Παρακώλυση λειτουργίας κοινωφελών εγκαταστάσεων, παύση εργασίας και πρόκληση κοινής ανάγκης

Γράφει ο Σίσκος Παναγιώτης b0d33d6614c335faa3c49d8e880d860d_L

Σύμφωνα με το άρ. 293 «Όποιος με πρόθεση παρεμποδίζει τη λειτουργία καταστήματος ή εγκατάστασης που εξυπηρετούν την προμήθεια νερού, φωτισμού, θερμότητας ή κινητήριας δύναμης στο κοινό τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών (δηλαδή 3 μήνες έως 5 χρόνια). Αν η πράξη τελέστηκε από αμέλεια, επιβάλλεται φυλάκιση μέχρι 6 μηνών.»

Το έγκλημα τελείται είτε από υπάλληλο είτε από τρίτο πρόσωπο. Βασική προϋπόθεση τέλεσής του είναι η παρεμπόδιση της λειτουργίας καταστήματος ή εγκατάστασης να λαμβάνει χώρα με θετική ενέργεια (π.χ. με κατέβασμα διακόπτη), ενώ αποκλείεται η τέλεση αυτού διά παραλείψεως (π.χ. όταν ο υπάλληλος παραλείπει να ασκήσει τα καθήκοντά του, συμπεριφορά η οποία φαίνεται να εμπίπτει στο άρ. 294 ΠΚ για το οποίο γίνεται λόγος παρακάτω).

Το έγκλημα είναι αφηρημένης διακινδύνευσης, δηλαδή αρκεί για την τιμώριση η εν λόγω θετική συμπεριφορά χωρίς να είναι απαραίτητο να έχει επέλθει ή να είναι δυνατόν να επέλθει οποιοσδήποτε κίνδυνος ή βλάβη. Ο νομοθέτης δηλαδή έχει κρίνει ότι μια τέτοια συμπεριφορά εκ των πραγμάτων περικλείει κίνδυνο.

Ειδικά για εκείνους τους υπαλλήλους που εξαιτίας κάποια απεργίας παραλείπουν να ασκήσουν τα καθήκοντά τους  με αποτέλεσμα να προκληθεί πραγματικά κατάσταση κοινής ανάγκης προβλέπει το άρ. 294 ΠΚ. Σύμφωνα με αυτό   «Με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών (δηλαδή 3 μηνών έως 5 ετών) τιμωρείται όποιος, ενώ διαρκεί η σχέση της σύμβασης εργασίας, με πρόθεση παύει να εργάζεται χωρίς να προειδοποιήσει έγκαιρα τον εργοδότη του και την αρμόδια αστυνομική αρχή ή παρελκύει κακόβουλα την εργασία του και γίνεται υπαίτιος μιας από τις πράξεις των άρθρων 292 (παρακώλυση συγκοινωνιών) ή 293 (βλ. παραπάνω) από τις οποίες προξενείται κατάσταση κοινής ανάγκης.

Από το γράμμα της διάταξης προκύπτει ότι δράστης του εγκλήματος μπορεί να είναι μόνον ο υπάλληλος ή εργάτης που διακόπτει ή δεν συνεχίζει την εργασία του. Σημειωτέον ότι έχει εκφραστεί η άποψη ότι σε περίπτωση απεργίας εμπίπτει μόνον η περίπτωση παράνομης και όχι η περίπτωση νόμιμης απεργίας. Ο νόμιμος ή παράνομος χαρακτήρας της απεργίας φαίνεται ότι αποτελεί σε κάθε περίπτωση  προδικαστικό ζήτημα για το οποίο αποφαίνεται το ποινικό δικαστήριο παρεμπιπτόντως.

Πέρα από την παύση της εργασίας, στη διάταξη εμπίπτει και η λεγόμενη «λευκή απεργία», δηλαδή η με διάφορες ενέργειες ή παραλείψεις σκόπιμη επιβράδυνση της εργασίας, η οποία απαιτείται να πραγματοποιείται κακόβουλα.

Περαιτέρω προϋπόθεση τέλεσης του εγκλήματος είναι η μη έγκαιρη προειδοποίηση του εργοδότη και της αρμόδιας αστυνομικής αρχής. Η εν λόγω ρύθμιση αποσκοπεί στο να ενημερωθούν εγκαίρως οι ως άνω φορείς ώστε να λάβουν εγκαίρως τα αναγκαία μέτρα.

Τέλος, για το εν λόγω έγκλημα απαιτείται οπωσδήποτε η πραγματική πρόκληση κατάστασης κοινής ανάγκης η οποία φαίνεται να υπάρχει όταν δημιουργούνται δυσχερείς συνθήκες για μεγάλα τμήματα του πληθυσμού σε περίπτωση εκτάκτων συμβάντων π.χ όταν από την παύση λειτουργίας των εγκαταστάσεων μία ολόκληρη μεγάλη πόλη στερείται ύδατος, φωτός κλπ. (Γ.Δανιήλ σε Α. Χαραλαμπάκη, ΕρμΠΚ, ΙΙ, σελ. 864).

Βαρύτερη εγκληματική μορφή περιγράφεται στο άρ. 295 ΠΚ το οποίο προβλέπει κάθειρξη 5-20 χρόνων εάν από την με πρόθεση πράξη του δράστη του άρ. 293 (και 292 ΠΚ), προέκυψε από αμέλειά του πραγματικά κατάσταση κοινού κινδύνου. Η δυσμενέστερη ποινική μεταχείριση φαίνεται να περιλαμβάνει  μόνον εκείνον που με θετική ενέργεια (π.χ. κατέβασμα διακόπτη)  οδήγησε σε κατάσταση κοινού κινδύνου και να αποκλείει εκείνον που με παράλειψη (π.χ. εξαιτίας απεργίας) υπήρξε υπαίτιος της κατάστασης κοινού κινδύνου.

Πηγή: siskoslaw.gr

*ο Σίσκος Παναγιώτης είναι Δικηγόρος και ΜΔ Ποινικού Δικαίου ΑΠΘ

Share This Post

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Captcha * Time limit is exhausted. Please reload the CAPTCHA.