Παιδιά – μαχητές πολέμου : η περίπτωση της Συρίας

photo

Ο Ahmed  είναι πολύ μικρός  για να είναι σε θέση να κρατά σωστά ένα όπλο, ωστόσο αυτό το 8χρονο παιδί είναι ήδη ένας μαχητής στον εμφύλιο πόλεμο της Συρίας.

Η πιο κάτω  φωτογραφία που  είναι τραβηγμένη από τον Sebastiano Tomada  στην περιοχή Salaheddin στο Χαλέπι χρησιμοποιήθηκε από τα περισσότερα Διεθνή Μέσα Ενημέρωσης για να υπενθυμίσει στους αναγνώστες τον απάνθρωπο χαρακτήρα του πολέμου.

Το παιδί μίλησε στην κάμερα της Βρετανικής Daily Telegraph, περιγράφοντας τη φρικτή πραγματικότητα του πολέμου.

«Κατέληξα να βοηθάω τον θείο μου και τους συντρόφους του, επειδή δεν έχω άλλη επιλογή, δεν υπάρχει σχολείο, οι γονείς μου είναι νεκροί, ποια επιλογή έχω;» είπε.

Η μητέρα και ο πατέρας του μικρού έχασαν τη ζωή τους κατά τη διάρκεια μιας μάχης στο Salaheddin.

Φορά ένα κόκκινο πουλόβερ και μαύρο παντελόνι. Τα ρούχα του είναι η επίσημη ενδυμασία για τους μαθητές. Ωστόσο αντί να βρίσκεται στο σχολείο είναι στην πρώτη γραμμή της μάχης.

«Πάντα υπάρχει κάτι να κάνουμε εδώ, δεν  έχω βαρεθεί ποτέ. Οι μάχες είναι πιο ήρεμες από πέρυσι ωστόσο οι  ελεύθεροι σκοπευτές εξακολουθούν να είναι ένα μεγάλο πρόβλημα.»

Στο βίντεο, ο Ahmed φαίνεται να χαλαρώνει καπνίζοντας ένα τσιγάρο. Είναι αγέλαστος και δείχνει αδιάφορος ενώ αναφέρεται στην ιστορία της χαμένης νιότης του.

Όταν η Daily Telegraph επισκέφθηκε μια ομάδα ανταρτών στο Salaheddin τον περασμένο μήνα, είχαν χάσει τρεις άνδρες, δύο εκ των οποίων κάτω των 18 ετών.

«Δεν υπάρχει χρονοδιάγραμμα εδώ στο Salaheddin» καταλήγει αναγνωρίζοντας ότι η ζωή του έχει αλλάξει τόσο πολύ μετά το θάνατο των δικών του.

Ο πόλεμος στα μάτια του νεαρού Ahmed δείχνει το πιο σκληρό του πρόσωπο.boysoldier

Σχετικά με το νομικό καθεστώς των παιδιών – μαχητών πολέμου :

Η στρατολόγηση και χρησιμοποίηση παιδιών ως στρατιώτες αποτελεί μια από τις πιο ανησυχητικές τάσεις στις εμπόλεμες συρράξεις και μια από τις πιο άγριες πτυχές του πολέμου. Σύμφωνα με έρευνα της Διεθνούς Αμνηστίας, τουλάχιστον τριακόσιες χιλιάδες. κορίτσια και αγόρια κάτω των δεκαοκτώ ετών στρατολογούνται σήμερα και υπηρετούν σε μονάδες, που πολεμούν για τις κυβερνητικές δυνάμεις ή για ένοπλες αντιστασιακές ομάδες σε περισσότερες από τριάντα χώρες, συμπεριλαμβανομένων της Ουγκάντα, της Λιβερίας, της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό, της Αγκόλα, του Ιράκ, του Αφγανιστάν και της Τσετσενίας. Η στρατολόγηση (‘recruitment) των παιδιών λαμβάνει διάφορες μορφές: κάποια παιδιά στρατολογούνται με τη βία (‘conscription’), απαγάγονται και εξαναγκάζονται να υπηρετήσουν στο στρατό για να προστατεύσουν τον εαυτό τους και την οικογένεια τους, και άλλα τέλος κατατάσσονται εθελοντικά (enlistment). Οι πηγές διεθνούς δικαίου για το παιδί μαχητή ποικίλλουν και περιλαμβάνουν συνθήκες, έθιμα και γενικές αρχές. Το διεθνές δίκαιο για την απαγόρευση χρησιμοποίησης των παιδιών σε ένοπλες συγκρούσεις διακρίνεται σε τέσσερις κατηγορίες: διεθνές ανθρωπιστικό δίκαιο, δίκαιο ανθρωπίνων δικαιωμάτων, διεθνές ποινικό και τέλος διεθνές εργατικό δίκαιο. Τα διεθνή νομικά κείμενα έχουν στόχο την πρόληψη της στρατολόγησης των παιδιών και την διασφάλιση της αποστράτευσης και επανένταξής τους μετά την απελευθέρωσης τους από τις ένοπλες δυνάμεις και ομάδες. Συγκεκριμένα, προστατεύουν τα παιδιά στις ένοπλες συγκρούσεις, προλαμβάνουν τη στρατολόγηση τους και διασφαλίζουν την απελευθέρωση τους από τις άνω ομάδες, τα επανεντάσσουν στην οικογένεια και την τοπική κοινότητα και προβλέπουν ποινική δίωξη εναντίον των υπευθύνων για τη χρήση παιδιών για στρατιωτικούς σκοπούς. Όλες οι συνθήκες ανθρωπίνων δικαιωμάτων προστατεύουν μεταξύ των ενηλίκων και τα παιδιά και σε περιόδους συγκρούσεων το δίκαιο ανθρωπίνων δικαιωμάτων διεκδικεί εφαρμογή παράλληλα με το διεθνές ανθρωπιστικό δίκαιο. Στην πράξη, το δίκαιο ανθρωπίνων δικαιωμάτων συμπληρώνει το διεθνές ανθρωπιστικό δίκαιο, αν και το τελευταίο είναι πιο εξειδικευμένο και λεπτομερές σε αρκετούς τομείς από το πρώτο. Οι κανόνες ανθρωπίνων δικαιωμάτων εμφανίζονται πιο χρήσιμοι όταν σε μια σύγκρουση δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις εφαρμογής των Συμβάσεων της Γενεύης και συγκεκριμένα τα Πρόσθετα Πρωτόκολλα ή το κοινό άρθρο 3 των τεσσάρων Συμβάσεων της Γενεύης. Κοινό σημείο των δύο νομικών καθεστώτων αποτελεί ο αδιάκριτος σεβασμός προς κάθε ανθρώπινη ύπαρξη, η προστασία της ζωής, της αξιοπρέπειας και της ανθρώπινης φύσης και η διακήρυξη των αρχών της ελευθερίας και της δικαιοσύνης. Η κύρια διαφορά τους είναι ότι το πρώτο προστατεύει τις παραπάνω αξίες κυρίως σε περιόδους ειρήνης, ενώ το δεύτερο εν καιρώ πολέμου . Tο διεθνές ανθρωπιστικό δίκαιο προστατεύει τα παιδιά σε δύο περιπτώσεις. Πρώτον, παρέχει ειδική προστασία στα παιδιά, ως ιδιαίτερα ευάλωτη κατηγορία του άμαχου πληθυσμού και δεύτερον, καταδικάζει τη στρατολόγηση και χρήση παιδιών σε στρατιωτικές επιχειρήσεις. Η αρχή ότι τα παιδιά χρήζουν ειδικής μεταχείρισης και προστασίας εν καιρώ πολέμου μπορεί να θεωρηθεί κανόνας του διεθνούς εθιμικού δικαίου, καθώς κρατική πρακτική και πεποίθηση δικαίου (‘opinio juris’) τον επιβεβαιώνουν.

Για πρώτη φορά το 1977, τα δύο πρόσθετα Πρωτόκολλα των Συμβάσεων της Γενεύης του 1949 αναφέρθηκαν ρητά στη συμμετοχή των παιδιών σε ένοπλες συγκρούσεις και στο φαινόμενο της παιδικής στρατολόγησης. Το Πρώτο Πρωτόκολλο καλεί τα μέρη να απέχουν από την επιστράτευση στις ένοπλες δυνάμεις τους παιδιών κάτω των δεκαπέντε ετών και επιπλέον να λάβουν όλα τα δυνατά μέτρα, για να διασφαλίσουν ότι τα άνω πρόσωπα δε θα συμμετέχουν άμεσα σε εχθροπραξίες. Κατά την στρατολόγηση ανάμεσα σε πρόσωπα άνω των δεκαπέντε ετών αλλά κάτω των δεκαοκτώ, τα Συμβαλλόμενα μέρη οφείλουν να προσπαθούν να δίνουν προτεραιότητα σε αυτά μεγαλύτερης ηλικίας. Το Δεύτερο Πρωτόκολλο, που εφαρμόζεται σε συγκρούσεις μη διεθνούς χαρακτήρα, ορίζει ότι τα παιδιά που δεν συμπλήρωσαν τα δεκαπέντε τους χρόνια δεν επιτρέπεται να στρατολογούνται, ούτε να λαμβάνουν μέρος σε εχθροπραξίες. Αντίθετα με το Πρώτο, το Δεύτερο Πρωτόκολλο παρέχει αυξημένη προστασία για τα παιδιά, περιέχοντας απόλυτη απαγόρευση συμμετοχής σε εχθροπραξίες και επεκτείνοντας τους περιορισμούς στρατολόγησης και σε άλλες ομάδες, πέραν των εθνικών ενόπλων δυνάμεων. Δεν επιτρέπει καμία μορφή συμμετοχής σε στρατιωτικές επιχειρήσεις, συμπεριλαμβανομένων πράξεων δολιοφθοράς και μεταφοράς τροφίμων και πολεμοφοδίων, και η στρατολόγηση καλύπτει όλους τους τρόπους, επίσημούς και μη, ένταξης του παιδιού σε ένοπλες δυνάμεις ή ομάδες. Περιλαμβάνει δηλαδή εξαναγκαστική στρατολόγηση και εθελοντική κατάταξη. Αυτό σημαίνει ότι τα μέρη οφείλουν να απέχουν από τη στρατολόγηση παιδιών κάτω των δεκαπέντε ετών, ακόμα και αν τα τελευταία προσφέρονται εθελοντικά να συμμετέχουν στις ένοπλες δυνάμεις. Αν και το Δεύτερο Πρόσθετο Πρωτόκολλο ρυθμίζει τη πιο σημαντική και διαδεδομένη μορφή ένοπλης σύγκρουσης, αυτήν με χαρακτήρα μη διεθνή, παρ’ όλα αυτά δεν εφαρμόζεται σε εσωτερικές ταραχές ή διαμάχες, στάσεις ή απομονωμένες και σποραδικές πράξεις βίας. Κατά συνέπεια, πολλά κράτη αρνούνται την εφαρμογή του Πρωτοκόλλου σε συγκρούσεις που λαμβάνουν χώρα στο έδαφος τους με τον ισχυρισμό ότι αυτές αποτελούν απλά εσωτερικές ταραχές . Για παράδειγμα οι συγκρούσεις στη Σομαλία, το Αφγανιστάν (υπό το καθεστώς των Ταλιμπάν) και τη Μυανμάρ δεν πληρούν τις προϋποθέσεις που θέτει το Πρωτόκολλο.

Κάποιοι μελετητές πιστεύουν ότι οι σχετικές διατάξεις των Συμβάσεων της Γενεύης και των Πρωτοκόλλων αποτελούν διεθνές εθιμικό δίκαιο, που εξακολουθουν να δεσμεύουν τα κράτη που δεν τα έχουν υπογράψει και επικυρώσει. Πραγματικά, το Εφετείο της Σιέρα Λεόνε κατέληξε στο συμπέρασμα ότι πολλές από τις διατάξεις του δευτέρου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου, συμπεριλαμβανομένων και των θεμελιωδών εγγυήσεων, είναι πλέον ευρέως αποδεκτές ως διεθνές εθιμικό δίκαιο από το 1996 (Υπόθεση Prosecutor v. Norman ). Για άλλους μελετητές, οι παραπάνω διατάξεις δεν έχουν αποκτήσει ακόμα χαρακτήρα εθιμικού δικαίου, καθώς δεν απολαμβάνουν καθολικής επικύρωσης. Πρακτικά, αυτό σημαίνει ότι διεκδικούν εφαρμογή μόνο όταν ένα κράτος που βρίσκεται σε σύγκρουση, εσωτερική ή διεθνή, αποτελεί συμβαλλόμενο μέρος στα Πρωτόκολλα και η σύγκρουση πληροί τις προϋποθέσεις που τα παραπάνω διεθνή ανθρωπιστικά κείμενα απαιτούν. Επιπλέον το άρθρο 32 της Διεθνούς Σύμβασης για τα δικαιώματα του παιδιού καλεί τα συμβαλλόμενα κράτη να αναγνωρίσουν το δικαίωμα του παιδιού να προστατεύεται από οικονομική εκμετάλλευση και από την εκτέλεση οποιασδήποτε εργασίας, που ενέχει κινδύνους ή που μπορεί να εκθέσει σε κίνδυνο την εκπαίδευσή του ή να βλάψει την υγεία του ή τη σωματική, πνευματική, ψυχική, ηθική ή κοινωνική ανάπτυξή του. Η στρατολόγηση σε ένοπλές δυνάμεις και η στρατιωτική ζωή μπορεί να θέσει σε κίνδυνο την υγεία και ασφάλεια των παιδιών. Τα προγράμματα φυσικής αντοχής και στρατιωτικής εκπαίδευσης στη χρήση όπλων μπορούν να οδηγήσουν σε τραυματισμούς ή ακόμα και στο θάνατο και οι σχέσεις ισχύος στο στρατό αφήνουν συχνά έκθετους τους νεοσύλλεκτους σε εκφοβισμό, απειλές, κακοποιήσεις, ακόμα και βιασμούς. Σύμφωνα με το άρθρο 38 της Σύμβασης «τα Συμβαλλόμενα Κράτη αναλαμβάνουν την υποχρέωση να σέβονται και να διασφαλίζουν το σεβασμό στους κανόνες του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου, που εφαρμόζονται σε αυτό σε περίπτωση ένοπλης σύρραξης, και των οποίων η προστασία επεκτείνεται στα παιδιά». Η παραπάνω καινοτομική ενσωμάτωση του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου στο διεθνές δίκαιο ανθρωπίνων δικαιωμάτων επιβάλλει υποχρεώσεις, που έχουν ήδη αναληφθεί από τα κράτη αναφορικά με το παιδί εν καιρώ πολέμου σύμφωνα με το ανθρωπιστικό δίκαιο. Το άρθρο υπαγορεύει λοιπόν τη συμπεριφορά των κρατών σε περίοδο ένοπλης σύγκρουσης, επιτρέποντας ταυτόχρονα στην Επιτροπή των Ηνωμένων Εθνών για τα Δικαιώματα του Παιδιού να εξετάζει τυχόν συμμόρφωση των κρατών μελών με τους κανόνες του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου για την προστασία του παιδιού. Το άρθρο 38 απαγορεύει τη χρησιμοποίηση των παιδιών ηλικίας κάτω των δεκαπέντε ετών σε ένοπλη σύγκρουση, χωρίς να διακρίνει εάν το παιδί στρατολογήθηκε καταναγκαστικά ή κατατάχθηκε εθελοντικά, εάν η ένοπλη σύγκρουση έχει διεθνή ή μη διεθνή χαρακτήρα, είτε τέλος εάν αυτός που στρατολογεί είναι η ένοπλη αντιπολίτευση ή η ίδια η κυβέρνηση.Η Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Παιδιού (ΣΔΠ), αν και έχει επικυρωθεί παγκοσμίως, κάθε άλλο παρά εφαρμόζεται παγκοσμίως και οι διατάξεις της για τα παιδιά μαχητές δεν αποδείχθηκαν τόσο αποτελεσματικές, ώστε να αποτρέψουν τη συμμετοχή παιδιών σε ένοπλες συγκρούσεις και να αποθαρρύνουν κυβερνητικές δυνάμεις και ένοπλες αντιστασιακές ομάδες από τη στρατολόγηση ανηλίκων. Η ανεπάρκεια του υφιστάμενου νομικού πλαισίου-κυρίως αναφορικά με το όριο ηλικίας-όσον αφορά την παιδική στρατολόγηση οδήγησε στην υιοθέτηση του Προαιρετικού Πρωτοκόλλου της ΣΔΠ αναφορικά με τη συμμετοχή παιδιών σε ένοπλες συγκρούσεις με στόχο την αντιμετώπιση της κατάστασης. Αντίθετα με τη Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Παιδιού, το Πρωτόκολλο αυξάνει το κατώτατο όριο ηλικίας των παιδιών για την άμεση συμμετοχή σε εχθροπραξίες, την αναγκαστική στρατολόγηση και τη στρατολόγηση από μη κυβερνητικές ένοπλες δυνάμεις από τα δεκαπέντε στα δεκαοκτώ έτη. Συγκεκριμένα, καλεί τα κράτη να λάβουν όλα τα δυνατά μέτρα ώστε να διασφαλίσουν ότι παιδιά κάτω των δεκαοκτώ δεν θα συμμετέχουν άμεσα σε εχθροπραξίες.

Την 1η Ιουλίου 2002 απέκτησε σάρκα και οστά το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο, το πρώτο μόνιμο οικουμενικού χαρακτήρα διεθνές ποινικό δικαστήριο, η ίδρυση του οποίου αποτέλεσε ορόσημο ως προς την ποινική καταστολή των διεθνών εγκλημάτων και το σημαντικότερο βήμα διεθνούς συνεργασίας και πολυμερούς δικαιοσύνης μετά τα δικαστήρια της Νυρεμβέργης και του Τόκιο. Σύμφωνα με το Καταστατικό της Ρώμης ανάμεσα στα εγκλήματα πολέμου συγκαταλέγεται και το έγκλημα της παράνομης χρήσης σε εχθροπραξίες και στρατολόγησης ανήλικων στρατιωτών, τόσο σε διακρατικές όσο και σε εμφύλιες συγκρούσεις. Στα πλαίσια των διεθνών ενόπλων συγκρούσεων, έγκλημα πολέμου θεωρείται η στρατολόγηση παιδιών σε ηλικία κάτω των δεκαπέντε ετών σε εθνικές ένοπλες δυνάμεις ή η χρησιμοποίηση των παραπάνω με σκοπό την ενεργή συμμετοχή τους σε εχθροπραξίες. Ο ορισμός αυτός επαναλαμβάνεται και στις διατάξεις για τις μη διεθνούς χαρακτήρα ένοπλες συγκρούσεις, με την διαφορά ότι η στρατολόγηση στις εθνικές ένοπλες δυνάμεις αντικαθίσταται από τη στρατολόγηση σε ένοπλες δυνάμεις ή ομάδες. Για την πλήρωση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος δεν απαιτείται, όπως σε άλλα εγκλήματα πολέμου, το στοιχείο του εξαναγκασμού και της χρήσης βίας από τις ένοπλες δυνάμεις, ενώ ο εθελοντικός χαρακτήρας της στρατολόγησης και η συναίνεση του παιδιού δεν αίρουν το άδικο της πράξης. Αναφορικά με το βαθμό της επίγνωσης (υποκειμενική υπόσταση) που απαιτείται, έχει υποστηριχθεί ότι και μόνο η απόδειξη της εκ προθέσεως παράβλεψης της ηλικίας του παιδιού είναι αρκετή για να στοιχειοθετήσει ποινική ευθύνη του δράστη, σύμφωνα το Καταστατικό του ΔΠΔ. Αυτό συμβαίνει όταν, για παράδειγμα, ο κατηγορούμενος δεν ερευνά, ούτε εξετάζει την ηλικία του παιδιού, ακόμα και αν η τελευταία είναι προφανές ότι πλησιάζει το κατώτατο όριο ηλικίας, που κατοχυρώνεται στο διεθνές δίκαιο.

Πηγή: news247

Επιμέλεια – Νομικός σχολιασμός: Καδήρ Αϊκούτ

Share This Post

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Captcha * Time limit is exhausted. Please reload the CAPTCHA.