ΣτΕ 2114/2014 : “Συνταγματική η διάταξη περί διαφοροποιήσεως του επιτοκίου (6%) για οφειλές του Δημοσίου”

2F0B3A034CC439E6E898346E96FF593FΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 15 Φεβρουαρίου 2013, με την εξής σύνθεση: Κ. Μενουδάκος, Πρόεδρος, Αθ. Ράντος, Αντιπρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας, Ν. Ρόζος, Χρ. Ράμμος, Δ. Μαρινάκης, Μ. Καραμανώφ, Αικ. Σακελλαροπούλου, Δ. Σκαλτσούνης, Α.Γ. Βώρος, Π. Ευστρατίου, Ε. Νίκα, Γ. Τσιμέκας, Σπ. Μαρκάτης, Φ. Ντζίμας, Β. Καλαντζή, Μ. Παπαδοπούλου, Δ. Κυριλλόπουλος, Ε. Κουσιουρής, Β. Ραφτοπούλου, Κ. Κουσούλης, Κ. Φιλοπούλου, Θ. Αραβάνης, Κ. Πισπιρίγκος, Α. Χλαμπέα, Μ. Πικραμένος, Τ. Κόμβου, Β. Αναγνωστοπούλου – Σαρρή, Σύμβουλοι, Β. Πλαπούτα, Ο. Παπαδοπούλου, Ι. Σύμπλης, Πάρεδροι.

Από τους ανωτέρω οι Σύμβουλοι Ε. Κουσιουρής και Κ. Κουσούλης, καθώς και ο Πάρεδρος Ι. Σύμπλης μετέχουν ως αναπληρωματικά μέλη, σύμφωνα με το άρθρο 26 παρ. 2 του ν. 3719/2008. Γραμματέας η Μ. Παπασαράντη.

Για να δικάσει την από 7 Ιουνίου 2004 αίτηση: του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, ο οποίος παρέστη με την Χρυσαφούλα Αυγερινού, Νομικό Σύμβουλο του Κράτους, κατά της ανώνυμης Αυστριακής Εταιρίας με την επωνυμία «….. – …..», που εδρεύει στην Αυστρία (. ……., … …), η οποία δεν παρέστη, αλλά ο δικηγόρος που υπογράφει την αίτηση νομιμοποιήθηκε με συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο και κατά της παρεμβαίνουσας ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «…. … …..», που εδρεύει στην . …… Αττικής (…. .. …), η οποία δεν παρέστη, αλλά ο δικηγόρος που υπογράφει την αίτηση νομιμοποιήθηκε με συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο.

Η πιο πάνω αίτηση παραπέμφθηκε στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου, κατόπιν της 1620/2011 αποφάσεως του ΣΤ΄ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας, προκειμένου να επιλύσει η Ολομέλεια το ζήτημα που αναφέρεται στην απόφαση. Η υπόθεση εισήχθη εκ νέου στην Ολομέλεια μετά την 3777/2012 αναβλητική απόφασή της.

Με την αίτηση αυτή ο αναιρεσείων Υπουργός επιδιώκει να αναιρεθεί η υπ’ αριθμ. 119/2004 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών. Η Εισηγητής, Σύμβουλος Β. Ραφτοπούλου, άρχισε τη συζήτηση της υποθέσεως με την ανάγνωση της παραπεμπτικής αποφάσεως, η οποία αποτελεί και την εισήγηση του Τμήματος.

Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε την αντιπρόσωπο του αναιρεσείοντος Υπουργού, η οποία ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους αναιρέσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση. Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι

Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α

Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο Ν ό μ ο

1. Επειδή, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 26 παρ. 2 (με την οποία προστέθηκαν τέσσερα εδάφια στο τέλος της παρ.1 του άρθρου 8 του π.δ.18/1989, Α΄8) του ν.3719/2008 (Α΄241), λόγω κωλύματος του Συμβούλου Θεοδώρου Αραβάνη, τακτικού μέλους της συνθέσεως που εκδίκασε την υπό κρίση υπόθεση, έλαβε μέρος, αντί αυτού, στη διάσκεψη, ως τακτικό μέλος, ο Σύμβουλος Εμμανουήλ Κουσιουρής, αναπληρωματικό, μέχρι τότε, μέλος της συνθέσεως (βλ. υπ’αριθ. 71Α/8.3.2013 Πρακτικό Διασκέψεως της Ολομελείας του Δικαστηρίου).

2. Επειδή, με την υπό κρίση αίτηση, για την άσκηση της οποίας δεν απαιτείται κατά το νόμο καταβολή παραβόλου, ζητείται η αναίρεση της υπ’αριθ.119/2004 αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, κατά το μέρος που με αυτήν έγινε δεκτή αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης εταιρείας και υποχρεώθηκε το Δημόσιο να της καταβάλει, επί διαφοράς που ανέκυψε κατά την εκτέλεση σύμβασης δασοπυρόσβεσης, τόκους, από την επίδοση της αγωγής έως την εξόφληση του κεφαλαίου των απαιτήσεών της, υπολογιζόμενους με βάση το γενικώς ισχύον επιτόκιο και όχι το προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρου 21 του Κώδικα Νόμων περί δικών του Δημοσίου (κ.δ. της 26.6/10.7.1944) επιτόκιο 6%. 3. Επειδή, με την υπ’αριθ.1620/2011 απόφαση του ΣΤ΄ Τμήματος του Δικαστηρίου, υπό πενταμελή σύνθεση, παραπέμφθηκε ενώπιον της Ολομελείας, σύμφωνα με το άρθρο 14 παρ. 2 περ. β΄ του π.δ.18/1989, προς επίλυση, λόγω μείζονος σπουδαιότητας και της αντίθετης, προς την υπ’αριθ.1663/2009 απόφαση της Ολομελείας του Δικαστηρίου τούτου, νομολογίας του Αρείου Πάγου (βλ.ΑΠ1127,1128/2010), το ζήτημα της συμφωνίας του άρθρου 21 του Κώδικα Νόμων περί δικών του Δημοσίου προς το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος και το άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ). Με τη διάταξη του ως άνω άρθρου του Κώδικα Νόμων περί δικών του Δημοσίου (κ.δ. της 26-6/10-7-1944, Α΄139), το οποίο διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 109 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα (π.δ. 456/1984 – Α΄ 164), ορίζεται ότι: «Ο νόμιμος και ο της υπερημερίας τόκος πάσης του Δημοσίου οφειλής, ορίζεται εις 6% ετησίως, πλην εάν άλλως ωρίσθη δια συμβάσεως ή ειδικού νόμου. Ο ειρημένος τόκος άρχεται από της επιδόσεως της αγωγής».

4. Επειδή, μετά τη δημοσίευση της ως άνω παραπεμπτικής αποφάσεως (30.5.2011), η Ολομέλεια του Ελεγκτικού Συνεδρίου, με την υπ’αριθ.2812/2011 απόφασή της, που δημοσιεύθηκε στις 2.11.2011, έκανε δεκτό ότι η ως άνω επίμαχη διάταξη, με την οποία ορίζεται για τις οφειλές του Δημοσίου, το επιτόκιο, νόμιμο και υπερημερίας, σε ποσοστό 6%, που είναι μικρότερο από το ποσοστό του γενικώς ισχύοντος, αντίστοιχου, επιτοκίου, είναι ανίσχυρη και μη εφαρμοστέα, καθόσον αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1, 20 παρ. 1 και 25 παρ. 1 του Συντάγματος, 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ και 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου αυτής. Λόγω δε της αντιθέσεως των γενομένων δεκτών με την ανωτέρω απόφαση προς τα κριθέντα με τις προαναφερθείσες υπ’αριθ.1127 και 1128/2010 αποφάσεις του Αρείου Πάγου, το Ελεγκτικό Συνέδριο παρέπεμψε το ζήτημα της συνταγματικότητας ή μη της ως άνω διατάξεως, καθόσον αφορά στο θεσπιζόμενο ύψος του επιτοκίου για οφειλές του Δημοσίου, στο Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο, προς άρση της αμφισβητήσεως, σύμφωνα με τα άρθρα 100 παρ. 1 περ. ε΄ του Συντάγματος και 48 παρ. 2 του Κώδικα περί Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου. Κατόπιν αυτού, η Ολομέλεια του Δικαστηρίου, με την υπ’αριθ.3777/2012 απόφασή της, ανέβαλε την εκδίκαση της υπό κρίση αιτήσεως, μέχρι να δημοσιευθεί η απόφαση του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου. Ήδη δε, η υπόθεση εισάγεται στην Ολομέλεια, μετά την έκδοση της υπ’αριθ.25/2012 αποφάσεως του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου.

5. Επειδή, στο άρθρο 1 παράγραφος 1 του ν.2479/1997 (Α΄67 ) ορίζονται τα ακόλουθα: « α. Σε δίκη ενώπιον … της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας …, στην οποία, εν όψει των ισχυρισμών των διαδίκων ή της τυχόν παραπεμπτικής απόφασης, τίθεται ζήτημα αν διάταξη τυπικού νόμου είναι σύμφωνη προς το Σύνταγμα ή όχι, έχουν το δικαίωμα να ασκήσουν παρέμβαση φυσικά ή νομικά πρόσωπα ή ενώσεις προσώπων, τα οποία δικαιολογούν έννομο συμφέρον σε σχέση με την κρίση του ζητήματος αυτού, εφόσον το αυτό ζήτημα εκκρεμεί σε δίκη ενώπιον άλλου δικαστηρίου ή δικαστικού σχηματισμού του αυτού κλάδου δικαιοσύνης στην οποία είναι διάδικοι …. β. Ο παρεμβαίνων με βάση το προηγούμενο εδάφιο νομιμοποιείται να προβάλει απόψεις και επιχειρήματα αναφερόμενα αποκλειστικά σε ζητήματα συνταγματικότητας που έχουν τεθεί. Η εκδιδόμενη απόφαση δεν παράγει έννομα αποτελέσματα για τον παρεμβαίνοντα αυτόν. γ. Η κατά το εδάφιο α΄ παρέμβαση ενώπιον… της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας … ασκείται σύμφωνα με το άρθρο… 49 του π.δ/τος 18/1989 (ΦΕΚ 8Α΄) … δ. Για την παράσταση όσων παρεμβαίνουν με βάση την παρούσα παράγραφο, τη νομιμοποίηση του πληρεξουσίου δικηγόρου τους, τα απαιτούμενα τέλη και παράβολα και τη δικαστική δαπάνη εφαρμόζονται αναλόγως οι σχετικές διατάξεις που αφορούν το δικαστήριο, ενώπιον του οποίου ασκήθηκε η παρέμβαση. ε. …».

6. Επειδή, εν προκειμένω, στην παρούσα δίκη ενώπιον της Ολομελείας παρεμβαίνει, υπέρ της αναιρεσιβλήτου εταιρείας, με το από 25.8.2011 δικόγραφο, η ανώνυμη εταιρεία, με την επωνυμία «. .. …………..», ισχυριζόμενη ότι τίθεται ζήτημα συνταγματικότητας της, παρεμφερούς προς τη διάταξη του άρθρου 21 του Κώδικα Νόμων περί δικών του Δημοσίου, διατάξεως του άρθρου 7 παρ. 2 του ν.δ.496/1974(Α΄204), στη δίκη που εκκρεμεί, με την άσκηση της από 12.2.2009 αγωγής της, ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, κατά του ν.π.δ.δ. με την επωνυμία « ΝΟΣΗΛΕΥΤΙΚΟ ΙΔΡΥΜΑ Μ.Τ.Σ.» (Ν.Ι.Μ.Τ.Σ.), με αίτημα να της καταβληθεί συγκεκριμένο ποσό, ως οφειλόμενο τίμημα από την εκτέλεση της υπ’αριθ.59/24.12.2004 συμβάσεως προμηθείας ιατροτεχνολογικού υλικού, με το νόμιμο τόκο υπερημερίας, υπολογιζόμενο σύμφωνα με το π.δ.166/2003, Α΄138 (κατ’ άρθρο 4 παρ.4 του διατάγματος αυτού, δηλαδή «…με βάση το επιτόκιο που εφαρμόζει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα … προσαυξημένο κατά επτά εκατοστιαίες μονάδες, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά στη σύμβαση…»). Υπό τα δεδομένα, όμως, αυτά, και ενόψει του ότι η προαναφερθείσα διάταξη του ν. 2479/1997 είναι, λόγω του ειδικού χαρακτήρα της, στενώς ερμηνευτέα (πρβλ. ΣτΕ 1213/2010 Ολομ.), η εν λόγω παρέμβαση είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, διότι κατά τα ως άνω εκτεθέντα, στην ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου εκκρεμή δίκη της παρεμβαίνουσας εταιρείας δεν τίθεται το αυτό ζήτημα, αλλά, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της ιδίας, ζήτημα συνταγματικότητας άλλης διατάξεως, έστω και παρεμφερούς, που αφορά τα ν.π.δ.δ., δηλαδή του άρθρου 7 παρ. 2 του ν.δ.496/1974 και όχι της, εν προκειμένω, επίμαχης διατάξεως του άρθρου 21 του Κώδικα Νόμων περί δικών του Δημοσίου, πέραν του ότι στη δίκη εκείνη, ενόψει του χρόνου συνάψεως της συμβάσεως προμηθείας, υπάρχει πεδίο εφαρμογής του προαναφερθέντος π.δ.166/2003, γεγονός που δεν συντρέχει στην υπό κρίση υπόθεση, η οποία αφορά συμβάσεις παροχής υπηρεσιών συναφθείσες το 2001, δηλαδή προ της ενάρξεως ισχύος του προεδρικού αυτού διατάγματος.

7. Επειδή, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση είχαν γίνει δεκτά τα εξής: Η αναιρεσίβλητη εταιρεία, με τις υπ’αριθ.480/2001 και 479/2001 συμβάσεις που συνήψε με το ελληνικό Δημόσιο, μετά τη διενέργεια δημοσίου μειοδοτικού διαγωνισμού, ανέλαβε την παροχή προς αυτό υπηρεσιών δασοπυρόσβεσης με χρήση ελικοπτέρων και υποστήριξης αυτών, κατά την αντιπυρική περίοδο του έτους 2001. Σύμφωνα με τις συμβάσεις αυτές, η παρακολούθηση και η οριστική παραλαβή των υπηρεσιών δασοπυρόσβεσης γινόταν από επιτροπή, που είχε συσταθεί για το σκοπό αυτό, η οποία συνέτασσε τα σχετικά πρωτόκολλα τμηματικής, οριστικής, ποιοτικής και ποσοτικής παραλαβής στο τέλος κάθε μήνα, ενώ η συμβατική αξία, με βάση τα πρωτόκολλα, ήταν καταβλητέα, εξ ολοκλήρου, με την οριστική παραλαβή των υπηρεσιών. Κατ’ εφαρμογή των όρων αυτών των συμβάσεων, η εταιρεία εξέδωσε, μετά την οριστική παραλαβή των υπηρεσιών της, τα τιμολόγια 274/480/05/1.10.2001, 312/480/06/8.11.2001, 274/479/06/1.10.2001, 312/479/07/8.11.2001 και 348/479/Ε102/14.12.2001, για ποσά ανερχόμενα (μετά την αφαίρεση των νομίμων κρατήσεων) σε 2.465.342,61, 2.102.926,17, 1.422.313,04, 1.592.240,79 και 616.335,66 ευρώ, αντιστοίχως. Με την από 16.1.2002 αγωγή της η εταιρεία ζήτησε, αρχικά, να υποχρεωθεί το Δημόσιο να της καταβάλει, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής έως την εξόφλησή τους: α) ποσό 9.919.638 ευρώ, που αποτελούσε την αξία επτά τιμολογίων που είχε εκδώσει για την είσπραξη αμοιβής της για την παροχή των εν λόγω υπηρεσιών, καθώς και β) ποσό 880.411 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση για ηθική της βλάβη. Όμως, μετά την ικανοποίηση από το Δημόσιο μέρους των απαιτήσεών της, η εταιρεία, με το από 10.11.2003 υπόμνημα, περιόρισε το αρχικό αίτημά της και ζήτησε να υποχρεωθεί το Δημόσιο να της καταβάλει, νομιμοτόκως, από την επίδοση της αγωγής και έως την εξόφλησή του, ποσό 616.335,61 ευρώ, που αφορούσε την αξία του υπ’αριθ.348/479/Ε102/14.12.2001 τιμολογίου, το οποίο δεν είχε εξοφληθεί και ποσό 333.458,12 ευρώ, που αφορούσε τόκους υπερημερίας των εν τω μεταξύ εξοφληθέντων – μετά την από 17.1.2002 επίδοση της ως άνω αγωγής – τεσσάρων τιμολογίων συνολικής αξίας 7.582.822,61 ευρώ, υπολογισθέντες, με βάση το γενικώς ισχύον, κατά την κρίσιμη περίοδο, επιτόκιο, ύψους 11,25%. Επικουρικά δε, ζήτησε, ως τόκους υπερημερίας των ως άνω τιμολογίων, ποσό 177.844,34 ευρώ, υπολογισθέν με βάση το επιτόκιο 6%. Η ανωτέρω αγωγή, όπως περιορίσθηκε το αίτημά της, έγινε εν μέρει δεκτή από το δικάσαν Διοικητικό Εφετείο. Ειδικότερα, κατά την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, από τα προαναφερθέντα πέντε τιμολόγια το Δημόσιο εξόφλησε τα τέσσερα πρώτα στις 21.6.2002 (τα δύο πρώτα) και στις 21.5.2002 (τα δύο επόμενα), ενώ δεν εξόφλησε το τελευταίο, με την αιτιολογία της ελλείψεως σχετικής πιστώσεως στον προϋπολογισμό. Το εν λόγω τιμολόγιο (υπ’αριθ.348/479/Ε102/14.12.2001) αφορούσε υπηρεσίες δασοπυρόσβεσης παρασχεθείσες από 16.6.2001 έως 26.7.2001, την ορθή εκτέλεση των οποίων διαπίστωσε η αρμόδια τριμελής επιτροπή, η οποία συνέταξε προς τούτο το από 29.11.2001 πρωτόκολλο παραλαβής τους. Την αμοιβή για τις εν λόγω υπηρεσίες, που ανερχόταν στο ποσό των 616.335,61 ευρώ, δεν κατέβαλε το Δημόσιο στην αναιρεσίβλητη εταιρεία, κατά παράβαση των συμφωνηθέντων και για τούτο, κατά την κρίση της αναιρεσιβαλλομένης, έπρεπε να υποχρεωθεί να την καταβάλει νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής και έως την εξόφλησή της. Περαιτέρω, το Διοικητικό Εφετείο, αφού έλαβε υπόψη ότι, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 21 του Κώδικα νόμων περί δικών του Δημοσίου, το ποσοστό του επιτοκίου (υπερημερίας και νόμιμου), που ισχύει για τις οφειλές του Δημοσίου, ανερχόταν σε 6% και ότι, κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα (δηλαδή από την επίδοση της αγωγής στις 17.1.2002 και έως την εξόφληση των οφειλών των τεσσάρων τιμολογίων στις 21.5.2002 και 21.6.2002), το ποσοστό του γενικώς ισχύοντος επιτοκίου (υπερημερίας και νόμιμου) ήταν υψηλότερο από το πιο πάνω ποσοστό 6%, συγκεκριμένα, δε, ανερχόταν σε 11,25%, και εκτιμώντας ότι δεν προέκυπτε ότι υπήρχε κάποιος λόγος δημόσιας ωφέλειας που να καθιστούσε ανεκτή τη διαφοροποίηση αυτή, ενώ, ούτε το Δημόσιο επικαλούνταν την ύπαρξη τέτοιου λόγου, έκρινε ότι η επίμαχη διάταξη του άρθρου 21 του Κώδικα Νόμων περί δικών του Δημοσίου αντέκειτο στα άρθρα 4 παρ.1 και 20 παρ.1 του Συντάγματος, στο άρθρο 6 παρ.1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Ε.Σ.Δ.Α.), καθώς και στο άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ίδιας Σύμβασης και ήταν, ως εκ τούτου, μη εφαρμοστέα. Κατόπιν αυτών, το δικάσαν δικαστήριο, κατά μερική αποδοχή της αγωγής της αναιρεσίβλητης εταιρείας, υποχρέωσε το Δημόσιο να της καταβάλει: α) το ποσό των 331.120,90 ευρώ, ως τόκους υπερημερίας, για την καθυστέρηση εξόφλησης των τεσσάρων τιμολογίων, υπολογιζόμενους, από την επίδοση της αγωγής στο Δημόσιο (17.1.2002) έως την εξόφλησή τους (21.5.2002 και 21.6.2002), με βάση το γενικώς ισχύον, κατά την περίοδο εκείνη, επιτόκιο 11,25%, β) το ποσό των 616.335,61 ευρώ, που αποτελεί την αξία του ανεξόφλητου υπ’ αριθ.348/479/Ε102/14.12.2001 τιμολογίου και γ) τόκους που αφορούν το ως άνω επιδικασθέν ποσό των 616.335,61 ευρώ, από την επίδοση της αγωγής στο Δημόσιο έως την εξόφλησή του, υπολογιζόμενους, με βάση το εκάστοτε γενικώς ισχύον επιτόκιο, ως εξής: 11,25% από 18.1.2002 έως 5.12.2002, 10,75% από 6.12.2002 έως 6.3.2003, 10,50% από 7.3.2003 έως 5.6.2003 και 10% από 6.6.2003 ή με όποιο επιτόκιο υπερημερίας ισχύσει γενικώς στη συνέχεια και έως την εξόφληση του ανωτέρω ποσού. Με την υπό κρίση αίτηση το Δημόσιο ζητεί να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος που με αυτήν το Διοικητικό Εφετείο, κρίνοντας αντίθετη προς το Σύνταγμα και το Πρώτο Πρόσθετο Πρωτόκολλο της ΕΣΔΑ και μη εφαρμοστέα τη διάταξη του άρθρου 21 του Κώδικα Νόμων περί δικών του Δημοσίου, δέχθηκε ότι οι οφειλόμενοι τόκοι πρέπει να υπολογισθούν με βάση το γενικώς εκάστοτε ισχύον επιτόκιο υπερημερίας.

8. Επειδή, με την υπ’αριθ.25/2012 απόφαση του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου κρίθηκε ότι η θέσπιση (με το ν. ΧΛ΄/1877, Α΄47 και το ν. ΓΤΟΕ΄/1909, Α΄240) και η διατήρηση σε ισχύ, για μεγάλο χρονικό διάστημα (ουσιαστικά από το 1877), ρυθμίσεως, κατά την οποία το καταβαλλόμενο από το Δημόσιο, με την ιδιότητα του οφειλέτου, ποσοστό τόκου υπερημερίας είναι μικρότερο εκείνου που έχουν υποχρέωση να καταβάλλουν οι ιδιώτες οφειλέτες, δικαιολογείται από το γεγονός ότι, καθ’ όλο το διάστημα αυτό, το Ελληνικό Κράτος έχει διέλθει από διαδοχικές, σοβαρές, δημοσιονομικές κρίσεις, οι οποίες έχουν διαρκέσει για μεγάλα χρονικά διαστήματα και των οποίων οι επιπτώσεις επεκτείνονται και σε περιόδους, κατά τις οποίες η οικονομική κατάσταση βελτιώνεται και οι συγκυρίες είναι ευνοϊκές για την ανάπτυξη της χώρας. Ενόψει τούτου, το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο έλαβε υπόψη αυτεπαγγέλτως, ως κοινώς γνωστά, ιστορικά γεγονότα, και αξιολόγησε τα στοιχεία που προσκομίστηκαν από το Δημόσιο σχετικά με την εύθραυστη και κινδυνεύουσα δημοσιονομική ισορροπία του, προκειμένου να διαμορφώσει την κρίση αυτή, και δέχθηκε, μεταξύ άλλων, ότι η διάταξη του άρθρου 21 του Κώδικα των νόμων περί δικών του Δημοσίου εισάγει επιτρεπτή υπέρ του Δημοσίου προνομιακή μεταχείριση, καθόσον, ναι μεν δεν ανάγεται αμέσως στην άσκηση δημοσίας εξουσίας, όμως, αποβλέπει στην ορθή άσκηση αυτής, μέσω της διαφυλάξεως της δημοσιονομικής ισορροπίας και της περιουσίας του Κράτους, με σκοπό την εκπλήρωση των, κατά το Σύνταγμα και τους νόμους, υποχρεώσεών του έναντι των πολιτών. Ως εκ τούτου, η ως άνω διάταξη δεν αντίκειται στο άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος, με το οποίο ορίζεται ότι «Οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου», εφόσον, υπό τις ανωτέρω περιστάσεις, η συνταγματική αυτή διάταξη δεν έχει πεδίο εφαρμογής. Ειδικότερα, η εν λόγω διάταξη νόμου, η οποία αποβλέπει στον περιορισμό της αυξήσεως του κρατικού χρέους από τόκους για ληξιπρόθεσμες οφειλές, υπαγορεύεται από την ανάγκη προστασίας της δημοσιονομικής ισορροπίας και της περιουσίας του Κράτους, στη δημιουργία της οποίας συμβάλλουν με την καταβολή φόρων οι φορολογούμενοι πολίτες και στην εξυπηρέτηση των οποίων πρέπει, κατά το Σύνταγμα και τους νόμους, να αποβλέπει η διαχείριση της εν λόγω περιουσίας, δεδομένου και ότι, σε περιόδους σοβαρών δημοσιονομικών κρίσεων, καθίσταται αναγκαία η εξασφάλιση της δυνατότητας υπολογισμού εκ των προτέρων της επιβαρύνσεως του Δημοσίου από τόκους για τις οφειλές του, ώστε να είναι τούτο σε θέση να προβλέψει, με τη μεγαλύτερη δυνατή ακρίβεια, τις επιπτώσεις από την καθυστέρηση εξόφλησης των οφειλών του και να προνοήσει για την εξασφάλιση των αναγκαίων εσόδων για την εξόφλησή τους κατά την κατ’ έτος κατάρτιση του κρατικού προϋπολογισμού.

9. Επειδή, περαιτέρω, στο άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α., το οποίο κυρώθηκε μαζί με τη Σύμβαση, με το άρθρο πρώτο του ν.δ.53/1974(Α΄256) ορίζεται ότι: «Παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του. Ουδείς δύναται να στερηθή της ιδιοκτησίας αυτού ειμή διά λόγους δημοσίας ωφελείας και υπό τους προβλεπομένους υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους…». Με τις διατάξεις αυτές κατοχυρώνεται ο σεβασμός της περιουσίας του προσώπου, το οποίο μπορεί να τη στερηθεί μόνο για λόγους δημόσιας ωφέλειας. Στην έννοια της περιουσίας περιλαμβάνονται όχι μόνον τα εμπράγματα δικαιώματα, αλλά και όλα τα δικαιώματα περιουσιακής φύσεως, καθώς και τα κεκτημένα οικονομικά συμφέροντα. Ως εκ τούτου, με τις διατάξεις αυτές καλύπτονται και τα ενοχικά δικαιώματα και, ειδικότερα, απαιτήσεις, είτε έχουν αναγνωρισθεί με δικαστική ή διαιτητική απόφαση είτε έχουν απλώς γεννηθεί κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία, με βάση το ισχύον δίκαιο, ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικώς, εφόσον, δηλαδή, υφίσταται επαρκής νομική βάση στο εσωτερικό δίκαιο του συμβαλλόμενου κράτους, η προϋπόθεση δε αυτή συντρέχει, ιδίως, όταν η απαίτηση θεμελιώνεται σε νομοθετική ή κανονιστική διάταξη ή σε παγιωμένη νομολογία των δικαιοδοτικών οργάνων του συμβαλλόμενου κράτους (ΣτΕ 1285,668/2012 Ολομ., 730/2010, 6/2010, 2031/2009, 3428/2006, ΑΠ 40/1998 Ολομ., βλ. ΕΔΔΑ, .. …….. και λοιποί κατά Βελγίου, 20.11.1995, σκ. 28επόμ., κατά Γαλλίας, 6.10.2005, σκ.65 επόμ.). Ειδικότερα, περιουσία, κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, αποτελεί και η αξίωση για νόμιμους τόκους, οι οποίοι αναλογούν επί του ποσού που επιδικάζεται στο νικήσαντα διάδικο με δικαστική απόφαση (βλ. ΕΔΔΑ, ….. κατά Ελλάδος, 22.5.2008, σκ.28, πρβλ. ΕΔΔΑ, ………. κατά Γαλλίας, 11.2.2010, σκ.28 – 30). Εξάλλου, εναπόκειται στο νομοθέτη να αξιολογήσει τους λόγους δημοσίας ωφέλειας, οι οποίοι μπορούν να δικαιολογήσουν επέμβαση σε περιουσιακής φύσεως αγαθό, κατόπιν σταθμίσεως διαφόρων ζητημάτων πολιτικής, κοινωνικής και οικονομικής φύσεως, αρκεί η εν λόγω εκτίμηση να μη στερείται προδήλως λογικής βάσεως (βλ. ΕΔΔΑ, …… κατά Γαλλίας, σκ.36). Τέλος, σε κάθε περίπτωση επεμβάσεως στην περιουσία, πρέπει να τηρείται δίκαιη ισορροπία μεταξύ του γενικού συμφέροντος και της απαιτήσεως σεβασμού της περιουσίας των προσώπων, ενώ πρέπει να πληρούνται και οι όροι της αρχής της αναλογικότητας (βλ. ΕΔΔΑ, ….. κατά Γαλλίας, σκ.41, ….. κατά Λεττονίας, 18.2.2009,σκ.87).

10. Επειδή, σύμφωνα με τα ήδη κριθέντα με την υπ’αριθ.25/2012 απόφαση του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου, η θέσπιση, με την επίμαχη διάταξη του άρθρου 21 του Κώδικα Νόμων περί δικών του Δημοσίου, επιτοκίου 6% για τις οφειλές του Δημοσίου και η, ως εκ τούτου, διαφοροποίηση αυτού σε σχέση με το υψηλότερο επιτόκιο που εφαρμόζεται στις οφειλές των ιδιωτών, αποβλέπουν στον περιορισμό των οφειλών του Δημοσίου από τόκους και στην αποτροπή αυξήσεως του κρατικού χρέους, δικαιολογούνται δε ενόψει των συνθηκών που ίσχυσαν καθ’ όλη τη διάρκεια ισχύος της διατάξεως αυτής και εξακολουθούν να ισχύουν, όπως επιβεβαιώνεται και από το γεγονός ότι ήδη από το 2004 το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο είχε διαπιστώσει την ύπαρξη υπερβολικού ελλείμματος, που συνιστούσε απειλή για τη δημοσιονομική ισορροπία της χώρας, και είχε ειδοποιήσει να ληφθούν άμεσα μέτρα για την αντιμετώπιση της ανησυχητικής αυτής κατάστασης με τις αποφάσεις 2004/917/ΕΚ, 2005/334/ΕΚ και 2005/441/ΕΚ αυτού. Συνεπώς, με την επίμαχη ως άνω ρύθμιση, με την οποία δεν προκαλείται παραβίαση της συνταγματικής αρχής της ισότητας, σύμφωνα με τα κριθέντα από το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο, δεν παραβιάζεται ούτε το άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ. Τούτο δε, διότι, όπως προαναφέρθηκε, η ρύθμιση αυτή αποβλέπει, υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες, στην εξυπηρέτηση σκοπού επιτακτικού δημοσίου συμφέροντος, που συνίσταται στην προστασία της δημοσιονομικής ισορροπίας και της περιουσίας του Κράτους, η ζημία δε που υφίστανται οι ιδιώτες από την καταβολή των οφειλών του Δημοσίου με επιτόκιο 6%, αντί του γενικώς ισχύοντος μεγαλύτερου επιτοκίου, δεν είναι τέτοιας εκτάσεως, ώστε να θίγει τον πυρήνα της αξιώσεως.

11.Επειδή, η διάταξη του άρθρου 21 του Κώδικα Νόμων περί δικών του Δημοσίου δεν αποτελεί δικονομική, αλλά ουσιαστική διάταξη. Ως εκ τούτου, από τη διαφοροποίηση του οριζόμενου με αυτήν επιτοκίου, σε σχέση με το εκάστοτε γενικώς ισχύον επιτόκιο για τις οφειλές των ιδιωτών, δεν τίθεται ζήτημα παραβίασης των άρθρων 20 παρ. 1 του Συντάγματος, 6 παρ. 1 της Ε.Σ.Δ.Α., και 2 παρ. 3 περ. α΄, β΄ και 14 παρ. 1 του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα, τα οποία κατοχυρώνουν το δικαίωμα δικαστικής προστασίας και δίκαιης δίκης, δεδομένου ότι με την ανωτέρω διάταξη το Δημόσιο δεν εξοπλίζεται, έναντι των ιδιωτών, με προνόμια δικονομικού περιεχομένου (πρβλ. Α.Ε.Δ. 25/2012, Σ.τ.Ε.1663/2009 Ολομ., Ε.Δ.Δ.Α. ……… κατά Ελλάδος 22.5.2008 σκέψεις 34 έως 36).

12. Επειδή, με την υπό κρίση αίτηση προβάλλεται ότι το δικάσαν δικαστήριο εσφαλμένα ερμήνευσε τις ως άνω διατάξεις και πλημμελώς αιτιολόγησε την κρίση του σχετικά με το ύψος του εφαρμοστέου επιτοκίου, ενόψει του ότι η προβλεπόμενη με την επίμαχη διάταξη ειδική μεταχείριση του Δημοσίου είναι, λόγω της ιδιάζουσας θέσεως και οργανώσεώς του, συνταγματικώς ανεκτή και δεν παραβιάζει την κατ’ άρθρο 4 του Συντάγματος αρχή της ισότητας, ενώ, εξάλλου, δεν παραβιάζεται και το άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, εφόσον συντρέχουν λόγοι δημοσίου συμφέροντος, όπως η προστασία των δημοσίων εσόδων και η ομαλή λειτουργία του προϋπολογισμού του Κράτους.

13. Επειδή, σύμφωνα με τα ήδη εκτεθέντα, οι ανωτέρω λόγοι αναιρέσεως προβάλλονται βασίμως και, ως εκ τούτου, η υπό κρίση αίτηση πρέπει να γίνει δεκτή και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, κατά το μέρος που αφορά τον καθορισμό του ύψους του εφαρμοστέου επιτοκίου, πέραν του ποσοστού 6%, προς υπολογισμό των τόκων για την καθυστέρηση εξόφλησης τόσο του ανεξόφλητου όσο και των ήδη εξοφληθέντων τιμολογίων. Περαιτέρω δε, η υπόθεση, η οποία χρειάζεται διευκρίνιση κατά το πραγματικό, πρέπει να παραπεμφθεί, κατά το ως άνω αναιρούμενο μέρος, στο δικάσαν δικαστήριο για νέα νόμιμη κρίση.

14. Επειδή, το Δικαστήριο, εκτιμώντας τις περιστάσεις, κρίνει ότι η αναιρεσίβλητη εταιρεία πρέπει να απαλλαγεί από τη δικαστική δαπάνη του Δημοσίου (άρθρο 39 παρ. 1 του π.δ.18/1989).

Δ ι ά τ α ύ τ α

Δέχεται την υπό κρίση αίτηση.

Αναιρεί εν μέρει, σύμφωνα με το αιτιολογικό, την υπ’αριθ.119/2004 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, στο οποίο και αναπέμπει την υπόθεση για νέα, νόμιμη κρίση.

Απαλλάσσει την αναιρεσίβλητη εταιρεία από τη δικαστική δαπάνη του Δημοσίου.

Απορρίπτει την ασκηθείσα παρέμβαση.

Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 8 Μαρτίου και στις 23 Μαΐου 2013

Ο Πρόεδρος

Η Γραμματέας

και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 6ης Ιουνίου 2014.

Ο Πρόεδρος

Η Γραμματέας

Share This Post

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Captcha * Time limit is exhausted. Please reload the CAPTCHA.