Οργάνωση και δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων

635024291318950000519CF3BE0FECE5EA9A18A302E7A29881Γράφει ο Κοκκινογέννης Ιωάννης

Εισαγωγή

Η δικαιοσύνη είναι μία από τις τρείς κρατικές λειτουργίες μαζί με την νομοθεσία και την διοίκηση. Βασική συνταγματική αρχή της δικαιοσύνης είναι η ανεξαρτησία, η οποία παρουσιάζεται σε δύο διαστάσεις.  Η μία αφορά την ανεξαρτησία ως προς την εκτελεστική εξουσία και η άλλη την ανεξαρτησία της ως προς την νομοθετική. Τούτο σημαίνει ότι η εκτελεστική εξουσία δεν μπορεί ούτε να επέμβει ούτε να καθορίσει το περιεχόμενο της αρμοδιότητας των διοικητικών οργάνων. Αντίστοιχα, και οι επεμβάσεις του νομοθέτη είναι συγκεκριμένες απέναντι στον δικαστή, καθώς ο δεύτερος οφείλει μεν να υπακούει τον νόμο, χωρίς αυτό να τον δεσμεύει. Οι δικαστές απολαμβάνουν λειτουργικής και προσωπικής ανεξαρτησίας, κάτι το οποίο θα αναπτυχθεί αργότερα στα χαρακτηριστικά των δικαστηρίων. Ο δικαστής όταν ελέγχει τη συνταγματικότητα των νόμων δεν υποχρεούται να υπακούει σε εντολές αλλά μονάχα στην συνείδησή του. Ενδεχόμενες οδηγίες ανώτερων δικαστών προς τους κατώτερους υφίστανται, χωρίς όμως αυτές να τους δεσμεύουν τις αποφάσεις τους. Έτσι, όλοι οι δικαστές δρουν όπως τους υπαγορεύει η συνείδηση τους. Ωστόσο, οι αποφάσεις των ανώτερων δικαστηρίων παραμένουν σημαντικές για την λειτουργία του δικαστικού συστήματος και συχνά θεωρούνται ως υποδείγματα, φυσικά όχι με την έννοια της νομικής υποχρέωσης. Σύμφωνα με το άρθρο 26 παράγραφο 3 του Συντάγματος, η δικαστική λειτουργία ασκείται από τα δικαστήρια, οι αποφάσεις των οποίων εκτελούνται στο όνομα του Ελληνικού λαού. Τα δικαστήρια αφενός διακρίνονται σε πολιτικά, ποινικά και διοικητικά και αφετέρου σε τακτικά, ειδικά και μικτά.  Η πρώτη διάκριση γίνεται με το κριτήριο τη δικαιοδοσία τους σε υποθέσεις ορισμένης κατηγορίας. Τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια, έχουν αναλάβει την εκδίκαση των διοικητικών διαφορών ουσίας, τα πολιτικά δικαστήρια τις ιδιωτικές διαφορές και υποθέσεις εκούσιας διαδικασίας ενώ τα τακτικά ποινικά δικαστήρια την τιμωρία των εγκλημάτων όπως προβλέπουν οι ποινικοί νόμοι. Η δεύτερη διάκριση γίνεται με κριτήριο την ιδιότητα των δικαστών που τα συγκροτούν. Στα τακτικά δικαστήρια οι δικαστές είναι τακτικοί, δηλαδή έχουν τη νομική κατάσταση του δικαστικού λειτουργού και έχουν λειτουργική και προσωπική ανεξαρτησία.  Σήμερα, στα τακτικά δικαστήρια υπάγονται, το Συμβούλιο της Επικρατείας, ο Άρειος Πάγος, το Ελεγκτικό Συνέδριο, τα εφετεία, τα διοικητικά εφετεία, τα πρωτοδικεία, τα πλημμελειοδικεία, τα δικαστήρια ανηλίκων, τα διοικητικά πρωτοδικεία, τα ειρηνοδικεία και τα πταισματοδικεία. Στα ειδικά δικαστήρια οι δικαστές δεν έχουν πάντοτε την ιδιότητα του δικαστικού λειτουργού. Στα ειδικά δικαστήρια ανήκουν, τα στρατοδικεία, τα ναυτοδικεία, τα αεροδικεία, και το δικαστήριο λειών. Τα μικτά συγκροτούνται από δικαστικούς λειτουργούς αλλά και ενόρκους. Υπάρχει επίσης και άλλη μία διάκριση των δικαστηρίων με βάση τις προϋποθέσεις της σύστασης τους, σε εκείνα που προβλέπονται από πάγιες διατάξεις διαρκούς ισχύος.  Η οργάνωση των δικαστηρίων γίνεται με ειδικούς νόμους.

  Διακρίσεις των διοικητικών δικαστηρίων

Η διοικητική δικαιοσύνη στην Ελλάδα δεν είναι ενιαία οργανωμένη, αλλά λειτουργεί σε τέσσερα επίπεδα, εκ των οποίων τα τρία είναι διαρκή και το ένα ad hoc. Το σύνταγμα προβλέπει δύο ανώτατα διοικητικά δικαστήρια και τα άλλα τακτικά διοικητικά δικαστήρια πάντα ανάλογα με την δικαιοδοσία τους. Έτσι προκύπτουν, τα τακτικά πρωτοδικεία, τα τακτικά διοικητικά εφετεία και τα ανώτατα Συμβούλιο της Επικρατείας και το Ελεγκτικό Συνέδριο. Κάποια από τα ειδικά που είχαν συσταθεί παλαιότερα για παράδειγμα πρωτοβάθμιες και δευτεροβάθμιες επιτροπές φορολογικών διαφορών δήμων και κοινοτήτων, θα εξακολουθήσουν να υπάρχουν για ένα διάστημα έως ότου παύσουν να έχουν υποθέσεις, καθώς εκείνες σταδιακά θα μεταφέρονται στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια. Επομένως, ο διαχωρισμός σε ειδικά και τακτικά δικαστήρια σήμερα δεν είναι αναγκαίος, αφού τα πρώτα καταργήθηκαν όταν το 1983, ολοκληρώθηκε η υπαγωγή όλων των διοικητικών διαφορών ουσίας στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια.

Τα ειδικά διοικητικά δικαστήρια είχαν ειδική δικαιοδοσία μέχρι να καταργηθούν. Τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια αρχικά είχαν και αυτά ειδική δικαιοδοσία, έως ότου με συνταγματική επιταγή να αποκτήσουν τη γενική δικαιοδοσία επί διαφορών ουσίας, την οποία τότε είχαν τα πολιτικά δικαστήρια.

 Χαρακτηριστικά των διοικητικών δικαστηρίων  

Οι διατάξεις του Συντάγματος και οι νομοθετικές διατάξεις προσδιορίζουν τα χαρακτηριστικά των διοικητικών δικαστηρίων τα οποία συνίστανται στην προσωπική κατάσταση των δικαστών, την οργάνωση των δικαστηρίων, την έκταση της δικαιοδοσίας τους, την διαδικασία που ακολουθούν και τέλος τις συνέπειες των αποφάσεων τους.

Ένα από τα χαρακτηριστικά που ορίζει το άρθρο 87 παράγραφος 1 του Συντάγματος είναι ότι οι δικαστές των τακτικών δικαστηρίων χαίρουν λειτουργικής και προσωπικής ανεξαρτησίας, ώστε να επιτελούν τα δικαιοδοτικά τους καθήκοντα κατά εφαρμογή των κανόνων δικαίου με δική τους ανεπηρέαστη κρίση κατά συνείδηση. Όσο αφορά την λειτουργική ανεξαρτησία, παραπέμπεται στη σχέση της με τα όργανα των άλλων δύο εξουσιών, δηλαδή της νομοθετικής και εκτελεστικής εξουσίας. Συγκεκριμένα, σχετικά με την νομοθετική εξουσία τα δικαστήρια έχουν υποχρέωση να μην εφαρμόζουν νομοθετικές πράξεις αντίθετες προς το Σύνταγμα, αφού προηγουμένως έχουν εξετάσει τη συνταγματικότητα τους όπως επίσης δεν έχουν το δικαίωμα να εξαφανίσουν τελεσίδικες αποφάσεις με νομοθετικές αποφάσεις που εκδίδονται ειδικώς για αυτό το σκοπό. Κάτι τέτοιο είναι φανερό ότι αντιβαίνει στην αρχή της διάκρισης των εξουσιών και αυτού του είδους νόμοι κρίνονται αντισυνταγματικοί. Σχετικά με την εκτελεστική εξουσία, οι δικαστές κατά την άσκηση των δικαιοδοτικών καθηκόντων τους και τα δικαστήρια ως δικαιοδοτικά όργανα δεν υπόκεινται σε ιεραρχικό έλεγχο, προληπτικό ή κατασταλτικό, οποιουδήποτε διοικητικού οργάνου, ιδίως του Υπουργού Δικαιοσύνης. Η επιθεώρηση των δικαστών ενεργείται από δικαστές κατά βαθμό ανώτερους από τον Εισαγγελέα του Άρειου Πάγου. Επιπλέον οι δικαστικές αποφάσεις, δεν υπόκεινται στην έγκριση οποιουδήποτε διοικητικού οργάνου, αντίθετα, το δεδικασμένο που προκύπτει από αυτές δεσμεύει την ίδια την διοίκηση. Η προσωπική ανεξαρτησία των δικαστών και των δικαστικών λειτουργών θα υποστηριζόταν ότι είναι  υπηρεσιακή κατάσταση τους, η οποία διέπεται από συνταγματικές διατάξεις και από εκτελεστικούς νόμους. Η ανεξαρτησία αυτή εξασφαλίζεται με τη θέσπιση εγγυήσεων που έχουν σχέση με την υπηρεσιακή τους κατάσταση κατά τρόπο ώστε να μην φοβούνται ότι θα υποστούν δυσμενή υπηρεσιακή μεταχείριση, επειδή ασκούν τα καθήκοντα τους κατά τρόπο αμερόληπτο και κατά συνείδηση. Οι εγγυήσεις αυτές έχουν ως βάση την ισοβιότητα και αφορούν στο διορισμό, τις αποδοχές, την επιθεώρηση, την ομαλή υπηρεσιακή εξέλιξη, τις μεταθέσεις, την απόλυση και την αποχώρηση από την υπηρεσία και ρυθμίζονται από το Σύνταγμα. Η βασική αρχή που διέπει τις εγγυήσεις είναι ότι οι δικαστές κρίνονται για τα θέματα της υπηρεσιακής τους κατάστασης από τα δικαστήρια ή από συλλογικά όργανα που αποτελούνται από δικαστικούς λειτουργούς.

Άλλα χαρακτηριστικά των δικαστηρίων, που προβλέπονται από συνταγματικές διατάξεις, είναι η εξασφάλιση στους διαδίκους της ευχέρειας να αναπτύξουν τις απόψεις τους για τα δικαιώματα και τα συμφέροντα τους, η δημοσιότητα των συνεδριάσεων, η εμπεριστατωμένη αιτιολογία των δικαστικών αποφάσεων και η δημοσίευση των αποφάσεων σε δημόσια συνεδρίαση. Ακόμη, κάποια άλλα από τα χαρακτηριστικά προκύπτουν από τη νομοθεσία και αυτά είναι το δεδικασμένο που πηγάζει από τις αποφάσεις και η αρχή ότι ασκούν τη δικαιοδοσία τους μόνο μετά από αίτηση εκείνου που έχει ανάγκη δικαστικής προστασίας ή του οργάνου που κρίνει αναγκαία την παροχή προστασίας αυτής.

  Οργάνωση και σύνθεση των δικαστηρίων    

Όλα τα διοικητικά δικαστήρια έχουν πολυμελή σύνθεση ( τρία μέλη και άνω)  με εξαίρεση τη μονομελή σύνθεση του διοικητικού πρωτοδικείου. Έτσι έχουμε :

a)      Τα διοικητικά πρωτοδικεία είναι είτε μονομελή είτε τριμελή. Το μονομελές αποτελείται από τον πρόεδρο πρωτοδικών ή από πρωτοδίκη που ορίζει ο πρόεδρος και το τριμελές από τον πρόεδρο πρωτοδικών ή τον αναπληρωτή και δύο πρωτοδίκες ή παρέδρους

b)      Τα διοικητικά εφετεία είναι τριμελή και απαρτίζονται από τον πρόεδρο εφετών ή τον αναπληρωτή του και δύο εφέτες. Στην σύνθεση όλων των δικαστηρίων περιλαμβάνεται και ο Γραμματέας.

c)       Το συμβούλιο της επικρατείας αποτελείται από το προεδρείο, το οποίο περιλαμβάνει τον πρόεδρο και πέντε αντιπροέδρους, 18 συμβούλους, 33 παρέδρους και εισηγητές καθώς και το προσωπικό της γραμματείας.

Σύμφωνα, με το Σύνταγμα, τόσο τα δύο αυτά ανώτατα δικαστήρια όσο και τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια αποτελούνται από τακτικούς, ισόβιους δικαστές και θεωρούνται εξίσου δικαστήρια, όπως στα πολιτικά δικαστήρια. Αντίθετα, τα ειδικά διοικητικά δικαστήρια στα οποία δίκαζαν κυρίως μη δικαστικοί λειτουργοί κατά κάποιο τρόπο στερούνταν της ιδιότητας του δικαστηρίου, λόγος για τον οποίο οι αρμοδιότητες τους μεταφέρθηκαν στα τακτικά δικαστήρια.

Τα τακτικά δικαστήρια

Τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια

Τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια έχουν δικαιοδοσία, δηλαδή εξουσία, να δικάζουν τις διοικητικές διαφορές. Με τον όρο διοικητική διαφορά εννοούμε τη διατάραξη μιας έννομης κατάστασης που προκαλείται από μία πράξη ή παράλειψη. Η διοικητική διαφορά δεν πρέπει λοιπόν να ταυτίζεται με την ιδιωτική διαφορά, η οποία αφορά ιδιώτη. Γενικά, στα διοικητικά δικαστήρια η δικαιοδοσία είναι αμφισβητούμενη και όχι εκούσια. Εκεί φθάνουν μόνο διαφορές, ενώ οι απλές υποθέσεις διεκπεραιώνονται κατά κανόνα από τις διοικητικές αρχές. Στο διοικητικό δικονομικό δίκαιο, ήδη για αυτό το λόγο, οι όροι υπόθεση και διαφορά είναι κατά κανόνα συνώνυμοι και χρησιμοποιούνται άλλωστε αδιακρίτως στη νομοθετική γλώσσα. Βέβαια τα όρια για το διαχωρισμό αυτό θα τα καθορίσει το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο όπως επίσης θα άρει τις πιθανές συγκρούσεις μεταξύ των δικαστηρίων σχετικά με τη δικαιοδοσία τους, σύμφωνα με το άρθρο 100.  Ο πρώτος βαθμός διοικητικής δικαιοσύνης, είναι τα διοικητικά πρωτοδικεία και ο δεύτερος τα διοικητικά εφετεία. Και στα δύο οι δικαστές εξετάζουν στο σύνολο της την υπόθεση, τόσο ως προς το πραγματικό μέρος και το αποδεικτικό υλικό της υπόθεσης όσο ως προς το νομικό μέρος. Οι αρμοδιότητες των διοικητικών πρωτοδικείων είναι φυσικό να παρουσιάζουν διαφορές με εκείνες των διοικητικών εφετείων. Στα πρώτα υπάγονται όλες οι διοικητικές διαφορές ουσίας, εκτός από όσες είναι σχετικές με τη νομοθεσία εκτελέσεως δημοσίων έργων, οι οποίες εκδικάζονται από τα δεύτερα. Πάντως η αρμοδιότητα των διοικητικών πρωτοδικείων θα ολοκληρωθεί ύστερα από μία μεταβατική περίοδο που έληξε τα έτη 1984-1985. Τα διοικητικά εφετεία έχουν αναλάβει τις εφέσεις κατά των αποφάσεων των διοικητικών πρωτοδικείων, την εκδίκαση σε πρώτο βαθμό των διαφορών ουσίας σχετικά με τη νομοθεσία εκτελέσεως δημόσιων έργων καθώς επίσης και την εκδίκαση σε πρώτο βαθμό αιτήσεων ακυρώσεως κατά ορισμένων ατομικών διοικητικών πράξεων.

Το συμβούλιο της επικρατείας

Το συμβούλιο της επικρατείας είναι το ανώτατο διοικητικό δικαστήριο και οι αρμοδιότητες του ορίζονται στο άρθρο 95 του Συντάγματος. Το οποίο ορίζει ότι, 1) στην αρμοδιότητα του Συμβουλίου της Επικρατείας ανήκουν ιδίως : α) η μετά από αίτηση ακύρωσης των εκτελεστών πράξεων των διοικητικών αρχών για υπέρβαση εξουσίας ή για παράβαση νόμου, β) η μετά από αίτηση αναίρεση τελεσίδικων αποφάσεων των τακτικών δικαστηρίων όπως ορίζει ο νόμος, γ) η εκδίκαση των διοικητικών διαφορών ουσίας που υποβάλλονται σε αυτό σύμφωνα με το Σύνταγμα και τους νόμους και δ) Η επεξεργασία όλων των διαταγμάτων που έχουν κανονιστικό χαρακτήρα. 2) Κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων του στοιχείου δ της προηγούμενης παραγράφου δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 93 παράγραφοι 2 και 3. 3) Κατηγορίες υποθέσεων της ακυρωτικής αρμοδιότητας του ΣτΕ μπορεί να υπάγονται με νόμο, ανάλογα με τη φύση ή σπουδαιότητα τους, στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια. Το ΣτΕ δικάζει σε δεύτερο βαθμό, όπως ορίζει ο νόμος. 4) οι αρμοδιότητες του ΣτΕ ρυθμίζονται και ασκούνται όπως νόμος ειδικότερα ορίζει. 5) Η διοίκηση έχει υποχρέωση να συμμορφώνεται προς τις δικαστικές αποφάσεις. Η παραβίαση της υποχρέωσης αυτής γεννά ευθύνη για κάθε αρμόδιο όργανο, όπως νόμος ορίζει. Νόμος ορίζει τα αναγκαία μέτρα για τη διασφάλιση της συμμόρφωσης της διοίκησης.

Το ελεγκτικό συνέδριο

Κατά το άρθρο 98 του Συντάγματος στην αρμοδιότητα του Ελεγκτικού Συνεδρίου ανήκουν κυρίως ο έλεγχος των δαπανών του Κράτους, καθώς και των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης ή άλλων νομικών προσώπων, που υπάγονται με ειδική διάταξη νόμου στο καθεστώς αυτό, ο έλεγχος συμβάσεων μεγάλης οικονομικής αξίας στις οποίες αντισυμβαλλόμενος είναι το Δημόσιο ή πρόσωπο που εξομοιώνεται με αυτό, ο έλεγχος των λογαριασμών των δημόσιων υπολόγων και των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης, η γνωμοδότηση για τα νομοσχέδια που αφορούν συντάξεις, η σύνταξη και η υποβολή έκθεσης προς τη Βουλή για τον απολογισμό και ισολογισμό του Κράτους, η εκδίκαση διαφορών σχετικά με την απονομή συντάξεων και τον έλεγχο των λογαριασμών και τέλος η εκδίκαση υποθέσεων που αναφέρονται στην ευθύνη των πολιτικών ή στρατιωτικών δημόσιων υπαλλήλων.

 

Τα διοικητικά δικαστήρια ως εκλογοδικεία

Μέχρι και την ισχύ του Νόμου 1065/1980 περί Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα οι κατά καιρούς Κώδικες ανέθεταν τον έλεγχο του κύρους των εκλογών στα πολιτικά δικαστήρια, καθιερώνοντας δύο βαθμούς δικαιοδοσίας. Η υπαγωγή τους θεμελιωνόταν στα άρθρα 82 και 86 του Σ του 1952 αλλά και στις ρητές διατάξεις του εκάστοτε ισχύοντα Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα. Μετά την αντικατάσταση της Πολιτικής Δικονομίας 1834, η δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων βασιζόταν στο άρθρο 1 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας και ειδικά στο εδάφιο γ’. Ύστερα από κάποιο χρονικό διάστημα, μετά την οριοθέτηση της δικαιοδοσίας των δικαστηρίων (άρθρο 94 στο Σ του 1975) και την υποχρεωτική υπαγωγή στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων όλων των διοικητικών διαφορών ουσίας εκδόθηκε ο Νόμος 1406/1983 σχετικά με την ολοκλήρωση της δικαιοδοσίας των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων. Σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 2 ζ του νόμου αυτού, στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων υπάγεται μόνο η εξέλεγξη του κύρους των δημοτικών και κοινοτικών εκλογών και των αρχαιρεσιών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, με εξαίρεση τις προπαρασκευαστικές και τις μετεκλογικές πράξεις, οι οποίες παραμένουν στα ανάλογα δικαστικά ή διοικητικά όργανα και αρχές. Αυτό όμως δεν αποκλείει τον κύριο ή παρεμπίπτοντα έλεγχο των πράξεων αυτών από τα διοικητικά δικαστήρια.
Η εξέλεγξη του κύρους των εκλογών ιδίως των δημοτικών και κοινοτικών από κάποιους θεωρείται ως έργο δικαστικό, ενώ από άλλους ως πράξη πολιτική. Ο νομοθέτης όμως υιοθετεί απλώς το υποστηριζόμενο από τη νομολογία για τη φύση των διαφορών περί το κύρος των δημοτικών και κοινοτικών εκλογών ως διαφορών δημοσίου δικαίου και ειδικότερα ως διοικητικών διαφορών. Όσον αφορά στην ειδικότερη φύση αυτών των διαφορών, εάν δηλαδή πρόκειται για διοικητικές διαφορές ουσίας ή ακυρώσεως, υποστηρίζεται ότι οι εκλογικές διαφορές αποτελούν διοικητικές διαφορές ουσίας, εν όψει της εξουσίας του εκλογοδικείου να μεταρρυθμίζει την απόφαση που ανακηρύσσει τους εκλεγέντες. Η αντίθετη άποψη επικαλείται ως επιχείρημα τον αντικειμενικό χαρακτήρα της εκλογικής δίκης και την έκταση του δεδικασμένου της σχετικής αποφάσεως του εκλογοδικείου έναντι πάντων.

  Επίλογός

Η δικαιοσύνη, μία από τις τρεις κρατικές λειτουργίες, γίνεται φανερή
μέσα από τα όργανά της, τα δικαστήρια και τους δικαστικούς λειτουργούς. Χωρίζεται δε σε τρία κύρια είδη από τα οποία το ένα είναι η διοικητική δικαιοσύνη. Ο διοικητικός κλάδος της δικαιοσύνης είναι σχετικά πρόσφατος, καθώς ολοκληρώθηκε και ορίστηκε συνταγματικά τα τελευταία 25 χρόνια περίπου. Έτσι, η διοικητική δικαιοσύνη δεν έχει οργανωθεί με ενιαίο τρόπο και περιλαμβάνει δύο βαθμούς τακτικών δικαστηρίων και το ανώτατο δικαστήριο, το Συμβούλιο της Επικρατείας. Πέρα όμως από αυτά τα δικαστήρια, στη διοικητική δικαιοσύνη κατατάσσεται και ένα άλλο ανώτατο δικαστήριο, το Ελεγκτικό Συνέδριο.
Η σύνθεση καθενός από τα παραπάνω διοικητικά δικαστήρια διαφέρει και ως προς τον αριθμό των δικαστών και ως προς την ονομασία αυτών. Πάντως, έχουμε να παρατηρήσουμε ότι η σύνθεση όλων των διοικητικών δικαστηρίων είναι κατά βάση πολυμελής, με μοναδική εξαίρεση μία μορφή διοικητικού πρωτοδικείου η οποία ενδέχεται να είναι μονομελής, δηλαδή να αποτελείται από τον πρόεδρο πρωτοδικών ή από πρωτοδίκη που ορίζει ο ίδιος ο πρόεδρος. Ως προς τη δικαιοδοσία και γενικά τις αρμοδιότητες των διοικητικών δικαστηρίων, εκείνες διαφέρουν από δικαστήριο σε δικαστήριο. Το μόνο κοινό σημείο είναι ότι όλα έχουν χαρακτήρα δημοσίου δικαίου, αφού οι υποθέσεις που υπάγονται εκεί έχουν να κάνουν με τις σχέσεις πολιτών είτε με το κράτος είτε με Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου. Αξίζει να επισημανθεί και ο ρόλος που επιτέλεσαν τα διοικητικά δικαστήρια ως εκλογοδικεία και οι αντίθετες απόψεις που εκφράστηκαν σχετικά με το χαρακτηρισμό των εκλογών-δημοτικών και κοινοτικών-ως διοικητικές διαφορές ουσίας ή ακυρώσεως. Τα διοικητικά δικαστήρια, από τη στιγμή της σύστασής τους είναι εξίσου σημαντικά με τα πολιτικά ή τα ποινικά, που είναι παλαιότερα, και στο πλαίσιο της δικαιοσύνης μέλημά τους είναι να δρουν για το καλό και την ασφάλεια ολόκληρου του δικαιικού μας συστήματος.

Share This Post

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Captcha * Time limit is exhausted. Please reload the CAPTCHA.