Το άρθρο 135 του Ποινικού Κώδικα: ο θεματοφύλακας του δημοκρατικού πολιτεύματος ή μια ανεξέλεγκτη λαιμητόμος;

Γράφει ο Νίκος Κουμουλέντζοςγκιλοτίνα

Όλοι όσοι ασκούν μάχιμη δικηγορία του ποινικού δικαίου, θα ξέρουν ήδη πολύ καλά ότι ο ποινικός  νόμος είναι ένα – ανυπολόγιστης ισχύος- οπλοστάσιο, του οποίου η ορθή χρήση, κάθε άλλο παρά  δεδομένη είναι. Η σκέψη αυτή είναι αποταμίευμα όχι προσωπικής μου εμπειρίας, αλλά εμπειρίας  ποινικολόγων της πράξης, σύμφωνα με τους οποίους ο ποινικός νόμος πρέπει όχι να «άγεται και  φέρεται» από τις κοινωνικο-πολιτικές περιστάσεις, αλλά να ενεργοποιείται ως –κυριολεκτικά-  ύστατο μέσο, και να αποτελεί το ultimum refugium, για την καταστολή φαινομένων που αφενός είναι  «άξια» πυροδότησης του κατασταλτικού μηχανισμού του ποινικού δικαίου, αφετέρου δεν μπορούν  να αντιμετωπιστούν με ηπιότερο μέσο. Δεν πρέπει να λησμονούμε ότι ο ποινικός νόμος   επιφυλάσσει για τον παραβάτη όχι μόνον ποινές στερητικές της ελευθερίας ή χρηματικές ποινές,  αλλά κάτι ακόμη πιο επονείδιστο: τον κοινωνικό στιγματισμό, του οποίου η ισχύς είναι ανυπολόγιστη και ανεξίτηλη.

Δυστυχώς, σήμερα, στις παρυφές του 2014, παρατηρούμε συνεχώς αφενός την συνεχή και επαναλαμβανόμενη προσφυγή της πολιτείας στην ποινική δικαιοσύνη, με τρόπο καταχρηστικό που εγείρει ερωτήματα περί του αν είναι αληθινή ή φαινομενική η διάκριση των εξουσιών, αφετέρου την καταπάτηση με τρόπο βάναυσο των δικαιωμάτων του κατηγορουμένου. Με δεδομένη την λυπηρή αυτή διαπίστωση, εύκολα γίνεται αντιληπτός ο κίνδυνος που ελλοχεύει σε αρκετές διατάξεις του ποινικού κώδικα, οι οποίες, ασαφώς ως είναι τεθειμένες, ανοίγουν την κερκόπορτα για την ποινικοποίηση πλείστων συμπεριφορών που κάθε άλλο από παράνομες είναι. Το ζήτημα αποκτά ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον για διατάξεις που δεν έχουν νομολογηθεί, οι οποίες κατ αυτόν τον τρόπο αποτελούν tabularasa για τον εκάστοτε δικαστικό λειτουργό.

Ας δούμε, για παράδειγμα το άρθρο 135 του Ποινικού Κώδικα, ή «Προπαρασκευαστικές Πράξεις Εσχάτης Προδοσίας», όπως επιγράφεται η διάταξη. Κατά την πρώτη παράγραφο αυτής, ορίζεται ότι:

«1. Όποιος δημόσια ή με τη διάδοση εγγράφων, εικόνων ή παραστάσεων προκαλεί με πρόθεση ή προσπαθεί να διεγείρει άλλους στο να επιχειρήσουν πράξεις από εκείνες που αναφέρονται στο άρθρο 134 τιμωρείται με κάθειρξη..»

Σε πρώτο επίπεδο ανάγνωσης ήδη θα εντοπίσουμε αξιοσημείωτη ασάφεια: « προκαλεί ή προσπαθεί να διεγείρει άλλους» λέει ο ποινικός νομοθέτης. Και τίθεται το ακόλουθο ερώτημα: τι θεωρείται πρόκληση; Πότε κανείς προκαλεί ή προσπαθεί να διεγείρει στην τέλεση πράξεων του 134; Η διάδοση μιας απλά επαναστατικής ιδέας ή γνώμης είναι πρόκληση; Είναι διέγερση; Είναι παράνομη πράξη και μάλιστα κακουργηματική; Η αιτιολογική έκθεση του νόμου (Ν 1366/1983) που εισήγαγε την εν λόγω διάταξη, ευτυχώς, ορίζει το περίγραμμα εφαρμογής της προσδιορίζοντας εναργώς ότι η «η διάδοση απλώς απόψεων επαναστατικών απόψεων ή ιδεών δεν μπορεί να αποτελεί αντικείμενο του παρόντος άρθρου». Οι εφαρμοστές του νόμου οφείλουν, ιδίως επί διατάξεων που δεν έχουν περάσει από την βάσανο της ερμηνείας των δικαστηρίων, να θέτουν σαν πυξίδα την εκάστοτε αιτιολογική έκθεση του νόμου. Εν προκειμένω η ανάγκη προσεκτικής ερμηνείας είναι ακόμα μεγαλύτερη καθώς η συγκεκριμένη διάταξη ακροβατεί ανάμεσα στην ποινική προστασία του πολιτεύματος και στην ποινικοποίηση του δικαιώματος στην ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας των Ελλήνων και της συμμετοχής τους στην κοινωνική, πολιτική και οικονομική ζωή της Χώρας ( α5.1 Σ). Για να το θέσω απλά: η συγκεκριμένη διάταξη, κακουργηματικού διαμετρήματος, από τις βαρύτερες -εξ απόψεως κυρωτικής σημασίας-διατάξεις ενώ αποτελεί το προπύργιο προστασίας του δημοκρατικού πολιτεύματος, μπορεί πολύ εύκολα να γενεί η ίδια όπλο κατά αυτού, πλήττοντας βιαίως σημαντικότατα -συνταγματικής περιωπής- δικαιώματα, όπως είναι η ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας.

Επιπλέον η συγκεκριμένη διάταξη είναι για να έναν ακόμα λόγω άκρως επικίνδυνη: τυποποιεί ένα έγκλημα αφηρημένης διακινδύνευσης, που σημαίνει ότι ο κίνδυνος δεν είναι κομμάτι της αντικειμενικής υποστάσεως: ο νομοθέτης δηλαδή, δεν απαιτεί να υφίσταται συγκεκριμένος κίνδυνος προς το πολίτευμα για να καταστεί αξιόποινη η πράξη, αλλά πηγαίνει ένα βήμα πίσω, δημιουργώντας ένα είδος οιονεί αμάχητου τεκμηρίου επικινδυνότητας στην συμπεριφορά του δράστη: αρκεί ο δράστης να προκαλεί ή να προσπαθεί να διεγείρει τους άλλους στην επιχείρηση πράξεων του 134 ΠΚ, και τεκμαίρεται αυτομάτως και αφηρημένα επικίνδυνος για την βλάβη του προστατευόμενου εννόμου αγαθού που είναι το δημοκρατικό πολίτευμα. Άρα εν τοιαύτη περιπτώσει μόλις που χρειάζεται να τονίσω την ανάγκη να γίνεται συσταλτική η ερμηνεία της διάταξης ή για να το πω ορθότερα, να θεωρείται μαχητό το τεκμήριο επικινδυνότητας της συμπεριφοράς του δράστη. Η ανάγκη αυτή καθίσταται ακόμα πιο αδήριτη, αν αναλογιστούμε τι τιμωρεί η διάταξη του άρθρου 135 ΠΚ: τις προπαρασκευαστικές πράξεις. Δηλαδή ο νομοθέτης, προσδιορίζει το αξιόποινο ακόμα πιο πίσω χρονικά, στο σημείο των κατά κανόνα ποινικώς αδιάφορων προπαρασκευαστικών πράξεων, πριν καν ,δηλαδή, την αρχή εκτέλεσης του εγκλήματος.

Κατά συνέπεια, ο κίνδυνος της εν λόγω διάταξης είναι προφανής! Προσέξατε: έχουμε ένα έγκλημα ασαφές από άποψη αντικειμενικής υποστάσεως, αφηρημένης διακινδύνευσης, που τιμωρεί τις προπαρασκευαστικές πράξεις: ο δράστης δηλαδή τιμωρείται πριν καν κάνει αρχή εκτέλεση του εγκλήματος, προτού καν εκφράσει εγκληματική διάθεση προς το έννομο αγαθό, με συμπεριφορά που δεν ορίζεται συγκεκριμένα στον νόμο, επειδή γενικώς και αορίστως είναι πιθανόν η συμπεριφορά του να αποτελεί ενδεχόμενο κίνδυνο για το πολίτευμα. Τιμωρείται, μάλιστα, όχι με κράτηση, όχι με φυλάκιση, αλλά με κάθειρξη.

Ο κίνδυνος της ασάφειας του άρθρου 135 γιγαντώνεται ακόμα περισσότερο αν προσέξουμε την παραπομπή που κάνει στο άρθρο 134: «στο να επιχειρήσουν πράξεις από εκείνες που αναφέρονται στο άρθρο 134». Το άρθρο 134 του Ποινικού Κώδικα, είναι ακόμα ένα νομοτεχνικά προβληματικό άρθρο: ο τρόπος απαρίθμησης των αξιόποινων συμπεριφορών είναι χαοτικός και συγκεχυμένος, κατά τρόπο που ανθίσταται στην σημαντικότερη αρχή του Ποινικού δόγματος, αυτή της νομιμότητας 1 η οποία απαγορεύει την αυθαίρετη διαπίστωση των προϋποθέσεων της ποινής2.

Λεχθέντων τούτων, είναι αναγκαίο να εντοπιστεί ο κίνδυνος ποινικοποίησης συμπεριφορών που βρίσκονται ή πρέπει να βρίσκονται εκτός πεδίου δράσης του ποινικο-κατασταλτικού μηχανισμού, όπως είναι το φρόνημα.

Με δεδομένες τις προαναφερθείσες προβληματικές, που από ατόφιο επιστημονικό ενδιαφέρον έχουν τεθεί εδώ, πρέπει όλοι κάνουμε μια υπόθεση εργασίας, για τον τρόπο λειτουργίας και εφαρμογής της συγκεκριμένης διάταξης. Η εκμαίευση της σωστής ερμηνείας της διάταξης, είναι ζήτημα των ελληνικών δικαστηρίων. Όσο όμως είναι ακόμα «ανώριμη» η διάταξη ,οδηγός στην επώδυνη διαδικασία της ερμηνείας της και πυξίδα στο δύσβατο μονοπάτι της εφαρμογής της πρέπει να είναι αφενός η διαφύλαξη του ύψιστου εννόμου αγαθού του δημοκρατικού πολιτεύματος και της Πολιτείας, αφετέρου η προστασία του αναφαίρετου δικαιώματος εκάστου των Ελλήνων πολιτών να αναπτύσσουν άνετα την προσωπικότητά τους και να εκφέρουν απόψεις δίχως τον φόβο του κοφτερής λαιμητόμου του ποινικού δικαίου, υπό μια προϋπόθεση: αυτή του σεβασμού του Δημοκρατικού πολιτεύματος και των αρχών που το διέπουν.

* ο Νίκος Κουμουλέντζος είναι δικηγόρος ΔΣΑ & μεταπτυχιακός φοιτητής Τομέα Ποινικών & Εγκληματολογικών σπουδών Νομικής ΔΠΘ

===========================================================================

1 nullum crimen nulla poena sine lege certa

2 Χρ. Μυλωνόπουλος, Ποινικό Δίκαιο, Γενικό Μέρος 1, Π.Ν Σάκκουλας, 2007, σλ. 61

Share This Post

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Captcha * Time limit is exhausted. Please reload the CAPTCHA.