ΠΠρ Αθ 1885/2012 – Ζημιές από αυτοκίνητο / αοριστία της αγωγής / θεωρία του ουσιαστικού ή συγκεκριμένου προσδιορισμού της αγωγής

ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ ΜΕ JUDEX 1Περίληψη: Ζημίες από αυτοκίνητο – Θεωρία του ουσιαστικού ή συγκεκριμένου προσδιορισμού της αγωγής – Πληρότητα αγωγής – Αόριστη αγωγή – Δικαίωμα επιλογής συνεργείου αυτοκινήτων – Πράξη διαχείρισης ιδιοκτήτη ζημιωθέντος αυτοκινήτου – Ένσταση συντρέχοντος πταίσματος -. Σύμφωνα με τη θεωρία του ουσιαστικού ή συγκεκριμένου προσδιορισμού που υιοθετεί ο ΚΠολΔ, με τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, για το ορισμένο της αγωγής, δεν αρκεί μόνο η μνεία των στοιχείων εκείνων που προσδιορίζουν ατομικά τη δικαιολογητική σχέση στην οποία στηρίζεται η αγωγή, αλλά απαιτείται επί πλέον η ειδική μνεία των συγκεκριμένων παραγωγικών γεγονότων της, δηλαδή εκείνων που τη θεμελιώνουν κατά νόμο και δικαιολογούν την εκ μέρους του ενάγοντος κατά του εναγομένου άσκηση της. Η έλλειψη αυτή, που δεν μπορεί να συμπληρωθεί ούτε με τις προτάσεις, ούτε με παραπομπή στο περιεχόμενο άλλων έγγραφων, ούτε από την εκτίμηση των αποδείξεων, καθιστά μη νομότυπη την άσκηση της αγωγής και επιφέρει την απόρριψή της ως απαράδεκτης λόγω αοριστίας, είτε κατόπιν προβολής της σχετικής ένστασης, είτε και αυτεπαγγέλτως. Ειδικότερα, όταν με την αγωγή ζητείται αποζημίωση για τη δαπάνη αποκαταστάσεως της βλάβης πράγματος και δη οχήματος, που έγινε με επί μέρους εργασίες, πρέπει να αναφέρονται κάθε μία ξεχωριστά οι βλάβες του οχήματος (δηλαδή, οι ζημίες που υπέστη αυτό και σε ποιο τμήμα του), να αναγράφονται οι επί μέρους εργασίες και τα ποσά που ο ενάγων δαπάνησε αναλυτικά για τις αντίστοιχες εργασίες, ήτοι η συνολική δαπάνη αποκαταστάσεως αυτών). Ο ζημιωθείς έχει δικαίωμα επιλογής, αν θα επισκευάσει το αυτοκίνητο του και σε ποιο συνεργείο. Ο ζημιωθείς δικαιούται να επιλέξει ο ίδιος το συνεργείο, έστω κι αν αυτό είναι ακριβότερο από τα άλλα. Η επιλογή από τον ζημιωθέντα τέτοιου εξουσιοδοτημένου συνεργείου δεν μπορεί να θεμελιώσει ένσταση συντρέχοντος πταίσματος (300 ΑΚ), αλλά αποτελεί πράξη διαχείρισης, που επιφυλάσσεται αποκλειστικά και μόνον στον ιδιοκτήτη του ζημιωθέντος αυτοκινήτου. Ορισμένη η αγωγή. Εκδίκαση της ουσίας της υπόθεσης από το Δευτεροβάθμιο Δικαστήριο.

 

 

Αριθμός Αποφάσεως 1885/2012

 

ΤΟ ΠΟΛΥΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

 

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές Αφροδίτη Βελισσαράτου, Πρόεδρο Πρωτοδικών, Λουκία Λάμπρου, Πρωτοδίκη, Καλλιόπη-Αντιγόνη Αδάμ, Πρωτοδίκη-Εισηγήτρια και από το Γραμματέα Δημήτριο Σιατερλή.

 

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του στην Αθήνα στις 11.11.2011 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

 

ΤΗΣ ΕΚΚΑΛΟΥΣΑΣ – ΕΝΑΓΟΥΣΑΣ: Χ. Γ. του Δ., κατοίκου Αθηνών, η οποία παραστάθηκε δια του πληρεξούσιου Δικηγόρου Νικολάου Βασιλείου, βάσει δηλώσεως.

 

ΤΩΝ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΩΝ – ΕΝΑΓΟΜΕΝΩΝ: 1) Β. Χ., κάτοικου ….Αττικής, 2.) 2. Σ. Φ. του Π., κάτοικου Αθηνών, οι οποίοι δεν παραστάθηκαν και 3) του Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία «ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ», που εδρεύεις την Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως ειδικού διαδόχου της Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρίας με την επωνυμία «ΕΓΝΑΤΙΑ Α.Ε.Γ.Α.», η άδεια της οποίας ανακλήθηκε, το οποίο παραστάθηκε δια της πληρεξούσιας Δικηγόρου Ασπασίας Αποστόλου, βάσει δηλώσεως.

 

Η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα άσκησε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών την, από 05.07.2006, και με αύξοντα αριθμό κατάθεσης 9617/05.07.2006 αγωγή της κατά των: 1) Β. Χ., 2) Σ. Φ. και 3) της Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρίας με την επωνυμία «ΕΓΝΑΤΙΑ Α.Ε.Γ.Α.» παραιτηθείσα κατόπιν νομίμως εκ του δικογράφου αυτής ως προς την πρώτη και το δεύτερο των εναγομένων. Επί της ως άνω αγωγής εκδόθηκε, αντιμωλία της ενάγουσας και του «ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ», που υπεισήλθε, ως ειδικός διάδοχος, στη θέση της τρίτης των εναγομένων, λόγω ανάκλησης της αδείας της, η με αριθμό 6585/2008 οριστική απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο, που απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας.

 

Η εκκαλούσα, με την από 12.10.2009 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 2459/23.10.2009 έφεση της, η οποία προσδιορίστηκε για να συζητηθεί κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (βλ γενικό αριθμό κατάθεσης 192547/2009 και αριθμό κατάθεσης δικογράφου 3635/2009) και γράφτηκε στο πινάκιο, προσβάλλει την ως άνω απόφαση.

 

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης και μετά την εκφώνηση της από τη σειρά της στο οικείο πινάκιο, οι πληρεξούσιοι Δικηγόροι των διαδίκων, ύστερα από δήλωση τους, που έγινε σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 242§2 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με τη διάταξη του άρθρου 7 του ν. 1478/1984 και τροποποιήθηκε με το άρθρο 4 παρ. 4 του ν. 1649/1986, δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο του Δικαστηρίου και προκατέθεσαν έγγραφες προτάσεις.

 

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

 

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 524 παρ. 1 του ΚΠολΔ, στη διαδικασία της δευτεροβάθμιας δίκης εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 227, 233 έως 269, 270 παρ. 2, 4, 6 και 7 και 271 έως 312. Σύμφωνα δε με τη διάταξη του άρθρου 271 παρ.1, του ίδιου κώδικα, όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση του με τη διάταξη του άρθρου 29 του Ν. 3994/2011 (ΦΕΚ 165 Α’ 25.07.2011), η οποία έχει εφαρμογή εν προκειμένω κατά το άρθρο 72 παρ. 2 και 4 του ανωτέρω νόμου, αν ο εναγόμενος δεν εμφανιστεί κατά τη συζήτηση ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος σ’ αυτήν κανονικά, το δικαστήριο, αν η αγωγή και η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκαν σ’ αυτόν νόμιμα και εμπρόθεσμα, κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση. Στην προκειμένη περίπτωση, η συζήτηση της κρινόμενης έφεσης κατά της με αριθμό 6585/2008 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών γίνεται με επιμέλεια της εκκαλούσας, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο αντίγραφο της έφεσης με τις πράξεις κατάθεσης και ορισμού δικασίμου για τη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, οι οποίες υπογράφονται από τον πληρεξούσιο Δικηγόρο της εκκαλούσας. Ωστόσο, η τελευταία δεν προσκομίζει έκθεση επίδοσης αυτής με κλήση για συζήτηση προς την πρώτη και το δεύτερο των εφεσίβλητων. Επομένως, εφόσον δεν αποδεικνύεται η κλήτευση τους στην προαναφερόμενη δικάσιμο, κατά την οποία αυτοί δεν εμφανίστηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο δικαστήριο, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε απο τη σειρά του πινακίου, η συζήτηση, ως προς αυτούς, πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη.

 

Η κρινόμενη έφεση της ηττηθείσας ενάγουσας κατά της υπ’ αρ. 6585/2008 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο (άρθρα 681 Α, 666, 667, 670 έως 676 του ΚΠολΔ), έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα και δη εντός της καταχρηστικής προθεσμίας των τριών (3) ετών, εφόσον από τα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας δεν προκύπτει επίδοση της εκκαλούμενης απόφασης, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται τέτοια επίδοση (άρθρα 18§2, 495 §§1, 2, 511, 513 §1 περ. β’, 518 §2 και 520 §1 του ΚΠολΔ). Πρέπει, επομένως, να γίνει δεκτή κατά το τυπικό της μέρος ως προς το τρίτων των εφεσίβλητων “Επικουρικό Κεφάλαιο” και να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των προβαλλόμενων λόγων της, από το παρόν Δικαστήριο, το οποίο είναι καθ’ ύλην και κατά τόπον αρμόδιο να τη δικάσει, κατά την ίδια ειδική διαδικασία (άρθ. 533 §1 Κ.Πολ.Δ.).

 

Με την υπ’ αρ. εκθ. κατ. 9617/05.07.2006 αγωγή της ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, η ενάγουσα ιστορούσε ότι την 05.03.2006 και περί ώρα 23.30′, ο οδηγός του με αριθμό κυκλοφορίας …… ΔΧΕ αυτοκινήτου, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την αστική ευθύνη του ως προς τις έναντι τρίτων υλικές ζημιές στην εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία, προκάλεσε, από υπαιτιότητα του, υπό τις ειδικότερες συνθήκες που εκτίθενται στην αγωγή, τροχαίο αυτοκινητικό ατύχημα, από το οποίο προξενήθηκαν εκτεταμένες φθορές και βλάβες στο με αριθμό κυκλοφορίας …… ΙΧΕ αυτοκίνητο κυριότητας της. Βάσει των ανωτέρω η ενάγουσα ζητούσε να υποχρεωθεί, με απόφαση προσωρινά εκτελεστή, η εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία να καταβάλει σε αυτήν, νομιμότοκα, συνολικό ποσό 9.405,77 ευρώ και ειδικότερα το ποσό των 8.178,77 ευρώ, ως αποζημίωση για τις υλικές ζημίες που υπέστη το ΪΧΕ αυτοκίνητο της, το ποσό των 425,00 ευρώ, κατά το οποίο μειώθηκε η εμπορική αξία του αυτοκινήτου της λόγω του επίδικου τροχαίου ατυχήματος, το ποσό των 400,00 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση για την προκληθείσα σε αυτήν ηθική βλάβη, το ποσό των 402,00 ευρώ που αναγκάστηκε να δαπανήσει σε μίσθωση ταξί για τη μετάβαση στην εργασία της, καθ’ ο χρόνο το αυτοκίνητο της παρέμεινε στο συνεργείο προς επισκευή, καθώς και τη δικαστική της δαπάνη. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την εκκαλούμενη απόφαση του απέρριψε την αγωγή ως αόριστη κρίνοντας ότι από το περιεχόμενο αυτής δεν προκύπτουν σαφώς τα βλαβέντα τμήματα του αυτοκινήτου της ενάγουσας, ήτοι δεν εξειδικεύεται επαρκώς, κατ’ άρθρο 216§1 του Κ.Πολ.Δ., το αναγκαίο για την πληρότητα της αγωγής στοιχείο της ζημίας εκ της αδικοπραξίας. Κατά της απόφασης αυτής παραπονείται τώρα η ενάγουσα, με λόγους που, κατ’ ορθή εκτίμηση του δικογράφου, ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και ζητεί να εξαφανιστεί, άλλως να μεταρρυθμιστεί η εκκαλούμενη, να γίνει δεκτή η αγωγή της και να καταδικαστούν οι εφεσίβλητοι – εναγόμενοι στη δικαστική της δαπάνη, αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας.

 

Η αγωγή, ως επιθετική πράξη, πρέπει να περιέχει πλήρη τα στοιχεία του λογικού συλλογισμού, του οποίου την ελάσσονα πρόταση αποτελεί η ιστορική βάση, τη μείζονα ο νόμιμος λόγος και το συμπέρασμα η αίτηση. Επειδή ο δικαστής οφείλει να γνωρίζει και να εφαρμόζει αυτεπάγγελτα το νόμο, δεν χρειάζεται μνεία του νόμιμου λόγου ευθύνης (ΑΠ 1468/2005 ΕλΔ/νη 2006.90, ΑΠ 467/2000 ΕλΔ/νη 41.1571, ΕφΠειρ 9/2005 ΕλΔ/νη 2005.545). Είναι όμως απαραίτητο να τίθενται υπόψη του, με σαφή και ορισμένο τρόπο, τα γεγονότα που θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο, το δικαίωμα για το οποίο ζητείται η έννομη προστασία. Ειδικότερα, σύμφωνα με τη θεωρία του ουσιαστικού ή συγκεκριμένου προσδιορισμού που υιοθετεί ο ΚΠολΔ, με τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, για το ορισμένο της αγωγής, δεν αρκεί μόνο η μνεία των στοιχείων εκείνων που προσδιορίζουν ατομικά τη δικαιολογητική σχέση στην οποία στηρίζεται η αγωγή, αλλά απαιτείται επί πλέον η ειδική μνεία των συγκεκριμένων παραγωγικών γεγονότων της, δηλαδή εκείνων που τη θεμελιώνουν κατά νόμο και δικαιολογούν την εκ μέρους του ενάγοντος κατά του εναγομένου άσκηση της, σε τρόπο ώστε να παρέχεται στον μεν εναγόμενο η ευχέρεια άμυνας, στο δε δικαστήριο η δυνατότητα ελέγχου του βασίμου, κατά νόμο, της αγωγής. Όταν στο εν λόγω δικόγραφο δεν περιέχονται όλα τα πιο πάνω στοιχεία ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπο ασαφή ή ελλιπή, τότε η έλλειψη αυτή, που δεν μπορεί να συμπληρωθεί ούτε με τις προτάσεις, ούτε με παραπομπή στο περιεχόμενο άλλων έγγραφων, ουτε απο την εκτίμηση των αποδείξεων, καθιστά μη νομότυπη την άσκηση της αγωγής και επιφέρει την απόρριψή της ως απαράδεκτης λόγω αοριστίας, είτε κατόπιν προβολής της σχετικής ένστασης, είτε και αυτεπαγγέλτως (ΑΠ 1147/2003 ΕλΔ/νη 2005.388, ΕφΑΘ 4293/2006 ΔΕΕ 2007.679, ΕφΑΘ 1072/2005 ΕλΔ/νη 2006.886, ΕφΑΘ 8511/2005 ΕλΔ/νη 2006.535, βλ. Δ. Κονδύλη, Το Δεδικασμένο κατά τον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, δεύτερη έκδοση, 2007, σελ. 342 και εκεί παραπομπές σε νομολογία, Μακρίδου σε Ερμηνεία ΚΠολΔ, Κεραμέως/Κονδύνη/Νίκα, έκδοση 2000, υπό άρθρο 216, παρ. 11). Περαιτέρω, από τα άρθρα 297 και 298 ΑΚ προκύπτει ότι, επί βλάβης πράγματος η ζημία συνίσταται στη δαπάνη αποκαταστάσεως αυτής (βλάβης), αντίστοιχα προς την οποία μειώνεται η υπάρχουσα περιουσία του ζημιωθέντος και το ποσό αυτής αποτελεί την επιδικαστέα αποζημίωση, όταν αυτή παρέχεται σε χρήμα. Συνακόλουθα, για την κατά το άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολΔ πληρότητα της αγωγής, όταν με αυτή ζητείται αποζημίωση για τη δαπάνη αποκαταστάσεως της βλάβης πράγματος και δη οχήματος, που έγινε με επί μέρους εργασίες, πρέπει να αναφέρονται κάθε μία ξεχωριστά οι βλάβες του οχήματος (δηλαδή, οι ζημίες που υπέστη αυτό και σε ποιο τμήμα του), να αναγράφονται οι επί μέρους εργασίες και τα ποσά που ο ενάγων δαπάνησε αναλυτικά για τις αντίστοιχες εργασίες, ήτοι η συνολική δαπάνη αποκαταστάσεως αυτών, (ΑΠ 569/2000 ΕλΔ/νη 41.1575, ΕφΚερκ. 113/2002 Επιθ.Δ 2003.108, ΕφΠειρ. 716/1987 ΕλΔ/νη 29.742). Έτσι, σε περίπτωση βλάβης αυτοκινήτου από τροχαίο ατύχημα, ο ενάγων, απαιτώντας αποζημίωση για τις ζημίες που υπέστη το αυτοκίνητο, αρκεί για την πληρότητα της αγωγής του να αναφέρει ορισμένως, κατά τα προεκτεθέντα, το βλαπτικό αποτέλεσμα και την επελθούσα περιουσιακή μείωση (ΕφΘεσ 1694/2003, Αρμ 2004.66, 409/1995, Αρμ 1996.841). Εν προκειμένω, στην κρινόμενη αγωγή η ενάγουσα ιστορεί ότι, κατά τον προαναφερθέντα τόπο και χρόνο, ο οδηγός του με αριθμό κυκλοφορίας ….ΔΧΕ αυτοκινήτου, το οποίο εκινείτο επί της Λεωφόρου Αθηνών, ομόρροπα και εξ αριστερών του δικού της, με αριθμό κυκλοφορία …., αυτοκινήτου, από αμέλεια και ανεπιτηδειότητα ως προς την οδήγηση επιχείρησε ανέλεγκτα και απροειδοποίητα αλλαγή κατεύθυνσης προς τα δεξιά, με αποτέλεσμα να παρεμβληθεί και να ανακόψει την πορεία του κανονικώς κινούμενου οχήματος της, προσκρούοντας με ολόκληρη τη δεξιά πλευρά του στην εμπρόσθια αριστερή γωνία και σε ολόκληρη την αριστερή επιφάνεια του αυτοκινήτου της. Ακολούθως δε αναφέρει, ότι από τη σφοδρότητα της σύγκρουσης το αυτοκίνητο της σύρθηκε ακυβέρνητο προς τα δεξιά καταλήγοντας στο υπ’ αριθμό κυκλοφορίας ……ΙΧΕ σταθμευμένο επί της δεξιάς πλευράς της Λ. Αθηνών αυτοκίνητο. Εν συνεχεία η ενάγουσα προβαίνει σε αναλυτική παράθεση των επί μέρους ανταλλακτικών που τοποθετήθηκαν στο αυτοκίνητο της καθώς και των εργασιών επισκευής και βαφής που διενεργήθηκαν. Με το ανωτέρω περιεχόμενο η αγωγή είναι επαρκώς ορισμένη, καθότι αφενός μεν από το ιστορικό της συνάγεται σαφώς ότι το αυτοκίνητο της ενάγουσας, λόγω της σύγκρουσης με το φερόμενο ως ζημιογόνο όχημα εξετράπη προς τα δεξιά και επέπεσε με τη δεξιά πλευρά του στο ανωτέρω σταθμευμένο όχημα, αφετέρου δε από τους περιεχόμενους σε αυτήν πίνακες αναφοράς των ανταλλακτικών που χρησιμοποιήθηκαν και των εργασιών που διενεργήθηκαν για την επισκευή του αυτοκινήτου της, όπως και της αντίστοιχης αξίας αυτών, προκύπτουν επακριβώς τα σημεία στα οποία το αυτοκίνητο επλήγη, ήτοι εξειδικεύεται επαρκώς, κατά τα ανωτέρω, το βλαπτικό αποτέλεσμα και η επελθούσα περιουσιακή μείωση. Επισημαίνεται δε ότι για την πληρότητα του δικογράφου της αγωγής δεν απαιτείται να γίνεται χωριστή μνεία των εργασιών επισκευής και των ανταλλακτικών που τοποθετήθηκαν στο αυτοκίνητο συνεπεία της αρχικής σύγκρουσης με το ασφαλισμένο στο εναγόμενο αυτοκίνητο αφενός και της σύγκρουσης με το σταθμευμένο όχημα αφετέρου, δεδομένου ότι οι ζημίες προκλήθηκαν στο πλαίσιο μιας, ενιαίας, αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του ίδιου προσώπου, το ζήτημα δε της αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της συμπεριφοράς αυτής και των επιμέρους ζημιών κρίνεται κατά την έρευνα της ουσιαστικής βασιμότητας της αγωγής, ενώ για το ορισμένο αυτής αρκεί η αναφορά ότι οι ζημίες προκλήθηκαν συνεπεία του επίδικου τροχαίου ατυχήματος. Εκ του συνόλου των ανωτέρω συνάγεται ότι η αγωγή περιέχει όλα τα αναγκαία, κατ’ άρθρο 216§1 του Κ.Πολ.Δ., στοιχεία για την πληρότητα της και, συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που απέρριψε αυτήν ως αόριστη με την αιτιολογία ότι από το περιεχόμενο της δεν προκύπτει με ποιο συγκεκριμένο τμήμα της δεξιάς πλευράς του επεπεσε το όχημα της ενάγουσας στο σταθμευμένο όχημα, έσφαλε κατά την ερμηνεία και εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων και ως εκ τούτου ο σχετικός λόγος της έφεσης πρέπει να γίνει δεκτός ως και κατ’ ουσίαν βάσιμος. Επομένως, κατά παραδοχή του ανωτέρω λόγου της έφεσης, πρέπει, να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη απόφαση, πλην της διάταξης της δια της οποίας κηρύχθηκε κατηργημένη η δίκη ως προς τους πρώτη και δεύτερο των εναγομένων, στη συνέχεια δε να διακρατηθεί η υπόθεση από το Δικαστήριο αυτό προς κατ’ ουσίαν εκδίκαση της αγωγής (άρθρο 535 παρ. 1 ΚΠολΔ), η οποία είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 297, 298 εδ. α’, 299, 330εδ.β. 914, 932, 481, 345 και 346 του ΑΚ, 2, 4, 9 και 10 του Ν. ΓπΝ/1911, 10§1 του Ν. 489/1976, 176 και 191 §2 του ΚΠολΔ και έχει καταβληθεί το απαιτούμενο τέλος δικαστικού ενσήμου με τις υπέρ τρίτων προσαυξήσεις, όπως τούτο βεβαιώνεται στην εκκαλούμενη απόφαση.

 

Από την εκτίμηση της ένορκης κατάθεσης του μάρτυρα απόδειξης, που εξετάστηκε στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και περιέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη πρακτικά δημοσίας συνεδρίασης, από τα έγγραφα που με νόμιμη επίκληση προσκομίζουν οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων οι προσκομισθείσες, με επίκληση, φωτογραφίες (ΑΠ 378/1997 ΕλΔ/νη 1997.1789, ΕφΑΘ 8330/1987 ΕλΔ/νη 1989.302), η γνησιότητα των οποίων δεν αμφισβητείται (άρθρα 444 αρ. 3, 448 παρ. 2, 457 παρ. 4, 591 παρ. 1, 671 και 681 Α’ΚΠολΔ) και από τα δικαστικά τεκμήρια, τα οποία το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του, κατά τις επιταγές των διατάξεων των άρθρων 335, 338, 339, 340, 341 και 346 ΚΠολΔ, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Την 05.03.2006 και περί ώρα 23.30, ο Γ. Κ., οδηγούσε το με αριθμό κυκλοφορίας ….ΙΧΕ αυτοκίνητο, προστηθείς στην οδήγηση του από την ενάγουσα, αποκλειστική κυρία και νομέα αυτού, κινούμενος με κανονική ταχύτητα επί της δεξιάς λωρίδας κυκλοφορίας της Λ. Αθηνών, στην περιοχή του Αιγάλεω, με κατεύθυνση από Χαϊδάρι προς Αθήνα. Η Λ. Αθηνών είναι διπλής κατεύθυνσης και έχει τέσσερις λωρίδες κυκλοφορίας, δύο σε κάθε ρεύμα κυκλοφορίας της. Κατά τον ίδιο χρόνο και τόπο και συγκεκριμένα στο ύψος του ο.α. 387 της Λεωφόρου εκινείτο ομόρροπα του οχήματος της ενάγουσας και εξ αριστερών αυτού, το υπ’ αριθ. κυκλοφορίας …..ΔΧΕ αυτοκίνητο ιδιοκτησίας Β. Χ., το οποίο οδηγούσε ο Σ. Φ., προστηθείς στην οδήγηση του από την πρώτη, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για τις έναντι τρίτων υλικές ζημίες από την κυκλοφορία του στην εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία «ΕΓΝΑΤΙΑ Α.Ε.Γ.Α.», στη θέση της οποίας έχει ήδη υπεισέλθει το Επικουρικό Κεφάλαιο, λόγω ανάκλησης της αδείας της. Αποδείχθηκε ακολούθως ότι ο οδηγός του ως άνω ταξί αυτοκινήτου επέπεσε με ολόκληρη τη δεξιά πλευρά του οχήματος που οδηγούσε στην αριστερή πλευρά του οχήματος της ενάγουσας, συνεπεία δε της πρόσκρουσης αυτής το τελευταίο όχημα ωθήθηκε προς τα δεξιά και επέπεσε, με τη δεξιά πλευρά του και συγκεκριμένα με το δεξιό εμπρόσθιο τμήμα του, σε σταθμευμένο, με αριθμό κυκλοφορίας …… αυτοκίνητο. Αποκλειστικά υπαίτιος του ανωτέρω ατυχήματος είναι ο οδηγός του ταξί Σ. Φ., διότι δεν κατέβαλε την επιμέλεια που απαιτούσαν οι περιστάσεις και που ο ίδιος, στα πλαίσια των δυνατοτήτων ενός μέσου και συνετού οδηγού, όφειλε και μπορούσε να καταβάλει και ειδικότερα οδηγούσε χωρίς την απαιτούμενη σύνεση και προσοχή επιχειρώντας απροειδοποίητα αλλαγή λωρίδας κυκλοφορίας, δίχως προηγουμένως να βεβαιωθεί ότι μπορεί να πράξει αυτό με ασφάλεια, χωρίς να θέσει σε κίνδυνο ή να παρακωλύσει τους λοιπούς χρήστες της οδού, με αποτέλεσμα να επιπέσει στο παραπλεύρως κινούμενο, επί της δεξιάς λωρίδος της Λεωφόρου αυτοκίνητο της ενάγουσας. Εξάλλου το εναγόμενο – εφεσίβλητο Επικουρικό Κεφάλαιο δεν αρνείται ειδικά την υπαιτιότητα του οδηγού του ασφαλισμένου σε αυτό αυτοκινήτου, συνομολογώντας εμμέσως αυτήν, δεδομένου ότι δεν επικαλείται ουδέν το διαφορετικό περί των συνθηκών επέλευσης του ατυχήματος. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι από την παραπάνω σύγκρουση το όχημα της ενάγουσας υπέστη εκτεταμένες ζημίες τόσο στην αριστερή πλευρά του, στην οποία επέπεσε το ζημιογόνο όχημα, όσο και στο δεξιό εμπρόσθιο τμήμα του, με το οποίο προσέκρουσε στο σταθμευμένο όχημα. Προς αποκατάσταση των υλικών ζημιών του αυτοκινήτου της η ενάγουσα δαπάνησε το συνολικό ποσό των 8.178,77 ευρώ, εκ των οποίων ποσό 4.806,31 ευρώ για την αγορά ανταλλακτικών, όπως αυτά αναλυτικά αναφέρονται στην κρινόμενη αγωγή και ποσό 3.372,46 ευρώ για τις διαλαμβανόμενες στην αγωγή εργασίες επισκευής και βαφής. Τα παραπάνω αποδεικνύονται άλλωστε από τα υπ’ αριθ. 319, 320, 321 και 322/20.05.2007 δελτία αποστολής και την υπ’ αριθ. 453/21.06.2006 απόδειξη παροχής υπηρεσιών του Γενικού Συνεργείου Γ. Γ. – Σ. Ξ. Ο.Ε. Επισημαίνεται εν προκειμένω ότι ο ζημιωθείς έχει δικαίωμα επιλογής, αν θα επισκευάσει το αυτοκίνητο του και σε ποιο συνεργείο. Ούτε ο ζημιώσας, ούτε η ασφαλιστική του εταιρία έχουν δικαίωμα να επέμβουν και να επιβάλλουν διαφορετικό συνεργείο. Ο ζημιωθείς δικαιούται να επιλέξει ο ίδιος το συνεργείο, έστω κι αν αυτό είναι ακριβότερο από τα άλλα. Η επιλογή από τον ζημιωθέντα τέτοιου εξουσιοδοτημένου συνεργείου δεν μπορεί να θεμελιώσει ένσταση συντρέχοντος πταίσματος (300 ΑΚ), αλλά αποτελεί πράξη διαχείρισης, που επιφυλάσσεται αποκλειστικά και μόνον στον ιδιοκτήτη του ζημιωθέντος αυτοκινήτου (ΕφΑΘ 4580/2006, ΠειρΝομ 2006.421, Εφ. Αθ. 8646/1980 Ε.Συγκ.Δ. 1983. 401, Κρητικός Αθ. Αποζημίωση από Τροχαία Αυτοκινητικά Ατυχήματα 1998, αρ. 818). Συνεπώς, οι επικαλούμενες από το εναγόμενο Επικουρικό Κεφάλαιο εκθέσεις εκτίμησης ζημίας του Πραγματογνώμονα Χ. Ζ. και του εξουσιοδοτημένου συνεργείου Κ., βάσει των οποίων το προβλεπόμενο κόστος επισκευής του βλαβέντος οχήματος εκτιμάται χαμηλότερο από το προαναφερθέν, δεν ασκούν έννομη επιρροή στη βασιμότητα των συγκεκριμένων κονδυλίων, δεδομένου ότι η ενάγουσα επέλεξε το συνεργείο, στο οποίο συντηρούσε έως τότε το αυτοκίνητο της και προέβη πράγματι στις συγκεκριμένες δαπάνες, όπως αυτές αποδεικνύονται από τα προμνησθέντα παραστατικά και, επιπροσθέτως, από την κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης, ιδιοκτήτη του συνεργείου. Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι το όχημα της ενάγουσας παρέμεινε στο ανωτέρω συνεργείο για χρονικό διάστημα 2 1/2 μηνών περίπου, ήτοι από την 04.04.2006 έως την 21.06.2006 (βλ. προσκομιζόμενο απόσπασμα από το βιβλίο εισερχομένων αυτοκινήτων που τηρεί το ως άνω συνεργείο), κατά το διάστημα δε αυτό η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι εκμίσθωνε ταξί για τη μετάβαση στον τόπο εργασίας της, στα Σεπόλια, πλην όμως, δεν προσκομίζει σχετικά αποδείξεις παροχής υπηρεσιών, παρότι το αιτούμενο κονδύλιο είναι σχετικά υψηλό, λόγω των καθημερινών μετακινήσεων της, σύμφωνα πάντα με τους ισχυρισμούς της, προσέτι δε, η χορήγηση αποδείξεων από τα ταξί είναι πλέον ευχερής λόγω του εφοδιασμού τους με ταμειακές μηχανές, αφετέρου δε, δεν κρίνεται επαρκής προς απόδειξη του σχετικού κονδυλίου η κατάθεση του μάρτυρα, ιδιοκτήτη του συνεργείου, καθώς αυτός, εκ των πραγμάτων, δεν έχει άμεση αντίληψη, ούτε καταθέτει άλλωστε, για τη συχνότητα εκμίσθωσης ταξί από την ενάγουσα και το ακριβές ύψος της συγκεκριμένης δαπάνης. Πρέπει, επομένως, το κονδύλιο για τη δαπάνη εκμίσθωσης ταξί να απορριφθεί ως κατ’ ουσίαν αβάσιμο, οι προβαλλόμενες δε από το εναγόμενο ενστάσεις περί συντρέχοντος πταίσματος της ενάγουσας στην έκταση της ζημίας αυτής λόγω παράβασης του καθήκοντος της περί περιορισμού της ζημίας της, κατ’ άρθρο 300 του ΑΚ και περί συνυπολογισμού ζημίας και οφέλους της κατά ποσοστό 30% αντιστοιχούντος στα έξοδα βενζίνης, στα οποία θα υποβάλετο αν έκανε χρήση του αυτοκινήτου της, καθίστανται ακολούθους άνευ αντικειμένου. Αποδείχθηκε, επίσης, ότι το όχημα της ενάγουσας, εργοστασίου κατασκευής FIAT, τύπου ….., κυλινδρισμού κινητήρα …. κ.εκ., με ημερομηνία πρώτης αδείας 29.08.2002 (βλ. προσαγόμενο αντίγραφο άδειας κυκλοφορίας), είχε, κατά το χρόνο του ένδικου τροχαίου συμβάντος και κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, αγοραία αξία ανερχόμενη στο ποσό των 8.000,00 ευρώ (βλ. και ένορκη κατάθεση μάρτυρα απόδειξης). Συνεπεία της μη πλήρους (με την επισκευή και τη μερική βαφή του) επαναφοράς του στην κατάσταση που ήταν πριν από τη σύγκρουση, αλλά και της επιφύλαξης που δημιουργεί πλέον στους αγοραστές η προοπτική αγοράς τρακαρισμένου αυτοκινήτου (βλ. Αθαν. Γ. Κρητικού, ό.π., παρ. 131 επ), λαμβανομένης υπόψη και της μεγάλης έκτασης των ζημιών που υπέστη, εκτιμάται ότι μειώθηκε η αξία του κατά ποσοστό 5%, ήτοι κατά το ποσό των 400,00 ευρώ. Εκ των ανωτέρω συνάγεται ότι το ζημιωθέν όχημα υπέστη ολοκληρωτική καταστροφή, υπό την οικονομική του όρου έννοια, δεδομένου ότι το ύψος της πραγματοποιηθείσας δαπάνης επισκευής του, συνυπολογιζομένου και του ποσού μείωσης της εμπορικής αξίας αυτού (8.178,77+ 400 = 8.578,77ε) υπερβαίνουν την εμπορική αξία που είχε το αυτοκίνητο κατά το χρόνο της σύγκρουσης (8.000,00ε), (βλ. ΕφΔωδ 158/2006, σε ΤΝΠ Νόμος, ΕφΑΘ 220/1994 ΕπΣυγκΔ 1994.427, ΕφΑΘ 5613/1993 ΕπΣυγκΔ 1995.186, Αθαν. Γ. Κρητικού, ό.π., παρ. 782 επ.). Άλλωστε ο μάρτυρας απόδειξης καταθέτει σχετικά ότι και ο πραγματογνώμονας της ασφαλιστικής εταιρίας του οχήματος είχε αποφανθεί, προφορικά, περί ολοσχερούς καταστροφής του, υπό την παραπάνω του ορου έννοια, το γεγονός δε οτί το συγκεκριμένο όχημα είχε συναισθηματική για την ενάγουσα αξία και για το λόγο τούτο ήθελε να το επισκευάσει δεν ασκεί εν προκειμένω έννομη επιρροή, αφού αποκαταστατέα τυγχάνει μόνο η συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία της ενάγουσας. Επίσης άνευ εννόμου επιρροής τυγχάνει ο ισχυρισμός της ενάγουσας ότι δεν είχε αποπληρώσει ακόμη τις δόσεις του δανείου, το οποίο είχε συνάψει για την αγορά του αυτοκινήτου, δεδομένου ότι το γεγονός της επισκευής του ή μη δε συνδέεται, με οποιονδήποτε τρόπο, με την υποχρέωση της προς αποπληρωμή του τιμήματος του, η οποία θα εξακολουθούσε σε κάθε περίπτωση να υφίσταται. Κατόπιν τούτων και κατά παραδοχήν της προβαλλόμενης από το εναγόμενο ένστασης περί συντρέχοντος πταίσματος της ενάγουσας στην έκταση της ζημίας της, η οποία είναι νόμιμη ως στηριζόμενη στη διάταξη του άρθρου 300 του ΑΚ, ως και κατ’ ουσίαν βάσιμης, πρέπει το δικαίωμα της ενάγουσας προς αποζημίωση για τη δαπάνη επισκευής του αυτοκινήτου της να περιοριστεί στην εμπορική αξία που είχε αυτό κατά το χρόνο του ατυχήματος, η οποία ανέρχεται στο προαναφερθέν ποσό των 8.000,00 ευρώ. Τέλος, το Δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να επιδικαστεί στην ενάγουσα το χρηματικό ποσό των τριακοσίων (300,00) ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης, την οποία υπέστη από τη σε βάρος της αδικοπραξία, το οποίο κρίνεται εύλογο, λαμβανομένων υπόψη των συνθηκών υπό τις οποίες έλαβε χώρα το ως άνω τροχαίο ατύχημα, της αποκλειστικής υπαιτιότητας του οδηγού του ασφαλισμένου στην αρχικά εναγομένη οχήματος και του βαθμού πταίσματος αυτού, της οικονομικής και κοινωνικής κατάστασης της ενάγουσας, χωρίς ωστόσο να ληφθεί υπόψη η οικονομική κατάσταση της αρχικά εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας, καθόσον η ευθύνη της είναι εγγυητική (βλ. AΠ/65/2007 Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών Νόμος, ΕφΑΘ 3790/2001 ΧρΙδΔ 2001.502, ΕφΘεσ 1532/1999 Αρμ. 1999.1203, Αθαν. Γ. Κρητικός, Αποζημίωση από Τροχαία Αυτοκινητικά Ατυχήματα, έκδοση 1998, παρ. 976). Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει η κρινόμενη αγωγή να γίνει εν μέρει δεκτή, ως και κατ’ ουσίαν βάσιμη και να υποχρεωθεί το εφεσίβλητο – εναγόμενο Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία «ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ», που υπεισήλθε ως ειδικός διάδοχος, στη θέση της εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία «ΕΓΝΑΤΙΑ ΑΕΓΑ», λόγω ανάκλησης αδείας της τελευταίας, να καταβάλει στην ενάγουσα το χρηματικό ποσό των οκτώ χιλιάδοον τριακοσίων (8.300,00) ευρώ (ήτοι 8.000,00 ευρώ + 300,00 ευρώ), με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την πλήρη και ολοσχερή εξόφληση της. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας, πρέπει, να κατανεμηθούν ανάλογα με την έκταση της νίκης και της ήττας καθενός (αρθρ. 178 παρ. 1 και 183 ΚΠολΔ) και το εναγόμενο – εφεσίβλητο να καταδικασθεί σε μέρος των δικαστικών εξόδων της ενάγουσας – εκκαλούσας, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας.

 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

 

 

– ΔΙΚΑΖΕΙ ερήμην των δύο πρώτων εφεσίβλητων και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων.

 

– ΚΗΡΥΣΣΕΙ απαράδεκτη τη συζήτηση ως προς τους δύο πρώτους εφεσίβλητους Β. Χ. και Σ. Φ..

 

– ΔΕΧΕΤΑΙ τύποις και ουσία την έφεση κατά του τρίτου εφεσίβλητου Ν.Π.ΙΔ. με την επωνυμία «ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ»

 

– ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΙ την εκκαλούμενη, με αριθμό 6585/2008, οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, εκτός από τη διάταξη της δια της οποίας κηρύχθηκε κατηργημένη η δίκη ως προς τους πρώτη και δεύτερο των εναγομένων Β. Χ. και Σ. Φ..

 

– ΔΙΑΚΡΑΤΕΙ την υπόθεση και δικάζει την από 05.07.2006, και με αύξοντα αριθμό κατάθεσης 9617/05.07.2006 αγωγή.

 

– ΔΕΧΕΤΑΙ εν μέρει αυτήν ως κατ’ ουσίαν βάσιμη.

 

– ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ το εναγόμενο «ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ», το οποίο υπεισήλθε, ως ειδικός διάδοχος, στη θέση της αρχικά εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία «ΕΓΝΑΤΙΑ ΑΕΓΑ», λόγω ανάκλησης αδείας της τελευταίας, να καταβάλει στην ενάγουσα το χρηματικό ποσό των οκτώ χιλιάδων τριακοσίων ευρώ (8.300,00.-300,00), με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.

 

ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ ένα μέρος από τα δικαστικά έξοδα της εκκαλούσας – ενάγουσας, και για τους δυο βαθμούς δικαιοδοσίας, σε βάρος του εφεσίβλητου – εναγομένου, τα οποία ορίζει στο χρηματικό ποσό των τετρακόσιοι πενήντα (450,00) ευρώ.

 

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 10 Φεβρουαρίου 2012.

 

Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

 

Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη στο ακροατήριο του συνεδρίαση, στην Αθήνα, στις 3 Απριλίου 2012, απόντων των διαδίκων και των πληρεξουσίων αυτών δικηγόρων.

 

Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

 

 

Share This Post

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Captcha * Time limit is exhausted. Please reload the CAPTCHA.