλώς ότι δεν πληροί και ουδέποτε θα μπορούσε να ικανοποιήσει την τέταρτη και κεφαλαιωδέστερη, ακόμη και προ εκείνης περί εδάφους, προϋπόθεση την οποία το σύγχρονο Διεθνές Δίκαιο επιβάλλει προς κατάφαση της κρατικής υπόστασης ορισμένου δρώντα.

Ειπώθηκε και προηγούμενα ότι στα τρία κλασικά indicia maiestatis της ΣΜ έχει –κατά καιρούς– γίνει προσπάθεια να ενταχθούν και περαιτέρω παράμετροι, η οποία ωστόσο (προσπάθεια) δεν ευοδώθηκε κατά πως φαίνεται. Αυτό, στον αντίποδα, επ’ ουδενί δεν σημαίνει ότι τα κριτήρια της ΣΜ εδράζονται επί της αρχής του κλειστού αριθμού (numerus clausus). Αντίθετα με επάρκεια και συνέπεια μπορούμε να υποστηρίξουμε ότι –τουλάχιστον εκ του Β’ ΠΠ κι εντεύθεν– [cf Madzimbamuto v Lardner-Burke [1969] 1 AC 645,722ff; McDougal & Reisman (1968) 62 AJIL 1, 3; Crawford 97&seq; Lauterpacht, Recognition 409&seq] το Διεθνές Δίκαιο διευρύνθηκε στο σημείο αυτό με την προσθήκη μίας –εν πολλοίς σήμερα αυτονόητης– προϋπόθεσης, ήτοι της γένεσης του κρίσιμου δρώντος σε αρμονία προς το ισχύον Διεθνές Δίκαιο. Η προϋπόθεση αυτή απαντά αρκετά συχνά στο πεδίο της διεθνούς βιβλιογραφίας, ερείδεται δε στο αυτονόητο αξίωμα [Lauterpacht 409] περί της υπεροχής του Διεθνούς Δικαίου το οποίον και δεν δύναται να προσδώσει έννομα αποτελέσματα σε ενέργειες επιχειρηθείσες κατά παράβαση αυτού, εκτός αν ίσως εκείνες παράξουν τελικώς δικαιϊκή κανονικότητα (σχολικό παράδειγμα ο τρόπος διαμόρφωσης ενός νέου κανόνα του Εθιμικού Διεθνούς Δικαίου, όπου ως corpus consuetudinis προβάλλει η αντίθετη πρακτική η οποία και παραβιάζει τον υφιστάμενο κανόνα) [D’Amato, The Concept of Custom in IL 97-98].

Τόσο στο πλαίσιο της διακρατικής πρακτικής όσο και εντός του συστήματος των ΗΕ, η εκ μέρους ορισμένης εδαφικής οντότητας κτήση της κρατικής ιδιότητας παραμένει άρρηκτα συνδεδεμένη με την μη παραβίαση κανόνων τουλάχιστον του Επιτακτικού Διεθνούς Δικαίου (Ius Cogens), ιδία δε η μη σύσταση της κρίσιμης εδαφικής οντότητας κατά παράβαση της γενικής αρχής απαγορεύσεως χρήσεως βίας στο πεδίο των διακρατικών σχέσεων και κατά της εδαφική ακεραιότητας ή/και πολιτικής ανεξαρτησίας ενός τρίτου κρατικού δρώντα [cf Milano, Unlawful Territorial Situations Chap 4]. Πρόκειται περί κανόνα του Εθιμικού Διεθνούς Δικαίου του οποίου η καταστατική αποτύπωση απαντά κατ’ Αρθρ. 2(4) ΧΗΕ, ενώ ήδη επί της Υποθ. Στρατιωτικών και Παραστρατιωτικών Δραστηριοτήτων των ΗΠΑ στη Νικαράγουα και κατ’ Αυτής (1986) το ΔΔΧ προσέδωσε έστω και έμμεσα σε αυτόν χαρακτήρα ο οποίος υπερβαίνει τις κοινές αρχές του Εθιμικού ius voluntarium [(1986) ICJ Rep 14 at para 186]. Το μεγαλύτερο, λοιπόν, διεθνο-νομικό πρόβλημα του ISIL δεν είναι άλλο παρά η σύστασή του κατά παράβαση κανόνων του Επιτακτικού Διεθνούς Δικαίου περί προστασίας της εδαφικής ακεραιότητας τόσο της Συρίας όσο και του Ιράκ, κρατικών δρώντων από μακρού χρόνου αναγνωρισμένων ως τέτοιων στο διεθνές πεδίο [ίδε και UN SC Resolution 2170 (2014)].

Εξ άλλου ουδείς μίλησε ποτέ –και ούτε άλλωστε θα μπορούσε– για την περίπτωση πραγμάτωσης της αξίωσης περί εξωτερικής αυτοδιάθεσης μέσω των ενόπλων ομάδων του ISIL, ισχυρισμός ο οποίος θα μπορούσε να συσκοτίσει τη σχετική συζήτηση. Είναι λίαν αληθές ότι –τουλάχιστον από την περίοδο των γεγονότων του Κοσσυφοπεδίου κι εντεύθεν– φαίνεται να διαμορφώνεται στο διεθνές πεδίο ένα νέο είδος ‘αποσβεστικής παραγραφής’ την οποίαν θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε remedial prescription [cf Crawford 138]• η παραγραφή αυτή οδηγεί στην νομιμότητα κτήσης κυριαρχικού τίτλου εφ’ ορισμένου εδάφους ακόμη κι αν τούτος αποκτήθηκε μετά προσφυγή στη βία• το δογματικό της υπόβαθρό –εν τούτοις– ίσταται το μεν στην παρέλευση μακρού χρόνου από τον χρόνο διάπραξης της αρχικής παρανομίας, το δε στην αδιάρρηκτη κάποτε σύνδεσή της με την αρχή της εξωτερικής αυτοδιάθεσης και το σχήμα της «θεραπευτικής/αποκαταστατικής απόσχισης» (remedial secession), η οποία per se δεν αναγνωρίζεται ως σύννομος τρόπος κτήσεως εδαφικού τίτλου [Vidmar (2010) 6(1) StAILR 37].

Το ISIL και ιδίως οι ένοπλες ομάδες του παραμένουν βραχίονες ενός μη κρατικού δρώντα ο οποίος δραστηριοποιείται στο έδαφος της Συρίας και του Ιράκ έχοντας παρανόμως προσφύγει στη χρήση βίας, όχι διότι δήθεν το Αρθρ. 2(4) ΧΗΕ απαγορεύει τη χρήση βίας και πέραν των διακρατικών σχέσεων αλλά διότι η χρήση βίας εκ μέρους μη κρατικών δρώντων αποτελεί αυτοτελώς μιαν απειλή ασφαλείας έναντι της εδαφικής ακεραιότητας και πολιτικής ανεξαρτησίας των ως άνω κρατών, η οποία εθιμικά αντιμετωπίζεται κατόπιν προσφυγής σε ένοπλα αντίμετρα ανάλογα του δικαιώματος στην άμυνα. Ακόμη και επί της περιώνυμης Γνδ του ΔΔΧ περί του Κοσόβου, το Δικαστήριο δεν παρέλειψε να υπογραμμίσει ότι στις ευάριθμες εκείνες περιπτώσεις όπου η διεθνής κοινότητα έλαβε plena voce θέση κατά της νομιμότητας ορισμένης διακήρυξης ανεξαρτησίας (και σε επίπεδο Αποφάσεων του ΣΑ των ΗΕ) και προσχώρησε υπέρ της υποχρεώσεως (κι όχι απλά ευχέρειας) μη αναγνώρισης, τούτο δικαιολογήθηκε στη βάση της παραβίασης αρχών και κανόνων του συστήματος με θεμελιώδη και καταστατικό χαρακτήρα, ήτοι της γενικής αρχής απαγόρευσης χρήσεως βίας, η οποία ανήκει στη χορεία των πρωτογενών Επιτακτικών κανόνων του Διεθν.Δ. [(2010) ICJ Rep 403 at para 81] O δε εθιμικός χαρακτήρας της αρχής επιβεβαιώνεται και υπό το κράτος της Διακήρυξης περί των Αρχών του Διεθν.Δ. των διεπουσών τις Φιλικές Σχέσεις και τη Συνεργασία μεταξύ των Κρατών σε Συμφωνία προς τον ΧΗΕ [UN GA Resolution 2625(1970)]. Η σημασία της αρχής τονίσθηκε και στην ιστορικά πρώτη αντιδικία εκδοθείσα απόφαση του ΔΔΧ επί της Υποθ. του Στενού της Κέρκυρας [(1949) ICJ Rep 4 at para 121].

Συνεπώς, το μόρφωμα του ISIL δεν αποτελεί τίποτε περισσότερο από μιαν παράνομη εδαφική κατάσταση (unlawful territorial situtation) η οποία δημιουργείται κατόπιν προσφυγής στην ένοπλη βία [Milano 102&seq]. Εάν ελέγχετο από κάποιον κρατικό δρώντα κάλλιστα θα μπορούσαμε να μιλήσουμε περί per se πολεμικής κατοχής και κατέχουσας Δύναμης. Ωστόσο ας μην λησμονηθεί ότι το Εθιμικό ΔΑΔ (Διεθν. Ανθρωπιστικό Δίκαιο) –και οι περί αυτού πρόνοιες του Δικαίου της Πολεμικής Κατοχής που έχουν αναπτύξει εθιμική ποιότητα– εξακολουθούν να δεσμεύουν όχι μόνον τους κρατικούς αλλά και τους μη κρατικούς δρώντες-εμπλεκόμενα μέρη σε ορισμένη ένοπλη σύρραξη [cf Henckaerts & Doswald-Beck, Customary International Humanitarian Law, vol I/Rules]. Εξ άλλου το Δίκαιο των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (του οποίου εφαρμογή εν καιρώ ενόπλου συρράξεως λογίζεται πλέον το ΔΑΔ) δεσμεύει τόσο τα εμπλεκόμενα κράτη όσο και τον μη κρατικό δρώντα υπό τη δικαιοδοσία του οποίου τελούν οι δικαιωματοκάτοχοι [cf Clapham (2006) 88 IRRC 491]. Εξ άλλου το γεγονός ότι το ΔΑΔ δεν μπορεί να ενεργοποιηθεί στην πληρότητά του, δεν σημαίνει στον αντίποδα ότι έχουμε να κάνουμε με μια μη διεθνοποιημένη ένοπλη σύρραξη. Στην τριγωνική σχέση που δημιουργείται εξ αιτίας της εμπλοκής κρατικών και μη κρατικών δρώντων στην παρούσα σύρραξη (Ιράκ – Συρίας έναντι των δυνάμεων του ISIL) το ius in bello εφαρμόζεται ακόμη και με διαφοροποιημένο καθεστώς (κατά την κλασικότερη θέση υποχρεώσεις ΔΑΔ στην ολότητά τους υπέχουν τα κράτη, οι δε μη κρατικοί δρώντες υπέχουν μόνον όσες υποχρεώσεις επιβάλλει το ΔΑΔ, Εθιμικό και Συμβατικό σε αυτούς, ενώ δεσμεύονται και εκ του Δικαίου των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων κανονικώς) [cf Χατζηκωνσταντίνου, 7+1 Προβλήματα ΔΑΔ 174].

Εν τελική δε αναλύσει, η κατοχή του εδάφους εκ μέρους του ISIL καθιστά αυτό εν τοις πράγμασιν υπεύθυνο για κάθε παραβίαση κανόνων του Διεθν.Δ. λαμβάνουσα χώρα υπό τη δικαιοδοσία του [cf Prosecutor v Tadic Case No. IT-94-1-AR72, Decision on the Defence Motion for Interlocutory Appeal on Jurisdiction (October 2, 1995)], η δε μετέπειτα κατάσταση θα διακανονίσει το εάν και κατά πόσον τα τελεσθέντα εγκλήματα θα εκδικασθούν εκ μέρους εσωτερικών, διεθνών ή διεθνοποιημένων δικαιοδοτικών οργάνων. Σε κάθε περίπτωση, η εξαμβλωματική αυτή εδαφική οντότητα δεν θα κατορθώσει να αποκτήσει διεθνή αναγνώριση –καταλαμβανόμενη ως τέτοια από την υποχρέωση μη αναγνώρισης [cf Milano 136 in f & seq]– και με τον έναν ή τον άλλον τρόπο θα οδηγηθεί τελικά στη διεθνο-νομική λήθη, όχι περισσότερο ή λιγότερο από τα Bantustan του ρατσιστικού καθεστώτος της Ν. Αφρικής. Παρά τις δοκιμασίες της η αρχή της νομιμότητας (ex iniuria ius non oritur) εξακολουθεί να κυριαρχεί τουλάχιστον στο πεδίο της κρατογένεσης [cf Lauterpacht 425&seq].

* ο Δημήτριος Α. Κούρτης είναι Δικηγόρος Λάρισας και ΜΔΕ Διεθν.Δ. ΑΠΘ © 2014

Share This Post

2 Responses to Το Ισλαμικό Κράτος του Ιράκ και Λεβάντε (ISIL): Μια νέα πρόκληση για την Αρχή της Νομιμότητας στο Διεθνές Σύστημα

  1. dım kour Απάντηση

    18/08/2014 at 19:09

    Αναδημοσίευση του άρθρου με μνεία του curia.gr affiliation από το Nomikithess.blogspot.gr:

  2. dım kour Απάντηση

    18/08/2014 at 19:10

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Captcha * Time limit is exhausted. Please reload the CAPTCHA.