Περί του νέου Κανονισμού 1215/2012 (Βρυξέλλες Ι)

european-lawγράφει ο Δελημάτσης Κωνσταντίνος

Στις 21.4.2009 η επιτροπή δημοσίευσε[1] έκθεση σχετικά με τα προβλήματα τα οποία διαπίστωσε , στο διάστημα εφαρμογής[2] του ΕΚ 44/2001 , τα προβλήματα που παρουσιαστήκαν κατά την διάρκεια της εφαρμογής του κανονισμού και καθιστούσαν αναγκαία την αναδιατύπωση του  ήταν  σύμφωνα με την επιτροπή  τα παρακατω :

  • Η διαδικασία αναγνώρισης και εκτέλεσης μιας απόφασης σε άλλο κράτος μέλος («κήρυξη εκτελεστότητας/exequatur») εξακολουθεί να δημιουργεί εμπόδια στην ελεύθερη κυκλοφορία των αποφάσεων, με συνέπεια περιττές δαπάνες και καθυστερήσεις για τους εμπλεκόμενους, και δεν επιτρέπει στις επιχειρήσεις και τους πολίτες να επωφελούνται πλήρως από την εσωτερική αγορά
  • Στην ΕΕ η πρόσβαση στη δικαιοσύνη δεν είναι γενικά ικανοποιητική όσον αφορά τις διαφορές κατά τις οποίες ο εναγόμενος έχει την κατοικία του εκτός της ΕΕ.
  • Η αποτελεσματικότητα της συμβατικής επιλογής δικαστηρίου (παρέκταση) πρέπει να βελτιωθεί
  • – Η σύνδεση μεταξύ διαιτησίας και ενώπιον δικαστηρίου διαδικασίας πρέπει να βελτιωθεί. Η διαιτησία δεν περιλαμβάνεται στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού. Ωστόσο, εφόσον προσβάλλεται συμφωνία διαιτησίας ενώπιον δικαστηρίου, ένας διάδικος μπορεί να υπονομεύσει στην πράξη τη συμφωνία διαιτησίας και να δημιουργήσει μια κατάσταση όπου αναποτελεσματικές παράλληλες διαδικασίες ενώπιον δικαστηρίων μπορεί να οδηγήσουν σε ασυμβίβαστες επιλύσεις της διαφοράς
  • Γενικότερος στόχος της αναθεώρησης είναι να αναπτυχθεί περαιτέρω ο ευρωπαϊκός χώρος δικαιοσύνης, με την άρση των εμποδίων που εναπομένουν στην ελεύθερη κυκλοφορία των δικαστικών αποφάσεων σύμφωνα με την αρχή της αμοιβαίας αναγνώρισης

Οι προτεινόμενες ενέργειες από την επιτροπή ήταν οι παρακατω

  • Κατάργηση της ενδιάμεσης διαδικασίας για την αναγνώριση και εκτέλεση των αποφάσεων (εκτελεστότητα) με εξαίρεση τις αποφάσεις σε υποθέσεις δυσφήμισης και σε συλλογικές αγωγές αποζημίωσης
  • Επέκταση των κανόνων δικαιοδοσίας του κανονισμού στις διαφορές όπου εμπλέκονται εναγόμενοι από τρίτη χώρα, ιδίως σε περιπτώσεις όπου η ίδια διαφορά εκκρεμεί ενώπιον δικαστηρίων εντός και εκτός της ΕΕ
  • Αύξηση της αποτελεσματικότητας των συμφωνιών παρέκτασης•
  • Βελτίωση της σύνδεσης του κανονισμού με τη διαιτησία
  • Καλύτερος συντονισμός των διαδικασιών ενώπιον των δικαστηρίων των κρατών μελών
  • Βελτίωση της πρόσβασης στη δικαιοσύνη για ορισμένες κατηγορίες διαφορών
  •  Διασαφήνιση των όρων υπό τους οποίους μπορούν να κυκλοφορούν εντός της ΕΕ οι αποφάσεις ασφαλιστικών μέτρων.

Στην παρουσίαση του κατά την διάρκεια της Κυπριακής προεδρίας[3], για τα περίπου τέσσερα χρόνια διαπραγμάτευσης μεταξύ των θεσμικών οργάνων της ΕΕ, χρειάστηκαν μόλις δυο λεπτά και δεκαπέντε δευτερόλεπτα για να εκτεθούν οι νέες αλλαγές που επιφέρει ο ΕΚ 1215/2012.

Οι σημαντικότερες αλλαγές είναι οι έξης:

Η αλλαγή στο σύστημα αναγνώρισης και εκτέλεσης των δικαστικών αποφάσεων  Αυτό επιτυγχάνεται με την εισαγωγή του τμήματος 3[4] ,του κεφαλαίου ΙΙΙ και των υποτμημάτων Ι (άρνηση αναγνώρισης) και ΙΙ (άρνηση εκτέλεσης) , που περιορίζουν κατά πολύ την εξουσία των δικαστηρίων του κράτους εκτέλεσης να αρνούνται την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων , κάτι το οποίο είχε επισημάνει στην εισηγητική της έκθεση και η ΕΟΚΕ[5] . Επίσης με την εισαγωγή του Άρθρου 39, εισάγεται η διαδικασία αυτόματης εκτέλεσης χωρίς να απαιτείτε κήρυξη εκτελεστότητας (διατηρείται η διαδικασία για υποθέσεις δυσφήμησης και συλλογικών απαιτήσεων), ενώ δίνει την δυνατότητα δυνατότητα στον εναγόμενο αποτρέψει την εκτέλεση απόφασης εναντίον του με το να αμφισβητήσει την απόφαση στο κράτος προελεύσεως (εκδόσεως) της στην βάση του ότι δεν είχε ενημερωθεί για την διαδικασία (για λόγους μη ή κακής επίδοσης) . Επίσης μπορεί  να προβάλει στο κράτος εκτελέσεως ισχυρισμούς σχετιζόμενους με διαδικαστικά ελαττώματα στην δικαστική διαδικασία στο κράτος προελεύσεως τα οποία είχαν ως αποτέλεσμα να του αποστερηθεί το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη[6] και περαιτέρω δια του Άρθρου 40 παρέχεται η εξουσία λήψης ασφαλιστικών μέτρων .

Η αποψη του γράφοντος είναι ότι οι σημαντικότερες αλλαγές που εισάγει ο κανονισμός (εξαιρουμένης της ρύθμισης του Άρθρου 35), είναι στον τομέα της αναγνώρισης και εκτέλεσης αποφάσεων. Είναι πραγματικά ενδιαφέρον να δούμε πως θα λειτουργήσει στην πράξη αυτή η ρύθμιση , κυρίως όσον αφορά αποφάσεις οι οποίες εκδίδονται σε χώρες μέλη , που δεν φημίζονται για την τήρηση των εχέγγυον της δίκαιης δίκης , αλλά και μεταξύ χωρών που ανήκουν σε διαφορετικά δικαιικά συστήματα (κοινοδίκαιο – Ηπειρωτικό).

Η επόμενη σημαντική αλλαγή είναι η βελτίωση του ευρωπαϊκού Δικαστικού Δικτύου[7] , στο οποίο τα κράτη μέλη είναι υποχρεωμένα να παρέχουν πληροφορίες στο κοινό , σχετικά με τους κανόνες αναγνώρισης και εκτέλεσης και τις αρμόδιες αρχές στις οποίες το κοινό πρέπει να απευθύνεται.

Θεωρούμαι ότι ίσως θα έπρεπε τα θεσμικά όργανα της ΕΕ να σκεφτούν την δημιουργία περιφερειακών δικαστηρίων υπό το ΔΕΕ στα Κράτη μέλη , τα οποία θα επιλαμβάνονται υποθέσεων που αφορούν το Ευρωπαϊκού ΙΔΔ . Αν και κάτι τέτοιο θα ήταν αντιθετο με τις απόψεις του γράφοντος , είναι γεγονός ότι η ολοκλήρωση της ΕΕ περνά μέσα από την δημιουργία ενιαίου Δικαιικού Συστήματος.

Σημαντική κρίνεται και η αλλαγή σε σχέση με εναγομένους που δεν έχουν την κατοικία τους εντος ΕΕ , και είναι  αντισυμβαλλόμενοι εργαζομένων – καταναλωτών , ή η αγωγή εμπίπτει στις αποκλειστικές δικαιοδοσίες του Άρθρου 24 , ή αφορά συμφωνία παρέκτασης δικαιοδοσίας σύμφωνα με τις πρόνοιες του Άρθρου 25 [8].

Εδώ η αποψη μας είναι ότι θα έπρεπε να εισακουστούν οι προτάσεις της επιτροπής[9] που ήταν οι εξής «Η πρόταση επεκτείνει τους κανόνες δικαιοδοσίας που προβλέπει ο κανονισμός στους εναγόμενους από τρίτες χώρες. Με την τροποποίηση αυτή θα διευρυνθούν γενικά οι δυνατότητες των επιχειρήσεων και των πολιτών να ασκούν αγωγές στην ΕΕ κατά προσώπων από τρίτες χώρες, δεδομένου ότι στις περιπτώσεις αυτές καθίστανται εφαρμοστέοι ειδικοί κανόνες δικαιοδοσίας, όπως π.χ. αυτοί που παρέχουν δικαιοδοσία στο δικαστήριο του τόπου εκτέλεσης της σύμβασης. Ειδικότερα, με την τροποποίηση εξασφαλίζεται η εφαρμογή των κανόνων δικαιοδοσίας που προστατεύουν τους καταναλωτές, τους εργαζόμενους και τους ασφαλισμένους και σε περίπτωση που ο εναγόμενος κατοικεί εκτός της ΕΕ.

– Με την πρόταση εναρμονίζονται περαιτέρω οι κανόνες επικουρικής δικαιοδοσίας και δημιουργούνται δύο επιπλέον δωσιδικίες για τις διαφορές στις οποίες εμπλέκονται εναγόμενοι που κατοικούν εκτός ΕΕ. Πρώτον, η πρόταση προβλέπει ότι ένας εναγόμενος εκτός ΕΕ μπορεί να εναχθεί στον τόπο όπου βρίσκονται κινητά περιουσιακά στοιχεία του, υπό την προϋπόθεση ότι η αξία τους δεν είναι δυσανάλογη με την αξία της απαίτησης και ότι η διαφορά έχει ικανή συνάφεια με το κράτος μέλος του επιληφθέντος δικαστηρίου. Επιπλέον, τα δικαστήρια κράτους μέλους θα μπορούν να ασκούν δικαιοδοσία, εάν δεν είναι διαθέσιμο άλλο δικαιοδοτικό όργανο που εγγυάται το δικαίωμα δίκαιης δίκης και η διαφορά έχει ικανή συνάφεια με το εν λόγω κράτος μέλος (» forum necessitatis «). Η εναρμόνιση της επικουρικής δικαιοδοσίας εξασφαλίζει ίση πρόσβαση των πολιτών και των επιχειρήσεων σε δικαστήριο της Ένωσης, καθώς και ισότιμους όρους για τις επιχειρήσεις στην εσωτερική αγορά από την άποψη αυτή. Οι εναρμονισμένοι κανόνες αντισταθμίζουν την κατάργηση των υφιστάμενων εθνικών κανόνων. Πρώτον, η δωσιδικία του δικαστηρίου του τόπου όπου βρίσκονται τα περιουσιακά στοιχεία εξισορροπεί την απουσία εναγομένου στην Ένωση. Ανάλογος κανόνας ισχύει σήμερα σε αρκετά μεγάλο αριθμό κρατών μελών και έχει το πλεονέκτημα ότι εξασφαλίζει τη δυνατότητα εκτέλεσης μιας απόφασης στο κράτος όπου εκδόθηκε. Δεύτερον, η εξ ανάγκης δικαιοδοσία εγγυάται το δικαίωμα των εναγόντων της ΕΕ σε δίκαιη δίκη, πράγμα το οποίο είναι ιδιαίτερα σημαντικό για τις επιχειρήσεις της ΕΕ που επενδύουν σε χώρες με ανώριμα νομικά συστήματα.»

Δυστυχώς όμως από ότι φαίνετε τα θεσμικά όργανα της ΕΕ δεν φάνηκαν διατεθειμένα να έρθουν σε ρήξη με τα ισχυρά λόμπι , τα οποία σε καμία περίπτωση δεν θα ήθελαν να βρεθούν εναγόμενοι ενώπιων δικαστηρίων της ΕΕ (από την στιγμή που ξοδεύουν τεράστια ποσά για να κρύβουν τις δραστηριότητες τους πίσω από εταιρίες φαντάσματα σε τρίτες χώρες) με σκοπό  να διαφεύγουν του Έλεγχου  της νομοθεσίας της ΕΕ.

Μια τεράστια αλλαγή έχει να κάνει με την Αρχη forum non convenience που δίνει την εξουσία σε δικαστήριο κατόπιν αιτήσεως Διαδίκου να αναστείλει την διαδικασία ενώπιων, του εάν εκκρεμεί αγωγή με το ίδιο ή συναφές αντικείμενο, ενώπιων δικαστηρίων τρίτου κράτους εφόσον εκτιμάται ότι θα εκδοθεί απόφαση επιδεκτική αναγνώρισης και αναλόγως  τις περίπτωσης και εκτέλεσης και κρίνει ότι η αναστολή είναι επιβεβλημένη για την ορθή απονομή της δικαιοσύνης, και δύναται να την συνεχίσει εάν στο τρίτο κράτος η αγωγή έχει ανασταλεί ή διακοπεί ή εφόσον κρίνει ότι δεν είναι δυνατή η έκδοση απόφασης εντος ευλόγου χρονικού διαστήματος είτε εάν κρίνει ότι αυτό επιβάλει το συμφέρον της δικαιοσύνης[10].

Μια ακόμη σημαντική αλλαγή έχει να κάνει με την εισαγωγή ειδικού κανόνα σε σχέση με αγωγές που αφορούν την ανάκτηση πολιτιστικών αγαθών[11] .

Εδώ ο κανονισμός συμβίβασε τις θέσεις Ελλήνων και Ιταλών που πίεζαν για εισαγωγή ειδικού κανόνα δικαιοδοσίας σε αγωγές που αφορούν πολιτιστικά αγαθά , με τις θέσεις Άγγλων Γάλλων και Γερμανών που σε καμία περίπτωση δεν θελαν κάτι τέτοιο, έτσι ο κανονισμός δίνει δικαιοδοσία στα δικαστήρια της χώρας όπου βρίσκονται τέτοια αγαθά.

Για να δώσουμε ένα παράδειγμα εάν το Ελληνικό Δημόσιο αξιώσει την επιστροφή των Ελγινείων από το Μουσείο του Λονδίνου[12] , αρμοδιότητα για την εκδίκαση της υπόθεσης έχουν τα Αγγλικά δικαστήρια. Εύλογα γίνεται αντιληπτό ότι δεν θα ήταν και τόσο ευνοϊκή η απόφαση για την ελληνική πλευρά , όπως φυσικά και το αντιθετο θα συνέβαινε εάν δικαιοδοσία είχαν τα ελληνικά δικαστήρια, αφου όσο και αν δεν το θέλουμε  υπεισέρχεται το συναισθηματικό στοιχείο.

Κατά την αποψη μου για το συγκεκριμένο θέμα προτιμότερο θα ήταν να δημιουργηθεί ένα ευρωπαϊκό Δικαιοδοτικό Όργανο, (ίσως στα πρότυπα του ενιαίου δικαστηρίου διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας) το οποίο θα επιλαμβάνεται τέτοιων υποθέσεων.

Στον τομέα της Παθητικής ενεργοποίησης δικαιοδοσίας δια της παραστάσεως του Εναγόμενου ενώπιων δικαστηρίων χωρίς να αμφισβητηθεί η δικαιοδοσία τους , έχουμε την καθιέρωση υποχρέωσης προς το δικαστήριο να ενημερώσει για αυτήν την δυνατότητα των εναγόμενο εάν αυτός εμπίπτει στην κατηγορία των «Αδυνάτων[13]» (Ασφαλιζόμενοι – καταναλωτές – εργαζόμενοι)[14].

Εδώ θα λέγαμε ότι ο κανονισμός θα έπρεπε να θεσπίσει γενική υποχρέωση του δικαστηρίου να ενημερώσει τον οποιοδήποτε  εναγόμενο για την δυνατότητα αμφισβήτησης της δικαιοδοσίας ή να δίνεται η δυνατότητα να κηρύξει αυτεπάγγελτα εαυτόν αναρμόδιο όταν η υπόθεση που βρίσκεται ενώπιων του δεν παρουσιάζει κανένα σύνδεσμο με το δικαστήριο  , αφου σύμφωνα με τα αξιώματα της δίκαιης δίκης έκαστος δικαιούται να ακουστεί η υπόθεση του ενώπιων ανεξάρτητου , αμερόληπτου και αρμόδιου δικαστηρίου , και όπως η πείρα στην παγίδα της παθητικής ενεργοποίησης δεν πέφτουν οι «δυνατοί» οι οπίοι διαθέτουν «Στρατούς» δικηγόρων , αλλά οι «αδύνατοι» οι οπίοι συνήθως δεν διαθέτουν επαρκή νομική εκπροσώπηση.

Επίσης στο θέμα της διαιτησίας  δίνεται η δυνατότητα να κυρηχθεί ως εκτελεστή σύμφωνα με τις πρόνοιες του κανονισμού απόφαση που εκδόθηκε από δικαστήριο κράτους μέλους , και αφορά το κύρος ή την υπόσταση ή την εφαρμογή μιας συμφωνίας διαιτησίας , χωρίς ωστόσο να αμφισβητείτε  η υπεροχή της Σύμβασης της Νέας Υόρκης του 1958 για την διεθνή διαιτησία.

Η σημαντικότερη αλλαγή όμως που εισάγει ο κανονισμός κατά την αποψη του γράφοντος είναι η Επιφύλαξη υπέρ της βούλησης των μερών ανεξαρτήτου τόπου κατοικίας τους σε συμφωνίες για παρέκταση δικαιοδοσίας , και ουσιαστική ακυρότητα  αυτών εάν έρχονται σε αντίθεση με την νομοθεσία του οικείου κράτους μέλους και η απόδοση προτεραιότητας στα δικαστήρια που αντλούν αποκλειστική δικαιοδοσία, από συμφωνία παρέκτασης δικαιοδοσίας σύμφωνα με το Άρθρο 25 , ανεξαρτήτως της σειράς με την οποία επιλαμβάνονται μιας υπόθεσης. Επίσης καθιερώνεται η ανεξαρτησία της συμφωνίας παρέκτασης δικαιοδοσίας από τους υπόλοιπους όρους της σύμβασης[15].

Εδώ πιστεύουμε ότι οι προτάσεις της επιτροπής, (οι οποίες ήταν σύμφωνες με την σύμβαση της Χάγης του 2005 για τις συμφωνίες παρέκτασης) εισακούστηκαν πλήρως , και έτσι αποτρέπεται η καταχρηστική προσφυγή ενώπιων δικαστηρίου με μόνο σκοπό την καθυστέρηση της διαδικασίας.

Επίλογος

Ο Νέος κανονισμός ΕΚ 1215/2012 παρά τις καινοτομίες τις οποίες εισάγει , θεωρούμαι ότι αφήνει ακόμα πολλές εκκρεμότητες , οι οποίες θα πρέπει κάποια στιγμή να διορθωθούν . Οι κυριότερες από αυτές έχουν να κάνουν με εναγόμενους οι οπίοι έχουν την κατοικία τους εκτός ΕΕ , κυρίως σε περιπτώσεις που η διαφορά εκκρεμεί σε δικαστήρια εντος και εκτός ΕΕ. Διευκόλυνση της διαδικασίας εκτέλεσης αποφάσεων που έχουν εκδοθεί εναντίον εναγομένων που έχουν την κατοικία τους εκτός ΕΕ , διαθέτουν όμως κινητά περιουσιακά στοιχειά , εντος ΕΕ. Όσον αφορά την σύνδεση κανονισμού και διαιτησίας νομίζω ότι και αυτά τα θέματα θα ήταν καλύτερο να επιλύονται από ένα ενιαίο Ευρωπαϊκό διαιτητικό όργανο. Επίσης κάποια στιγμή θα πρέπει να συζητηθεί σοβαρά το ενδεχόμενο ενός ενιαίου ευρωπαϊκού δικονομικού κώδικα, ο οποίος θα καθορίζει την δικαιοδοσία για το σύνολο των ιδιωτικών διαφορών και θα περιέχει τεκμήριο υπεροχής έναντι όλων των άλλων κανόνων δικαίου, είτε αυτοί πηγάζουν από διεθνείς συμφωνίες , είτε από άλλους κανονισμούς που αφορούν ειδικά θέματα. Ο κατακερματισμός   σε δεκάδες κανονισμούς των θεμάτων που άπτονται της δικαιοδοσίας των δικαστηρίων στις ιδιωτικής φύσης σχέσεις εκτός του ότι σε σημαντικό βαθμό επιβαρύνει οικονομικά , οδηγεί σε έναν νομοπαραγωγικό λαβύρινθο, ο οποίος ουσιαστικά αντιστρατεύεται τον κύριο σκοπό της έκδοσης των κανονισμών που είναι η ευκολότερη πρόσβαση στη δικαιοσύνη για όλους τους ευρωπαίους πολίτες

Συμπέρασμα

Η επαναδιατύπωση του κανονισμού Βρυξέλλες Ι , ήταν μία φιλότιμη προσπάθεια των οργάνων της ΕΕ , η οποία όμως εάν εξαιρέσουμε την επαναφορά της Αρχής forum non convenience ,την επέκταση της εφαρμογής του Lex voluntatis και σε διάδικους που δεν έχουν  την συνήθη διαμονή τους εντος της ΕΕ , και στις περιπτώσεις όπου εναγόμενος που ανήκει στην κατηγορία των «αδυνάτων» και παρίσταται ενώπιων δικαστηρίου που δεν έχει δικαιοδοσία , η γνώμη μας είναι ότι δεν εισήγαγε κάποια σημαντική καινοτομία .

* ο Δελημάτσης Κωνσταντίνος είναι φοιτητής νομικής στο πανεπιστήμιο Λευκωσίας της Κύπρου



[1] Πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την αναδιατύπωση του κανονισμού ΕΚ 44/2001 για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις COM(2010) 748 τελικό Βρυξέλλες, 14.12.2010

[2] Ο ΕΚ 44/2001 εφαρμόζεται στην ΕΕ από τις 22.12.2001

[3] 1. Justice and Home Affairs – Press conference

Thursday, December 6, 2012 at 18.00 http://video.consilium.europa.eu/webcast.aspx?ticket=775-979-12240, Βλ.Επίσης  . Συνέντευξη Τύπου Προεδρίας ΕΕ Υπ.Εσωτερικών Κυπριακής Δημοκρατιας Ελένη μαύρου  http://video.consilium.europa.eu/webcast.aspx?ticket=775-979-12210

[4] Άρθρα 45-51 ΕΚ1215/2012

[5] Γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής ΕΕ C 218 της 23.7.2011 σελ.78 παρ.4.4 και 4.4.1

[6] Κωδικοποίηση της νομολογίας του ΔΕΕ στην απόφαση Marco Gambazzi κατά DaimlerChrysler Canada Inc. και CIBC Mellon Trust Company C-394/07

[7] Άρθρα 74,75,76

[8] Άρθρο 6

[9] Οπ. Υποσημ.30

[10] Άρθρα 33,34

[11] Άρθρο 7.1(4)

[12] Σημειώνουμε ότι ο εν λόγο φορέας είναι ΝΠΙΔ , οπότε οι πρόνοιες του κανονισμού τυγχάνουν εφαρμογής

[13] Εδώ ο κανονισμός προσπαθεί να παρεκκλίνει της νομολογίας του ΔΕΕ η οποία όριζε η μοναδική περίπτωση κατά την οποία ο εναγόμενος δεν ενεργοποιεί την δικαιοδοσία δικαστηρίου είναι αυτή που προβλεπόταν στο Άρθρο 24 του ΕΚ 44/2001 δηλαδή η αμφισβητήσει της δικαιοδοσίας C-111/09, Česká podnikatelská pojišťovna as, Vienna Insurance Group v Michal Bilas

[14] Άρθρο 26

[15] Η καθιέρωση της ανεξαρτησίας της συμφωνίας παρέκτασης αποτελεί κωδικοποίηση της απόφασης του ΔΕΕ Benincasa v Dentalkit, Case C-269/95

 

Share This Post

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Captcha * Time limit is exhausted. Please reload the CAPTCHA.