ΣυμΠλημΑθ 2570/13 – Απόπειρα βαριάς σκοπούμενης σωματικής βλάβης από Ιερόδουλες πάσχουσες από AIDS – Άρση περιοριστικών όρων

20101126PHT01605_width_600ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΠΛΗΜΜΕΛΕΙΟΔΙΚΩΝ ΑΘΗΝΩΝ

ΑΡΙΘΜΟΣ 2570/2013

 

Πρόεδρος Ε.-Α. Κεχαγιά

Μέλη Ι. Χατζάκη, Ε. Στασινόπουλος

Εισαγγελέας Δ. Μουζάκης, Αντεισαγγελέας

 

Η γενομένη δεκτή εισαγγελική πρόταση έχει ως εξής:

 

Η σε βάρος των ως άνω κατηγορουμένων ποινική δίωξη ασκήθηκε κατόπιν υποβολής της υπ’ αριθμ. πρωτ. 1046/2/3/9.5.2012 υποβλητικής αναφοράς του Τμήματος Ασφαλείας Ομόνοιας, μετά το πέρας της αστυνομικής προανάκρισης κατ’ άρθρο 243 παρ. 2 ΚΠΔ που διενεργήθηκε από το εν λόγω Τμήμα Ασφαλείας, με την από 9.5.2012 παραγγελία μας προς τον ανακριτή του 7ου τακτικού τμήματος Πλημμελειοδικών Αθηνών για διενέργεια κυρίας ανάκρισης (αφού η υπόθεση χωρίστηκε ως προς τις αποδιδόμενες στις κατηγορούμενες πταισματικές παραβάσεις του άρθρου 5 παρ. 1 εδ. α΄ και 4 Ν 2734/1999, ως ισχύει μετά το άρθρο 31 παρ. 7 Ν 3904/2010, για τις οποίες εξήχθησαν αντίγραφα της δικογραφίας και διαβιβάστηκαν στον κ. Δημόσιο Κατήγορο Αθηνών), η οποία περατώθηκε νόμιμα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 270 παρ. 1 και 308 παρ. 4 ΚΠΔ, με την απολογία των κατηγορουμένων και τη γνωστοποίηση του πέρατος της κυρίας ανάκρισης σε αυτές (βλ. την από 14.6.2012 έκθεση γνωστοποίησης πέρατος ανάκρισης στη συνήγορο και αντίκλητο δικηγόρο της πρώτης κατηγορουμένης Ε.Ζ. και την από 13.6.2012 έκθεση γνωστοποίησης πέρατος ανάκρισης στη συνήγορο και αντίκλητο δικηγόρο των λοιπών κατηγορουμένων Μ.Δ.) και αφού σε βάρος των κατηγορουμένων επιβλήθηκαν οι περιοριστικοί όροι: α) της υποχρέωσης παρακολούθησης του κλειστού εγκεκριμένου θεραπευτικού προγράμματος διαμονής του ΚΕΘΕΑ, β) της υποχρέωσης διαμονής τους στον τόπο που θα ορισθεί από το ΚΕΘΕΑ στο πλαίσιο παρακολούθησης του πιο πάνω θεραπευτικού προγράμματος, γ) της υποχρέωσης εμφάνισής τους στο Α.Τ. του τόπου της κατοικίας τους εντός του πρώτου πενθημέρου εκάστου μηνός μετά την ολοκλήρωση του ανωτέρω θεραπευτικού προγράμματος του ΚΕΘΕΑ και δ) της απαγόρευσης εξόδου τους από τη χώρα, δυνάμει των υπ’ αριθμ. 39/2012, 40/2012, 41/2012, 42/2012 και 43/2012 αντίστοιχα, διατάξεων επιβολής περιοριστικών όρων του ως άνω ανακριτή. Ειδικότερα, σύμφωνα με το περιεχόμενο της κατηγορίας που απαγγέλθηκε από τον ως άνω ανακριτή στις κατηγορούμενες (πλην της κατηγορίας της ψευδούς ανώμοτης κατάθεσης που αποδίδεται μόνο στην πρώτη κατηγορουμένη), αυτές κατηγορούνται ότι: «στο κέντρο της Αθήνας, στις 8 Μαΐου 2012 και κατά τις μεσημβρινές ώρες, έχοντας αποφασίσει να εκτελέσουν το κακούργημα της βαριάς σκοπούμενης σωματικής βλάβης κατά συρροή και συγκεκριμένα να προξενήσουν σε περισσότερα άτομα βαριά σωματική βλάβη επιδιώκοντας το αποτέλεσμα αυτό, επιχείρησαν πράξη που περιέχει τουλάχιστον αρχή τέλεσης του εγκλήματος τούτου, δεν πέτυχαν όμως το σκοπό τους από λόγους εξωτερικούς και ανεξάρτητους από τη θέλησή τους. Ειδικότερα, στον προαναφερόμενο τόπο και χρόνο, γνωρίζοντας ότι είναι οροθετικές στον ιό HIV και ότι αυτός μεταδίδεται σεξουαλικά προκαλώντας λοιμώδη και ανίατη νόσο, η οποία μπορεί να επιφέρει ακόμα και το θάνατο, ασκώντας το επάγγελμα του εκδιδόμενου προσώπου με αμοιβή (ιερόδουλη) χωρίς να υποβάλλονται στις απαραίτητες ιατρικές εξετάσεις και στερούμενες πιστοποιητικού άσκησης επαγγέλματος, επιχείρησαν να έρθουν σε ερωτική συνάφεια με άγνωστο ακόμη στην ανάκριση αριθμό πελατών τους επιδιώκοντας να τους μεταδώσουν τον πιο πάνω ιό από τον οποίο μπορούσε να προκληθεί σε αυτούς κίνδυνος ζωής ή βαριάς και μακροχρόνιας αρρώστιας, πλην όμως δεν επήλθε το σκοπούμενο εγκληματικό αποτέλεσμα, όχι από δική τους βούληση, αλλά από λόγους εξωτερικούς και ανεξάρτητους της θέλησής τους και συγκεκριμένα διότι ο ιός HIV δεν μεταδόθηκε στους παθόντες εξαιτίας του ισχυρού ανοσοποιητικού τους συστήματος».

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 225 παρ. 2 εδ. α΄ ΠΚ «με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους ή με χρηματική ποινή τιμωρείται όποιος, σε κάθε άλλη περίπτωση, όταν εξετάζεται από κάποια αρχή ή από εξουσιοδοτημένο όργανό της ή όταν αναφέρεται σε αυτήν, εκθέτει εν γνώσει του ψέματα ή αρνείται ή αποκρύπτει την αλήθεια». Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 310 ΠΚ, αν η πράξη του άρθρου 308 του ίδιου Κώδικα είχε ως επακόλουθο τη βαριά σωματική ή διανοητική πάθηση του παθόντος επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών (παρ. 1). Βαριά σωματική ή διανοητική πάθηση υπάρχει ιδίως αν η πράξη προξένησε στον παθόντα κίνδυνο ζωής ή βαριά και μακροχρόνια αρρώστια ή σοβαρό ακρωτηριασμό ή αν τον εμπόδισε σημαντικά και για πολύ χρόνο να χρησιμοποιεί το σώμα ή τη διάνοιά του (παρ. 2). Αν ο υπαίτιος επιδίωκε το αποτέλεσμα, που προξένησε, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών (παρ. 3). Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό και προς εκείνη του άρθρου 308 ΠΚ, το οποίο προβλέπει και τιμωρεί την απλή σωματική βλάβη, προκύπτει ότι το έγκλημα της βαριάς σωματικής βλάβης είναι έγκλημα ευθύνης από το αποτέλεσμα (άρθρο 29 ΠΚ) και για τη στοιχειοθέτησή του απαιτείται: α) ο υπαίτιος να προξένησε με πρόθεση σε άλλον σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας του, β) να είχε αυτή ως επακόλουθο βαριά σωματική ή διανοητική πάθηση του άλλου, όπως ενδεικτικώς προσδιορίζεται στην παρ. 2 του ίδιου άρθρου, γ) να υπάρχει αντικειμενικός αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της απλής σωματικής βλάβης από πρόθεση και της βαριάς που επακολούθησε. Επιπλέον για την κακουργηματική μορφή της βαριάς σωματικής βλάβης απαιτείται ο δράστης να επεδίωκε το επακόλουθο αυτό, δηλαδή να είχε άμεσο δόλο ως προς την επέλευση του βαρύτερου αυτού αποτελέσματος (ΑΠ 1081/2011, ΑΠ 1190/2010, ΑΠ 721/2009, ΑΠ 132/2009, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω, ελλείψει ενδιάμεσης, μεταξύ των παρ. 1 και 3 του άρθρου 310 ΠΚ, βαθμίδας, πρέπει, κατά την ορθότερη άποψη, να γίνει δεκτό ότι ο δράστης τιμωρείται βάσει της παρ. 1 και όταν το βαρύτερο αποτέλεσμα αποδίδεται σε ενδεχόμενο δόλο ή σε άμεσο δόλο β΄ βαθμού (Χ. Μυλωνόπουλος, Ποινικό Δίκαιο, Γενικό Μέρος Ι, 2007, σελ. 339 επ., Ν. Ανδρουλάκης, Ποινικό Δίκαιο, Γενικό Μέρος, II, 2004, σελ. 61-62 και υποσ. 60, Ο ίδιος, Ποινικόν Δίκαιον, Ειδικόν Μέρος, 1974, σελ. 145-146, Γ. Μπέκας, Η προστασία της ζωής και της υγείας στον Ποινικό Κώδικα, 2004, σελ. 361-363, Ε. Συμεωνίδου-Καστανίδου, Εγκλήματα κατά προσωπικών αγαθών, 2006, σελ. 138-140, Μ. Μαργαρίτης, Ποινικός Κώδικας, 22009, άρθρο 310, αριθμ. 9, Μ. Ρηγοπούλου, σε Α. Χαραλαμπάκη, Ποινικός Κώδικας, τόμος ΙΙ, 2011, άρθρο 310, αριθμ. 17, ΣυμβΕφΑθ 3010/2003 ΠοινΧρ 2004, 933, ΣυμβΠλημΘεσ 1319/2001 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Σύμφωνα, επίσης, με τη διάταξη του άρθρου 42 παρ. 1 ΠΚ «όποιος, έχοντας αποφασίσει να εκτελέσει κακούργημα ή πλημμέλημα, επιχειρεί πράξη που περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτέλεσης, τιμωρείται, αν το κακούργημα ή πλημμέλημα δεν ολοκληρώθηκε, με ποινή ελαττωμένη (άρθρο 83)». Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, πράξη που περιέχει αρχή εκτελέσεως είναι κάθε ενέργεια του δράστη, η οποία αποτελώντας τμήμα, ολικώς ή μερικώς, της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος αυτού, οδηγεί ευθέως και αναμφισβήτητα στην πραγμάτωσή του, καθώς και εκείνη η ενέργεια που τελεί σε τέτοια συνάφεια με την πράξη, ώστε, στη συγκεκριμένη περίπτωση, θεωρείται, κατά την κοινή αντίληψη, τμήμα αυτής που οδηγεί αμέσως στην πράξη, αν δεν αποκοπεί από οποιονδήποτε λόγο (ΑΠ 1181/2011, ΑΠ 724/2011, ΑΠ 525/2011, ΑΠ 294/2011, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 284 παρ. 1 ΠΚ που προβλέπει το αδίκημα της παραβίασης μέτρων για την πρόληψη ασθενειών, «όποιος παραβιάζει τα μέτρα που έχει διατάξει ο νόμος ή η αρμόδια αρχή για να αποτραπεί η εισβολή ή διάδοση μιας μεταδοτικής ασθένειας τιμωρείται με φυλάκιση. Αν η παραβίαση αυτή είχε ως συνέπεια να μεταδοθεί η ασθένεια σε άνθρωπο, επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών», κατά δε την παρ. 2 του ίδιου άρθρου «αν η πράξη τελέστηκε από αμέλεια, επιβάλλεται φυλάκιση μέχρι ενός έτους ή χρηματική ποινή». Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για να στοιχειοθετηθεί η αντικειμενική υπόσταση του εν λόγω εγκλήματος απαιτείται: α) παραβίαση μέτρων, τα οποία πρέπει να έχουν τη μορφή δεσμευτικών οδηγιών και όχι απλών συστάσεων λήψης μέτρων, β) τα μέτρα αυτά να έχουν διαταχθεί από το νόμο ή από αρμόδια αρχή, η οποία πρέπει να είναι καθ’ ύλην και κατά τόπο αρμόδια για τον καθορισμό των σχετικών μέτρων, η δε διάταξη της αρχής να στηρίζεται σε ρητή και ειδική νομοθετική εξουσιοδότηση και γ) τα μέτρα αυτά να αποβλέπουν στην αποτροπή της εισβολής ή της διάδοσης μιας μεταδοτικής ασθένειας, η παραβίασή τους δε θα πρέπει να μπορεί να οδηγήσει αιτιακά στη διάδοση της ασθένειας, με την έννοια ότι θα πρέπει αυτά να αποτελούν όρους που αυτοδύναμα εξελισσόμενοι επιφέρουν το αποτέλεσμα της μετάδοσής της (βλ. για τα ανωτέρω Μ. Καϊάφα-Γκμπάντι, Κοινώς επικίνδυνα εγκλήματα, 32005, σελ. 484 επ., Μ.. Μαργαρίτη, Κώδικας Ποινικής Δικονομίας, 22009, άρθρο 284, αριθμ. 2, Γ. Μπουρμά, σε Α. Χαραλαμπάκη, Ποινικός Κώδικας, τόμος ΙΙ, 2011, άρθρο 284, αριθμ. 8 επ.). Ως «εισβολή», εξάλλου, ορίζεται η από το εξωτερικό μετάδοση, ενώ ως «διάδοση» η μετάδοση της ασθένειας στις υπόλοιπες περιπτώσεις (Μ. Καϊάφα-Γκμπάντι, ό.π., σελ. 487, Γ. Μπουρμάς, ό.π., άρθρο 284, αριθμ. 12 και οι δύο με περαιτέρω παραπομπές). «Μεταδοτική» χαρακτηρίζεται κάθε ασθένεια, που μπορεί να προσλάβει το χαρακτήρα επιδημίας, η απαρίθμηση δε των μεταδοτικών ασθενειών στο άρθρο 2 παρ. 1 και 2 ΒΔ 21.2./18.3.1940 (ΦΕΚ Α΄ 93/1940) είναι ενδεικτική (βλ. και Μ. Καϊάφα-Γκμπάντι, ό.π., σελ. 488, Μ. Μαργαρίτη, ό.π., άρθρο 284, αριθμ. 3, Γ. Μπουρμά, ό.π., άρθρο 284, αριθμ. 16). Μεταδοτική ασθένεια, με την ανωτέρω έννοια, είναι αναμφίβολα και ο ιός HIV, αφού είναι αποδεδειγμένος ο επιδημικός του χαρακτήρας (βλ. έτσι Μ. Καϊάφα-Γκμπάντι, ό.π., σελ. 502). Υποκειμενικά, ως προς το προβλεπόμενο στην παρ. 1 αδίκημα, απαιτείται δόλος οποιουδήποτε βαθμού (συνεπώς αρκεί και ενδεχόμενος), που συνίσταται στη γνώση της απαγορευτικής διάταξης της αρχής και της αρμοδιότητάς της και στη θέληση διάδοσης μολυσματικής νόσου σε αόριστο αριθμό προσώπων (Μ. Μαργαρίτης, ό.π., άρθρο 284, αριθμ. 4), πρέπει δηλαδή ο δράστης να γνωρίζει την κατά περιεχόμενο πραγματική παραβίαση ενός μέτρου που έχει διαταχθεί από το νόμο ή την αρχή, όσο και το ότι το μέτρο αυτό αφορά την αποτροπή της εισβολής ή διάδοσης μεταδοτικής ασθένειας, τον κίνδυνο της οποίας θα πρέπει να αποδέχεται (Μ. Καϊάφα-Γκμπάντι, ό.π., σελ. 492-493, Δ. Σπινέλλης, Μετάδοση του AIDS και ποινικό δίκαιο, ΝοΒ 1989, 1191). Ενόψει του γεγονότος ότι στη διάταξη του άρθρου 284 παρ. 1 ΠΚ τυποποιείται ένα έγκλημα αφηρημένης διακινδύνευσης (Μ. Καϊάφα-Γκμπάντι, ό.π., σελ. 489-490, 493 και 495, Γ. Μπουρμάς, ό.π., άρθρο 284, αριθμ. 2), δεν χρειάζεται και μετάδοση της ασθένειας (ήτοι πρόκληση βλάβης), αλλά αρκεί η ύπαρξη τέτοιου κινδύνου (Μ. Καϊάφα-Γκμπάντι, ό.π., σελ. 489, Μ. Μαργαρίτης, ό.π., άρθρο 284, αριθμ. 8, Δ. Σπινέλλης, ό.π., ΝοΒ 1989, 1175) και συνεπώς το έγκλημα είναι τετελεσμένο από τη στιγμή που θα παραβιάσει ο δράστης τα σχετικά προληπτικά μέτρα (μόλις συντελεσθεί η παραβίαση με δόλο μιας από τις διατάξεις αυτές) και θα εκδηλωθεί ο κίνδυνος (Δ. Σπινέλλης, ό.π., ΝοΒ 1989, 1175, Γ. Μπουρμάς, ό.π., άρθρο 284, αριθμ. 22, Μ. Μαργαρίτης, ό.π., άρθρο 284, αριθμ. 8, ΔιατΕισΕφΘεσ 262/2008 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), χωρίς να απαιτείται να αποδεικνύεται ότι υπήρχε επαφή του δράστη με άλλα άτομα, στα οποία μετέδιδε την ασθένεια, δηλαδή ολοκληρωμένος κίνδυνος γι’ αυτά ή έστω άμεση δυνατότητα μιας τέτοιας επαφής στη συγκεκριμένη περίπτωση, αν και χρειάζεται πάντως οπωσδήποτε η παραβίαση να αποτελεί και να λειτουργεί πράγματι στη συγκεκριμένη περίπτωση ως πρόσφορος τρόπος διάδοσης μιας υπαρκτής μεταδοτικής ασθένειας (Μ. Καϊάφα-Γκμπάντι, ό.π., σελ. 490). Στην περίπτωση που έχει επέλθει ο κίνδυνος και έχει μεταδοθεί η ασθένεια σε άνθρωπο, το έγκλημα διώκεται σε βαθμό κακουργήματος. Τέλος, εάν η παραβίαση του μέτρου εκφράζεται με ενέργεια (θετική συμπεριφορά), είναι νοητή απόπειρα του εγκλήματος, εάν όμως τελείται με παράλειψη, απόπειρα δεν είναι νοητή, γιατί με την εκδήλωση της παράλειψης το έγκλημα εμφανίζεται ήδη ολοκληρωμένο (Μ. Καϊάφα-Γκμπάντι, ό.π., σελ. 496-497, Γ. Μπουρμάς, ό.π., άρθρο 284, αριθμ. 22, Μ. Μαργαρίτης, ό.π., άρθρο 284, αριθμ. 8). Επίσης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 στοιχ. γ΄ Ν 2734/1999, πρόσωπο, το οποίο εκδίδεται με αμοιβή, υποχρεούται να κατέχει πιστοποιητικό άσκησης επαγγέλματος, το πιστοποιητικό δε αυτό χορηγείται, ύστερα από αίτησή του, από το νομάρχη του τόπου κατοικίας του, εφόσον, μεταξύ άλλων, το ανωτέρω πρόσωπο «δεν πάσχει από σεξουαλικώς μεταδιδόμενη ή άλλη μολυσματική νόσο. Οι νόσοι αυτές καθορίζονται με απόφαση του Υπουργού Υγείας και Πρόνοιας». Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 2 του ίδιου Νόμου «1. Πρόσωπα που κατέχουν το πιστοποιητικό που προβλέπεται στο προηγούμενο άρθρο, υποχρεούνται, κάθε δεκαπέντε (15) ημέρες, να υποβάλλονται σε ιατρική εξέταση, με μέριμνα των υγειονομικών υπηρεσιών των Νομαρχιακών Αυτοδιοικήσεων. Το αποτέλεσμα κάθε ιατρικής εξέτασης αναγράφεται στο βιβλιάριο υγείας. 2. Αν διαπιστωθεί ότι τα πρόσωπα που αναφέρονται στις προηγούμενες παραγράφους πάσχουν από σεξουαλικώς μεταδιδόμενη ή άλλη μολυσματική νόσο, υποβάλλονται σε θεραπεία έως ότου ιαθεί η νόσος. Κατά τη διάρκεια της θεραπείας υποχρεούνται σε αποχή από τη συγκεκριμένη δραστηριότητα. Η θεραπεία παρέχεται δωρεάν από τα κρατικά νοσηλευτικά ιδρύματα δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, μπορεί όμως να παρέχεται με δική τους δαπάνη και από ιδιώτες ιατρούς, σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 2 του Ν 1193/1981. Προς τούτο απαιτείται αίτηση του ενδιαφερομένου στην αρμόδια υγειονομική υπηρεσία της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης και έγκρισή της. Η αποθεραπεία της νόσου βεβαιώνεται με σχετικό έγγραφο κρατικού νοσηλευτικού ιδρύματος. 3. Με απόφαση του Υπουργού Υγείας και Πρόνοιας, η οποία εκδίδεται εντός προθεσμίας τριών (3) μηνών από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, καθορίζεται ο τρόπος και η διαδικασία διενέργειας του ιατρικού ελέγχου, καθώς και τα μέτρα για τη διευκόλυνση και εξασφάλισή του», το άρθρο 5 παρ. 1 στοιχ. α΄ δε του ίδιου Νόμου τιμωρεί, μεταξύ άλλων, και όποιον εκδίδεται χωρίς να υποβάλλεται στους σχετικούς ελέγχους της παρ. 1 του άρθρου 2, ενώ το άρθρο 5 παρ. 2 τιμωρεί και το πρόσωπο που εκδίδεται με αμοιβή και έρχεται σε σαρκική συνάφεια εν γνώσει ότι πάσχει από σεξουαλικώς μεταδιδόμενη ή άλλη μολυσματική νόσο. Εξάλλου, με την Υ.Α. Β1/οικ. 661/2000 (ΦΕΚ Β΄ 198/22.2.2000) του Υφυπουργού Υγείας και Πρόνοιας καθορίστηκαν τα σεξουαλικώς μεταδιδόμενα νοσήματα, από τα οποία δεν πρέπει να είναι προσβεβλημένα τα υποψήφια για το επάγγελμα των με αμοιβή εκδιδόμενων προσώπων άτομα, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγεται και ο ιός της επίκτητης ανθρώπινης ανοσοανεπάρκειας (HIV), ενώ με την Υ.Α. Β1/οικ. 660/2000 (ΦΕΚ Β΄ 198/22.2.2000) του ίδιου Υφυπουργού καθορίστηκε ο τρόπος και η διαδικασία διενέργειας του ιατρικού ελέγχου των με αμοιβή εκδιδόμενων προσώπων, που απαιτείται βάσει του άρθρου 2 παρ. 3 του Ν 2734/1999, καθώς και τα μέτρα για τη διευκόλυνση και εξασφάλισή του και προβλέφθηκε, μεταξύ άλλων, ανά τρίμηνο εξέταση αίματος για προσδιορισμό αντισωμάτων HIV. Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει θεσμοθετημένη υποχρέωση, αφενός μεν αποχής από την άσκηση του επαγγέλματος του επ’ αμοιβή εκδιδόμενου προσώπου των προσώπων που εν γνώσει τους πάσχουν από σεξουαλικώς μεταδιδόμενη ή άλλη μολυσματική νόσο, έως ότου ιαθεί (όπου αυτό είναι εφικτό) η νόσος αυτή και, συνεπώς, για τα πρόσωπα που εκδίδονται με αμοιβή και για τα οποία έχει διαπιστωθεί με βάση τις προβλεπόμενες ιατρικές εξετάσεις (βλ. την προαναφερθείσα Υ.Α. Β1/οικ. 660/2000) ότι είναι φορείς του AIDS, η παραβίαση της παραπάνω υποχρέωσης αποχής από τη δραστηριότητά τους, που προβλέπεται ρητά στο νόμο (άρθρο 2 παρ. 2 Ν 2734/1999), οδηγεί σε κατάφαση του προβλεπόμενου στο άρθρο 284 ΠΚ εγκλήματος, το οποίο μάλιστα, ενόψει της ρήτρας επικουρικότητας της διάταξης του άρθρου 5 παρ. 2 Ν 2734/1999, υπερισχύει αυτού (βλ. έτσι Μ. Καϊάφα-Γκμπάντι, ό.π., σελ. 504-505, Γ. Μπουρμά, ό.π., άρθρο 284, αριθμ. 25), αφετέρου δε, κατά τη γνώμη μας, σε ένα ακόμα πρωθύστερο στάδιο, υποβολής, κατά τακτά χρονικά διαστήματα, των επ’ αμοιβή εκδιδόμενων προσώπων στις προβλεπόμενες από το νόμο ιατρικές εξετάσεις, καθόσον, εφόσον ο νόμος εξαρτά τη χορήγηση πιστοποιητικού ασκήσεως επαγγέλματος και, κατ’ ακολουθία, τη νόμιμη άσκηση του εν λόγω επαγγέλματος, από τη μη διαπίστωση σεξουαλικώς μεταδιδόμενης ή άλλης μολυσματικής νόσου στα υποψήφια για το επάγγελμα αυτό πρόσωπα, προβλέποντας περαιτέρω, για τα πρόσωπα που κατέχουν πιστοποιητικό άσκησης επαγγέλματος, ανά δεκαπενθήμερο υποβολή σε ιατρικές εξετάσεις και ανά τρίμηνο εξέταση αίματος για προσδιορισμό αντισωμάτων HIV (βλ. άρθρο 2 Ν 2734/1999 και την ΥΑ Β1/οικ. 660/2000), είναι πρόδηλο ότι η απαίτηση αυτή, ακόμα περισσότερο, αναφέρεται στα πρόσωπα που εκδίδονται επ’ αμοιβή, χωρίς να έχουν καν προβεί στις απαιτούμενες ενέργειες για τη χορήγηση πιστοποιητικού ασκήσεως επαγγέλματος, ενόψει του γεγονότος ότι εντάσσονται σε ευπαθείς ομάδες (ομάδες κινδύνου), στις οποίες, με βάση τα πορίσματα τις ιατρικής, είναι διάχυτη η ύπαρξη μεταδιδόμενων νοσημάτων και ιδιαίτερα του ιού HIV, η παραβίαση της οποίας (υποχρέωσης) οδηγεί, ομοίως, στη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης του προβλεπόμενου στο άρθρο 284 ΠΚ αδικήματος, σε συνδ. με το άρθρο 15 ΠΚ (πρβλ. και Δ. Σπινέλλη, ό.π., ΝοΒ 1989, 1183, όπου –υπό προγενέστερο πάντως νομικό καθεστώς– ομιλεί για ένα, θεμελιωτικό ιδιαίτερης νομικής υποχρέωσης, «καθήκον αλληλεγγύης» των μελών της κοινωνίας ενώπιον του θανάσιμου κινδύνου που συνιστά το AIDS). Περαιτέρω, μεταβολή της κατηγορίας, η οποία συνεπάγεται την αναίρεση του βουλεύματος για απόλυτη ακυρότητα, λόγω μη τήρησης των διατάξεων που καθορίζουν την ποινική δίωξη, κατ’ άρθρο 484 παρ. 1 περ. α΄, σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ. 1 περ. β΄ ΚΠΔ, υπάρχει, όταν η πράξη για την οποίαν παραπέμπεται ο κατηγορούμενος, είναι διάφορη κατά τόπο, χρόνο και ιστορικές περιστάσεις, από εκείνη για την οποία ασκήθηκε η ποινική δίωξη, ώστε να αποτελεί αντικειμενικά διάφορο έγκλημα. Αντίθετα, δεν υπάρχει ανεπίτρεπτη μεταβολή κατηγορίας, όταν, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 371 παρ. 3 ΚΠΔ, προσδιορίζονται με περισσότερη ακρίβεια και σαφήνεια, με βάση τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση ή προανάκριση ή από την αποδεικτική διαδικασία, τα στοιχεία που συγκροτούν το έγκλημα, για το οποίο ασκήθηκε η ποινική δίωξη ή όταν διορθώνεται και βελτιώνεται κάποιο ιστορικό στοιχείο, που δεν μεταβάλλει ουσιωδώς τούτο (ΑΠ 670/2009, ΑΠ 241/2008, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, Λ. Καράμπελας, Η μεταβολή και αναθεώρηση της ποινικής κατηγορίας, 22000, σελ. 7). Το επιτρεπτό ή μη της μεταβολής κατηγορίας δεν κρίνεται αφηρημένα, αλλά κρίσιμο συγκριτικό στοιχείο για την ταυτότητα της δικονομικής πράξης είναι η πράξη, όπως περιγράφεται στο κατηγορητήριο. Από τα παραπάνω συνάγεται ότι το αντικείμενο της ποινικής δίκης οριοθετείται με αφετηρία τα πραγματικά περιστατικά, που περιγράφονται αντίστοιχα στο κλητήριο θέσπισμα, στο κατηγορητήριο του ανακριτή ή στο παραπεμπτικό βούλευμα, η κρίση δε για το επιτρεπτό ή μη της μεταβολής της κατηγορίας σχηματίζεται με την αντιπαραβολή της πράξης, που γίνεται δεκτή στο βούλευμα ή την απόφαση, με την πράξη, για την οποία απαγγέλθηκε η κατηγορία (βλ. Ν. Ανδρουλάκη, Θεμελιώδεις έννοιες της ποινικής δίκης, 32007, σελ. 479, Α. Τζαννετή, Η ταυτότητα της δικονομικής πράξης, 2010, σελ. 225-226). Έτσι δεν μεταβάλλεται ανεπίτρεπτα η κατηγορία, έστω και αν η παραπομπή του κατηγορουμένου γίνει για έγκλημα άλλο απ’ αυτό που ασκήθηκε η ποινική δίωξη, όταν παραμένει το ίδιο ιστορικό γεγονός, ως κατηγορούμενη πράξη, και μετά τη μεταβολή της κατηγορίας και δεν μεταβάλλονται τα αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, σε σχέση με την προδικαστική απολογία του κατηγορουμένου, καθώς και όταν μεταβάλλεται ο νομικός χαρακτηρισμός της πράξης, κάτι που συμβαίνει όταν παραμένει αμετάβλητη η ταυτότητα των πραγματικών περιστατικών, που συνιστούν την αξιόποινη πράξη, αλλά τροποποιείται απλά και μόνο ο νομικός χαρακτηρισμός αυτών, δηλαδή όταν το δικαστικό συμβούλιο (ή το δικαστήριο) δίνει στα αυτά πραγματικά περιστατικά τον προσήκοντα νομικό χαρακτηρισμό, καθώς αντικείμενο της ποινικής δίκης είναι αυτό καθεαυτό το γεγονός ως ιστορικό συμβάν (ορισμένη πράξη ή παράλειψη και τυχόν αξιόποινο αποτέλεσμα που προεκλήθη απ’ αυτήν – idem factum) και όχι ο χαρακτηρισμός που δίνεται σ’ αυτό από τον εισαγγελέα (idem crimen – βλ. και ΑΠ 1705/2003 ΝοΒ 2004, 649, ΑΠ 873/2002 ΠΛογ 2002, 1009, ΣυμβΕφΛαρ 158/2010, με εισ. προτ. Α. Δημόπουλου, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, εάν τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία συνιστούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο παραπέμπεται ο κατηγορούμενος, συμπίπτουν ή δεν διαφέρουν ουσιωδώς από τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία συνιστούν το έγκλημα για το οποίο αυτός εδιώχθη, πρόκειται περί επιτρεπτής μεταβολής (βελτίωσης) της κατηγορίας, ενώ, εάν τα ως άνω πραγματικά περιστατικά δεν συμπίπτουν ή διαφέρουν ουσιωδώς, πρόκειται για ανεπίτρεπτη μεταβολή της κατηγορίας.

Στην προκείμενη περίπτωση, από το αποδεικτικό υλικό που συγκεντρώθηκε κατά τη διάρκεια της κυρίας ανάκρισης και της προηγηθείσας αστυνομικής προανάκρισης (άρθρο 243 παρ. 2 ΚΠΔ) και συγκεκριμένα από τις καταθέσεις των μαρτύρων, όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα της δικογραφίας, στα οποία περιλαμβάνονται και τα από 9.5.2012 (πέντε) αποτελέσματα εξετάσεων του Κέντρου Ελέγχου και Πρόληψης Νοσημάτων (ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ), σε συνδυασμό με τις απολογίες των κατηγορουμένων, προκύπτουν, κατά την κρίση μας, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

Μεσημβρινές ώρες τις 8.5.2012, στο πλαίσιο αστυνομικού έλεγχου που διενεργήθηκε στην ευρύτερη περιοχή του κέντρου της Αθήνας για την εμπέδωση του αισθήματος ασφάλειας στην περιοχή, προσήχθησαν στο Τμήμα Δίωξης Λαθρομεταναστών της Διεύθυνσης Αλλοδαπών Αττικής είκοσι δύο (22) εκδιδόμενες γυναίκες, μεταξύ των οποίων βρίσκονταν και οι ανωτέρω κατηγορούμενες Ε.Ψ., Μ.Κ., Δ.Μ., A.B. και S.V., οι οποίες κατελήφθησαν, σε διάφορα σημεία του κέντρου των Αθηνών, να παρενοχλούν δημόσια το κοινό, προκαλώντας το σε σαρκική συνάφεια με άσεμνες στάσεις, φράσεις και κινήσεις και χωρίς να υποβάλλονται στις απαιτούμενες ιατρικές εξετάσεις, αν και γνώριζαν ότι εντάσσονται (ως ιερόδουλες) στις ευπαθείς ομάδες, στις οποίες είναι διάχυτη η ύπαρξη μεταδιδόμενων νοσημάτων, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγεται και ο ιός HIV (σύνδρομο επίκτητης ανοσοποιητικής ανεπάρκειας), καθώς και ότι αυτός μεταδίδεται, μεταξύ άλλων, και με τη σεξουαλική επαφή. Συγκεκριμένα, ο ιός HIV, που προκαλεί το AIDS, μεταδίδεται με ορισμένους μόνο τρόπους και, ειδικότερα, με τη σεξουαλική επαφή, με την έκθεση σε μολυσμένο αίμα (μεταγγίσεις ή χρήση βελονών, συριγγών ή άλλων μολυσμένων με αίμα οργάνων), από μολυσμένο σπέρμα δωρητών, καθώς και από τη μολυσμένη μητέρα στο τέκνο της. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από την από 16.5.2012 ένορκη κατάθεση του Α.Θ., αστυνομικού του Τμήματος Δίωξης Λαθρομετανάστευσης Ανατολικής Αττικής, οι ανωτέρω κατηγορούμενες, κατόπιν δεκάλεπτης τουλάχιστον διακριτικής παρακολούθησης από τον ανωτέρω αστυνομικό υπάλληλο και λοιπούς συναδέλφους του με πολιτική περιβολή, διαπιστώθηκε να συνομιλούν σε κεντρικές οδούς των Αθηνών πέριξ της πλατείας Ομονοίας, Βάθης και Αγ. Κωνσταντίνου με διάφορα άτομα, τα οποία είτε έβαιναν πεζά είτε κινούνταν με αυτοκίνητα ή μοτοσυκλέτες που σταματούσαν δίπλα τους και τους οποίους παρενοχλούσαν, προκαλώντας τους σε σαρκική συνάφεια, με άσεμνες στάσεις, φράσεις και κινήσεις. Αρμόδιο κλιμάκιο ιατρών του ΚΕ.ΕΛ.Π.Ν.Ο., το οποίο βρισκόταν στο Τμήμα Δίωξης Λαθρομεταναστών για τη δειγματοληπτική εξέταση των προσαγομένων, σύμφωνα με την Γ.Υ. 39α/2012 Απόφαση του Υπουργού Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης (ΦΕΚ Β΄ 1002/2.4.2012), προέβη στις προβλεπόμενες εξετάσεις, προκειμένου να εξακριβωθεί εάν αυτές ήταν υγιείς ή έπασχαν από κάποια σεξουαλικώς μεταδιδόμενη ή άλλη λοιμώδη νόσο που θα μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο τη δημόσια υγεία, με την ταχεία δε μέθοδο ανίχνευσης αντισωμάτων που διενεργήθηκε, διαπιστώθηκε ότι οι ανωτέρω κατηγορούμενες ήταν οροθετικές στον ιό HIV, ο οποίος προκαλεί λοιμώδη νόσο, ανίατη και σεξουαλικώς μεταδιδόμενη σε οποιονδήποτε έχει έρθει σε ερωτική επαφή μαζί τους και μπορεί να οδηγήσει μέχρι και στο θάνατο, το αποτέλεσμα δε αυτό της πρώτης διάγνωσης (ταχεία μέθοδος) επιβεβαιώθηκε, προς αποκλεισμό οποιουδήποτε σφάλματος, με νέα αιμοληψία από το κλιμάκιο ιατρών του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ (βλ. τα από 9.5.2012 πέντε αποτελέσματα εξετάσεων του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ). Εν συνεχεία, οι κατηγορούμενες προσήχθησαν, λόγω αρμοδιότητας, στο Τ.Α. Ομόνοιας, όπου η πρώτη κατηγορουμένη Ε.Ψ., εξεταζόμενη ενώπιον των αρμόδιων αστυνομικών υπαλλήλων του πιο πάνω Τμήματος Ασφαλείας δήλωσε αρχικά ψευδώς, φοβούμενη, όπως ισχυρίστηκε απολογούμενη, μήπως εκκρεμούσε σε βάρος της κάποιο ένταλμα σύλληψης, καθόσον κατά το παρελθόν έχει κατηγορηθεί για παραβίαση του νόμου περί ναρκωτικών, ως στοιχεία ταυτότητάς της, «Ψ.Π., γεν. στις 27.7.1985 στον Καναδά», τα οποία ανήκαν στην αδελφή της, ενώ αργότερα αποδέχθηκε τα πραγματικά της στοιχεία, ήτοι ότι ονομάζεται Ψ.Ε. και ότι γεννήθηκε στις 27.7.1985 στον Καναδά. Εκ των ανωτέρω προκύπτει ότι οι κατηγορούμενες ασκούσαν σε κεντρικούς δρόμους της Αθήνας στις 8.5.2012 το επάγγελμα του εκδιδόμενου με αμοιβή προσώπου, χωρίς να υποβάλλονται στις απαραίτητες ιατρικές εξετάσεις, καίτοι υποχρεούνταν προς τούτο (βλ. άρθρο 2 Ν 2734/1999) ως εκ της ανωτέρω ιδιότητάς τους, και ειδικότερα ότι, κατά τον ανωτέρω χρόνο, προκαλούσαν το κοινό, με άσεμνες στάσεις, φράσεις και κινήσεις, να έρθει σε σαρκική συνάφεια μαζί τους, έναντι αμοιβής, τούτο δε το έπραξαν γνωρίζοντας, αφενός μεν ότι είναι οροθετικές στον ιό HIV, ότι οι ίδιες ως εκδιδόμενα επ’ αμοιβή πρόσωπα, εντάσσονται στις λεγόμενες ομάδες κινδύνου, δηλαδή σε ομάδες ατόμων που, σύμφωνα με τα πορίσματα της ιατρικής επιστήμης, διατρέχουν τον μεγαλύτερο κίνδυνο μετάδοσης του AIDS (π.χ. ιερόδουλοι, ομοφυλόφιλοι, τοξικομανείς) και στις οποίες είναι διάχυτη η ύπαρξη μεταδιδόμενων νοσημάτων, ιδιαίτερα του ιού HIV και παρότι γνώριζαν ότι αυτός μεταδίδεται σεξουαλικά, προκαλώντας λοιμώδη και ανίατη νόσο, αφετέρου δε ότι η επίτευξη σαρκικής συνάφειας με τους πελάτες τους ενείχε το ενδεχόμενο να τους καταστήσει φορείς του ιού HIV 1 και 2.

Οι κατηγορούμενες, απολογούμενες, τόσο προανακριτικώς όσο και στο πλαίσιο της διενεργηθείσας κυρίας ανάκρισης, ισχυρίστηκαν ότι είναι τοξικομανείς, κάνοντας από δεκαετία και πλέον χρήση διαφόρων ναρκωτικών ουσιών, καθώς και ότι η περιοχή όπου συνελήφθησαν είναι γνωστή «πιάτσα» τοξικομανών, υποστήριξαν όμως ότι ουδέποτε έχουν ασκήσει το επάγγελμα του εκδιδόμενου προσώπου με αμοιβή (ιερόδουλη), αρνούμενες ότι παρενοχλούσαν δημόσια το κοινό σε σαρκική συνάφεια με άσεμνες στάσεις, φράσεις και κινήσεις. Ο ανωτέρω ισχυρισμός τους, όμως, καταρρίπτεται από τη σαφή περί του αντιθέτου κατάθεση του ανωτέρω αστυνομικού Α.Θ., ο οποίος κατέθεσε ότι, πριν την, κατά τα ανωτέρω, προσαγωγή των κατηγορουμένων στο Τμήμα Δίωξης Λαθρομεταναστών της Διεύθυνσης Αλλοδαπών Αττικής, προηγήθηκε τουλάχιστον δεκάλεπτη διακριτική παρακολούθησή τους απ’ αυτόν και άλλους συναδέλφους του με πολιτική περιβολή, στην οποία διαπιστώθηκε, κατά τα ανωτέρω αναφερθέντα, ότι οι κατηγορούμενες συνομιλούσαν με διάφορα άτομα, τα οποία είτε ήταν πεζά είτε επέβαιναν σε αυτοκίνητα ή μοτοσυκλέτες που σταματούσαν δίπλα τους, καθώς και ότι αυτές στεκόντουσαν χωροταξικά σε συγκεκριμένο σημείο, όπου εκδίδονται γυναίκες έναντι αμοιβής, χωρίς να περπατάνε, ενώ αντιθέτως οι τοξικομανείς που αγόραζαν ναρκωτικές ουσίες ή έκαναν χρήση αυτών βρισκόντουσαν σε διαφορετικό σημείο, από εκείνο που εκδίδονταν οι ανωτέρω γυναίκες και δη σε πιο απόμερο, επιπροσθέτως δε οι κατηγορούμενες είναι γνωστό στην υπηρεσία του και στον ίδιο προσωπικά ότι εκδίδονται έναντι αμοιβής (βλ. την από 16.5.2012 έκθεση ένορκης εξέτασής του). Εξάλλου, οι ίδιες, απολογούμενες, δεν εξήγησαν πειστικά από πού αποκερδαίνουν τα αναγκαία, ως τοξικομανείς, για την προμήθεια των ναρκωτικών ουσιών χρήματα, τη στιγμή μάλιστα που αυτές δηλώνουν άνεργες ή περιστασιακά και μόνον εργαζόμενες και συντηρούμενες από συγγενικά ή φιλικά πρόσωπα, το γεγονός δε ότι αυτές είναι αποδεδειγμένα (πολύ)τοξικομανείς (κάνοντας, μεταξύ άλλων, χρήση ηρωίνης) είναι έτι επιβαρυντικό γι’ αυτές στοιχείο, καθόσον εντάσσονταν και εξ αυτού του λόγου στις ευπαθείς στον ιό HIV ομάδες πληθυσμού. Περαιτέρω, υποστήριξαν ότι αγνοούσαν το γεγονός ότι έπασχαν από τον ιό HIV και το πρώτον πληροφορήθηκαν ότι είναι οροθετικές, όταν, αφού διενεργήθηκαν οι σχετικές ιατρικές εξετάσεις, κατά την προσαγωγή τους στο Τμήμα Δίωξης Λαθρομεταναστών, τους ανακοινώθηκαν τα σχετικά αποτελέσματα, οι δε δεύτερη, τρίτη και πέμπτη εξ αυτών επιφυλάχθηκαν να προσκομίσουν αιματολογικές εξετάσεις, στις οποίες είχαν υποβληθεί κατά το πρόσφατο παρελθόν, χωρίς πάντως να έχουν πράξει αυτό μέχρι και σήμερα. Ο ανωτέρω ισχυρισμός των κατηγορουμένων, ανεξαρτήτως του ότι δεν επιβεβαιώνεται από κάποιο άλλο αποδεικτικό μέσο, αλυσιτελώς προβάλλεται, καθόσον, ανεξαρτήτως του εάν γνώριζαν ή όχι ότι πάσχουν από την ως άνω νόσο, σύμφωνα με τα αναφερθέντα στη μείζονα σκέψη της παρούσας, ως επ’ αμοιβή εκδιδόμενα πρόσωπα, υποχρεούνταν ανά τρίμηνο να υποβάλλονται σε εξέταση αίματος για τον προσδιορισμό αντισωμάτων HIV, μέτρο που αναμφίβολα σκοπεί στην αποτροπή της διάδοσης της εν λόγω μεταδοτικής ασθένειας και το οποίο αυτές, αν και είχαν ιδιαίτερη νομική υποχρέωση προς τούτο (άρθρο 15 ΠΚ, σε συνδ. με άρθρο 2 Ν 2734/1999 και Υ.Α. Β1/οικ. 660/2000), παραβίασαν με πρόθεση, αποδεχόμενες τον κίνδυνο μετάδοσης του ιού. Περαιτέρω, από τα υπάρχοντα στη δικογραφία στοιχεία δεν προέκυψε ότι οι κατηγορούμενες προέβησαν σε πράξη περιέχουσα αρχή εκτέλεσης του εγκλήματος του άρθρου 310 ΠΚ, είτε υπό τη μορφή της παρ. 3 (βαριά σκοπούμενη σωματική βλάβη), είτε αυτή της παρ. 1, καθόσον από τα γενόμενα δεκτά ως άνω πραγματικά περιστατικά προέκυψε ότι αυτές, προβαίνοντας σε άσεμνες στάσεις, φράσεις και κινήσεις, συνομιλούσαν μόνο με διάφορα πρόσωπα, τα οποία είτε ήταν πεζά είτε επέβαιναν σε διερχόμενα οχήματα, και τα οποία παρενοχλούσαν δημόσια, προκαλώντας τα σε σαρκική συνάφεια, πράξεις όμως που, ευρισκόμενες ακόμα στο στάδιο της προπαρασκευής, δεν αποτελούν τμήμα της αντικειμενικής υπόστασης του αποδιδόμενου σ’ αυτές αδικήματος του άρθρου 310 ΠΚ, ούτε τελούν σε τέτοια συνάφεια, ώστε να θεωρούνται, κατά την κοινή αντίληψη, τμήμα του πιο πάνω εγκλήματος που οδηγεί αμέσως στην πράξη, αν δεν αποκοπεί για οποιοδήποτε λόγο, τη στιγμή μάλιστα που δεν προέκυψε ότι, κατά τη συγκεκριμένη ημεροχρονολογία, οι κατηγορούμενες επέτυχαν να έρθουν ή επιχείρησαν έστω να έρθουν σε σαρκική συνάφεια έναντι αμοιβής –και μάλιστα χωρίς τη χρήση προφυλάξεων– με άλλα (συγκεκριμένα) πρόσωπα (βλ. την από 16.5.2012 ένορκη κατάθεση του Α.Θ., ο οποίος, απαντώντας σε σχετικές ερωτήσεις του ανακριτή, κατέθεσε: «δεν είχαμε κάποια συγκεκριμένη καταγγελία, ούτε προέκυψε από την αστυνομική προανάκριση ότι οι κατηγορούμενες ερχόντουσαν σε σαρκική επαφή με άντρες, οι οποίοι δεν χρησιμοποιούσαν προφυλακτικό… στην υπηρεσία μας μέχρι σήμερα δεν έχει γίνει καμία επώνυμη καταγγελία σε βάρος των κατηγορουμένων», σχετικό έγγραφο του ιατρού του Τμήματος Παρεμβάσεων στην Κοινότητα του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ. Ε.Λ., σε απάντηση σχετικού εγγράφου του ανακριτή, κατά το οποίο «ουδέποτε καταγγέλθηκαν στην υπηρεσία μας ή περιήλθαν με άλλο τρόπο σε γνώση μας τα στοιχεία κατοικίας ατόμων που είχαν συνευρεθεί ερωτικά με τις εν λόγω γυναίκες», καθώς και το υπ’ αριθμ. πρωτ. 1046/2/3-δ΄/6.6.2012 έγγραφο του Τ.Α. Ομόνοιας). Συνεπώς, και ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε ότι αυτές προέβησαν στην ανωτέρω πράξη τους επιδιώκοντας (ήτοι με άμεσο δόλο α΄ βαθμού) τη μετάδοση του ανωτέρω ιού σε άλλα πρόσωπα, προκειμένου αυτοί να καταστούν φορείς ή ασθενείς αυτού, από τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά, όπως εκτέθηκε ότι προέκυψαν κατά την κρίση μας, δεν στοιχειοθετείται ήδη σε επίπεδο αντικειμενικής υπόστασης η αποδιδόμενη σε βάρος των κατηγορουμένων κατηγορία της απόπειρας βαριάς σκοπούμενης σωματικής βλάβης και μάλιστα κατά συρροή σε βάρος «άγνωστου», όπως αναφέρεται στο κατηγορητήριο, αριθμού πελατών (άρθρα 94 παρ. 1 και 310 παρ. 3 ΠΚ), αλλά η αποδιδόμενη σε αυτές συμπεριφορά στοιχειοθετεί, κατ’ επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας, καθόσον δεν μεταβάλλονται ουσιωδώς τα πραγματικά περιστατικά, για τα οποία τους αποδόθηκε κατηγορία και κλήθηκαν αυτές να απολογηθούν κατά τη διάρκεια της ανάκρισης, αλλά προσδιορίζονται ακριβέστερα τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την πράξη, για την οποία ασκήθηκε η ποινική δίωξη και απολογήθηκαν αυτές, την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του προβλεπόμενου στο άρθρο 284 παρ. 1 εδ. α΄ ΠΚ εγκλήματος (παραβίαση μέτρων για την πρόληψη ασθενειών με πρόθεση), τα στοιχεία του οποίου διαλαμβάνει πλήρως το συνταχθέν και αποδοθέν σ’ αυτές κατηγορητήριο. Ειρήσθω ότι και οι κατηγορούμενες υπήρξαν κατά το παρελθόν θύματα και αυτές της, δόλιας ή αμελούς, συμπεριφοράς τρίτου προσώπου, ο οποίος τους μετέδωσε τον ανωτέρω ιό, τη στιγμή μάλιστα που η προσφυγή στο ποινικό οπλοστάσιο αποτελεί το έσχατο μέσο –και, μάλιστα, ως προς την ανάγκη προφύλαξης από τον ιό του AIDS, ελάχιστα αποτελεσματικό–, η προσφυγή στο οποίο δεν μπορεί να υπακούει (και δεν υπακούει) στην πίεση ενδεχομένως της κοινής γνώμης ή των μέσων ενημέρωσης για την αντιμετώπιση ενός πράγματι υπαρκτού και επικίνδυνου για τη δημόσια υγεία φαινομένου.

Επειδή, κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, αφού υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για τη στήριξη κατηγορίας σε βάρος τους για την προαναφερθείσα, κατ’ επιτρεπτή μεταβολή (βελτίωση) της κατηγορίας, αξιόποινη πράξη της με πρόθεση παραβίασης μέτρων για την πρόληψη ασθενειών, επιπλέον δε σε βάρος της πρώτης κατηγορουμένης και για την αξιόποινη πράξη της ψευδούς ανώμοτης κατάθεσης, πρέπει αυτές, σύμφωνα με τα άρθρα 309 παρ. 1 στοιχ. ε΄ και 313 ΚΠΔ, να παραπεμφθούν στο ακροατήριο του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, το οποίο τυγχάνει αρμόδιο καθ’ ύλην και κατά τόπο, κατά τα άρθρα 5, 112 παρ. 1 (σε συνδ. με 114 αριθμ. 1), 119 παρ. 1 και 122 παρ. 1, 128 παρ. 1 και 129 περ. α΄ ΚΠΔ, για να δικαστούν για τις ως άνω, σε βαθμό πλημμελήματος, αξιόποινες πράξεις, οι οποίες προβλέπονται και τιμωρούνται σύμφωνα με τα άρθρα 1, 14, 15, 16, 17, 18 εδ. β΄, 26 παρ. 1 εδ. α΄, 27, 51, 53, 57, 79, 80, 94 παρ. 1, 225 παρ. 2 εδ. α΄ και 284 παρ. 1 εδ. α΄ ΠΚ, σε συνδ. με άρθρο 2 Ν 2734/1999 και Υ.Α. Β1/οικ. 660/22.2.2000 (ΦΕΚ Β΄ 198).

Επειδή σε βάρος των κατηγορουμένων εξεδόθησαν οι υπ’ αριθμ. 39/2012, 40/2012, 41/2012, 42/2012 και 43/2012, αντίστοιχα, διατάξεις επιβολής περιοριστικών όρων του Ανακριτή του 7ου τακτικού τμήματος Πλημμελειοδικών Αθηνών, με τις οποίες επιβλήθηκαν σ’ αυτές οι περιοριστικοί όροι: α) της υποχρέωσης παρακολούθησης του κλειστού εγκεκριμένου θεραπευτικού προγράμματος διαμονής του ΚΕΘΕΑ, β) της υποχρέωσης διαμονής τους στον τόπο που θα ορισθεί από το ΚΕΘΕΑ στο πλαίσιο παρακολούθησης του πιο πάνω θεραπευτικού προγράμματος, γ) της υποχρέωσης εμφάνισής τους στο Α.Τ. του τόπου της κατοικίας τους εντός του πρώτου πενθημέρου εκάστου μηνός μετά την ολοκλήρωση του ανωτέρω θεραπευτικού προγράμματος του ΚΕΘΕΑ και δ) της απαγόρευσης εξόδου τους από τη χώρα. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από το από 1.6.2012 (Α.Ε.Π. 2928) έγγραφο του ΚΕΘΕΑ: α) η πρώτη κατηγορουμένη Ε.Ψ. δεν μπόρεσε να εισαχθεί σε Θεραπευτικό Πρόγραμμα του ΚΕΘΕΑ, διότι κρατήθηκε στο Α.Τ. Ομονοίας για άλλα εντάλματα που εκκρεμούσαν σε βάρος της και σήμερα είναι κρατούμενη στις Δικαστικές Φυλακές Κορυδαλλού, β) η δεύτερη κατηγορουμένη Μ.Κ. και η τρίτη κατηγορουμένη Δ.Μ. αποχώρησαν από το Α.Τ. Ομονοίας, από το οποίο θα μεταφέρονταν στο κλειστό εγκεκριμένο θεραπευτικό πρόγραμμα του ΚΕΘΕΑ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ, όπου είχαν παραπεμφθεί, εν συνεχεία δε, αφού η Κινητή Μονάδα STREET WORK του ΚΕΘΕΑ ήρθε σε επαφή μαζί τους, προκειμένου να προγραμματιστεί εκ νέου η εισαγωγή τους στο ως άνω θεραπευτικό πρόγραμμα ή σε άλλο θεραπευτικό τομέα και για το σκοπό αυτό προγραμματίστηκαν δύο συναντήσεις (στις 28 και 30.5.2012), αυτές δεν προσήλθαν (βλ. και τα υπ’ αριθμ. πρωτ. 203 και 204/30.5.2012 έγγραφα του ΚΕΘΕΑ ΕΞΕΛΙΞΙΣ), επιπλέον δε η τελευταία (Δ.Μ.) τον μήνα Ιούνιο δεν προσήλθε να παρουσιαστεί στο Τ.Α. Μοσχάτου, όπου είναι η κατοικία της, ως όφειλε (βλ. το υπ’ αριθμ. πρωτ. 1020/17598/1-α΄/21.6.2012 του ως άνω Τ.Α.), γ) η τέταρτη κατηγορουμένη A.B. προσήλθε στις 11.5.2012 και συμμετέχει ανελλιπώς στο εγκεκριμένο πρόγραμμα της Εναλλακτικής Κοινότητας του ΚΕΘΕΑ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ έως και σήμερα (βλ. και το υπ’ αριθμ. πρωτ. 600/28.5.2012 έγγραφο του ΚΕΘΕΑ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ) και δ) η πέμπτη κατηγορουμένη S.V. προσήλθε στις 11.5.2012 στην πιο πάνω Εναλλακτική Κοινότητα, αλλά αποχώρησε την ίδια ημέρα και ώρα 22:30, πριν ενταχθεί στη θεραπευτική διαδικασία, στην οποία είχε παραπεμφθεί (βλ. και το υπ’ αριθμ. πρωτ. 601/28.5.2012 έγγραφο του ΚΕΘΕΑ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ). Εκ των ανωτέρω προκύπτει ότι η δεύτερη, τρίτη και πέμπτη των κατηγορουμένων παραβίασαν τους περιοριστικούς όρους που τους είχαν επιβληθεί, δυνάμει των υπ’ αριθμ. 40/2012, 41/2012 και 43/2012, αντίστοιχα, διατάξεων επιβολής περιοριστικών όρων του πιο πάνω ανακριτή, γεγονός που δικαιολογεί την, κατά τα άρθρα 282 παρ. 4 και 298 ΚΠΔ, αντικατάσταση των περιοριστικών όρων με προσωρινή κράτηση (για το ότι για την κατά τα ως άνω άρθρα αντικατάσταση των περιοριστικών όρων με προσωρινή κράτηση δεν τίθεται ως προϋπόθεση να πρόκειται για έγκλημα, για το οποίο επιτρέπεται πρωτογενώς η επιβολή προσωρινής κράτησης κατ’ άρθρο 282 παρ. 3 ΚΠΔ βλ. Α. Κονταξή, Κώδικας Ποινικής Δικονομίας, τόμος ΙΙ, 42006, σελ. 1913, Β. Αδάμπα, σε Λ. Μαργαρίτη, Κώδικας Ποινικής Δικονομίας, τόμος Ι, 2010, άρθρο 298, αριθμ. 3). Ενόψει, πάντως, του δυνητικού χαρακτήρα της εν λόγω αντικατάστασης (Α. Καρράς, Ποινικό Δικονομικό Δίκαιο, 32007, σελ. 595, Α. Παπαδαμάκης, Ποινική Δικονομία, 52011, σελ. 375) και του πλημμεληματικού χαρακτήρα, κατά τα άνω, της πράξης, για την οποία αυτές πρέπει να παραπεμφθούν στο ακροατήριο, η οποία απειλείται με «φυλάκιση» (βλ. άρθρο 284 παρ. 1 εδ. α΄ ΠΚ), που θα καθιστούσε δυσανάλογη, με τη βαρύτητα αυτής, την επιβολή προσωρινής κράτησης στις ανωτέρω τρεις κατηγορούμενες, πρέπει να αρθούν οι τεθέντες σε αυτές περιοριστικοί όροι. Ομοίως, ενόψει του γεγονότος ότι για την ως άνω αποδιδόμενη και στις πρώτη και τέταρτη των κατηγορουμένων πλημμεληματική πράξη της παραβίασης μέτρων για την πρόληψη ασθενειών (άρθρο 284 παρ. 1 εδ. α΄ ΠΚ) προβλέπεται ελάχιστο προβλεπόμενο όριο ποινής κατώτερο των τριών μηνών (βλ. άρθρο 282 παρ. 1 ΚΠΔ), συντρέχει νόμιμη περίπτωση άρσης των επιβληθέντων και σε αυτές περιοριστικών όρων, χωρίς σε αντίθετο αποτέλεσμα να μπορεί να οδηγήσει, αναφορικά με την πρώτη κατηγορουμένη, το γεγονός ότι σε αυτήν αποδίδεται και η πράξη της ψευδούς ανώμοτης κατάθεσης (άρθρο 225 παρ. 2 εδ. α΄ ΠΚ), που τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον ενός έτους ή με χρηματική ποινή, καθόσον η διατήρηση της ισχύος των τεθέντων σ’ αυτήν περιοριστικών όρων δεν κρίνεται απολύτως αναγκαία για την επίτευξη των αναφερόμενων στο άρθρο 296 ΚΠΔ σκοπών.

[…]

 

Share This Post

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Captcha * Time limit is exhausted. Please reload the CAPTCHA.