Τα νομικά πλαίσια του δικαστικού Ελέγχου της Συνταγματικότητας των Νόμων στην κυπριακή Έννομη Τάξη ,οι απόψεις της θεωρίας επί του θέματος , και η διαφορά μεταξύ προληπτικού και κατασταλτικού Ελέγχου της Συνταγματικότητας των Νόμων

Γράφει ο Δελημάτσης Κωνσταντίνοςurl

Εισαγωγή

Το Σύνταγμα της Δημοκρατίας προνοούσε τον Συγκεντρωτικό έλεγχο1 της Συνταγματικότητας των νόμων στα Άρθρα 136-144, μετά όμως από την πολιτειακή κρίση του 1963 ,και την αποχώρηση των Τουρκοκυπρίων από τα Πολιτειακά όργανα ,παρουσιάστηκε κενό στην απονομή της δικαιοσύνης . Το Ανώτατο Συνταγματικό δικαστήριο αλλά και το Ανώτατο δικαστήριο , που προέβλεπε το Σύνταγμα έπαψαν να λειτουργούν. Το πρόβλημα που παρουσιάστηκε ,έγινε προσπάθεια να επιλυθεί με την ψήφιση του Ν.33/642 ,ο οποίος και εισήγαγε μεταξύ άλλων ρυθμίσεων, και τον διάχυτο έλεγχο3 της Συνταγματικότητας των νόμων.

 

1.1 Οι Απόψεις της Θεωρίας

Ο Δικαστικός έλεγχος της Συνταγματικότητας των Νόμων είναι υψίστης σημασίας για την δημοκρατίας όπως αναφέρει ο Π.Δ. Δαγτόγλου4 σχετικά «Το θέμα του Δικαστικού έλεγχου της Συνταγματικότητας των νόμων είναι καίριας σημασίας για την ελευθερία και την δημοκρατία μίας χώρας με Αυστηρό Σύνταγμα όπως είναι η δική μας, οι προϋποθέσεις και οι επιπτώσεις του αφορούν άμεσα η έμμεσα όλα σχεδόν τα θεμελιώδη ζητήματα του συνταγματικού δικαίου , ιδίως όμως την προστασία των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων5».

Ο Αντ.Μανιτάκης6 σε σχέση με τον διάχυτο έλεγχο όπως αυτός εφαρμόζεται στην Ελλάδα υποστηρίζει τα παρακάτω :

«Ο διάχυτος και παρεμπίπτων δικαστικός έλεγχος της συνταγματικότητας των νόμων, έτσι όπως ισχύει και εφαρμόζεται στη χώρα μας, αλλά και όπως καθιερώθηκε7 στην χώρα-κοιτίδα αυτού του ελέγχου που είναι οι Η.Π.Α., στηρίζεται σε τρεις ιδέες κλειδιά, που διαπερνούν και συγκροτούν τα λογικά προαπαιτούμενα του συστήματος:

1) στην αντιμετώπιση του Συντάγματος ως θεμελιώδους ή υπέρτατου Νόμου του κράτους, που περιέχει διατάξεις με επιτακτικό χαρακτήρα και δεσμευτική δύναμη για όλα τα υποκείμενα στα οποία απευθύνεται και ειδικά για τα άμεσα όργανα του κράτους.

2) στον αυστηρό χαρακτήρα του Συντάγματος από τον οποίο απορρέει και η αυξημένη τυπική δύναμη ή η τυπική υπεροχή του έναντι όλων των άλλων κανόνων της Πολιτείας, και

3) στη διάκριση των εξουσιών, με την τυπική και ουσιαστική του όρου έννοια, η οποία συνεπάγεται τη σαφή διάκριση της δικαιοδοτικής λειτουργίας από τη νομοθετική και διασφαλίζει και δικαιολογεί τον δικαιοδοτικό χαρακτήρα του ελέγχου της συνταγματικότητας».

1.2 Ο Κατασταλτικός Έλεγχος της Συνταγματικότητας των Νόμων

Σύμφωνα με το Σύνταγμα της κυπριακής δημοκρατίας , όταν στα πλαίσια μιας υπόθεσης , κάποιος εκ των διαδίκων ήγειρε θέμα αντισυνταγματικότητας ενός νόμου8, τότε έπρεπε να διακοπεί η διαδικασία και να αποσταλεί ερώτημα στο Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο, προκειμένου να γνωματεύσει περί της Συνταγματικότητας ή μη του νόμου. Με την ψήφιση του Ν.33/64 όμως πλέον οποιοδήποτε δικαστήριο μπορούσε να ελέγξει την συνταγματικότητα ενός νόμου.

Η αυθεντία όσον αφορά τον κατασταλτικό έλεγχο της συνταγματικότητας ενός νόμου στην Κύπρο είναι η υπόθεση Registration of Architects and civil Engineers V Kyriakides9όπου αναφέρθηκαν οι αρχές, που πρέπει να εφαρμόζονται όσον αφορά την συνταγματικότητα ενός νόμου κατά τον κατασταλτικό έλεγχο και οι οποίες είναι οι παρακάτω :

1. Ένας νόμος δεν κηρύσσεται αντισυνταγματικός εάν δεν αποδειχθεί η αντισυνταγματικότητα του πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας .

2. Το Δικαστήριο δεν ενδιαφέρεται για τα κίνητρα , την σοφία ,την σκοπιμότητα του νομοθέτη , αλλά εξετάζει εάν και κατά πόσο ο συγκεκριμένος νόμος βρίσκεται η όχι σε αντίθεση με συγκεκριμένη συνταγματική διάταξη.

3. Εάν η διατύπωση του συγκεκριμένου νόμου αφήνει περιθώριο ερμηνείας ούτος ώστε να διασώζεται η συνταγματικότητα του νόμου τότε το Δικαστήριο οφείλει να επιλέξει την ερμηνεία που διασώζει την συνταγματικότητα του Νόμου.

4. Θέμα συνταγματικότητας νόμου αποφασίζεται μόνον στην περίπτωση , πού είναι αναγκαίο , για την επίλυση συγκεκριμένης διαφοράς που βρίσκεται ενώπιων του Δικαστηρίου.

5. Αντισυνταγματικές κηρύσσονται μόνο οι Διατάξεις που έρχονται σε σύγκρουση με συγκεκριμένη Συνταγματική Διάταξη και όχι ο Νόμος εκτός και αν οι κήρυξη των συγκεκριμένων διατάξεων ως αντισυνταγματικών αποστερεί την ουσία του Νόμου οπότε ο Νόμος κηρύσσεται Αντισυνταγματικός.

Σημαντικό στοιχείο που αφορά τον κατασταλτικό ελεγχο της Συνταγματικότητας ενός νόμου, είναι ότι δεν μπορούν να ελεγχθούν τα εσωτερικά στοιχεία της τυπικότητάς ενός νόμου.

Στην Ανδρέας Νικολάου ν. Ναυσικάς Νικολάου10όπου αμφισβητήθηκε η Συνταγματικότητα του «Περί της πρώτης τροποποίησης του Συντάγματος Νόμου Ν.95/8911»τα γεγονότα της υπόθεσης είχαν ως εξής. Το Οικογενειακό Δικαστήριο Λευκωσίας, μετά από αίτημα των Καθ’ων η αίτηση σε δύο αιτήσεις διαζυγίου, παρέπεμψε στο Ανώτατο Δικαστήριο, σύμφωνα με το άρθρο 144.1 του Συντάγματος, ζήτημα ισχυριζόμενης αντισυνταγματικότητας του περί της Πρώτης Τροποποιήσεως του Συντάγματος Νόμου, 1989 (Ν. 95/89) και του περί Οικογενειακών Δικαστηρίων Νόμου, 1990 (Ν. 23/90). Όπως αναφέρθηκε, το ζήτημα αφορούσε τα άρθρα 111 και 182 του Συντάγματος. Η ισχυριζόμενη αντισυνταγματικότητα βασίσθηκε αποκλειστικά στο κοινά παραδεκτό γεγονός ότι ο Ν. 95/89 είχε ψηφισθεί με πλειοψηφία δύο τρίτων μόνο των Ελληνοκυπρίων Βουλευτών μελών της Βουλής των Αντιπροσώπων και όχι και των Τουρκοκυπρίων, οι οποίοι, από το 1963, θεληματικά δεν συμμετέχουν στην Βουλή των Αντιπροσώπων της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Ο Ν. 95/89 είχε υπογραφεί και δημοσιευθεί από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας και, κατά συνέπεια, το Δικαστήριο ασκούσε κατασταλτικό, και όχι προληπτικό, έλεγχο της συνταγματικότητάς του. Το Δικαστήριο απασχόλησε το ζήτημα κατά πόσο, κατά τον κατασταλτικό έλεγχο, είναι δυνατή η εξέταση της εσωτερικής τυπικής συνταγματικότητας το εξεταζόμενου νόμου, και κατά πόσο η απαιτούμενη από το Σύνταγμα πλειοψηφία κατά την τελική φάση της ψήφισής του σε νόμο αποτελεί εσωτερικό τυπικό θέμα ή όχι. Οι δικηγόροι της Βουλής και ο Γενικός Εισαγγελέας υπέβαλαν ότι θα έπρεπε να ακολουθηθεί η σχετική Ελληνική νομολογία, που αναφέρει ότι η διαδικασία μέχρι την τελείωση του νόμου, περιλαμβανομένης και τυχόν απαιτούμενης αυξημένης πλειοψηφίας, αποτελεί εσωτερικό τυπικό θέμα, που δεν ελέγχεται κατά τον κατασταλτικό έλεγχο συνταγματικότητας. Οι καθ’ων η αίτηση υπέβαλαν ,ότι η ορθή θέση ήταν αυτή της μειοψηφίας στην σχετική απόφαση του Συμβούλιου της Επικρατείας και ότι, εν πάση περιπτώσει, ο τρόπος της τελικής κατάρτισης ενός νόμου δεν είναι εσωτερικό τυπικό θέμα.

Επί της ουσίας, οι καθ’ων η αίτηση επιχειρηματολόγησαν ότι ο Νόμος 95/89, που τροποποίησε το άρθρο 111 του Συντάγματος, ήταν ο ίδιος αντισυνταγματικός, διότι δεν είχε θεσπισθεί σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 182.3 του Συντάγματος, και, κατά συνέπεια, ήταν επίσης αντισυνταγματικός και ο Νόμος 23/90, που θεσπίσθηκε με βάση το τροποποιηθέν άρθρο 111 του Συντάγματος. Ισχυρίσθηκαν περαιτέρω ότι το δίκαιο της ανάγκης δεν ήταν υπέρ – συνταγματική αρχή στην Κύπρο, αλλά ισοβάθμιος συνταγματικός κανόνας, όπως όλα τα άλλα άρθρα του Συντάγματος, και δεν μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για τροποποίηση του Συντάγματος, ότι η εφαρμογή του δικαίου της ανάγκης σε κάθε συγκεκριμένη νομοθετική πράξη ελέγχεται από το Ανώτατο Δικαστήριο, είτε πρόκειται για τροποποίηση του Συντάγματος, είτε πρόκειται για απλό νόμο που θεσπίζεται ή έρχεται σε αντίθεση με το Σύνταγμα, ότι στην προκειμένη περίπτωση καμιά ανάγκη δεν υπήρχε που να δικαιολογεί την θέσπιση του Νόμου 95/89, και ότι η τροποποίηση του Συντάγματος ενείχε κινδύνους για την υπόσταση της Κυπριακής Δημοκρατίας και την αναγνώριση και εκπροσώπηση της στο εξωτερικό.

Αποφασίστηκε ότι

«(α) Το ζήτημα κατά πόσο ένας νόμος έχει ψηφισθεί με την απαιτούμενη από το Σύνταγμα πλειοψηφία αποτελεί εσωτερικό τυπικό στοιχείο του νόμου.

(β) Κατά τον κατασταλτικό συνταγματικό έλεγχο ενός νόμου, δηλαδή μετά την υπογραφή του από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας και την δημοσίευση του στην Επίσημη Εφημερίδα, το Δικαστήριο δεν ελέγχει την εσωτερική τυπική συνταγματικότητα, και, κατά συνέπεια, ο εγειρόμενος λόγος αντισυνταγματικότητας στην παρούσα υπόθεση δεν μπορούσε να ελεγχθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο.

(γ) Είναι δυνατός ο έλεγχος της συνταγματικότητας νόμου με τον οποίο τροποποιείται το Σύνταγμα.

(δ) Το δίκαιο της ανάγκης δικαιολογεί την άσκηση της αναθεωρητικής εξουσίας της Βουλής των Αντιπροσώπων, με βάση το άρθρο 182 του Συντάγματος, με την προβλεπόμενη πλειοψηφία μόνο των Βουλευτών που ανήκουν στην Ελληνική Κοινότητα, ενόψει της ανυπαρξίας βουλευτών που ανήκουν στην Τουρκική Κοινότητα. Η ανάγκη εντοπίζεται στην άσκηση της Αναθεωρητικής λειτουργίας της Βουλής των Αντιπροσώπων, και αυτή υφίσταται όσο χρόνο διαρκούν οι εξαιρετικές περιστάσεις. Η. αναθεωρητική δικαιοδοσία της Βουλής δεν επεκτείνετε στα θεμελιώδη άρθρα του Συντάγματος, το δε Μέρος II του Συντάγματος δεν μπορεί να τροποποιηθεί κατά τρόπο αντίθετο ή ασύμφωνο με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών».

Κατά την ψηφοφορία προέκυψε ισοψηφία 5-5 ,έτσι σύμφωνα με την αρχή ότι η αντισυνταγματικότητα ενός νόμου πρέπει να αποδεδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, ο νόμος κρίθηκε Συνταγματικός.

Αντίθετα σύμφωνα με τους Α. Ν. Λοΐζου, Πρόεδρο και τους Δικαστές Πική, Νικήτα, Αρτέμη και Κωνσταντινίδη:

«i) Η τήρηση της Συνταγματικής διαδικασίας για τη ψήφιση νόμου που τροποποιεί το Σύνταγμα, σύμφωνα με το άρθρο 182 του Συντάγματος, δεν είναι δυνατό να αποτελεί προδικασία ή interna corporis της Βουλής των Αντιπροσώπων, ή εσωτερικό στοιχείο του Νόμου, και κατά συνέπεια, ο τρόπος της τελικής κατάρτισης τέτοιου νόμου υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο κατά τον κατασταλτικό έλεγχο της συνταγματικότητας νόμων, σύμφωνα με το άρθρο 144 του Συντάγματος. Επιπλέον ο έλεγχος αυτός δικαιολογείτο στην παρούσα περίπτωση, ενόψει των προνοιών του προοιμίου του Νόμου 95/89.

ii) Ο λόγος (ratio decidendi) της απόφασης στην Αναφορά 1/86 είναι ότι αποκλείεται η τροποποίηση μή θεμελιωδών άρθρων του Συντάγματος εξ’ ονόματος του δικαίου της ανάγκης και ότι για την τροποποίησή τους απαιτείται η θετική ψήφος και των δύο τρίτων των Τούρκων Βουλευτών, η δε διάκριση μεταξύ τροποποίησης άρθρων που αφορούν μόνο την Ελληνική Κοινότητα δεν ευσταθεί. Κανένας λόγος δεν συντρέχει που να δικαιολογεί απόκλιση ή απομάκρυνση από την εν λόγω απόφαση.

iii) To δίκαιο της ανάγκης έχει ως λόγο την υποστήλωση της λειτουργίας των συνταγματικών θεσμών ενόψει των υφιστάμενων εξαιρετικών περιστάσεων και όχι τον υπερφαλαγγισμό του Συντάγματος. τα μέτρα που λαμβάνονται βάσει του δικαίου της ανάγκης έχουν εξ’ορισμού προσωρινό χαρακτήρα, συνταυτίζονται με την χρονική διάρκεια της έκρυθμης κατάστασης και έχουν σαν αντικείμενο την πλήρωση του κενού στην λειτουργία των συνταγματικών θεσμών, και, κατά συνέπεια, τα μέτρα που λαμβάνονται πρέπει να επιβάλλονται από την προκύψασα ανάγκη, να αντιστοιχούν και να είναι ανάλογα με αυτή. Έπεται ότι το δίκαιο της ανάγκης δεν μπορεί να δικαιολογήσει τροποποίηση του Συντάγματος, διότι με αυτό τον τρόπο δεν εμπεδώνεται η υφιστάμενη συνταγματική τάξη αλλά αναμορφώνεται και μεταβάλλεται.

iv) Αν και το θέμα δεν εγειρόταν για απόφαση, στην άσκηση των λειτουργιών που προβλέπονται από το άρθρο 111 του Συντάγματος (όπως ήταν πριν από την ψήφιση του Νόμου 95/89), οι εκκλησιαστικές αρχές υπόκεινται στον κώδικα ανθρωπίνων δικαιωμάτων που κατοχυρώνει το σύνταγμα

Τελικώς οι νόμοι δια του τεκμηρίου συνταγματικότητας κρίθηκαν ως Συνταγματικοί.

1.3 Οι διαφορές μεταξύ προληπτικού και κατασταλτικού ελέγχου της Συνταγματικότητας των Νόμων

Μια σημαντική διαφορά μεταξύ προληπτικού και κατασταλτικού ελέγχου είναι ότι ο κατασταλτικός έλεγχος γίνεται στην βάση της νομολογίας12 που έχει αναπτυχτεί όσον αφορά τον έλεγχο συνταγματικότητας στα πλαίσια του Σ144 ,από του οποίου την ανάγνωση προκύπτουν δύο βασικά στοιχεία, το πρώτο είναι ότι δεν υπάρχουν κριτήρια που να καθορίζουν υπό ποιες προϋποθέσεις κηρύσσεται ένας νόμος αντισυνταγματικός, και το δεύτερο ότι οποιαδήποτε νομοθετική πράξη κηρυχθεί αντισυνταγματική ,τότε αποκλείεται η εφαρμογή της μόνο στην συγκεκριμένη επίδικη διαφορά .

Στον κατασταλτικό έλεγχο συνταγματικότητας, όπως αναφέρει ο Δημ .Θ. Τσάτσος13 «ο δικαστής θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη του ότι το σύνταγμα δεν είναι παντοδύναμο, δεν αποτελεί πανάκεια και την λύση των πάντων ούτε ανεξάντλητη πηγή λύσεις όλων των κοινωνικών προβλημάτων αντιθέτως όσο απλώνεται τόσο ρηχαίνει , ενώ αντίστροφα όσο πιο πολύ συγκεντρώνεται στον κανονιστικό του πυρήνα και λειτούργει με την νομικη του μέθοδο ,τόσο πιο πολύτιμο καθίσταται για την δημοκρατία και την ελευθερία ».Όπως έλεγε στην εποχή της Γαλλικής επανάστασης ο Sieyès14 «une constitution est un corps des lois obligatoires, ou ce n’est rien» .

Στον προληπτικό έλεγχο δεν ισχύουν οι ίδιες αρχές με τον κατασταλτικό έλεγχο15, η πρώτη διαφορά είναι ότι ο Προληπτικός έλεγχός διεξάγεται στα πλαίσια του Σ.140 του οποίου η φράση « ίνα γνωματεύσει τούτο κατά πόσον ο εν λόγω νόμος , απόφασης ή ορισμένη διάταξης αυτών ευρίσκεται εις αντίθεσιν ή είναι ασύμφωνος εις τίνα διάταξαν του συντάγματός» ,σύμφωνα με τη γραμματική της 16 ερμηνεία , καθορίζει επακριβώς ότι κατά τον προληπτικό έλεγχο της συνταγματικότητας, θα πρέπει να υπάρχει αντίθεση προς συγκεκριμένη διάταξη του συντάγματος .

Επίσης θα πρέπει να τονίσουμε ότι στις χώρες στις οποίες υπάρχει συνταγματική πρόβλεψη ,για προληπτικό έλεγχο συνταγματικότητας των νόμων από την Δικαστική εξουσία ισχύει το δόγμα του «δικαστικού Αυτοπεριορισμού»17 που επιτάσσει στον Δικαστή να επιλέγει την ερμηνεία που διασώζει την συνταγματικότητα του Νόμου .

Συναφής προς τη θεωρία του δικαστικού αυτοπεριορισμού είναι το δόγμα του πολίτικου ζητήματος (political question doctrine) 18, με την αναφορά στο οποίο ο δικαστής δηλώνει ότι απέχει από του να δώσει τη δική του ερμηνεία της κρίσιμης συνταγματικής διάταξης και υιοθετεί την ερμηνεία του νομοθέτη , που είναι σε θέση να γνωρίζει επομένως και να αξιολογήσει καλύτερα το επίμαχο ζήτημα . Με την θεωρία αυτή ο Δικαστής κατά τον έλεγχο της συνταγματικότητας των νόμων ,αναγνωρίζει ένα περιθώριο ευχέρειας πολιτικών επιλογών και περιορίζει τον έλεγχο του στην τήρηση ορισμένων άκρων νομικών ορίων , βάσει της έννοιας της κατάχρηση εξουσίας , της Αρχης της αναλογικότητας και της Αρχής της απαγόρευσης της αυθαιρεσίας .

Σύμφωνα με άλλο ερμηνευτικό αξίωμα, επίσης σχετικό, επενεργεί μαχητό τεκμήριο ότι πρόθεση του νομοθέτη είναι η θεσμοθέτηση κανόνων μέσα και όχι έξω από το πλαίσιο του Συντάγματος. Μόνο όπου τούτο αποκλείεται από το λεκτικό του νόμου ανατρέπεται το τεκμήριο και προκύπτει θέμα αντισυνταγματικότητας του νόμου19.

Όσον αφορά την Σύμφωνη με το Σύνταγμα ερμηνεία, άλλα και το μαχητό τεκμήριο Συνταγματικότητας του Νόμου ,στην απόφαση της ολομέλειας στην υπόθεση ΗΛΙΑΣ ΚΥΡΙΑΚΙΔΗΣ κ.α ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ ΥΠΟΥΡΓΙΚΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ20 αναφέρθηκε «Αποτελεί αξίωμα του δικαίου ότι εφόσον παρέχεται η δυνατότητα ερμηνείας του νόμου κατά τρόπο συνάδοντα προς το Σύνταγμα, αυτή υιοθετείται και ο νόμος διασώζεται. Σύμφωνα με άλλο ερμηνευτικό αξίωμα, επίσης σχετικό, επενεργεί μαχητό τεκμήριο ότι πρόθεση του νομοθέτη είναι η θεσμοθέτηση κανόνων μέσα και όχι έξω από το πλαίσιο του Συντάγματος. Μόνο όπου τούτο αποκλείεται από το λεκτικό του νόμου ανατρέπεται το τεκμήριο και προκύπτει θέμα αντισυνταγματικότητας του νόμου21».

Επίσης στην απόφαση της ολομέλειας στην υπόθεση Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλής των Αντιπροσώπων (Αρ.2)22 στη σελ. 523 λέχθηκαν τα πιο κάτω: «Το Σύνταγμα έχει διαχρονικό χαρακτήρα και κάτω από αυτό το πρίσμα ερμηνεύεται. Όταν το κείμενο συνταγματικής διάταξης είναι διαυγές και η σημασία του διάφανη, εκεί τελειώνει και το ερμηνευτικό εγχείρημα. Όταν όμως, η σημασία του κειμένου είναι διφορούμενη . . . . καθοδήγηση στην ερμηνεία του μπορεί να αντληθεί από το σκοπό που ο νομοθέτης επιδιώκει να προαγάγει με τη συγκεκριμένη διάταξη, ορώμενη στο πλαίσιο των ευρύτερων σκοπών του Συντάγματος.»

Κλείνοντας θα πρέπει να αναφέρουμε ότι σύμφωνα με την νομολογία που αναπτύχθηκε από το ανώτατο , διαφανήκαν δυο τάσεις εντος των δικαστών του Ανωτάτου.

Η μια τάση θεωρούσε το σύνταγμα της κυπριακής δημοκρατίας ως ένα σύστημα κανόνων , στο οποίο η νομολογία θα έπρεπε να παραμείνει αυστηρά προσηλωμένη αγνοώντας τα νέα δεδομένα που προέκυψαν από την πολιτειακή κρίση του 63 και μετά. Στην «βουλησιαρχική» στάση που υιοθετήθηκε από την συγκεκριμενη τάση, κύριος εκφραστής της οποίας υπήρξε ο Τέως πρόεδρος του ΑΔ Γ.Πικής, παρουσιαζόταν το εξής παράδοξο , να εκφράζεται δια μέσου τον αποφάσεων ενός δικαστηρίου το οποίο λειτουργούσε κατά παρέκκλιση του Συντάγματος, η επιταγή της αυστηρής και απαρέγκλιτης προσήλωσης στο Σύνταγμα.

Η άλλη τάση αντίθετα πρέσβευε μια πιο «ελεύθερη ερμηνεία του Συντάγματος» , βασιζόμενη και στην πεμπτουσία της απόφασης που θεμελίωσε το «δίκαιο της ανάγκης»23 στην κυπριακή έννομη τάξη η οποία ήταν, ότι ένα σύνταγμα υπάρχει για να υπηρετεί τους πολίτες και όχι για να το υπηρετούν οι πολίτες της χωράς. Έτσι λοιπόν υιοθετούνταν η αποψη ότι μετά την πολιτειακή κρίση του 1963 , θα έπρεπε το σύνταγμα να ερμηνεύεται με τέτοιο τρόπο , ούτος ώστε να λαμβάνονται υπόψη οι κοινωνικοπολιτικές μεταβολές , που πραγματοποιούνταν στην Ημικατεχόμενη Κυπριακή Δημοκρατία.

Επίλογος

Με όσα παραθέσαμε πιο πάνω πιστεύουμε ότι έχουμε καλύψει σε ένα σημαντικό ποσοστό , το θέμα του έλεγχου της συνταγματικότητας των νόμων , στα πλαίσια της Κυπριακής Έννομης Τάξης. Είναι βέβαιο ότι στα πλαίσια μιας σύντομης μελέτης , θα πρέπει να περιοριστούμε στο να παραθέσουμε τα απολύτως απαραίτητα για τον μελετητή του Κυπριακού δίκαιου .Αρκετοί σοβαροί νομικοί εκφράζουν αμφιβολίες εάν το υπάρχον πλαίσιο έλεγχου συνταγματικότητας των νόμων, μπορεί να ανταποκριθεί στις σημερινές συνθήκες απονομής της δικαιοσύνης, το σίγουρο είναι ότι θα πρέπει κάποια στιγμή να γίνει μια συζήτηση , για το πώς μπορεί να υπάρξει βελτίωση στο συγκεκριμένο ζήτημα.

 

1 Ο Όρος σημαίνει ότι ο έλεγχος της Συνταγματικότητας γίνεται από ένα όργανο , στην περίπτωση του Συντάγματος μας ο έλεγχος ασκούνταν αποκλειστικά από το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο

2« Περί απονομής της Δικαιοσύνης Νόμος» είναι ο νόμος που εκδόθηκε μετά τις διακοινοτικές ταραχές του 1963 , και η συνταγματικότητα του ,κρίθηκε στην υπόθεση General Attorney v. Mustafa Ibrahim and Others , με τον οποίο καθιερώθηκε στην ουσία το δίκαιο της ανάγκης στην βάση του Αρχαίου Ρωμαϊκού Ρητού, salus populi suprema lex esto,(Υπέρτατος Νόμος η Σωτηρία του Κράτους .

 3 Ο Όρος σημαίνει ότι ο έλεγχος της Συνταγματικότητας γίνεται πλέον από όλα τα δικαστήρια όταν εγερθεί θέμα συνταγματικότητας από κάποιον διάδικο , η διαδικασία αυτή είναι γνωστότερη ως κατασταλτικός έλεγχος της συνταγματικότητας ενός νόμου .

 4 Ατομικά Δικαιώματα Τόμος Β΄σελ.1229 Π.Δ .Δάγτογλου Αθήνα – Κομοτηνή 1991

 5 Ατομικά Δικαιώματα Τόμος Β΄σελ.1230 Π.Δ .Δάγτογλου Αθήνα – Κομοτηνή 1991

 6 Καθηγητής του Συνταγματικού Δικαίου στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης «Ιστορικά γνωρίσματα και λογικά προαπαιτούμενα του δικαστικού ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων στην Ελλάδα» Το Σύνταγμα Τεύχος 1/2003

 7 Ο Δικαστικός Έλεγχος της Συνταγματικότητας των Νόμων καθιερώθηκε με την Απόφαση του Ανωτάτου Ομοσπονδιακού Δικαστηρίου στη υπόθεση Marbury v. Madison όπου ο Αρχιδικαστής Μarshal προκειμένου να θεμελιώσει το συμπέρασμα ότι ο Έλεγχος της Συνταγματικότητας των Νόμων πηγάζει από την αυξημένη τυπική ισχύ του Συντάγματος, ανέφερε σχετικά «Το Σύνταγμα είναι ο θεμελιώδης και υπέρτατος νόμος του έθνους»

 8 Σύμφωνα με το Σ188 η νόμοι που υπήρχαν κατά την ίδρυση της δημοκρατίας το 1960 , εξακολουθούσαν να ισχύουν , εφόσον δεν ερχόταν σε αντίθεση με το Σύνταγμα της νεοσύστατης Δημοκρατίας, έτσι λοιπόν πάγια πρακτική των διαδίκων όταν ήθελαν να καθυστερήσουν την διαδικασία ήταν να αμφισβητούν την συνταγματικότητα ενός νόμου.

 9 (1966) 3 C.L.R 611

 10 (1992) 1Β Α.Α.Δ 1338

 11 Η ψήφιση του Συγκεκριμένου νόμου υπήρξε αντικείμενο σφοδρής διαμάχης μεταξύ Βουλής και εκκλησίας , σε σημείο που ο τότε Αρχιεπίσκοπος Χρυσόστομος να αφορίσει τους Βουλευτές , που «τόλμησαν να αφαιρέσουν δικαιώματα της εκκλησιάς, που ακόμα και οι κατακτητές Φράγκοι και Τούρκοι σεβαστήκαν» Περιληπτικά αναφέρουμε ότι με αυτόν τον νόμο τροποποιήθηκε το Άρθρο 111 το Συντάγματος δόθηκε το δικαίωμα πολιτικού γάμου στα μέλη της ελληνικής ορθόδοξης εκκλησιάς, αφαιρέθηκε το αποκλειστικό δικαίωμα των εκκλησιαστικών δικαστηρίων να χορηγούν διαζύγια, και δημιουργηθήκαν τα Οικογενειακά δικαστήρια , που ακόμα και σήμερα δεν έχουν αναγνωριστεί επισήμως από την εκκλησία.

 12 Registration of Architects and civil Engineers V Kyriakides (1966) 3 C.L.R 611

 13 ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ «Θεμελιώδη δικαιώματα »Τόμος Γ΄ Αθήνα-Κομοτηνή 1988 Δημ.Θ.Τσάτσος

 14 Ατομικά Δικαιώματα Τόμος Β΄σελ.1234 Π.Δ .Δάγτογλου Αθήνα – Κομοτηνή 1991

 15 Ο Δρ. Αλ. Φρ. Μαρκιδης στις σχετικές σημειώσεις του υποστηρίζει ότι ως θέμα αρχής πρέπει να ισχύουν οι ίδιες αρχές τόσο στον Δικαστικό άλλα και στον προληπτικό έλεγχο της συνταγματικότητας των νόμων (βλ.σχετ, Σημ. 2ης Διάλεξης σελ.18)

 16 Για να χρησιμοποιηθεί οποιοσδήποτε άλλος κανόνας ερμηνείας , πρέπει η γραμματική ερμηνεία ενός κανόνα δικαίου να μην δίνει σαφές νόημα όπως στην συγκεκριμένη περίπτωση

 17 “judicial self-restraint’’ o όρος πρωτοδιατυπώθηκε από το Ανώτατο Ομοσπονδιακό Δικαστήριο των ΗΠΑ στην ιστορική Απόφαση όσον αφορά τον Δικαστικό έλεγχο της Συνταγματικότητας των Νόμων Marbury v. Madison (1803) από τον Δικαστή John Marshall, στην ελληνική βιβλιογραφία η έννοια συναντάται με την ονομασία «σύμφωνη με το σύνταγμα ερμηνεία» και έχει αναπτυχτεί με σειρά αποφάσεων από το Γερμανικό Ομοσπονδιακό Συνταγματικό Δικαστήριο και υιοθετήθηκε και από το Γαλλικό conseil constitutionel που επιτάσσει , όταν υπάρχει ερμηνεία που είναι σύμφωνη με το σύνταγμα να επιλέγεται. ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ « Οργάνωση & λειτουργία της πολιτείας»σελ.497-498 Τόμος Β΄ Αθήνα-Κομοτηνή 1988 Δημ.Θ.Τσάτσος

 18 ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ « Οργάνωση & λειτουργία της πολιτείας»σελ.498Τόμος Β΄ Αθήνα-Κομοτηνή 1988 Δημ.Θ.Τσάτσος

 19 Ατομικά Δικαιώματα Τόμος Β΄σελ.1229 Π.Δ .Δάγτογλου Αθήνα – Κομοτηνή 1991

 20 1997 3 ΑΑΔ 485 σελ.502

 21 Η υπογράμμιση δική μου

 22 (2001) 3 Α.Α.Δ. 519

23 General Attorney v. Mustafa Ibrahim and Others , με τον οποίο καθιερώθηκε στην ουσία το δίκαιο της ανάγκης στην βάση του Αρχαίου Ρωμαϊκού Ρητού, salus populi suprema lex esto,(Υπέρτατος Νόμος η Σωτηρία του Κράτους

 

Share This Post

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Captcha * Time limit is exhausted. Please reload the CAPTCHA.