Σκέψεις γύρω από το νέο νόμο σχετικά με απαγόρευση γνώσης της δικογραφίας και λήψης αντιγράφων αυτής

Γράφει ο Καδήρ Αϊκούτdikaiosini

Σύμφωνα με το άρθρο 101 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας όπως ισχύει σήμερα, ο κατηγορούμενος έχει το δικαίωμα όταν προσέρχεται ή προσάγεται προς απολογία, να λαμβάνει γνώση του κατηγορητηρίου και των εγγράφων της ανάκρισης (της δικογραφίας) και να ζητάει αντίγραφα αυτών με δική του δαπάνη.  Υπάρχει υποχρέωση ανακριτών ή ανακριτικών υπαλλήλων να ανακοινώσουν στον κατηγορούμενο το περιεχόμενο του κατηγορητηρίου και της δικογραφίας και εφόσον το ζητήσει να του δώσουν αντίγραφα αυτής. Με την διάταξη αυτή (άρθρο 101 ΚποινΔ) ενεργοποιείται το δικαίωμα ακροάσεως του κατηγορουμένου (θα ήταν ορθότερο πάντως να χαρακτηρισθεί η  χρήση  του δικαιώματος  αυτού – της λήψεως αντιγράφων του φακέλου της δικογραφίας – ως προϋπόθεση του δικαιώματος της προηγούμενης ακροάσεως) το οποίο κατοχυρώνεται στο άρθρο 20, παρ. 1 του Συντάγματος.

Δημοσιεύθηκε όμως πρόσφατα (11/02/2014)  στο ΦΕΚ ο υπ’ αριθ.   4236  /2014 νόμος ο οποίος επιφέρει περιορισμούς στο δικαίωμα του κατηγορουμένου και του συνηγόρου υπεράσπισεως του, να λαμβάνουν γνώση της δικογραφίας και αντίγραφα του φακέλου της δικογραφίας.

Σύμφωνα με το άρθρο 12 του νέου νόμου για την ενσωμάτωση των Οδηγιών 2010/64/ΕΕ και 2012/13/ΕΕ στην ελληνική έννομη τάξη, o κατηγορούμενος δεν θα μπορεί πλέον να λάβει έγγραφα από την δικογραφία αν κριθεί ότι κινδυνεύει το “δημόσιο συμφέρον”. Ειδικότερα, με το άρθρο 12 του νομοσχεδίου γίνεται προσθήκη παραγράφων στο άρθρο 101 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας οι οποίοι θα προβλέπουν ότι, εφόσον δεν θίγεται το δικαίωμα του κατηγορουμένου σε δίκαιη δίκη (άγνωστο πως θα επιτευχθεί αυτό) , οι αρμόδιες αρχές , κατά την ανάκριση, προανάκριση ή προκαταρκτική εξέταση (στάδιο ποινικής διαδικασίας πριν καν κινηθεί προηγούμενως ποινική δίωξη) , δεν θα επιτρέπουν την πρόσβαση σε τμήμα του υλικού, αν αυτή ενδέχεται να θέσει σε σοβαρό κίνδυνο τη ζωή ή τα θεμελιώδη δικαιώματα άλλου προσώπου ή αν τέτοια άρνηση είναι απολύτως απαραίτητη για την προστασία σημαντικού δημοσίου συμφέροντος (τι είναι δημόσιο συμφέρον?) , όπως στις περιπτώσεις κατά τις ποίες η πρόσβαση θα μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο την διεξαγωγή έρευνας ή να βλάψει σοβαρά την εθνική ασφάλεια. . Για πρώτη φορά στο δικανικό μας σύστημα εισάγεται τέτοια ρύθμιση. Το θέμα είναι εξαιρετικά σοβαρό και αυτό αποτέλεσε θέμα του παρόντος άρθρου.

Το δικαίωμα ακροάσεως (το οποίο συνίσταται σε ανάπτυξη των νομικών αλλά και πραγματικών ισχυρισμών του κατηγορουμένου στα πλαίσια της αντίκρουσης της εναντίον του κατηγορίας) προϋποθέτει ως αυτονόητο το δικαίωμα της πληροφορήσεως για το διαδικαστικό υλικό της υποθέσεως (δηλαδή πολύ απλά προϋποθέτει το δικαίωμα που κατοχύρωνε μέχρι πρόσφατα το άρθρο 101 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας). Σε διαφορετική περίπτωση ο κατηγορούμενος ΔΕΝ μπορεί να τύχει δικαιώματος σε μια δίκαιη δίκη (είτε αυτό αφορά σε ποινική προδικασία είτε σε κύρια διαδικασία –   άλλωστε το δικαίωμα της προηγούμενης ακροάσεως καλύπτει ολόκληρη την ποινική διαδικασία) αφού αν προηγουμένως δεν λάβει για οποιονδήποτε λόγο γνώση όλων των εγγράφων της δικογραφίας ο κατηγορούμενος,  δεν μπορεί να αντικρούσει την κατηγορία εις βάρος του. Ο κατηγορούμενος δεν θα είναι σε θέση να γνωρίζει ποια είναι εκείνα τα άπειρα πραγματικά γεγονότα – περιστατικά που κατά τη γνώμη των αρχών στοιχειοθετούν την κατηγορία (αξιόποινη πράξη) και αν στη συνέχεια αυτά θα μπορούσαν να υπαχθούν σε κάποια ποινική διάταξη (αντικειμενική – υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος) προκειμένου να αποτελέσουν το περιεχόμενο ελάσσονος προτάσεως ενός δικανικού συλλογισμού. Αποτέλεσμα όλων αυτών θα ήταν να είναι αδύναμος ο κατηγορούμενος απέναντι  σε αιφνιδιασμούς και απροστάτευτος απέναντι σε πιθανή διαμόρφωση των πραγματικών περιστατικών και του υλικού της δικογραφίας  εκ των υστέρων και κατ’ αρέσκειαν από τις διωκτικές αρχές.

Γενικοί και αόριστοι περιορισμοί στα ατομικά, πολιτικά και κοινωνικά δικαιώματα των πολιτών πρέπει να εκλείψουν από την Ελληνική έννομη τάξη, πολύ περισσότεροι όταν οι περιορισμοί αυτοί αφορούν το ποινικό και ποινικό δικονομικό δίκαιο μέσω των οποίων μπορεί ο οποιοσδήποτε να στερηθεί την ελευθερία του. Για αυτόν ακριβώς τον λόγο μπροστά στην υπερασπιστική ανάγκη του κατηγορουμένου υποχωρούν και πρέπει να υποχωρούν (αν θέλουμε να λεγόμαστε ”κράτος δικαίου”)  οι ανάγκες για προστασία προσωπικών δεδομένων τρίτων  και οι ανάγκες  για προστασία δημοσίου συμφέροντος.

Αξίζει να υπενθυμίσω ότι το  κατ’ αρ. 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ “δικαίωμα σε δίκαιη δίκη” δεν περιλαμβάνει απλώς το δικαίωμα πρόσβασης του διαδίκου στο δικαστήριο, αλλά και κάθε άλλη ενέργεια (επίκληση ισχυρισμών, προσαγωγή αποδεικτικών μέσων, γνώση της κατηγορίας και του ανακριτικού υλικού κ.ά.), πρόσφορη να καταστήσει αποτελεσματική αυτήν την προσφυγή – πρόσβαση.

Το  άρθρο 101 του ΚποινΔ όπως ίσχυε μέχρι σήμερα αποτελούσε φραγμό στην διαδεδομένη πρακτική, κατά την οποία ο κατηγορούμενος καλούνταν να απολογηθεί χωρίς να έχει υπόψη του διατυπωμένο κατηγορητήριο, πράγμα που είναι αντίθετο τόσο στις διατάξεις τις ποινικής δικονομίας μας όσο και στην ΕΣΔΑ.

Επιπλέον όπως ξέρουν οι συνάδελφοι δικηγόροι τα παραπάνω (δηλαδή το δικαίωμα γνώσης της κατηγορίας και λήψεως αντιγράφων της δικογραφίας),  ισχύουν όχι μόνο για τον κατηγορούμενο, αλλά ακόμα και  για  τον πολιτικό ενάγοντα (στα απλά Ελληνικά – θύμα του  εγκλήματος – προκειμένου να μας καταλάβουν και μη νομικοί αναγνώστες μας)  και για τον αστικό υπεύθυνο οι οποίοι θεωρούνται διάδικοι σε μια ποινική δίκη, εκτός από τον κατηγορούμενο. Όμως πως θα εξασφαλισθεί η ισότητα όπλων μεταξύ πολιτικής αγωγής – εισαγγελέα (οι οποίοι θα έχουν πρόσβαση στο υλικό της δικογραφίας) και στον κατηγορούμενο ο οποίος θα καλείται να αναπτύξει την άμυνα του χωρίς να έχει λάβει προηγουμένως γνώση του υλικού της δικογραφίας; Σύμφωνα άλλωστε με την απόφαση του ΕυρΔΔΑ επί της υπόθεσης Montovanelli κατά Γαλλίας (18.03.1997) απαραίτητο στοιχείο για τον σεβασμό της αρχής της αντιδικίας, που επίσης καλύπτεται από το προστατευτικό πεδίο της δίκαιης δίκης του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ, είναι η αξίωση κάθε μέρους να λαμβάνει γνώση και να συζητεί κάθε στοιχείο ή παρατήρηση που μπορεί να επηρεάσει την κρίση του δικαστηρίου.

Όλα τα παραπάνω αναδεικνύουν τον πρόχειρο τρόπο με τον οποίο φτιάχνονται οι νόμοι στην Ελλάδα.

Ποιο είναι το συμπέρασμα όλων των παραπάνω με βάση την κοινή λογική; Η άρνηση των ανακριτικών αρχών (βάση του άρθρου 12 του ν. 4236/2014)  να ενημερώσουν τον κατηγορούμενο για την κατηγορία και να του  χορηγήσουν  αντίγραφα του φακέλου της δικογραφίας με οποιαδήποτε αιτιολογία (π.χ.με  επίκληση δημοσίου συμφέροντος ή με την αιτιολογία ότι αυτά δεν αφορούν άμεσα την υπόθεση του) είναι αντίθετη στο άρθρο 20, παρ.1 του Συντάγματος και στο άρθρο 6, παρ.1 της ΕΣΔΑ.

* ο Καδήρ Αϊκούτ είναι ασκούμενος δικηγόρος

Share This Post

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Captcha * Time limit is exhausted. Please reload the CAPTCHA.