Συνέντευξη με τον Αχιλλέα Αιμιλιανίδη, δικηγόρο & Προέδρο του Τμήματος Νομικής Πανεπιστημίου Λευκωσίας

emilianidesjpg

  1. Κ. Αιμιλιανίδη είστε Πρόεδρος σε ένα Τμήμα Νομικής που εντάσσεται στην ιδιωτική και όχι στη δημόσια εκπαίδευση. Έχοντας εμπειρία από τα ελληνικά δημόσια πανεπιστήμια στα οποία και φοιτήσατε, ποιες διαφορές εντοπίζετε μεταξύ ιδιωτικής και δημόσιας τριτοβάθμιας εκπαίδευσης;

Αφετηριακή μου θέση παραμένει ότι η τριτοβάθμια εκπαίδευση είναι από τη φύση της λειτούργημα που αφορά άμεσα το κράτος, διότι σχετίζεται με την ποιότητα των αποφοίτων και την παραγωγή επιστημονικής έρευνας και κριτικής σκέψης. Στην Ελλάδα υπάρχουν δημόσια πανεπιστήμια, κέντρα του κοινωνικού, ερευνητικού και πολιτιστικού διαλόγου. Στην Κύπρο αντίθετα η ίδρυση κρατικών πανεπιστημίων είναι πιο πρόσφατη- πέρασαν μόλις 20 χρόνια από την ίδρυση του Πανεπιστημίου Κύπρου. Όντας διδάκτορας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης έχω πολύ καλή εντύπωση για το επίπεδο του επιστημονικού προσωπικού των ελληνικών δημόσιων πανεπιστημίων και πιστεύω ότι το επίπεδο των ελληνικών τμημάτων νομικής είναι εξαιρετικά υψηλό, αν αξιολογηθεί με οποιαδήποτε κριτήρια. Από κει και πέρα υπάρχουν τα γνωστά προβλήματα που είναι αντανάκλαση των προβλημάτων που αντιμετωπίζει γενικότερα το ελληνικό δημόσιο και η ελληνική κοινωνία. Η ανάπτυξη της ιδιωτικής τριτοβάθμιας εκπαίδευσης μπορεί να λειτουργήσει, υπό προϋποθέσεις, θετικά μέσα από την ομαλή ανάπτυξη του ανταγωνισμού και της συνεπακόλουθης αύξησης της ερευνητικής παραγωγής και της δυνατότητας κοινωνικής ανανέωσης.

Υπάρχουν εντούτοις ορισμένα προαπαιτούμενα. Δεν πρέπει να παραγνωρίζουμε τις θέσεις που διατύπωσε με αρκετά πειστικό τρόπο ο Δημήτρης Τσάτσος ήδη από το 1976, ως προς το γιατί το εκπαιδευτικό λειτούργημα δεν μπορεί να νοηθεί ως κερδοσκοπική ιδιωτική δράση. Πράγματι η προάσπιση της εκπαιδευτικής ποιότητας προϋποθέτει διδακτική και λειτουργική ανεξαρτησία και αυτονομία. Από την άλλη δεν πρέπει να παραγνωρίζεται ότι στην πράξη και τα δημόσια πανεπιστήμια μπορούν να αντιμετωπίσουν αντίστοιχα προβλήματα με τα ιδιωτικά, όχι λόγω του κινδύνου κερδοσκοπίας του επιχειρηματία, αλλά λόγω των κρατικών και κομματικών παρεμβάσεων. Η απάντηση στις ανησυχίες αυτές είναι να θεσπιστεί ένα ισχυρό θεσμικό πλαίσιο που να διασφαλίζει με αυστηρό τρόπο το πλαίσιο λειτουργίας της ιδιωτικής εκπαίδευσης, η διενέργεια συνεχών ελέγχων αξιολόγησης και η καθιέρωση ενιαίου φορέα αξιολόγησης ποιότητας της δημόσιας και της ιδιωτικής τριτοβάθμιας εκπαίδευσης κατά τρόπο ώστε να υπάρχουν συγκρίσιμα κριτήρια και βεβαίως η ύπαρξη απαιτήσεων από πλευράς της κοινωνίας ως προς την διασφάλιση της ποιότητας της εκπαιδευτικής δράσης. Κατά την άποψή μου επομένως η ιδιωτική τριτοβάθμια εκπαίδευση μπορεί να λειτουργήσει θετικά και συμπληρωματικά προς τη δημόσια. Η ανάπτυξη όμως τόσο της δημόσιας, όσο και της ιδιωτικής εκπαίδευσης, προϋποθέτουν θεσμικό πλαίσιο και ποιοτική ανάπτυξη. Η ανάπτυξη της αυτονομίας των πανεπιστημιακών ιδρυμάτων, είναι άλλωστε η μοναδική που μπορεί να θέσει τις βάσεις μιας ουσιαστικής ανανέωσης της κοινωνίας. Χρήσιμο πανεπιστήμιο δεν είναι εκείνο που (απλώς) δίδει πτυχία ή διεξάγει έρευνα, αλλά εκείνο που κατορθώνει να καταστεί κέντρο του πολιτιστικού και κοινωνικού διαλόγου και να θέσει τις βάσεις για αναθεώρηση των εκάστοτε κοινωνικών δομών. Τα πανεπιστήμια είναι κέντρο αυτονομίας, ανατροπής και ανάπλασης ιδεών, είναι κέντρο διαλόγου, έρευνας και ελεύθερης σκέψης. Και κυρίως είναι κέντρο της κοινωνικής πραγματικότητας και του κοινωνικού διαλόγου. Δεν μπορούν σε καμιά περίπτωση να είναι κλειστά και αποκομμένα από την κοινωνία, ούτε και κομματικά ελεγχόμενα.

  1. Ζώντας σε ένα νησί στο οποίο το κυρίαρχο θέμα τα τελευταία 50 χρόνια είναι η λύση του κυπριακού προβλήματος, ποια είναι η θέση σας ως προς τη φύση του προβλήματος, αλλά και τη μορφή που θα πρέπει να έχει η προτεινόμενη λύση;

Η ελληνοκυπριακή πλευρά είχε προσπαθήσει μετά τα τραγικά γεγονότα της εισβολής του 1974, η οποία οδήγησε στην συνεχιζόμενη τουρκική κατοχή της Κύπρου, να προβεί σε οδυνηρούς συμβιβασμούς, έτσι ώστε να καταλήξει σε μια γρήγορη λύση. Οπωσδήποτε ο πλέον οδυνηρός από τους συμβιβασμούς αυτούς υπήρξε η αποδοχή της ομοσπονδιακής λύσης για την Κύπρο με τις συμφωνίες Υψηλού Επιπέδου Μακαρίου-Ντενκτάς το 1977. Η ομοσπονδία είναι γνωστό ότι δεν είναι η κατάλληλη μορφή λύσης για το κυπριακό πρόβλημα, αλλά είχε επιλεγεί ως προσπάθεια ύστατης υποχώρησης για σύντομη εξεύρεση λύσης του προβλήματος. Η επίσημη ελληνοκυπριακή πλευρά επέμενε ότι η έννοια μιας διζωνικής δικοινοτικής ομοσπονδίας προϋποθέτει την πλήρη κατοχύρωση της εφαρμογής των ανθρωπίνων δικαιωμάτων των πολιτών σε ολόκληρη την επικράτεια της νήσου κατά τρόπο ομοιόμορφο, καθώς και την διασφάλιση της ενότητας της πολιτείας και της οικονομίας. Σύντομα όμως κατέστη εμφανές ότι ο ΟΗΕ προσανατολιζόταν προς μια ερμηνεία του όρου που οδηγούσε στην αναπαραγωγή και παγίωση της διχοτομικής δομής και στην αποδοχή των τετελεσμένων του 1974, ερμηνεία η οποία συνέπιπτε σε μεγάλο βαθμό με την τουρκική θέση.

Η πολιτική του «καλού παιδιού» που ακολουθούσε η ελληνοκυπριακή πλευρά σε σχέση με τον διεθνή παράγοντα, στηρίχθηκε σε μια λογική κατευνασμού απέναντι στην Τουρκία, μια λογική δηλαδή διπλωματικής υποχώρησης απέναντι στην άκαμπτη διαπραγματευτική τακτική του Ντενκτάς, με στόχο την άσκηση πιέσεων προς την άλλη πλευρά να προβεί σε παρόμοιες υποχωρήσεις, πιέσεις οι οποίες βέβαια ουδέποτε ασκήθηκαν. Συνέπεια των πιο πάνω υπήρξε και η σταδιακή μη αντιμετώπιση του κυπριακού προβλήματος ως προβλήματος εισβολής και κατοχής της Τουρκίας στην Κύπρο, αλλά απλώς ως δικοινοτικού προβλήματος, δηλαδή ως προβλήματος μεταξύ των δύο κοινοτήτων. Η διζωνική δικοινοτική ομοσπονδία μετατράπηκε από ύστατη υποχώρηση σε στρατηγικό στόχο της ελληνοκυπριακής πλευράς και σε αφετηρία διαλόγου, στα πλαίσια του οποίου η τουρκοκυπριακή πλευρά θα έθετε τις περαιτέρω απαιτήσεις της. Η κατάθεση του σχεδίου Ανάν και η αποδοχή του από την τουρκοκυπριακή κοινότητα, υποχρέωσε την ελληνοκυπριακή κοινότητα να έλθει αντιμέτωπη με τα όρια της δικής της υποχωρητικότητας.

Μέσα σε αυτά τα πλαίσια σήμερα το κυπριακό πρόβλημα βρίσκεται σε αδιέξοδο. Η αποδοχή λύσης τύπου Ανάν θα συνιστούσε ουσιαστικά μια επιλογή χειρότερη από τη διχοτόμηση, δημιουργώντας ένα κράτος που ορθά ο Κώστας Χρυσόγονος χαρακτήρισε ως «προτεκτοράτο» και το οποίο σε σύντομο χρονικό διάστημα μετά τη λύση θα κατέρρεε. Από την άλλη σήμερα στο τραπέζι δεν βρίσκεται άλλο σχέδιο λύσης και η ελληνοκυπριακή πλευρά δεν έχει την ισχύ, ούτε και τη θέληση για επανατοποθέτηση του κυπριακού ως προβλήματος εισβολής και κατοχής. Οπωσδήποτε εξάλλου η πάροδος του χρόνου δημιουργεί συγκεκριμένα δεδομένα επί του εδάφους, ιδιαίτερα στο περιουσιακό. Δεν είμαι επομένως αισιόδοξος για το μέλλον. Εκείνο το οποίο μπορώ να σας πω μέσα στα πλαίσια της σύντομης αυτής απάντησης είναι πως απαιτείται η διαμόρφωση μιας εντελώς διαφορετικής στρατηγικής πέραν του ανεπαρκούς πλαισίου της διαδικασίας των δικοινοτικών συνομιλιών, οι οποίες διαφάνηκε εκ των πραγμάτων ότι δεν μπορούν να οδηγήσουν σε μια βιώσιμη και λειτουργική λύση.

  1. Ποια είναι η θέση σας για το κυπριακό μνημόνιο;

Η υπογραφή του κυπριακού μνημονίου, με τον τρόπο που έγινε, υπήρξε σε μεγάλο βαθμό το αποτέλεσμα της άνευ ρεαλιστικού βάθρου πεποίθησης της κυβέρνησης Χριστόφια ότι η κυπριακή οικονομία δεν θα επηρεαζόταν από τη διεθνή κρίση ή την κρίση χρέους στην Ελλάδα. Αυτό σε συνδυασμό με την αδυναμία πρόληψης μεγάλων προβλημάτων του τραπεζικού τομέα, τις οικονομικές συνέπειες από την έκρηξη στο Μαρί, το κούρεμα των ελληνικών ομολόγων και την καθυστέρηση στην λήψη μέτρων, οδήγησε στην οικονομική κατάρρευση. Είναι γνωστό και δεν χρειάζεται να το αναλύσω εδώ ότι οι πολιτικές λιτότητας είναι αποτυχημένη συνταγή και ότι δεν μπορούν να οδηγήσουν σε ανάπτυξη. Δεν παραγνωρίζω ότι υπάρχουν και θετικά μέτρα, όπως ο εξορθολογισμός των δημοσίων βοηθημάτων, αλλά σε γενικές γραμμές το κυπριακό μνημόνιο στηρίζεται σε μια ανορθολογική οικονομική φιλοσοφία, όπως άλλωστε και στην Ελλάδα. Επομένως έρχονται δύσκολες μέρες για την κυπριακή οικονομία, όπως και γενικότερα για την κυπριακή κοινωνία. Το ζητούμενο είναι αν σήμερα μπορεί να υπάρχει λύση εκτός μνημονίου για την Κύπρο. Η απάντηση δεν είναι μονοδιάστατη, πλην όμως θα σας έλεγα ότι η Κύπρος λόγω του μικρού της οικονομικού και πολιτικού μεγέθους δεν μπορεί σήμερα να έχει καταλυτικό ρόλο σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Τα πράγματα θα ήταν ίσως διαφορετικά αν υπήρχε ένα κοινό μέτωπο των κρατών του νότου, περιλαμβανομένης βέβαια και της Ελλάδας, απέναντι στην πολιτική της λιτότητας και του μνημονίου. Δεν πρέπει όμως να λησμονούμε ότι η ελληνική κυβέρνηση ήταν υπέρ της αποδοχής του κουρέματος των καταθέσεων των κυπριακών τραπεζών και έχει πολιτική υπέρ του μνημονίου. Και τυχόν άσκηση αντίθετης πολιτικής, που βέβαια δεν πρόκειται να γίνει από την παρούσα κυπριακή κυβέρνηση, δεν θα μπορούσε να γίνει χωρίς τη στήριξη της ελληνικής κυβέρνησης.

  1. Πιστεύετε ότι ήταν δικαιολογημένη η επέμβαση στην περιουσία των καταθετών μετά τη σχετική απόφαση του Eurogroup?

Η απόφαση του Eurogroup ήταν εντελώς αδικαιολόγητη. Η πρώτη απόφαση παραβίαζε την Οδηγία 2009/14/ΕΚ που εγγυάται το ελάχιστο ποσό καταθέσεων ενός καταθέτη μέχρι 100.000 ευρώ. Περαιτέρω με την πρώτη απόφαση του Eurogroup καλούνταν να καταβάλουν χρήματα μέσω κουρέματος, καταθέτες οι οποίοι δεν είχαν καταθέσει τα χρήματά τους σε μια εκ των δύο επηρεαζόμενων τραπεζών. Κάτι τέτοιο δεν είχε βέβαια καμιά οικονομική λογική και ουσιαστικά συνιστούσε μια επανάληψη προηγούμενων λαθών που είχαν γίνει στην διαχείριση της κυπριακής οικονομίας. Επειδή καταστρέφεται ένας οργανισμός δεν σημαίνει πως για να προσπαθήσεις να τον σώσεις, θα πρέπει να καταστρέψεις και τους υπόλοιπους οργανισμούς που είναι θεωρητικά υγιείς. Η δεύτερη απόφαση επίσης στερείται πειστικότητας. Ουσιαστικά υπήρξε προσπάθεια να γίνει μια άμεση, άνευ διαπραγμάτευσης και σε χαμηλή τιμή, πώληση των υποκαταστημάτων των κυπριακών τραπεζών στην Ελλάδα, ώστε να αποκοπεί η κυπριακή οικονομία από την υπόλοιπη Ευρωζώνη και εν συνεχεία επιβλήθηκε ένα επιλεκτικής μορφής κούρεμα το οποίο δεν αποφασίστηκε από τους μετόχους ή τους πιστωτές των τραπεζών, αλλά από το Eurogroup.

Ήδη, η απόφαση έχει οδηγήσει σε μεγάλο βαθμό σε πανευρωπαϊκή δυσπιστία απέναντι στο τραπεζικό σύστημα. Στις 29 Μαΐου, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα προέβη στην ανακοίνωση στοιχείων τα οποία αποδεικνύουν ότι το κυπριακό σχέδιο διάσωσης προκάλεσε ένα περιορισμένο κύμα απόσυρσης καταθέσεων σε πολλές χώρες της Ευρωζώνης. Πιστεύω ότι μακροπρόθεσμα, η απόφαση θα έχει οδυνηρές επιπτώσεις για το σύστημα της ευρωζώνης. Οπωσδήποτε το γεγονός ότι ακόμα και σήμερα η κυπριακή οικονομία λειτουργεί σε καθεστώς περιορισμού των τραπεζικών συναλλαγών είναι καταστροφικό για την οικονομία, αλλά και για την κοινωνία. Και βεβαίως όταν δεν μπορεί να υπάρξει διακίνηση των κεφαλαίων, αυτό συνεπάγεται ότι δεν υπάρχουν χρήματα για να πληρωθούν οι εργαζόμενοι και ότι οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις είναι οι πρώτες που αντιμετωπίζουν λουκέτο.

Πρέπει βέβαια να διευκρινίσω, διότι υπήρξε μια στρέβλωση στα ελληνικά μέσα μαζικής επικοινωνίας, ότι η απόφαση της κυπριακής Βουλής για απόρριψη της πρώτης απόφασης υπήρξε ορθή. Αν η πρώτη απόφαση γινόταν αποδεκτή, θα είχαμε bank run που θα οδηγούσε με μαθηματική ακρίβεια στην κατάρρευση της Λαϊκής και της Τράπεζας Κύπρου και στην επιβολή της δεύτερης απόφασης του Eurogroup με μια μικρή διαφορά: ότι η δεύτερη απόφαση του Eurogroup, το κλείσιμο της Λαϊκής και το βαθύτερο κούρεμα της Τράπεζας Κύπρου θα ακολουθούσε χρονικά την ήδη επικυρωμένη πρώτη απόφαση του Eurogroup.Είναι χαρακτηριστικό ότι η Τρόικα αρνείται ακόμα και σήμερα να άρει τα περιοριστικά μέτρα, ακριβώς διότι θεωρεί πως άρση τους θα επέφερε την ολική κατάρρευση του τραπεζικού συστήματος και δεν θα μπορούσε να διασωθεί η Τράπεζα Κύπρου.

  1. Γνωρίζουμε πως πρωτοστατείτε σε μια προσπάθεια ψηφιακής καταγραφής της κυπριακής βιβλιογραφίας. Θα θέλατε να μας πείτε μερικά λόγια για αυτό το θέμα;

Πράγματι έχω προχωρήσει στην δημιουργίας μιας Ψηφιακής Βιβλιογραφίας του Κυπριακού Δικαίου (www.cypriotlaw.com) χωρισμένη σε 30 θεματικές κατηγορίες και η οποία περιλαμβάνει βιβλιογραφική αναφορά σε όλα τα βιβλία και άρθρα που έχουν γραφεί για το κυπριακό δίκαιο (πέραν των 2.500 βιβλιογραφικών καταχωρήσεων). Ήδη έχει ετοιμαστεί και ένα βιβλιαράκι εισαγωγής στην κυπριακή βιβλιογραφία. Η ύπαρξη βιβλιογραφίας είναι σίγουρα σημαντική για τους μελετητές. Σε επόμενο στάδιο ελπίζω να μπορέσουμε να προσθέσουμε και μεγάλο αριθμό νομικών μελετών σε ψηφιακή μορφή, πάντα με ελεύθερη και δωρεάν πρόσβαση. Αυτό δεν είναι βέβαια εύκολο, διότι υπάρχουν θέματα copyright και απαιτείται χρηματοδότηση, αλλά η αρχή της νομικής γνώσης είναι η πρόσβαση στις πηγές. Υπάρχουν ήδη και στην Κύπρο και στην Ελλάδα χρήσιμες ηλεκτρονικές βάσεις δεδομένων για τη νομολογία. Χρειάζεται όμως περισσότερη δουλειά σε σχέση με ψηφιακές βάσεις πρόσβασης σε βιβλιογραφία.

  1. Εκτός από πανεπιστημιακός, είστε και γνωστός δικηγόρος. Αυτό πόσο δύσκολο είναι στην καθημερινότητα;

Σίγουρα δεν είναι εύκολο, αλλά το πεδίο της νομικής είναι διαφορετικό σε σύγκριση με άλλα γνωστικά αντικείμενα, με την έννοια ότι η νομική είναι πρακτική επιστήμη. Κατά συνέπεια αν κάποιος ασχολείται, για παράδειγμα, με το αστικό ή το εμπορικό δίκαιο, το αντικείμενο της ερευνητικής του απασχόλησης μπορεί να αλληλοτροφοδοτείται με το αντικείμενο της επαγγελματικής δικηγορικής του απασχόλησης. Το θέμα είναι να υπάρχουν κάποιες δικλείδες δεοντολογίας και βεβαίως να μην υποβαθμίζεται η έρευνα για χάρη της δικηγορίας.

  1. Το κυπριακό δίκαιο είναι ίσως το μοναδικό σύστημα δικαίου στο οποίο συνυπάρχουν τόσο το ηπειρωτικό, όσο και το αγγλοσαξωνικό σύστημα δικαίου. Πώς σχολιάζετε αυτή τη συνύπαρξη;

Δεν είναι το μοναδικό. Υπάρχουν αρκετά γνωστά μεικτά συστήματα, όπως η Σκωτία, το Κεμπέκ, οι Σεϋχέλλες, ο Μαυρίκιος κ.ο.κ. Εντούτοις, είναι γεγονός ότι το κυπριακό δίκαιο είναι ένα αρκετά ιδιόμορφο δίκαιο. Από τη μια η Κύπρος είναι χώρα του κοινοδικαίου, εφαρμόζοντας τη νομολογία και τις αρχές της επιείκειας ως πηγή δικαίου και διατηρώντας σε ισχύ πληθώρα νομοθετημάτων (συμβάσεις, ποινικό, αδικοπραξίες, εταιρείες κ.ο.κ), που η βάση τους είναι το αγγλικό ή και το ινδικό δίκαιο, ενώ από την άλλη το δημόσιο δίκαιο, το οικογενειακό δίκαιο, η διαθέσιμη μοίρα στο κληρονομικό δίκαιο, τα σωματεία και τα ιδρύματα, στηρίζονται στη νομοθεσία του ηπειρωτικού δικαίου. Περαιτέρω το κυπριακό δίκαιο είναι σχεδόν εξ ολοκλήρου κωδικοποιημένο. Κατά την κωδικοποίηση μάλιστα που έγινε μετά την Ανεξαρτησία, εκτός από τους αγγλικούς νόμους λήφθηκε υπόψη και η γνωστή σε όλους τους Έλληνες νομικούς, Εξάβιβλος του Αρμενόπουλου. Με την υιοθέτηση του κοινοτικού δικαίου μετά την ένταξη της Κύπρου στην ΕΕ το 2004, αναμφίβολα η σύμμειξη των νομικών συστημάτων έχει καταστεί ακόμα πιο ενδιαφέρουσα. Θα πρέπει βέβαια να αναφέρω ότι ο κύπριος νομικός σκέφτεται πρωτίστως ως νομικός του κοινοδικαίου, ακόμα και οι- πάρα πολλοί- Κύπριοι δικηγόροι που ολοκλήρωσαν τις σπουδές τους σε ελληνικά πανεπιστήμια. Το γεγονός όμως ότι το σύστημα είναι μεικτό επιτρέπει στον Κύπριο νομικό μεγαλύτερη ευχέρεια σύγκρισης μεταξύ νομικών συστημάτων. Είναι βέβαια γεγονός ότι σταδιακά το κοινοδίκαιο έρχεται πιο κοντά στα ηπειρωτικά συστήματα δικαίου και το αντίθετο. Ο Έλληνας νομικός χρησιμοποιεί ολοένα και περισσότερο τη νομολογία, ενώ και ο Άγγλος στηρίζεται πλέον ολοένα και περισσότερο στα θεωρητικά έργα των πανεπιστημιακών, για να αναφερθώ σε δύο μόνο στοιχεία.

  1. Ποια η άποψη σας για την ιστοσελίδα της νομικής επικαιρότητας;

Παρόμοιες ιστοσελίδες είναι πολύ χρήσιμες και επιτρέπουν την ανάπτυξη της νομικής επιστήμης. Ιδιαίτερα σημαντικό είναι ότι η διαχείριση γίνεται από φοιτητές, οι οποίοι και επιτρέπουν μια διαφορετική ματιά στα γεγονότα. Ο καλός φοιτητής είναι μια έννοια διαφορετική από αυτήν του καλού μαθητή: καλός φοιτητής δεν είναι απλώς εκείνος που μελετά τα μαθήματά του, αλλά εκείνος που αγωνίζεται εσωτερικά για να γίνει χρηστός πολίτης, προβληματίζεται και διαμορφώνεται και κατά συνέπεια διαμορφώνει. Αντιλαμβάνομαι ότι αυτός είναι και ο στόχος της ιστοσελίδας.

Επιμέλεια:  Δελημάτσης Κωνσταντίνος

 

Share This Post

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Captcha * Time limit is exhausted. Please reload the CAPTCHA.