Παρατηρήσεις σχετικά με την νέα ρύθμιση του κατ’ οίκον περιορισμού

κελι εσωτερικοΓράφει ο Σίσκος Παναγιώτης

Δημοσιεύτηκε στις 28 Απριλίου 2014 στην εφημερίδα της Κυβερνήσεως το προεδρικό διάταγμα για τις λεπτομέρειες του κατ’ οίκον περιορισμού με ηλεκτρονική επιτήρηση. Ο εν λόγω θεσμός είχε εισέλθει στη νομοθεσία μας με το ν. 4205/2013 ο οποίος είχε τροποποιήσει τα σχετικά άρθρα του Ποινικού Κώδικα, του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας και του Σωφρονιστικού Κώδικα.

Η φύση του κατ’ οίκον περιορισμόύ φαίνεται να είναι διπλή, κατά τρόπον ώστε ο εν λόγω θεσμός να διαδραματίζει άλλοτε το ρόλο του περιοριστικού όρου, άλλοτε εκείνον της «οιονεί εναλλακτικής ποινής».

Ειδικότερα, κατά το στάδιο της προδικασίας, σε περίπτωση τέλεσης κακουργήματος (ή σε εξαιρετικές περιπτώσεις του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια κατά συρροή), το εν λόγω μέτρο του κατ’ οίκον περιορισμού υπό ηλεκτρονική επιτήρηση προβλέπεται ως περιοριστικός όρος, επικουρικός της προσωρινής κράτησης.

Εξάλλου, η νεοπαγής ρύθμιση φαίνεται να φέρει και χαρακτήρα «εκούσιας οιονεί εναλλακτικής ποινής», δεδομένου ότι προβλέπεται παράλληλα με τον γνωστό θεσμό της υπό όρον απόλυσης και η «απόλυση καταδίκων υπό τον όρο του κατ’ οίκον περιορισμού υπό ηλεκτρονική επιτήρηση». Πρακτικά δηλαδή, ο καταδικασμένος εξέρχεται της φυλακής μετά από ένα ορισμένο χρονικό διάστημα, προκειμένου να εκτίσει το υπόλοιπο της ποινής στην οικία του.

Στο δημοσιευθέν προεδρικό διάταγμα προβλέπεται ότι η υλοποίηση, λειτουργία και συντήρηση του συστήματος ηλεκτρονικής επιτήρησης ανατίθεται σε φυσικό ή νομικό πρόσωπο (“ανάδοχος”). Ο ανάδοχος οφείλει μεταξύ άλλων να διατηρεί κέντρο ελέγχου και επιτήρησης στην Αθήνα, που λειτουργεί καθημερινώς, αδιαλείπτως και σε 24ωρη βάση με επαρκές διοικητικό και τεχνικό προσωπικό. Για την τοποθέτηση της συσκευής επιτήρησης και τη διαχείριση του συστήματος απαιτείται η καταβολή του κόστους λειτουργίας των μέσων ηλεκτρονικής επιτήρησης. Η δαπάνη αυτή βαρύνει τον κρατούμενο ή υπόδικο και καταβάλλεται σε λογαριασμό Τράπεζας εδρεύουσας στην Ελλάδα, που υποδεικνύει ο ανάδοχος. Σε περίπτωση ολικής ή μερικής αποδεδειγμένης οικονομικής αδυναμίας του επιτηρούμενου να καταβάλει το σύνολο ή μέρος του κόστους λειτουργίας των μέσων ηλεκτρονικής επιτήρησης, αυτό βαρύνει, εν όλω ή εν μέρει, το Δημόσιο. Η τοποθέτηση των συσκευών ηλεκτρονικής επιτήρησης δεν εξαρτάται στην περίπτωση αυτή από την προηγούμενη καταβολή του κόστους λειτουργίας.

Η συσκευή επιτήρησης τοποθετείται στο πόδι του επιτηρούμενου πάνω από την περιοχή του αστραγάλου και σε περίπτωση που λόγοι υγείας δεν το επιτρέπουν, τοποθετείται στον καρπό του χεριού. Η συσκευή πρέπει να εκπέμπει διαρκή σήματα στο κέντρο ελέγχου και επιτήρησης με την αναγκαία συχνότητα για την επαρκή

παρακολούθηση.

Ως παραβίαση του περιοριστικού όρου του κατ΄ οίκον περιορισμού με ηλεκτρονική επιτήρηση, την οποία οφείλει να διαπιστώνει ο ανάδοχος, θεωρείται: α) η απουσία σήματος από τον καθορισμένο χώρο για χρόνο που υπερβαίνει τα πέντε λεπτά, β) η καταστροφή ή αποσύνδεση της συσκευής επιτήρησης ή γ) η απειλή ή χρήση βίας κατά του προσωπικού του αναδόχου ή η άρνηση συνεργασίας με αυτό.

Σημειωτέον ότι ορθά η κατ’ οίκον επιτήρηση, δεν προβλέπεται να αποτελέσει το «καταφύγιο» όσων ετέλεσαν εγκλήματα με ιδιαιτέρως αυξημένη ποινική απαξία, όπως τις απλώς και ιδιαίτερα διακεκριμένες μορφές διακίνησης ναρκωτικών, εγκλήματα εσχάτης προδοσίας, συγκρότησης ή ένταξης κλπ. σε εγκληματική οργάνωση,  τρομοκρατικών πράξεων, βιασμού, καθώς και κάποιες υποπεριπτώσεις της κατάχρησης σε ασέλγεια, της αποπλάνησης παιδιών, της κατάχρησης ανηλίκων σε ασέλγεια, της πορνογραφίας ανηλίκων της ασέλγειας με ανήλικο έναντι αμοιβής, της ληστείας και της ανθρωποκτονίας από πρόθεση (η εν βρασμώ ψυχικής ορμής βέβαια δύναται να στηρίξει την νέα υπό όρον απόλυση).

 

 

ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΕΠΙ ΤΗΣ ΝΕΑΣ ΡΥΘΜΙΣΕΩΣ

 

Η νεοπαγής ρύθμιση του κατ’ οίκον περιορισμού με ηλεκτρονική επιτήρηση φαίνεται ότι εισήχθη με αφορμή το γεγονός ότι τα τελευταία χρόνια το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου καταδίκασε αρκετές φορές τη χώρα μας εξαιτίας της παραβίασης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων των κρατουμένων, υποδίκων και φυλακισμένων, κατόπιν προσφυγής των τελευταίων. Οι συνθήκες τήρησης στα διάφορα καταστήματα κράτησης και στις φυλακές κρίθηκε ότι ήταν απάνθρωπη, ανθυγιεινή και εξευτελιστική για ανθρώπινη όντα, με πολλούς κρατουμένους, υπόδικους και καταδικασμένους να βρίσκονται στοιβαγμένοι σε κελιά δυσανάλογα μικρών διαστάσεων.

Ήδη με την εισαγωγή της νέας ρύθμισης στο ελληνικό δίκαιο είχα τοποθετηθεί θετικά υπέρ αυτής διότι η νέα ρύθμιση του κατ’ οίκον περιορισμού φαίνεται ορθή, συνάδουσα ίσως καλύτερα προς τις επιταγές ενός εκ των σκοπών της ποινής, ήτοι της ειδικής πρόληψης (δηλαδή του σωφρονισμού και της καλυτέρευσης του κατηγορουμένου), διότι είναι αμφίβολο εάν υπό απάνθρωπες και εξευτελιστικές συνθήκες κράτησης δύναται ο καταδικασθείς να καλυτερεύσει και να σωφρονιστεί. Εξάλλου, και από άποψη οικονομική δύναται αφενός να αποτρέψει τη χώρα μας από νέες καταδίκες από το ΕΔΔΑ αφετέρου να ελαφρύνει τις δαπάνες του κρατικού προϋπολογισμό αναφορικά με τη συντήρηση των εγκλείστων υποδίκων ή καταδικασμένων.

Είναι γεγονός ότι πέρα από θετικούς σχολιασμούς, οι ως άνω απόψεις μου έτυχαν και αρνητικής κριτικής, με τη σκέψη ότι εφόσον το κράτος δεν είναι σε θέση να έχει ανθρώπινες φυλακές, ας μην τους έχει φυλακισμένους στο σπίτι αλλά ας τους έχει τελείως ελεύθερους. Και ότι επίσης δεν είναι δυνατόν ο θεσμός της κατ’ οίκον φυλάκισης να εξυπηρετεί εισπρακτικά συμφέροντα του κράτους (διότι όποιος δεν είναι σε θέση να πληρώσει, αναγκαστικά θα οδηγείται στις φυλακές και δεν θα διατηρείται απλώς έγκλειστος στο σπίτι του).

Παρά τις αντιδράσεις αυτές, συνεχίζω και εμμένω στην άποψή μου για τους εξής λόγους:

Πρώτον, οι νέες ρυθμίσεις φαίνεται να συνάδουν προς την προστασία των προσωπικών δεδομένων  και του ιδιωτικού απορρήτου, διότι από το προεδρικό διάταγμα προκύπτει ότι ουδεμία κάμερα στο σπίτι του ή στον περίγυρο του σπιτιού του καταδικασθέντος θα τίθεται, παρά μόνο μία συσκευή στο χέρι του ή στο πόδι του (βραχιολάκι) από το οποίο θα εκπέμπεται σήμα για το πότε ο δράστης βρίσκεται εντός του καθορισμένου πεδίου. Αυτός ο τρόπος επιτήρησης, ο οποίος το μόνο που θα δείχνει στα όργανα της επιτήρησης είναι εάν ο καταδικασθείς βρίσκεται μέσα ή έχει ξεφύγει από το πεδίο της επιτήρησης δεν μου φαίνεται προβληματικός. Προς επίρρωση αυτού εξάλλου ας αναφερθεί ότι ο κατ’ οίκον περιορισμός δεν επιβάλλεται εξαναγκαστικά αλλά κατόπιν αίτησης του δράστη.

Δεύτερον, οι λύσεις για κάποιον στον οποίο επιβάλλεται ποινή που ούτε να ανασταλεί ούτε να μετατραπεί μπορεί, φαίνεται πως είναι τρεις: 1) Εγκλεισμός σε άθλιες συνθήκες κράτησης 2) Κατ’ οίκον περιορισμός 3) Πλήρης ελευθερία.

Μεταξύ αυτών ορθότερο θεωρώ το δεύτερο μέγεθος. Όπως έχει ειπωθεί, (από τον Μανωλεδάκη) το Ποινικό δίκαιο πρέπει από τη μια να προστατεύει τα έννομα αγαθά και από τη άλλη να εγγυάται τις ελευθερίες και τα δικαιώματα του κατηγορουμένου. Άρα θα πρέπει να ανευρεθεί μια χρυσή τομή μεταξύ αυτών των δύο. Αν από τη μια έχεις έναν κατηγορούμενο που θέλεις να τον έχεις τελείως ελεύθερο, από την άλλη όμως έχεις και το θύμα του εγκλήματος -και γενικώς μια κοινωνία που θέλει να απονεμηθεί δικαιοσύνη. Πώς θα συμβιβαστούν αυτά τα δύο; Θεωρώ λοιπόν ότι καταρχήν το κράτος θα πρέπει να βελτιώσει το σωφρονιστικό σύστημα. Εάν όμως δεν μπορεί να το πράξει, η «χρυσή τομή» μεταξύ των ως άνω τριών λύσεων βρίσκεται (νομίζω) στο θεσμό της κατ’ οίκον επιτήρησης με ηλεκτρονικά μέσα, αρκεί αυτή να γίνεται με σεβασμό προς την προσωπικότητα και τα προσωπικά δεδομένα.

Τρίτον, σε ενδεχόμενη αντίρρηση ότι έτσι εξυπηρετείται ο εισπρακτικός μηχανισμός του κράτους, ας προσεχθεί ότι το νέο νομοθέτημα γράφει ότι ο καταδικασθείς κατηγορούμενος θα καταβάλει τα έξοδα της επιτήρησης και μάλιστα όχι υπέρ του κράτους αλλά σε τραπεζικό λογαριασμό υπέρ του επιτηρητή.

Τέταρτον, θα μπορούσε καταρχήν να εντοπιστεί ένα πρόβλημα ότι αυτός που θα έχει χρήματα να πληρώσει τα έξοδα της επιτήρησης θα πηγαίνει στο σπίτι του, ενώ αυτός που δεν έχει θα μπαίνει στην φυλακή με τις γνωστές συνθήκες κράτησης. Αυτό το πρόβλημα είναι σημαντικό και φαίνεται να διαφοροποιεί, ακόμα και στο ευαίσθητο πεδίο του ποινικού δικαίου, τους ανθρώπους σε οικονομικά εύρωστους και μη. Άλλωστε το ίδιο πρόβλημα δεν υπάρχει και στη μετατροπή της ποινής; Ή στην κατάθεση εγγύησης ως περιοριστικό όρο ή ως όρο αναστολής εκτέλεσης της ποινής σε περίπτωση άσκησης ενδίκου μέσου; Hστην κατάθεση παραβόλου για τα κατ’ έγκληση διωκόμενα εγκλήματα; Το εν λόγω πρόβλημα όμως αποτρέπεται με την πληρωμή εκ μέρους του κράτους των εξόδων επιτήρησης για όσους είναι αποδεδειγμένα άποροι. Και ορθά, διότι εφόσον δεν μπορεί το κράτος να τους βάλει σε ανθρώπινες φυλακές, ας τους πληρώσει τους τα έξοδα της επιτήρησης. Ειδάλλως θα οδηγούμασταν στο φαινόμενο οι οικονομικά ισχυροί να είναι στα σπίτια τους και οι λοιποί στις φυλακές.

ΩΣΤΟΣΟ ευελπιστώ ότι το νέο νομοθέτημα ετέθη πράγματι μόνον για «αγαθό σκοπό», για σκοπό ηθικό. Για να αποτρέψει και νέες καταδίκες από το ΕΔΔΑ και προκειμένου να αποσυμφορηθούν και να γίνουν πιο ανθρώπινες οι φυλακές. ΜΕ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΖΕΙ το γεγονός ότι δεν εξαιρούνται από το θεσμό της κατ’ οίκον επιτήρησης και όσοι ετέλεσαν οικονομικά εγκλήματα (απάτη, απιστία, ξέπλυμα βρώμικου χρήματος κλπ.) κατά του Δημοσίου, οι οποίοι μάλιστα, έχοντας αποκτήσει πλούτο ως προϊόν των εγκλημάτων τους εναντίον του δημοσίου συμφέροντος, ουδόλως θα δυσκολευτούν οικονομικά να πληρώσουν για να μείνουν στο σπίτι τους και να μην οδηγηθούν στη φυλακή.

ΘΕΩΡΩ ότι ως προς αυτούς, προκειμένου να μην σκανδαλίζεται η κοινή γνώμη, θα έπρεπε να προβλέπεται μεταξύ των λοιπών προϋποθέσεων του κατ’ οίκον περιορισμού με ηλεκτρονική επιτήρηση και η επιστροφή των χρηματικών ποσών (ή έστω μέρους αυτών) τα οποία κατά περίπτωση οι δράστες επωφελήθηκαν εις βάρος του κοινού συμφέροντος.

 

* ο   Σίσκος Παναγιώτης είναι Δικηγόρος και ΥπΜΔ Ποινικού Δικαίου ΑΠΘ

 

Share This Post

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Captcha * Time limit is exhausted. Please reload the CAPTCHA.