Την έκδoση του al-Sanussi ζητά από τη Λιβύη το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο

abdullah_al_sanussi_libya_captured_11_20_2011
Το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο έδωσε εντολή στη Λιβύη να παραδώσει τον πρώην επικεφαλής των μυστικών υπηρεσιών του καθεστώτος Καντάφι, Abdullah al-Senussi. Ο A. al-Sanussi κατηγορείται για διάπραξη εγκλημάτων πολέμου κατά τη διάρκεια επιχειρήσεων καταστολής της αντικαθεστωτικής εξέγερσης. Ο al-Senussi κρατείται προς το παρόν από τις αρχές της Λιβύης και το κράτος έχει εκφράσει την πρόθεση να δικαστεί ο κατηγορούμενος από εθνικά δικαιοδοτικά όργανα και όχι από το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο.
Οι Δικαστές του ΔΠΔ, από την πλευρά τους, επισημαίνουν ότι σε περίπτωση που οι αρχές της Λιβύης δε συμμορφωθούν με την ανωτέρω εντολή, έχουν το δικαίωμα να παραπέμψουν την υπόθεση στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ. Τέλος, σημειώνεται ότι οι δικηγόροι του κατηγορουμένου είναι θετικοί στο ενδεχόμενο διεξαγωγής δίκης ενώπιον του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου καθώς, όπως υποστηρίζουν, παρέχονται περισσότερες εγγυήσεις δίκαιης δίκης για τον al-Senussi σε σχέση με μια δικαστική διαδικασία στη Λιβύη.
Το καταστατικό του ΔΠΔ (Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο) περιλαμβάνει την αρχή της συμπληρωματικότητας. Το δικαστήριο λειτουργεί συμπληρωματικά σε σχέση με τα εθνικά ποινικά δικαστήρια. Το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο είναι αρμόδιο να επιληφθεί μιας υπόθεσης μόνο όταν το κράτος, στη δικαιοδοσία του οποίου εμπίπτει η εκδίκαση συγκεκριμένου εγκλήματος, αδυνατεί (inability)ή είναι γνησίως απρόθυμο (unwillingness) να επιληφθεί. Το ΔΠΔ δεν μπορεί να αντικαταστήσει τα εθνικά ποινικά δικαστήρια που είναι a priori αρμόδια να δικάσουν τα πρόσωπα που κατηγορούνται για την τέλεση διεθνών εγκλημάτων. Όπως παρατηρείται και στο προοίμιο του καταστατικού, κάθε κράτος έχει καθήκον να ασκεί την ποινική του δικαιοδοσία επί των υπαιτίων για διεθνή εγκλήματα. Η συμπληρωματικότητα του ΔΠΔ πρακτικά έχει τη σημασία ότι σε περίπτωση ταυτόχρονης ενεργοποίησης τόσο των εθνικών ποινικών δικαστηρίων όσο και του ΔΠΔ, το τελευταίο δε θα έχει προτεραιότητα, αλλά θα πρέπει να υποχωρήσει η αρμοδιότητά του. Η συμπληρωματικότητα του ΔΠΔ και κατά συνέπεια η προτεραιότητα των εθνικών ποινικών δικαστηρίων αντικατοπτρίζεται στη ρύθμιση του νόμου 3003/2002, που κυρώνει στην εσωτερική μας έννομη τάξη το καταστατικό του ΔΠΔ, όπου στο άρθρο 17 ορίζεται ότι απαραδέκτως εισάγεται υπόθεση στο ΔΠΔ, όταν η υπόθεση ερευνάται ή έχει ασκηθεί δίωξη από τις αρχές κάποιου κράτους. Και στο άρθρο αυτό η συμπληρωματικότητα δέχεται δύο εξαιρέσεις : την απροθυμία ή την αδυναμία δίωξης από μέρους του κράτους.  Η εκχώρηση του κυριαρχικού δικαιώματος της άσκησης ποινικής δικαιοδοτικής εξουσίας στο Διεθνές αυτό όργανο πραγματοποιείται όταν συντρέχει ανάγκη, λόγω της ανεπάρκειας και της αναποτελεσματικότητας των εθνικών αρχών να επιληφθούν μιας συγκεκριμένης υπόθεσης, όταν κάτι τέτοιο είναι αναγκαίο για την επίτευξη του στόχου, που είναι η τιμώρηση των ενόχων και η καταπολέμηση της διεθνούς εγκληματικότητας. Εκχωρείται δηλαδή μόνο τόσο ποσοστό δικαιοδοσίας, όσο είναι απολύτως αναγκαίο. Για να μην δημιουργούνται αμφισβητήσεις το ίδιο το καταστατικό του δικαστηρίου στο άρθρο 17 ορίζει πότε ποιος κρίνει πότε υπάρχει απροθυμία ή αδυναμία εκ μέρουε των εθνικών αρχών. Σύμφωνα με παρ.2 του άρθρου 17, το Δικαστήριο μπορεί να διαπιστώσει απροθυμία 1ον, όταν η εθνική διαδικασία ή απόφαση να μην ασκηθεί δίωξη ελήφθη προκειμένου να προστατευτεί το συγκεκριμένο πρόσωπο από την ποινική ευθύνη για εγκλήματα που εμπίπτουν στη δικαιοδοσία του δικαστηρίου, 2ον όταν υπήρξε αδικαιολόγητη καθυστέρηση στη διαδικασία, η οποία είναι ασυμβίβαστη με την πρόθεση να αχθεί το συγκεκριμένο πρόσωπο ενώπιον της Δικαιοσύνης και 3ον, όταν η διαδικασία δεν διεξήχθη ανεξάρτητα ή αμερόληπτα». Σύμφωνα με την παρ.3 του άρθρου 17, για να προσδιοριστεί η αδυναμία δίωξης των υπευθύνων από ένα κράτος , το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει αν, λόγω πλήρους ή ουσιαστικής κατάρρευσης ή μη ύπαρξης του εθνικού του δικαστικού συστήματος, το κράτος δεν είναι σε θέση να εξασφαλίσει την παρουσία του κατηγορουμένου ή να συλλέξει τα απαραίτητα αποδεικτικά στοιχεία και μαρτυρίες ή αν είναι ανίκανο να φέρει εις πέρας τη διαδικασία. Μετά βεβαίως από μια τέτοια κρίση το Δικαστήριο απαιτεί από αυτές συνεργασία για τη διενέργεια όλων των αναγκαίων ανακριτικών πράξεων και την εκτέλεση των αποφάσεων του. Έτσι μπορεί να ζητήσει την έκδοση (παράδοση ) του κατηγορούμενου. Σύμφωνα με το άρθρο 89 το Δικαστήριο μπορεί να διαβιβάσει αίτηση για σύλληψη και παράδοση ενός προσώπου, συνοδευόμενη από το υποστηρικτικό υλικό που ορίζεται στο άρθρο 91, σε κάθε Κράτος στο έδαφος του οποίου ενδέχεται να βρίσκεται το πρόσωπο αυτό και ζητεί την συνεργασία του Κράτους στην σύλληψη και παράδοση του προσώπου αυτού. Τα Κράτη Μέρη πρέπει συμμορφώνονται με τις αιτήσεις για σύλληψη και παράδοση. Η ουσία της εφαρμογής του διεθνούς ποινικού δικαίου ενσωματώνεται στο επιγραμματικό αξίωμα ‘aut dedere aut judicare’, το οποίο βασίζεται στην πεποίθηση ότι τα κράτη έχουν την υποχρέωση είτε να διώκουν ποινικά είτε να εκδίδουν τα άτομα που διαπράττουν διεθνή εγκλήματα και να βοηθούν τα κράτη ή διεθνή δικαιοδοτικά όργανα που ερευνούν τέτοια εγκλήματα με σκοπό την ενδεχόμενη δίωξή τους.
Πηγή είδησης: LAWNET
Επιμέλεια – Νομικός Σχολιασμός: Καδήρ Αϊκούτ

Share This Post

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Captcha * Time limit is exhausted. Please reload the CAPTCHA.