Περί της συνταγματικότητας της ”ποσόστωσης” στην εισαγωγή των Μουσουλμάνων σε ΑΕΙ – ΤΕΙ

Βάσεις-2012-1Γράφει ο Καδήρ Αϊκούτ

Πριν το έτος 1995 η μόνη δυνατότητα πρόσβασης των μελών της μουσουλμανικής μειονότητας στην ελληνική τριτοβάθμια εκπαίδευση ήταν η ΕΠΑΘ αφού ελάχιστοι συμπολίτες μας ολοκλήρωναν τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση και οι περισσότεροι από αυτούς δεν ανταποκρινόταν στις απαιτήσεις των εξετάσεων για τα ΑΕΙ και τα ΤΕΙ της χώρας μας λόγω του χαμηλού επιπέδου της παρεχόμενης μειονοτικής εκπαίδευσης.

Η ΕΠΑΘ είχε ιδρυθεί με σκοπό την σταδιακή αντικατάσταση των δασκάλων που υπηρετούσαν στα μειονοτικά σχολεία. Το 1995 εισήχθηκε το μέτρο της ”ποσόστωσης” όπως ονομάζεται στα πλαίσια του οποίου ο Υπουργός Παιδείας και Θρησκευμάτων όριζε με απόφαση του ένα ποσοστό θέσεων (0,5 %) στην τριτοβάθμια εκπαίδευση για τα παιδιά των μουσουλμάνων της Θράκης. Παράλληλα προβλέφθηκε απαλλαγή από την υποχρεωτική βάση του 10 ανά εξεταζόμενο μάθημα. Έτσι εναρκτήριο σημείο αποτέλεσε ο νόμος 2341/1995 (δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ στις 02/10/1995) που όριζε ”χωριστό ποσοστό θέσεων για την εισαγωγή σε ΑΕΙ – ΤΕΙ αποφοίτων λυκείου που προέρχονται από τη μουσουλμανική μειονότητα της Θράκης”.

Πρόκειται για την εφαρμογή της Αμερικανικής θεωρίας της θετικής δράσης (affirmative action) ή αντίστροφης διακριτικής μεταχείρισης (reverse discrimination) με τη μορφή κυρίως της επιφύλαξης συγκεκριμένου αριθμού ή ποσοστού υπέρ μειονοτήτων οι οποίες για ιστορικούς, κοινωνικούς και λοιπούς λόγους βρίσκονται γενικά σε μειονεκτική θέση.

Τα ”θετικά μέτρα” γεννήθηκαν στις ΗΠΑ με νόμο του 1964 (Civil Rights Act 1964) ο οποίος αναφερόταν στην υιοθέτηση ”θετικών διακρίσεων” (positive discrimination) υπέρ ορισμένων κατηγοριών κοινωνικών ομάδων, όπως μειονότητες, γυναίκες και μαύροι.

Σε διεθνές επίπεδο η έννοια της ” θετικής δράσης” εμφανίστηκε για πρώτη φορά στη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών της 18ης Δεκεμβρίου 1979 για την εξάλειψη όλων των μορφών διάκρισης κατά των γυναικών. Σύμφωνα με την Σύμβαση αυτή, δεν θεωρείται ως πράξη διάκρισης η υιοθέτηση ειδικών πρόσκαιρων μέτρων που αποσκοπούν στην επίσπευση της εγκαθίδρυσης μιας πραγματικής ισότητας μεταξύ των ανδρών και γυναικών. Τα μέτρα αυτά πρέπει να καταργηθούν, μόλις επιτευχθούν οι αντικειμενικοί σκοποί στο θέμα της ισότητας ευκαιριών και μεταχείρισης . Η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου των ΗΠΑ έχει να επιδείξει πλήθος αποφάσεων που αφορούν προγράμματα – μέτρα θετικής δράσης.  Το ανώτατο δικαστήριο αν και προβληματίστηκε αρχικά για τη συνταγματικότητα τέτοιων μέτρων κατέληξε τελικά ότι είναι νόμιμα, κάτω από ορισμένες προϋποθέσεις, ήτοι να είναι προσωρινά μέτρα και να μπορούν αυτά να δικαιολογηθούν αντικειμενικά , όπως για λόγους πολιτικής ή για επιτακτικό δημόσιο συμφέρον. θέτοντας ωστόσο αυστηρά κριτήρια στην αποδοχή αυτών των μέτρων θετικής δράσεως. (βλ. σχετικά τις υποθέσεις University of California Regents v. Bakke του 1978, Unites Steelworkers of America v. Webber του 1979, Johnson v. Transportation Agency, Santa Clara Country του 1987 όπου εφαρμόζονται διάφορα συστήματα ”πσοστόσεων” ως μέτρα θετικής δράσης . )

To 1996 η προβολή σε σχετική ακυρωτική δίκη ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας (ΣΤ’ τμήμα με Πρόεδρο τον Αν. Μαρίνο και εισηγητή τον Σύμβολο Ν. Σακελλαρίου ο οποίος μειοψήφισε)  λόγων αντισυνταγματικότητας των παραπάνω ρυθμίσεων κρίθηκε ότι γίνεται χωρίς έννομο συμφέρον, αφού δεν είναι νοητή η επέκταση με τη δικαστική απόφαση των συνεπειών τους σε όλους τους Έλληνες πολίτες (ΣτΕ 3118/1996). Η απόφαση αφορούσε τη συνταγματικότητα της απόφασης του Υπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων η οποία είχε εκδοθεί κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 2, παρ.1 του ν. 2341/1995 και με την οποία καθοριζόταν χωριστό ποσοστό θέσεων 0,5 % επί του αριθμού των εισακτέων στα ΑΕΙ – ΤΕΙ και την ΑΣΕΤΕΜ / ΣΕΛΕΤΕ για τους υποψηφίους κατά τις γενικές εξετάσεις, οι οποίοι προέρχονταν από τη μουσουλμανική μειονότητα της Θράκης.

Το Δικαστήριο αποφάσισε -κατά πλειοψηφία- ότι δεν είχαν έννομο συμφέρον οι αιτούντες να προβάλλουν τους σχετικούς λόγους ακυρώσεως, «δοθέντος ότι η τυχόν αντισυνταγματικότητα της προσβαλλόμενης αποφάσεως, άγουσα εις την μη εφαρμογήν της ως ανισχύρου, κατ’ ουδέν ωφελεί τους αιτούντας, λαμβανομένου υπ’ όψιν ότι δεν είναι κατά το Σύνταγμα επιτρεπτή, ούτε άλλωστε και λογικώς νοητή, στην συγκεκριμένη περίπτωση, η δια δικαστικής αποφάσεως επέκτασις των ευνοϊκών για την μουσουλμανική μειονότητα της Θράκης ρυθμίσεων και εις την κατηγορίαν στην οποίαν ανήκουν οι ήδη αιτούντες».

Oι προσφεύγοντες ενώπιον Στε είχαν επικαλεστεί την αντισυνταγματικότητα του σχετικού νόμου επειδή εισήγαγε αδικαιολόγητη ευνοϊκη μεταχείριση με βάση το θρησκευτικό κριτήριο σε σχέση με τους λοιπούς υποψηφίους που ήταν κάτοικοι της ίδιας ακριτικής περιοχής. To σκεπτικό του ΣτΕ ήταν ότι σε διαφορετική περίπτωση θα αυξανόταν ο ανταγωνισμός, αντίληψη που πολύ δύσκολα συμβιβάζεται με τη λήψη θετικού μέτρου το οποίο υιοθετήθηκε ακριβώς επειδή υπήρχε τεκμήριο πως η συγκεκριμένη ομάδα δεν θα μπορούσε να ανταγωνιστεί επί ίσοις όροις με τους υπόλοιπους υποψηφίους.

Μην ξεχνάμε οτι παρόμοια μέτρα θετικής δράσης προβλέπονται και υπέρ άλλων μειονεκτούντων ομάδων πληθυσμού (π.χ. γυναίκες και ανάπηροι στις εργασιακές σχέσεις). Έτσι π.χ. το ΣτΕ έκρινε ότι η διάταξη του άρθρου 75 του ν. 2910/2001 σχετικώς με τη θέσπιση από τον νομοθέτη θετικών μέτρων για την αντιμετώπιση του ζητήματος υπο-εκπροσώπησης των γυναικών στον χώρο της πολιτικής δράσης ήταν σύμφωνη με το Σύνταγμα. Συμφώνως προς την εν λόγω διάταξη, ο αριθμός των υποψηφίων συμβούλων των συνδυασμών που συμμετέχουν στις δημοτικές και νομαρχιακές εκλογές από κάθε φύλο πρέπει να ανέρχεται σε ποσοστό ίσο τουλάχιστον με το 1/3 του συνολικού αριθμού των υποψηφίων κάθε συνδυασμού.

Η επιλογή όμως διαφόρων τρόπων ρυθμίσεων πρέπει να κινείται μέσα στα όρια που διαγράφονται από την αρχή της ισότητας και τα οποία αποκλείουν τόσο την έκδηλη άνιση μεταχείριση, είτε με τη μορφή της εισαγωγής ενός καθαρά χαριστικού μέτρου ή ενός προνομίου μη συνδεομένου προς αξιολογικά κριτήρια, είτε με τη μορφή της επιβολής μιας αδικαιολόγητης επιβαρύνσεως ή της αφαιρέσεως δικαιωμάτων που αναγνωρίζονται ή παρέχονται από προυφιστάμενο ή συγχρόνως τιθέμενο γενικότερο κανόνα, όσο και την αυθαίρετη εξομοίωση διαφορετικών καταστάσεων ή την ενιαία μεταχείριση προσώπων που βρίσκονται κάτω από διαφορετικές συνθήκες με βάση όλως τυπικά ή συμπτωματικά ή άσχετα μεταξύ τους κριτήρια.

Ο Άρειος Πάγος (ΑΠ ) από την πλευρά του θεωρεί ότι το άρθρο 4, παρ.1 του Συντάγματος καθιερώνει όχι μόνο την ισότητα των Ελλήνων ενώπιον του νόμου αλλά και έναντι αυτών ισότητα του νόμου. Έτσι δεσμεύει και τον νομοθέτη , ο οποίος στη ρύθμιση ουσιωδώς όμοιων πραγμάτων, σχέσεων ή καταστάσεων και κατηγοριών προσώπων δεν δύναται να μεταχειρίζεται τις περιπτώσεις αυτές κατά τρόπο ανόμοιο, εισάγοντας εξαιρέσεις και κανόντας εν γένει διακρίσεις εκτός αν η διαφορετική ρύθμιση δεν είναι αυθαίρετη, διότι επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος, η συνδρομή των οποίων υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων.

Συνεπώς εάν γίνει με νόμο δικαιολογημένη ειδική ρύθμιοση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλεισθεί από τη ρύθμιση αυτή, κατ’ αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση, άλλη κατηγορία προσώπων, ως προς την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος, που δικαιολογεί την ειδική εκείνη μεταχείριση, η διάταξη που εισάγει τη δυσμενή αυτή διάκριση είναι ανίσχυρη ως αντισυνταγματική. Πορς αποκατάσταση δε της συνταγματικής αρχής της ισότητας πρέπει να εφαρμοσθεί και για εκείνους εις βάρος των οποίων έγινε η δυσμενής διάκριση, η διάταξη που ισχύει για την κατηγορία υπέρ της οποίας εθεσπίσθη η ειδική ρύθμιση.

* ο Καδήρ Αϊκούτ είναι ασκούμενος δικηγόρος

Share This Post

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Captcha * Time limit is exhausted. Please reload the CAPTCHA.