Περί των ερωτημάτων του δημοψηφίσματος για το νέο ΚΠολΔ

Σύμφωνα με το άρθρο 138 παρ. 1 του Ν. 4194/2013 – Κώδικας Δικηγόρων (Α’ 208), «[γ]ια θέματα ιδιαίτερης και κρίσιμης σημασίας για το δικηγορικό λειτούργημα ή τη λειτουργία της δικαιοσύνης, με απόφαση των 2/3 των μελών της Ολομέλειας των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων δύναται να προκηρυχθεί η διεξαγωγή πανελλαδικού δημοψηφίσματος δικηγόρων με μυστική ψηφοφορία».

Σημειωτέον καταρχάς ότι η εν λόγω διάταξη απαιτεί για τη διενέργεια πανελλαδικού δημοψηφίσματος δικηγόρων απόφαση των 2/3 των μελών (όχι των παρόντων) της ΟλΠΔΣΕ, δηλαδή, επί των εξήντα τριών (63) Δικηγορικών Συλλόγων ανά την επικράτεια, προκειμένου να είναι νόμιμη η προκήρυξη του δημοψηφίσματος, πρέπει να ψηφίσουν υπέρ αυτού τουλάχιστον σαράντα δύο (42) Δικηγορικοί Σύλλογοι.

Επί της ουσίας, το δημοψήφισμα της 2ας και 3ης Δεκεμβρίου 2014, με αφορμή το νομοσχέδιο για το νέο Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, θέτει, εν προκειμένω, σοβαρά ζητήματα, ενόψει του τρόπου με τον οποίο διατυπώνονται τα σχετικά ερωτήματα. Συγκεκριμένα:

1) Το ερώτημα «αποδέχεσθε το Σχέδιο του ΚΠολΔ, ναι ή όχι;» είναι γενικό και δεν επιτρέπει την εξαγωγή ασφαλών συμπερασμάτων για τις επιμέρους ρυθμίσεις του νομοσχεδίου, εφόσον μάλιστα είναι αναμενόμενο πολλοί συνάδελφοι με κάποιες προβλέψεις του νομοσχεδίου να συμφωνούν και με κάποιες άλλες να διαφωνούν.

2) Όσοι συνάδελφοι απαντήσουν «όχι» καλούνται αυτομάτως να επιλέξουν ως μέσο κινητοποίησης την αποχή («αποχή διαρκείας» ή «αποχή στοχευμένη ή περιορισμένης διάρκειας»), δηλαδή δεν διατίθεται αυτοτελής επιλογή «όχι σε αποχή», με αποτέλεσμα:

α) κάποιος ο οποίος τάσσεται, εν όλω ή εν μέρει, κατά του νέου ΚΠολΔ αλλά και, εν γένει, κατά των αποχών να «αποκλείεται» εκ των πραγμάτων από τη διαδικασία, καθόσον δεν μπορεί να εκφραστεί, και

β) κάποιος ο οποίος τάσσεται κατά του νέου ΚΠολΔ και υπέρ των αποχών να αισθάνεται ότι προσβάλλεται η νοημοσύνη του, τη στιγμή που καλείται να συμμετάσχει σε ένα δημοψήφισμα στο οποίο δεν υπάρχει δυνατότητα έκφρασης της αντίθετης άποψης (όπως είθισται να συμβαίνει στα δημοψηφίσματα – παρωδίες μη δημοκρατικών καθεστώτων).

3) Η επιλογή «αποχή στοχευμένη ή περιορισμένης διάρκειας» είναι αόριστη, εμπεριέχει διάζευξη και δεν μπορεί να αποτυπώσει συγκεκριμένη βούληση του δικηγορικού σώματος προς τη μία ή την άλλη κατεύθυνση, με αποτέλεσμα η οριστική απόφαση να λαμβάνεται πάλι κυριαρχικά από τα αντιπροσωπευτικά όργανα των δικηγόρων (και όχι από τους ίδιους τους δικηγόρους, όπως θα ανέμενε κανείς, λόγω της ίδιας της φύσης του δημοψηφίσματος).

4) Δεν διατίθενται επιλογές για άλλες μορφές κινητοποιήσεων.

Ενόψει των ανωτέρω, ανακύπτει το δίλημμα:

α) Να συμμετάσχουμε στο δημοψήφισμα, «νομιμοποιώντας» τα αντιπροσωπευτικά όργανα των δικηγόρων να απευθύνονται με τέτοιο τρόπο στη νοημοσύνη επιστημόνων – συλλειτουργών στην απονομή της Δικαιοσύνης;

β) Να μη συμμετάσχουμε στο δημοψήφισμα, «νομιμοποιώντας» την πολιτική εξουσία να συναγάγει το συμπέρασμα ότι αδιαφορούμε ή, πολλώ δε μάλλον, ότι αποδεχόμαστε συνολικά το Σχέδιο του νέου ΚΠολΔ;

Καθένας ας αποφασίσει σύμφωνα με τη συνείδησή του, σταθμίζοντας και την επιρροή που εκτιμά ότι μπορεί να έχει το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος στην τελική έκβαση της προσπάθειας για ουσιώδεις τροποποιήσεις στο Σχέδιο του νέου ΚΠολΔ πριν από την ψήφισή του από τη Βουλή των Ελλήνων.


Αλέξανδρος Μαντζούτσος,
Δικηγόρος Αθηνών – Μέλος ΔΣ ΕΑΝΔΑ

Share This Post

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Captcha * Time limit is exhausted. Please reload the CAPTCHA.