Σύντομη νομική προσέγγιση της άρσης του απορρήτου επικοινωνιών

 

Γράφει η Μίχου Χρυσάνθη

Πρόκειται για ένα ζήτημα που έχει ανακύψει αρκετές φορές όχι μόνο ως θέμα συζητήσεως στα ΜΜΕ, όχι μόνο ως νομικό ζήτημα για το οποίο έχει αποφανθεί το Ανώτατο Δικαστήριο αλλά και ως προσωπικός προβληματισμός καθενός πολίτη που γνωρίζοντας λίγο ή πολύ ή καθόλου το νόμο, ηθικολογώντας και μπροστά σε όσα αντιμετωπίζει καθημερινά στη σύγχρονη Ελλάδα προσπαθεί να δώσει λύσεις κι απαντήσεις στα δικά του ερωτήματα. Το περί ου ο λόγος δεν είναι τίποτε άλλο παρά ο προβληματισμός του τελευταίου διαστήματος για την άρση του απορρήτου. Και παρά το ότι η υπόθεση Χαϊκάλη έχει μπει στο αρχείο το ζήτημα έχει βρεθεί πολλές φορές προ των πυλών της δικαιοσύνης και είναι ανοιχτό και διχάζει και θα διχάζει. Ωστόσο τα πράγματα τελικά ίσως και να είναι πιο απλά απ’ ότι φαίνονται διότι παρά την οποιαδήποτε λογική και το φαινόμενο, παρά το τι πιστεύει ο καθένας μας προσωπικά για τέτοιου είδους ζητήματα και φυσικά κατά περίπτωση, ωστόσο υπάρχει νόμος και πλαίσιο που ρυθμίζει τις καταστάσεις αυτές όταν ανακύπτουν.

ΕΣΩΤΕΡΙΚΗ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ

Τα άτομα τα οποία βρίσκονται σε διαλεκτική σχέση, με οποιοδήποτε μέσο κι αν αυτή επιτυγχάνεται αναπτύσσουν τις απόψεις τους χωρίς να έχουν τη βούληση γνωστοποίησης -τις περισσότερες φορές- αυτών σε τρίτους. Αυτή η μυστικότητα εσωκλείει την έννοια του απορρήτου. Η ιδιωτική σφαίρα του ανθρώπου περιλαμβάνει και τη μεταβίβαση μηνυμάτων εκτός του ασύλου της κατοικίας και της ιδιωτικής οικογενειακής ζωής κι επομένως αυτές οι περιπτώσεις μεταβίβασης μηνυμάτων θα πρέπει να προστατευθεί από τις επεμβάσεις της δημόσιας αρχής και την παραβίαση της εμπιστευτικότητας του απορρήτου των μηνυμάτων. Η σύγχρονη πρόοδος της τεχνολογίας, των τηλεπικοινωνιών και των ηλεκτρονικών μέσων καθιστούν ακόμη πιο αναγκαία την προστασία των πολιτών στην επικοινωνία τους. Σωστά έχει υποστηριχθεί ότι στην εποχή μας κύριο αίτημα είναι αυτό της προστασίας της ιδιωτικής ζωής από τη διαφάνεια της δημοσιότητας. Το ζήτημα του απορρήτου των ηλεκτρονικών επικοινωνιών αποτελεί ένα από τα πλέον αμφιλεγόμενα νομικά και όχι μόνο ζητήματα. Ρυθμίζεται εντός των συνόρων της Ελλάδας από έναν αριθμό νόμων όπως ο νόμος 2225/1994,ο νόμος 3115/2003, το Προεδρικό Διάταγμα 47/2005, ο νόμος 3674/2006, ο νόμος 3674/2008 καθώς και από κανονισμούς της Α.Δ.Α.Ε. .Συμπληρωματικά δε, εφαρμόζεται και ο γενικότερος νόμος αναφορικά με την προστασία των προσωπικών δεδομένων και της ιδιωτικότητας του ατόμου, νόμος 2472/1997. Προστασία από απαραβίαστο προβλέπεται και στο άρθρο 19 του Συντάγματος.

Κατ’ αρχάς η παραβίαση του απορρήτου της τηλεφωνικής επικοινωνίας και της προφορικής συνομιλίας αποτελεί ποινικό αδίκημα το οποίο προβλέπεται στο άρθρο 370Α ΠΚ, το οποίο επισύρει ποινικές κυρώσεις για τις περιπτώσεις διάπραξης του εν λόγω αδικήματος. Το απόρρητο των επικοινωνιών προστατεύεται συνταγματικά στο άρθρο 19 του Συντάγματος κατά την παράγραφο 1 του οποίου ‘Το απόρρητο των επιστολών και της ελεύθερης ανταπόκρισης ή επικοινωνίας με οποιονδήποτε άλλον τρόπο είναι απόλυτα απαραβίαστο. Νόμος ορίζει τις εγγυήσεις υπό τις οποίες η δικαστική αρχή δε δεσμεύεται από το απόρρητο για λόγους εθνικής ασφάλειας ή για διακρίβωση ιδιαίτερα σοβαρών αδικημάτων’. Το άρθρο 19 του Συντάγματος αποτελεί θεμελιώδη κατοχύρωση του απαραβίαστου της ιδιωτικής σφαίρας και της αυτονομίας της προσωπικής διαβίωσης τα οποία αποτελούν μεγάλης κι αντικειμενικής σημασίας δικαιϊκά αγαθά. Το άρθρο 19 του Συντάγματος δεν περιλαμβάνει μόνο την εμπιστευτική εξ αποστάσεως ανταπόκριση αλλά και την ‘ενώπιος ενωπίω’ επικοινωνία που διεξάγεται σε συνθήκες εμπιστευτικότητας και της οποίας το απόρρητο είναι εξίσου ευάλωτο, δεδομένης της ανάπτυξης της αντίστοιχης επικοινωνίας.

Όσον αφορά το νόμο που ορίζει τις εγγυήσεις υπό τις οποίες η δικαστική αρχή δε δεσμεύεται από το απόρρητο για λόγους εθνικής ασφάλειας ή για διακρίβωση ιδιαίτερα σοβαρών αδικημάτων πρόκειται για το νόμο 2225/1994. Συγκεκριμένα ρυθμίζεται υπό το πλαίσιό του η προστασία ης ελευθερίας και του απορρήτου της επικοινωνίας, με την οργάνωση των δικαστικών εγγυήσεων για την άρση του απορρήτου στις προβλεπόμενες από το Σύνταγμα κατ’ εξαίρεση περιπτώσεις και με την ίδρυση προς το σκοπό αυτό μίας ανεξάρτητης διοικητικής αρχής με την επωνυμία «ΕΘΝΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΤΟΥ ΑΠΟΡΡΗΤΟΥ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ». Η τελευταία αντικαταστάθηκε με την Αρχή Διασφάλισης του Απορρήτου των Επικοινωνιών με το νόμο 3115/2003. Η παράγραφος 2 του άρθρου 19 του Συντάγματος αναφέρεται στο νόμο 3115/2003, ο οποίος διασφαλίζει τα σχετικά με τη συγκρότηση, λειτουργία και αρμοδιότητες της παραπάνω αρχής η οποία διασφαλίζει το απόρρητο της παραγράφου 1 του άρθρου 19 του Συντάγματος. Η διαδικασία άρσης του απορρήτου ρυθμίζεται και από το νόμο 3649/2008 και το Π.Δ. 47/2005 στα οποία δε θα αναφερθώ διεξοδικά για να μην μακρηγορήσω αλλά από όλα τα παραπάνω συνάγεται ότι ο νομοθέτης έχει προβλέψει τη διαδικασία άρσης του απορρήτου με συγκεκριμένο τρόπο και μέσω συγκεκριμένων προσώπων και οργάνων, τοποθετώντας την αφετηρία της διαδικασίας αυτής σε περίπτωση λόγου εθνικής ασφάλειας σε αίτηση η οποία υποβάλλεται μόνο στον Εισαγγελέα Εφετών του τόπου της αιτούσας αρχής ή του τόπου όπου πρόκειται να επιβληθεί η άρση, ενώ σε περίπτωση διακρίβωσης ιδιαίτερα σοβαρών εγκλημάτων σε αίτηση για την άρση την οποία υποβάλλει στο Συμβούλιο ο καθ` ύλην και κατά τόπο αρμόδιος εισαγγελέας, ο οποίος εποπτεύει ή ενεργεί προανάκριση ή προκαταρκτική εξέταση και ο ανακριτής, ο οποίος ενεργεί τακτική ανάκριση για τα πιο πάνω εγκλήματα.

Σύμφωνα μάλιστα με την παράγραφο 3 το άρθρου 19 του Συντάγματος τα αποδεικτικά μέσα που προκύπτουν με άρση του απορρήτου, όταν αυτή λαμβάνει χώρα με διαδικασία διαφορετική από την καθοριζόμενη με το νόμο, θεωρούνται απαγορευμένα και δε δύνανται να χρησιμοποιηθούν ως αποδεικτικά μέσα σε καμία δικαστική ή διοικητική διαδικασία. Η χρήση από το δικαστήριο αποδεικτικών μέσων που έχουν αποκτηθεί αθέμιτα επιφέρει πειθαρχικές κυρώσεις.

ΕΞΩΤΕΡΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΤΗΣ ΕΠΚΟΙΝΩΝΙΑΣ

Τώρα όσον αφορά την επικοινωνία, αποτελείται από το εσωτερικό σκέλος και το εξωτερικό. Το πρώτο αναφέρεται στο περιεχόμενο μίας συνομιλίας ενώ το δεύτερο στην ταυτότητα των επικοινωνούντων ,τον τρόπο και το χρόνο της επικοινωνίας καθώς και το ίδιο το γεγονός της επικοινωνίας. Όσον αφορά το περιεχόμενο της συνομιλίας αυτό θεωρείται ότι προστατεύεται πλήρως ως απόρρητο και η άρση του μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνο στις περιπτώσεις που ορίζει το Σύνταγμα με τη διαδικασία και τον τρόπο που προβλέπει ειδικότερος νόμος στον οποίο παραπέμπει. Ωστόσο, αναφορικά με τα εξωτερικά στοιχεία υπάρχει σύγχυση καθώς με διάφορες κατά διαστήματα γνωμοδοτήσεις της εισαγγελίας του ΑΠ, με πρώτη εκδοθείσα το Καλοκαίρι του 2009 και πιο πρόσφατη αυτή του 2011 τα εξωτερικά στοιχεία δεν καλύπτονται από το απόρρητό και δε χρειάζεται ως προς αυτά να ακολουθηθεί καμία διαδικασία άρσης του απορρήτου. Η πρώτη γνωμοδότηση είχε εκδοθεί το καλοκαίρι του 2009 και είχε υποστηρίξει την άποψη ότι τα εξωτερικά στοιχεία της επικοινωνίας (δηλαδή τα «ίχνη» όπως η IP του υπολογιστή) δεν καλύπτονται από το απόρρητο, οπότε δεν χρειάζεται καν να ακολουθηθεί η «βαριά» διαδικασία της άρσης του απορρήτου (που προβλέπεται μόνο για ορισμένα κακουργήματα). Δηλαδή για κάθε αδίκημα (ακόμα και για εξύβριση), υποστήριζε εκείνη η γνωμοδότηση, οφείλει ο πάροχος της πρόσβασης στο διαδίκτυο να παρέχει στις ανακριτικές αρχές το όνομα του συνδρομητή που αντιστοιχεί στον εκάστοτε χρήστη. Μάλιστα, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου είχε φτάσει στο σημείο να κρίνει ότι η Οδηγία 2006/24/ΕΚ που όριζε ότι η εκάστοτε εθνική νομοθεσία για το απόρρητο ισχύει για τα εξωτερικά στοιχεία της επικοινωνίας, δεν έχει δήθεν επιρροή στο εν λόγω νομικό θέμα, επειδή το κοινοτικό δίκαιο δεν μπορεί να μεταβάλει το Σύνταγμα. Τελικά, ψηφίστηκε από τη Βουλή ο νόμος 3917/2011 που ενσωματώνει την Οδηγία 2006/24/ΕΚ (υποχρεωτική διατήρηση δεδομένων κίνησης και θέσης) και τώρα πια το εν λόγω θέμα αποτελεί εσωτερικό δίκαιο. Οπότε, η Δίωξη Ηλεκτρονικού Εγκλήματος επανήλθε με νέο ερώτημα στην Εισαγγελία του Αρείου Πάγου για το κατά πόσον μετά από αυτή τη νομοθετική μεταβολή εξακολουθεί να ισχύει η γνωμοδότηση του 2009. Η εισαγγελία του Αρείου Πάγου εξέδωσε όμως πάλι μια γνωμοδότηση που ανατρέπει την συγκεκριμένη διάταξη, κρίνοντας ότι τα εν λόγω δεδομένα κίνησης και θέσης δεν εμπίπτουν δήθεν στο απόρρητο (όπως αναφερόταν και στην γνωμοδότηση Σανιδά) και ότι οι πάροχοι δεν δεσμεύονται δηλαδή τελικά από τον Ν.2225/1994, αλλά μπορούν να δίνουν τα στοιχεία και με απλή αίτηση των εισαγγελικών αρχών, ακόμη κι αν δεν πρόκειται για κακουργήματα. Ωστόσο, οι πάροχοι, αν συμμορφωθούν προς αυτήν την γνωμοδότηση και όντως παραδώσουν τα στοιχεία στις αρχές, θα έχουν παραβιάσει τον Ν.3917/2011 και θα τους περιμένουν οι ποινικές κυρώσεις του ίδιου νόμου (άρθρο 11), αλλά και οι ιδιαίτερα βαριές διοικητικές κυρώσεις που φτάνουν μέχρι και πρόστιμα 5.000.000 ευρώ, από τις αρμόδιες ανεξάρτητες αρχές (άρθρο 12). Έτσι η εισαγγελία του Αρείου Πάγου με την νέα γνωμοδότηση που επιχείρησε να καταργήσει την νέα νομοθεσία, δημιούργησε έναν νομικό φαύλο κύκλο για τους παρόχους, τον οποίο μόνο η Δικαιοσύνη πλέον θα μπορούσε να επιλύσει οριστικά. Η Τρίτη γνωμοδότηση της εισαγγελίας του Αρείου Πάγου προβλέπει ότι στα πλαίσια προκαταρκτικής εξέτασης ή προανάκρισης που πραγματοποιούνται μετά από παραγγελία εισαγγελέα, οι παροχοι υπηρεσιών διαδικτύου θα πρέπει να γνωστοποιούν τα στοιχειά του προσώπου στα οποία αντιστοιχούν ηλεκτρονικά ίχνη ή τηλεφωνικοί αριθμοί κλήσεως εγκληματικής πράξεως χωρίς να απαιτείται η διαδικασία αρσης του απορρήτου. Δικαιολόγηση της γνωμοδότησης αυτής είναι ότι στο άρθρο 4 του Νόμου 3917/2011 αναφέρεται ότι «δεν εισάγονται νέες ρυθμίσεις σε σέση με την υφιστάμενη νομοθεσία..» και ότι οι εν λόγω γνωμοδοτήσεις δεν αφορούν αιτήματα αρμοδίων αρχών αλλά ανακριτικών αρχών και ότι το απόρρητο στις περιπτώσεις αυτές δεν εμπίπτει στο απόρρητο του άρθρου 19 του υντάγματος. Πάντως σε κάθε περίπτωση είναι ξεκάθαρο πως το Σύνταγμα στο άρθρο 19 δεν κάνει διαχωρισμό σε ‘εσωτερικά’ και ‘εξωτερικά’ στοιχεία επικοινωνίας κι έτσι σκοπό έχει να προστατεύεται συνταγματικά κάθε μορφή επικοινωνίας και ανταπόκρισης συνολικά θέτοντας αυστηρές εγγυήσεις άρσης του απορρήτου κατά τα ήδη παραπάνω αναφερόμενα. Κι επιπλέον δεν είναι κάπως αυθαίρετο να πραγματοποιούνται εξαιρέσεις από άρθρο του Συντάγματος με γνωμοδότηση κι οποιαδήποτε απόφαση;

ΑΠΟΡΡΗΤΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ ΒΑΣΕΙ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑΣ ΕΚΤΟΣ ΣΥΝΟΡΩΝ

Επιπλέον το απόρρητο της επικοινωνίας κατοχυρώνεται στο άρθρο 8 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης δικαιωμάτων του ανθρώπου που ορίζει ότι κάθε πρόσωπο δικαιούται προστασίας της ιδιωτικής και οικογενειακής του ζωής, της κατοικίας του και της αλληλογραφίας του καθώς και ότι δεν επιτρέπεται η επέμβαση αρχής στην άσκηση του εν λόγω δικαιώματος παρά μόνο στις περιπτώσεις που ρητά ορίζει νόμος. Περαιτέρω το απόρρητο της επικοινωνίας κατοχυρώνεται και στο άρθρο 17 του Διεθνούς Συμφώνου περί ατομικών και πολιτικών δικαιωμάτων της 19-12-1966 (ήδη ν. 2462/1997), στο άρθρο 12 της Οικουμενικής Διακήρυξης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου , στο άρθρο 7 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στα οποία γίνεται επίσης λόγος για άρση του απορρήτου μόνο στις περιπτώσεις που νόμος το επιτρέπει και φυσικά με τον τρόπο που προβλέπεται αυτήν.

Κλείνοντας θα ήθελα να προσθέσω ότι το απόρρητο της επικοινωνίας είναι δικαίωμα του καθενός και απαραίτητη προϋπόθεση της Δημοκρατίας μας καθώς συμβάλει στην ελευθερία έκφρασης και στο δικαίωμα στην ιδιωτική ζωή καθενός ακόμη κι αν πρόκειται για δημόσιο πρόσωπο. Η ύπαρξη νόμων επιδιώκει ακριβώς την επίτευξη αυτού και αν και μπορεί να οδηγήσει ακόμη και στην προστασία κάποιες φορές ενός προσώπου που έχει διαπράξει αδίκημα αυτό απορρέει από τη συνταγματική επιταγή του άρθρου 2 του Συντάγματός μας κατά την οποία ‘Ο σεβασμός και η αξία του ανθρώπου αποτελούν την πρωταρχική υποχρέωση της Πολιτείας’. Ωστόσο ανακύπτει ο προβληματισμός: πρόκειται πράγματι για ένα κράτος δικαίου όταν καταφέρνουν να διαφεύγουν της δικαιοσύνης πολίτες που ενεργούν σε βάρος των Ελλήνων μπροστά στα μάτια μας, όταν πρόκειται για πράγματα γνωστά σε όλους μας και ο νόμος λειτουργεί σαν ασπίδα γι’ αυτούς; Ως νομικός στην προκείμενη περίπτωση θα έπρεπε να αρκεστώ στο νόμο και σε όσα ξεκάθαρα ορίζει..Αμφιβάλλω αν μπορώ!

* η   Μίχου Χρυσάνθη είναι ασκούμενη δικηγόρος  του Δ.Σ. Κοζάνης 

Share This Post

One Response to Σύντομη νομική προσέγγιση της άρσης του απορρήτου επικοινωνιών

  1. Oi γμωνοδοτησεις τύπου Σανίδα , καταργούν και υπερισχύουν νομών και κοινοτικ´ων οδηγιων οι οποίες ισχύουν για τα κράτη μέλη απο την δημοσίευση τους , υπερισχύουν εθνικών νομών , απλα υποχρεούνται τα κράτη εντός ταχθέισης προθεσμίας να νομοθετησουν ειδικα. Η ισχύς της Οδηγίας ομως ισχύει και πριν την εναρμόνιση του εθνικού δικαίου. Ισχύει αυτο λη ειναι λάθος;

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Captcha * Time limit is exhausted. Please reload the CAPTCHA.