Ψήφισμα 2170/2014 του ΟΗΕ : Μια καινοτομία;

Γράφει η Λυδία Κρίκη

Μέσω της ομόφωνης υιοθέτησης του Ψηφίσματος 2170/2014 και υπό το δεσμευτικό κεφάλαιο VII του Καταστατικού Χάρτη των ΗΕ, το Συμβούλιο Ασφαλείας καταδίκασε με τα σκληρότερα λόγια αυτό που αποκαλείται »αδρή, συστηματική και ευρέως διαδεδομένη κακοποίηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων από το ΙSIL και το Μέτωπο Αλ-Νούσρα»1. Επίσης, σ’ ένα παράρτημα του κειμένου, το Συμβούλιο Ασφαλείας ονόμασε συγκεκριμένα άτομα που υπόκεινται πλέον σε ταξιδιωτικούς περιορισμούς, πάγωμα κεφαλαίων και άλλα μέτρα που κατευθύνονταν προς τους φίλα προσκείμενους στην Αλ – Κάιντα και τους επιχειρησιακούς βραχίονές της. Στον πρόλογο, το Συμβούλιο Ασφαλείας ορίζει μία »νέα απειλή», δηλαδή την »απειλή των αλλοδαπών τρομοκρατών μαχητών»(the »foreign terrorist fighter threat»), η οποία περιλαμβάνει , μεταξύ άλλων, άτομα, που υποστηρίζουν ενέργειες ή δραστηριότητες της Αλ – Κάιντα και των κυττάρων  της. Κάλεσε, επίσης τα κράτη – μέλη του να λάβουν εθνικά μέτρα για να αποτρέψουν πολεμιστές από το να ταξιδεύουν από το έδαφός τους για να συμμετάσχουν στις προαναφερθείσες ομάδες, επαναλαμβάνοντας τις υποχρεώσεις που προγούμενα Ψηφίσματα είχαν διατυπώσει, να εμποδίσουν, δηλαδή, τα κράτη την κίνηση τρομοκρατών, καθώς και την προμήθειά τους με όπλα και την οικονομική τους στήριξη. Εξέφρασε, τέλος, ετοιμότητα να θέσει στις λίστες κυρώσεών του αυτούς που διευκόλυναν τη στρατολόγηση και το ταξίδι των αλλοδαπών πολεμιστών, υπενθυμίζοντας, μεταξύ άλλων ότι επιθέσεις εναντίον αμάχων στη βάση εθνικής ή θρησκευτικής ταυτότητας θα μπορούσαν να αποτελέσουν εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας. Κι αυτό γιατί σύμφωνα με το άρθρο 7 του Καταστατικού του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου ο όρος »έγκλημα κατά της ανθρωπότητας» περιλαμβάνει τη διάπραξη ( μεταξύ άλλων) δολοφονίας, εξόντωσης, υποδούλωσης, εκτοπισμού ή βίαιης μεταφοράς πληθυσμού, φυλάκισης, βασανισμού και διώξεως έναντι ενός διακριτού συνόλου με βάση φυλετικές, πολιτικές, εθνικές, πολιτιστικές ή θρησκευτικές διακρίσεις. Και για να στοιχειοθετηθεί η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος κατά της ανθρωπότητας θα πρέπει οι παραπάνω επιμέρους ενέργειες να αποτελούν μέρος μίας ευρείας ή συστηματικής επίθεσης που στρέφεται κατά αμάχου πληθυσμού, με πλήρη επίγνωση ότι συντελείται επίθεση. Ο κίνδυνος, λοιπόν, για διάπραξη τέτοιου εγκλήματος σε βάρος αμάχων εκ μέρους της τρομοκρατικής οργάνωσης είναι όντως ορατός και επισημαίνεται ορθώς εκ μέρους του Συμβουλίου Ασφαλείας.Οι περισσότερες παράγραφοι του Ψηφίσματος 2170 δεν είναι, πάντως, ως προς τη δομή τους απλά αφηγηματικές. Αντίθετα, υποχρεώνουν τα κράτη να υιοθετήσουν μέτρα και να εξασφαλίσουν στο εθνικό τους δίκαιο,  το ότι η στρατολόγηση, η οργάνωση, η μεταφορά και ο εξοπλισμός ατόμων που θα ταξιδέψουν για το σκοπό συμμετοχής σε τρομοκρατικές ενέργειες, θα περιοριστούν, θα πολεμηθούν, θα διωχθούν και θα ποινικοποιηθούν (παρ.2,5,6,8) . Ένα ενδιαφέρον χαρακτηριστικό του Ψηφίσματος 2170 είναι ότι απευθύνεται και  σε άτομα: Η παράγραφος 4 » απαιτεί ο ISIS, o ANF και όλα τα άλλα άτομα, ομάδες και οντότητες[..]να παύσουν τη βία και τις τρομοκρατικές ενέργειες, καθώς και να αφοπλιστούν και να διαλυθούν αμέσως .»

Εν τέλει, οι τρεις αλληλένδετες ερωτήσεις οι οποίες απαρτίζουν τον προβληματισμό σχετικά με το Ψήφισμα 2170 είναι οι εξής:

1.Δημιουργεί αυτό δεσμευτικές διεθνείς νομικές υποχρεώσεις για τα ίδια τα άτομα;

2.Είναι (έστω κάποιες) από τις διατάξεις του Ψηφίσματος εφαρμοστέες στην εθνική έννομη τάξη των μελών των Ηνωμένων Εθνών;

3.Η μη τήρηση αυτών των ατομικών υποχρώσεων συνιστούν έγκλημα κατά τη δεσμευτική δύναμη του Ψηφίσματος του ίδιου;

 

ΨΗΦΙΣΜΑ 2170/2014:Η ΝΟΜΙΚΗ ΤΟΥ ΦΥΣΗ.

Το ερώτημα είναι εάν το Ψήφισμα 2170 είναι ικανό να επιβάλλει νομικώς δεσμευτικές διεθνείς υποχρεώσεις στα άτομα στα οποία απευθύνεται, δηλαδή με άλλα λόγια: Είναι το Ψήφισμα από μόνο του μία νομική βάση για υποχρέωση των »αλλοδαπών τρομοκρατών πολεμιστών» να απέχουν από το να πλαστογραφούν χαρτιά ταυτότητας, να ταξιδεύουν στα πεδία μάχης του ISIS, να στρατολογούν εθελοντές, και φυσικά να συγκρατούνται από το να διαπράττουν τρομοκρατικές ενέργειες. Η μη τήρηση αυτών των ατομικών υποχρώσεων συνιστά έγκλημα κατά τη δεσμευτική δύναμη του Ψηφίσματος του ίδιου;

Σύμφωνα με τη γραμματική διατύπωση του άρ. 25 του Καταστατικού Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών, τα Ψηφίσματα του Συμβουλίου Ασφαλείας φαίνονται να υποχρεώνουν μόνο τα κράτη – μέλη των Ην. Εθνών: »Τα μέλη των Ηνωμένων Εθνών συμφωνούν να δέχονται και να πραγματοποιούν τις αποφάσεις του Συμβουλίου Ασφαλείας σε συμφωνία με τον παρόντα Χάρτη.» Στη γνωμοδότησή του για το Κόσοβο, πάντως, το ίδιο το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης (ICJ) κατέληξε ότι θα μπορούσε να θεμελιώσει σε μία βάση που θα είχε προσεγγισθεί κατά περίπτωση, το για ποιον το Συμβούλιο Ασφαλείας είχε πρόθεση να δημιουργήσει δεσμευτικές νομικές υποχρεώσεις (παρ.117). Το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης δεν απέκλεισε, πάντως, ένα δεσμευτικό αποτέλεσμα του Συμβουλίου Ασφαλείας σε άτομα κατ’ αρχήν.

Τι συντείνει, λοιπόν, στο να δεχτούμε ότι – κατ’ αρχήν – ένα Ψήφισμα του Συμβουλίου Ασφαλείας , όπως το 2170, μπορεί να δημιουργήσει δεσμευτικές υποχρεώσεις για τα άτομα; Η δογματική απάντηση για δεσμευτικές συνέπειες των Ψηφισμάτων στα άτομα που αυτές απευθύνονται, σίγουρα δε συνίσταται σε κάποιο είδος συναίνεσης αυτών των ατόμων που υπόκεινται στο Ψήφισμα. Από την άλλη, η εξήγηση δε βρίσκεται ούτε και σε κάποια τεκμαιρόμενη νομοθετική ικανότητα των κρατών – μελών την οποία έχουν συγκαταθέσει στο Ψήφισμα, σχετικά με όλους τους παράγοντες που αφορούν στο έδαφός τους. Η εξήγηση είναι ότι μάλλον ο Καταστατικός Χάρτης των Ην. Εθνών που απολαμβάνει μία ειδική νομική ποιότητα (στη θέαση του, ως παγκοσμίου Συντάγματος), προικίζει το ΣΑ με μία ειδική εξουσία ότι, μέσα στα όρια της αρχής της νομιμότητας, είναι επίσης αποτελεσματικό erga omnes απέναντι (»vis-a-vis») σε άτομα. Συνάγεται ότι τα Ψηφίσματα είναι κατ’ αρχήν κατάλληλα ως νομική βάση για διεθνείς υποχρεώσεις. Αυτή η εξουσία του Συμβουλίου Ασφαλείας πηγάζει από το Χάρτη τον ίδιο, μέσα από την ερμηνεία που δίνεται σ’ αυτόν διαμέσου επακόλουθης πρακτικής, όπως γίνεται αυτή δεκτή από τα κράτη – μέλη των Ην. Εθνών, αλλά και από το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης (στη γνωμοδότηση του Κοσόβου).

Η πιο σημαντική κανονιστική δικαιολόγηση για αυτήν την εξουσία είναι η ανάγκη να αποφευχθεί ένα ρυθμιστικό κενό. Εάν ένα Ψήφισμα του Συμβουλίου Ασφαλείας στοχεύει στο να έχει ένα ειρηνευτικό αποτέλεσμα αυτό θα πρέπει, ειδικά στο περιβάλλον μίας εύθραυστης ή αποτυχημένης πολιτειακής κατάστασης (όπως είναι τώρα η υπόθεση σε τμήματα της Συρίας και στις γύρω περιοχές), να απευθύνεται ευθέως σε επικίνδυνα, οπλισμένα, εγκληματικά άτομα ή ομάδες. Δε θα ήταν αποτελεσματικό ή μπορεί και να ήταν αντιπαραγωγικό εάν το Συμβούλιο Ασφαλείας απηύθυνε κάλεσμα μόνο σε κράτη για να περιορίσει τις τρομοκρατικές ή στρατιωτικές ενέργειες. Η εξουσία του Συμβουλίου Ασφαλείας να απευθύνεται σε άτομα και ομάδες πρέπει, για να είναι αποτελεσματική, να προχωρήσει πέρα από τις διατυπώσεις αποκλειστικά πολιτικών ευχολογίων , αλλά αν όντως αυτό χρειάζεται, να βασίζεται στη συμπαγή ρύθμιση ενός Ψηφίσματος.

Ένα πολύ σημαντικό όριο σε τέτοιες ευθείες υποχρεώσεις που προορίζονται για άτομα, είναι, πάντως, η αρχή της νομιμότητας. Αυτή η αρχή ορίζει ότι τα Ψηφίσματα μπορούν να ενεργοποιήσουν αληθινές νομικές υποχρεώσεις για τα άτομα μόνο εάν αυτές οι υποχρεώσεις είναι προβλέψιμες ( »foreseeable») για τα άτομα στα οποία απευθύνονται. Για αυτό το λόγο, απλώς σιωπηρά συναγόμενες υποχρεώσεις πρέπει να αντιμετωπίζονται κριτικά,επειδή υπάρχει  ο  κίνδυνος να παραβιάσουν την αρχή της νομιμότητας.

Κατά τη γνώμη μας, πιθανόν μόνον κάποιες από τις διατυπώσεις του Ψηφίσματος 2170 είναι επαρκώς σαφείς, κι επίσης απευθύνονται σαφώς σε καθ’ αυτόν άτομα. Το κύριο πρόβλημα φαίνεται να είναι ο ορισμός της »τρομοκρατικής ενέργειας». Προτείνεται ότι η αναφορά του Ψηφίσματος 2170 στους όρους »τρομοκρατία» και »τρομοκρατικές ενέργειες», είναι επαρκώς σαφής ώστε να απαγορεύει τρομοκρατικές ενέργειες ( αλλά όχι τόσο σαφής ώστε να δικαιολογεί μία ποινική κύρωση βασισμένη στο εν λόγω Ψήφισμα). Το Ψήφισμα, πάντως, είναι η νομική βάση για την υποχρέωση του καθενός να μη διαπράττει τρομοκρατικές ενέργειες ή να μη συμμετέχει σε ένοπλη σύγκρουση στο πλευρό του ISIS.

Φυσικά εννοείται εύκολα ότι τα προτεινόμενα παραπάνω νομικά εργαλεία θα πρέπει να χρησιμοποιούνται με σύνεση, άλλως θα προσεγγίσουμε τα όρια ενός νομικού ακτιβισμού – κάτι το οποίο είναι απευκταίο. Βέβαια, μία νέα αντιμετώπιση του Καταστατικού Χάρτη των Ην. Εθνών, η οποία επικρατεί από το 2001 και μετά, έπειτα από τις νέες συνθήκες με τις οποίες βρίσκεται αντιμέτωπη η ανθρωπότητα ( τρομοκρατική επίθεση στους Δίδυμους Πύργους και επόμενη έξαρση της τρομοκρατίας) είναι εύλογη. Ο Χάρτης αναγιγνώσκεται πια με έναν πιο ευρύ τρόπο και του αποδίδεται ένας πιο πλατύς ρόλος, δεδομένου ότι υπάρχει ανάγκη να καλυφθούν εννοιολογικά και ερμηνευτικά οι πρωτόγνωροι παράγοντες που συνθέτουν τα πραγματικά περιστατικά της τρομοκρατίας σε ολόκληρο τον κόσμο. Πάντοτε, όμως, η νέα αυτή αντιμετώπιση θα πρέπει να είναι σώφρων και συγκρατημένη, ώστε να μην καταλήξουμε σε καταστάσεις που καταργούν το δίκαιο και βασίζονται σε ακτιβιστικές πρωτοβουλίες, χωρίς να περάσουν από τη βάσανο της νομικής θεωρίας.

ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ ΤΟΥ ΨΗΦΙΣΜΑΤΟΣ 2170/2014.

Και τι συμβαίνει, λοιπόν, όταν ένα κράτος – μέλος των Ην. Εθνών δεν εφαρμόζει καταλλήλως το Ψήφισμα 2170 και δεν υιοθετεί τη νομοθεσία ή τα διοικητικά μέτρα που απαιτούνται; Θα μπορούσε κάποια διοικητική αρχή, εισαγγελέας ή εθνικό δικαστήριο να εφαρμόσει απευθείας το Ψήφισμα του Συμβουλίου Ασφαλείας; Σ’ αυτό το σημείο θα πρέπει να διακρίνουμε μεταξύ διοικητικών μέτρων ( όπως το να αρνείται κανείς σε κάποιον ένα διαβατήριο για να ταξιδέψει στη Συρία ), νέων νομοθετικών μέτρων ( όπως νόμοι που απαιτούν από τις αερογραμμές να συλλέγουν πληροφορίες προηγμένου επιπέδου για τους επιβάτες ) και υιοθέτησης και ενίσχυσης του ποινικού δικαίου.

Όσον αφορά ένα πιθανό άμεσο αποτέλεσμα ενός Ψηφίσματος του Συμβουλίου Ασφαλείας, σε περίπτωση που αυτό περιορίζει ( όπως εδώ το Ψήφισμα 2170) ή επωφελεί άτομα, θα έπρεπε να αξιολογηθεί σύμφωνα με τα κριτήρια που εφαρμόζονται και κατά την εξέταση της άμεσης εφαρμογής των διατάξεων μίας διεθνούς συνθήκης (ή αλλιώς, άμεσου αποτελέσματος ή »αυτοεφαρμογής»). Βέβαια, όπως εύκολα καταλαβαίνει κανείς, στην περίπτωση του Ψηφίσματος τα κριτήρια αυτά χρειάζονται κάποια τροποποίηση. Βασικά, υπάρχουν τρεις λόγοι, για τους οποίους θα πρέπει τα κριτήρια αυτά να χρησιμοποιηθούν:

α) Από την άποψη του εφαρμοστή του εθνικού δικαίου, το δεσμευτικό αποτέλεσμα των αποφάσεων (ψηφισμάτων) του Συμβουλίου Ασφαλείας ομοιάζει με αυτό μίας συνθήκης.

β) Δεύτερον, θα μπορούσε να λεχθεί ότι το δεσμευτικό αποτέλεσμα των αποφάσεων ( ψηφισμάτων) πηγάζει από μία συνθήκη (τον Καταστατικό Χάρτη), και γι’ αυτό η νομική τους φύση είναι μάλλον συμβατική, παρά μονομερής.

γ) Τρίτον, για τα άμεσα αποτελέσματα ανακύπτει επίσης κι ένα θέμα, σε σχέση με δικαστικές ή οιονεί-δικαστικές (quasi-judicial) αποφάσεις των διεθνών δικαστηρίων ή των εποπτικών σωμάτων. Οι αποφάσεις του Συμβουλίου Ασφαλείας, ως προς το δεσμευτικό τους αποτέλεσμα, μοιάζουν με αυτές τις αποφάσεις.

Τα παραδοσιακά κριτήρια καταλληλότητας για την άμεση εφαρμογή, δηλαδή (α) η έλλειψη προϋποθέσεων και (β) η πρόβλεψη της διεθνούς πράξης (όσον αφορά το περιεχόμενο, το αντικείμενο και τη διατύπωση), κανονικά δεν θέτουν ένα πρόβλημα για αποφάσεις του Συμβουλίου Ασφαλείας. Σε αυτήν την περίπτωση, η ερώτηση της νομιμότητας έρχεται στο προσκήνιο:

Θα έπρεπε το Ψήφισμα του Συμβουλίου Ασφαλείας να δεσμεύει τους εθνικούς θεσμούς, ως προτεραιότητα, ή τουλάχιστον ως μία ρυθμιστική οδηγία; Το σίγουρο είναι πως τα εθνικά σώματα που επιδιώκουν να απορρίψουν ένα πιθανό άμεσο αποτέλεσμα ενός Ψηφίσματος του ΣΑ το οποίο απευθύνεται ειδικά σε άτομα, θα πρέπει να το δικαιολογήσουν αυτό στη βάση συνταγματικών αρχών.

Μία κανονιστική θεώρηση όλων των παραπάνω συνδέεται με τη δημοκρατική νομιμότητα του διεθνούς δικαίου. Εάν θεωρεί κανείς ότι οι εθνικές αρχές, ειδικά τα δικαστήρια, είναι οι θεματοφύλακες της νομιμότητας όλου του δικαίου το οποίο είναι εφαρμοστέο στην εθνική σφαίρα, και ειδικότερα οι φύλακες της δημοκρατικής »αυτοκυβέρνησης», τότε θα μπορούσαμε να πούμε ότι είναι υποχρεωτικό γι΄αυτές να διασφαλίσουν αυτές τις συνταγματικές αρχές μέσω της απόρριψης της θεωρίας του αμέσου αποτελέσματος των κανόνων των διεθνών συνθηκών. Αυτή η συλλογιστική πορεία/αιτιολόγηση θα μπορούσε να εφαρμοστεί στα Ψηφίσματα του Συμβουλίου Ασφαλείας a fortiori, επειδή αυτά υιοθετούνται με μία διαδικασία οχι εξαντλητική, και είναι επιπλέον, δεσμευτικά και για τρίτα κράτη που δε συγκατατέθηκαν γι’ αυτά.

H πιο σημαντική πλευρά του οποιουδήποτε άμεσου αποτελέσματος του Ψηφίσματος 2170 ( ή και τμημάτων του) είναι η αρχή της νομιμότητας. Υπό την κυριαρχία του νόμου, ειδικώς υποχρεώσεις που επιβάλλονται σε άτομα πρέπει να βασίζονται σε μία καθαρώς νομική βάση. Η ερώτηση είναι , λοιπόν, εάν το Ψήφισμα του ΣΑ συνιστά μία επαρκή νομική βάση. Κι αυτή η ερώτηση είναι ακόμη πιο οξεία όταν καταλήγει στη θεμελίωση ενός εγκλήματος μέσω ενός κανόνα διεθνούς δικαίου. Είναι άλλωστε γνωστό το δόγμα του ποινικού δικαίου ότι »κανένα έγκλημα και καμία ποινή δε θεμελιώνεται χωρίς νόμο – γραπτό, βέβαιο, προϋφιστάμενο και αυστηρό [»nullum crimen nulla poena sine lege – scripta, certa, praevia, stricta»]1. Θα πρέπει η αντανάκλαση του δόγματος αυτού να διαφανεί και στην περίπτωση αυτή, και να μη θεμελιωθεί έγκλημα αν ο υπό συζήτηση διεθνής κανόνας δικαίου δεν είναι όντως δόκιμος ως νομική βάση.

Θα πρέπει, δε, να εξεταστούν και άλλοι τύποι υποχρεώσεων που επιβάλλονται σε άτομα, ειδικά εάν οι υποχρεώσεις εμπλέκουν την περικοπή των ατομικών ελευθεριών και ανθρώπινων δικαιωμάτων. Για παράδειγμα, η υποχρέωση των αλλοδαπών τρομοκρατών πολεμιστών να απέχουν από ταξίδια για να συμμετάσχουν στις δυνάμεις του ISIS απαιτεί ότι αυτοί δεν ασκούν και το δικαίωμά τους να ταξιδεύουν υπό αυτήν την άποψη. Αυτό το δικαίωμα, φυσικά, μπορεί να περιοριστεί μόνο στη βάση του δικαίου. Συνεπώς, υποστηρίζουμε ότι ένα Ψήφισμα του Συμβουλίου Ασφαλείας μπορεί να συνιστά δίκαιο υπό αυτήν την έννοια – ως δίκαιο δε νοείται μόνο ένας εθνικός κοινοβουλευτικός νόμος. Μπορεί να είναι και μία διεθνής πράξη που έχει εφαρμοσθεί μέσα από μία εξαντλητική και διαφανή διαδικασία.

ΤΟ ΨΗΦΙΣΜΑ 2170/2014 ΩΣ ΝΟΜΙΚΗ ΒΑΣΗ ΑΤΟΜΙΚΩΝ ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΩΝ.

Συνεπώς, και συμπερασματικά από όσα προεκτέθηκαν σχετικώς, δεν είναι ο διεθνής του χαρακτήρας, αλλά μάλλον το έλλειμμα εξαντλητικότητας και διαφάνειας της διαδικασίας που θα »ακύρωνε» την αυθεντία ενός Ψηφίσματος του Συμβουλίου Ασφαλείας. Βέβαια, αυτό το έλλειμμα μπορεί και θα έπρεπε να υπερπηδηθεί. Ας σημειώσουμε ότι το Ψήφισμα 2170 υιοθετήθηκε ομοφώνως και αναγνωρίσθηκε από 50 κράτη, τα οποία μίλησαν στη Σύνοδο. Κι ακόμη, η διαδικασία της διαβούλευσης και της υιοθέτησης θα μπορούσε να βελτιωθεί. Συνολικά, πάντως, και με τον οφειλόμενο σεβασμό για τις αρχές που αναφέρθηκαν, δε βλέπουμε κάποιο λόγο για τον οποίον θα αποκλειόταν ab initio η πιθανότητα αμέσου εφαρμογής Ψηφισμάτων του Συμβουλίου Ασφαλείας.

Το Ψήφισμα 2170 δεν είναι το ίδιο η βάση για την ποινικοποίηση της συμπεριφοράς που επιδιώκει να περιορίσει. Αντιθέτως, μοιάζει με μία κλασική σύμβαση »κατάπνιξης» (classic suppression conventions). Έτσι, κανείς ύποπτος ως αλλοδαπός πολεμιστής τρομοκράτης δε θα μπορούσε να δικαστεί και να καταδικαστεί στη νομική βάση του Ψηφίσματος 2170 και μόνον. Αλλά ο λόγος δεν είναι, κατά τη γνώμη μας, ότι το Ψήφισμα του Συμβουλίου Ασφαλείας δε θα μπορούσε ποτέ – από την άποψη του διεθνούς δικαίου – να λειτουργήσει ως νόμος ( »lex») με την έννοια της αρχής »καμία ποινή χωρίς νόμο». Ο λόγος είναι ότι ο νόμος εδώ δε θεμελιώνει αυτός καθαυτός ρητά το έγκλημα, αλλά αντιθέτως ζητά ρητώς από τα κράτη να το κάνουν αυτό, μέσω του εθνικού τους ποινικού δικαίου.

ΨΗΦΙΣΜΑ ΚΑΙ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ ΠΟΙΝΙΚΟΠΟΙΗΣΗΣ.

Υπό τον οφειλόμενο σεβασμό για την αρχή της νομιμότητας, και ειδικά στην αυστηρή εκδοχή του δόγματος »nulla poena sine lege», ένα Ψήφισμα σαν το 2170/2014 σίγουρα δεν μπορεί να αναπτύξει κανένα αποτέλεσμα ποινικοποίησης. Αντίθετα, οι υποχρεώσεις κατάπαυσης και αποχής από όλες τις τρομοκρατικές ενέργειες πηγάζουν απευθείας από το Ψήφισμα 2170. Θα μπορούσε να υποστηριχθεί ακόμη κι ότι η υποχρέωση των ατόμων να μην ταξιδεύουν σε μία περιοχή για να λάβουν μέρος στη χρηματοδότηση, το σχεδιασμό, την προετοιμασία ή τη παραγματοποίηση τρομοκρατικών ενεργειών επίσης πηγάζει από το ίδιο Ψήφισμα ( αν και με κάποια δυσκολία).

Αυτό θα σήμαινε ότι μία εθνική αρχή, σε περίπτωση απουσίας εθνικού νομικού ελέγχου συνόρων, θα μπορούσε – από την άποψη του διεθνούς δικαίου- να βασιστεί στο Ψήφισμα 2170 ώστε να αρνηθεί, για παράδειγμα την έκδοση ενός διαβατηρίου. Θα έπρεπε να σεβαστεί το δίκαιο των διεθνών ανθρωπίνων δικαιωμάτων, δηλαδή το δικαίωμα κάποιου να εγκαταλείψει τη χώρα του γι’ αυτό. Φαίνεται ότι τα όρια που διατυπώνονται στο Ψήφισμα ικανοποιούνται prima facie,  επειδή ο περιορισμός κι ο έλεγχος ταξιδίων είναι, όπως αποδείχθηκε παραπάνω, »εξασφαλσιμένος από το δίκαιο», και φαίνεται να είναι απαραίτητο να προστατεύσει την εθνική ασφάλεια, τη δημόσια τάξη και τα δικαιώματα και τις ελευθερίες των άλλων.

Μέσω του Ψηφίσματος, το Συμβούλιο Ασφαλείας απαίτησε ο ISIL, το Μέτωπο Al-Nusra και οι άλλες οντότητες που συνδέονται με την Αλ-Κάιντα να διακόψουν κάθε βία και τρομοκρατικές ενέργειες, και αμέσως να αφοπλισθούν και να αποστρατευθούν. Και επισημαίνοντας ότι οι επιθέσεις τους σε αμάχους με βάση την εθνική ή θρησκευτική ταυτότητα θα μπορούσε να οδηγήσει σε εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας, υπογράμμισε την ανάγκη να οδηγηθούν όλοι αυτοί οι δράστες, συμπεριλαμβανομένων και των αλλοδαπών τρομοκρατών, στη δικαιοσύνη. »Εξουσιοδότησε» έτσι τη δικαστική λειτουργία να επιληφθεί της ποινικής τους μεταχείρισης, κάνοντας σαφές ότι δεν εντάσσεται στη δικαιοδοσία του η ποινική κρίση και μεταχείριση.

Το Συμβούλιο διηύθυνε ομάδα εποπτείας των κυρώσεων, για να κάνει αναφορές για τη συνεχιζόμενη απειλή που θέτει ο ISIL και το Μέτωπο, και για τις πηγές των όπλων τους, των κεφαλαίων τους, της στρατολόγησης και των δημογραφικών τους στοιχείων, και για να παρουσιάσει συστάσεις μέσα σε 90 ημέρες για να διευθύνουν περαιτέρω την απειλή

* η Κρίκη Λυδία είναι φοιτήτρια Νομικής Σχολής Αθηνών

Share This Post

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Captcha * Time limit is exhausted. Please reload the CAPTCHA.