Ολ ΑΠ 8/ 2013 – Τεκμήριο νομής επί των δημοσίων κτημάτων και περαιτέρω η προστασία του κατόχου αυτών

money1

To Δημόσιο ή ο Δήμος σε περίπτωση αυθαίρετης καταλήψεως ακινήτου που ανήκει στην κυριότητα του από τρίτο, δε στερείται τη νομή του. Ούτε η διακατοχή αυτού από τον τρίτο οδηγεί σε απώλεια της κυριότητας του εκ μέρους του Δημοσίου ή του Δήμου έστω και αν η ασκούμενη αυθαίρετη διακατοχή συνίσταται σε καλλιέργεια αγροτικού κτήματος. Ο αναγκαστικός νόμος 1539/1938, αναφερόμενος σε ”νομή” δεν αναφέρεται στην νομή ως δικαίωμα, αλλά σε πραγματική κατάσταση που συνιστά κατοχή με την έννοια της ΑΚ 997, που να παρέχει στον έχοντα τη φυσική εξουσία αγωγή αποδόσεως σε περίπτωση αποβολής του από τρίτο. Συνεπώς δεν είναι νόμιμη η αγωγή στην οποία ενώ εκτίθεται ότι το επίδικο ακίνητο ανήκει κατά κυριότητα στο Δήμο, δεν γίνεται σε αυτήν επίκληση κάποιου νόμιμου τρόπου κτήσης από τους ενάγοντες της κατοχής του από το Δήμο.

Αριθμός 8/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΕ ΤΑΚΤΙΚΗ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές της Α’ Σύνθεσης: Ρένα Ασημακοπούλου, Πρόεδρο Αρείου Πάγου, Δημήτριο Πατινίδη, και Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπροέδρους, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Νικόλαο Λεοντή, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Γρηγόριο Κουτσόπουλο – Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Δημήτριο Μουστάκα, Νικόλαο Πάσσο, Αικ. Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Ευφημία Λαμπροπούλου, Νικόλαο Τρούσα, Βασίλειο Λαμπρόπουλο, Μιλτιάδη Σπυρόπουλο, Ιωάννα Πετροπούλου, Στυλιανή Γιαννούκου, Εμμανουήλ Κλαδογένη, Γεώργιο Σακκά, Μαρία Βασιλάκη, Μαρία Γαλάνη-Λεοναρδοπούλου, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αγγελική Αλειφεροπούλου, Μαρία Βαρελά και Γεώργιο Κοντό, Αρεοπαγίτες, (κωλυομένων των λοιπών Δικαστών της σύνθεσης).
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 13 Δεκεμβρίου 2012, με την παρουσία του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη-Σπυρίδωνα Τέντε και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των καλούντων – αναιρεσειόντων: 1. Κ. Γ. του Δ., κατοίκου … και 2. Ε. συζ. Α. Κ., το γένος Δ. Γ., κατοίκου …, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Καρούζο.
Της καθού η κλήση – αναιρεσιβλήτου: Ν. συζ. Ε. Γ., το γένος Δ. Γ., κατοίκου …, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Βασιλόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30 Ιουλίου 2004 αγωγή των ήδη καλούντων – αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5400/2005 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 4800/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε οι καλούντες – αναιρεσείοντες με την από 27 Μαρτίου 2009 αίτησή τους.
Στη συνέχεια εκδόθηκε η 1497/2011 απόφαση του Γ’ Πολιτικού Τμήματος, η οποία παραπέμπει στην Τακτική Ολομέλεια του παρόντος Δικαστηρίου τους περιεχόμενους στην από 27.3.2009 αίτηση των Κ. Γ. του Δημητρίου κ.α για αναίρεση της 4800/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών δύο λόγους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ανέπτυξαν και προφορικά τους σχετικούς ισχυρισμούς τους, που αναφέρονται στις προτάσεις τους και ζήτησαν, ο μεν των αναιρεσειόντων την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως, ο δε της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.
Ο Εισαγγελέας πρότεινε να απορριφθούν οι παραπεμπόμενοι στην Ολομέλεια λόγοι αναιρέσεως.
Κατόπιν αυτών η Πρόεδρος έδωσε εκ νέου το λόγο στους πιο πάνω πληρεξουσίους των διαδίκων, οι οποίοι αναφέρθηκαν σε αυτά που προηγούμενα είχαν αναπτύξει.
Κατά την 18 Απριλίου 2013, ημέρα που συγκροτήθηκε το παρόν δικαστήριο προκειμένου να διασκεφθεί την ανωτέρω υπόθεση ήταν απόντες οι Αρεοπαγίτες, Νικόλαος Κωνσταντόπουλος και Μαρία Γαλάνη-Λεοναρδοπούλου, οι οποίοι δήλωσαν κώλυμα αρμοδίως, παρισταμένων πλέον των δεκαπέντε (15) μελών εκ των συμμετασχόντων στη συζήτηση της υπόθεσης, κατ’ άρθρο 23 παρ. 2 του ν.1756/1988, όπως ισχύει μετά την τροποποίηση με το άρθρο 44 του ν.3659/2008.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 1497/2011 απόφαση του Γ’ Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου παραπέμφθηκαν στην Ολομέλεια, σύμφωνα με το άρθρο 563 παρ.2 εδ. β’ΚΠολΔ και 23 παρ.2 του Οργανισμού Δικαστηρίων (ν.1756/1988), οι λόγοι αναιρέσεως (πρώτος και δεύτερος) από το άρθρο 559 αριθ.1 και 8, αντίστοιχα, ΚΠολΔ κατά της 4800/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, Ειδικότερα παραπέμπεται το ζήτημα αν, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ.1 και 2,3 παρ.3 και 4 παρ.1 του α.ν. 1539/1938, που ισχύουν κατ’ άρθρο 53 Εισ.ΝΑΚ και άρθρο 1 του ν.δ/τος 31/1968 και μετά την εισαγωγή του ΑΚ και υπέρ των Δήμων και Κοινοτήτων, η “νομή” που ασκεί ο ιδιώτης ο οποίος καταλαμβάνει αυθαιρέτως δημόσιο ή δημοτικό κτήμα, κατάλληλο για αγροτική καλλιέργεια, και εκμεταλλεύεται τούτο με τακτική καλλιέργεια σύμφωνα με τον προορισμό του, εξομοιώνεται με “κατοχή” υπό την έννοια της ΑΚ 997 και δικαιούται έννομης προστασίας σύμφωνα με τη διάταξη αυτή σε περίπτωση αποβολής του από τρίτο.
1. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ.1 του α.ν. 1539/1938 “περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων”, η ισχύς της οποίας διατηρήθηκε και μετά την εισαγωγή του ΑΚ, σύμφωνα με το άρθρο 53 Εισ.ΝΑΚ και επεκτάθηκε και υπέρ των Δήμων και Κοινοτήτων με το άρθρο 1 του ν.δ/τος 31/1968 “επί των αδέσποτων και των δημοσίων κτημάτων εν γένει νομεύς θεωρείται το Δημόσιον, έστω και αν ουδεμίαν ενήργησεν επ’αυτών πράξιν νομής”. Κατά την παράγραφο 2 του ιδίου άρθρου “Νομή παρά τρίτου θεωρείται ασκούμενη α) …, β) επί των λοιπών αγροτικών κτημάτων μόνο δια τακτικής καλλιέργειας και γ) … . Περαιτέρω, κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 3 παρ. 3 του ως άνω νόμου (α.ν. 1539/1938), η οποία είναι ουσιαστικού δικαίου, “η νομή δεν επιδικάζεται εις τον ενάγοντα ιδιώτη, εφόσον το Δημόσιον ήθελε αποδείξει είτε ιδίαν αυτού κυριότητα, είτε ότι η κυριότητα δεν ανήκει στον ενάγοντα”, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 4 παρ.1 του ιδίου νόμου “τα επί ακινήτων κτημάτων δικαιώματα του Δημοσίου εις ουδεμίαν υπόκεινται παραγραφήν”. Από τις προαναφερόμενες διατάξεις του α.ν. 1539/1938 προκύπτει ότι το Δημόσιο ή ο Δήμος, σε περίπτωση αυθαίρετης καταλήψεως ακινήτου που ανήκει στην κυριότητα του από τρίτο, δε στερείται τη νομή του (άρθρο 3 παρ.3 α.ν. 1539/1938)- Εξάλλου, ούτε η διακατοχή αυτού από τον τρίτο οδηγεί σε απώλεια της κυριότητας του εκ μέρους του Δημοσίου ή του Δήμου, έστω και αν η ασκούμενη αυθαίρετη διακατοχή συνίσταται σε καλλιέργεια αγροτικού κτήματος. Ο νόμος (α.ν. 1539/1938 ως ήδη ισχύει) αναφερόμενος στην περίπτωση αυτή σε “νομή”, δεν αναφέρεται στη νομή ως δικαίωμα, αλλά σε πραγματική κατάσταση και δη στη φυσική εξουσίαση του πράγματος με διάνοια κυρίου, η οποία συνδέεται μόνο και δη: υπό όρους απόκτησης δικαιώματος εξαγοράς κατά τα άρθρα 2 παρ.2, 26 επ. α.ν. 1539/1938.
Η πραγματική αυτή κατάσταση δεν συνιστά κατοχή με την έννοια του άρθρου 997 ΑΚ και συγκεκριμένα κατοχή που παρέχει στον έχοντα τη φυσική εξουσία αγωγή αποδόσεως σε περίπτωση αποβολής του από τρίτο. Και τούτο διότι, όπως προκύπτει από το άρθρο 997 σε συνδυασμό με το άρθρο 974 ΑΚ, προϋπόθεση της προστατευόμενης κατοχής είναι να έλαβε ο κάτοχος τη φυσική εξουσία του πράγματος με τη συναίνεση του νομέα και να θέλει να εξουσιάσει το πράγμα γι’ αυτόν. Ειδικότερα, πρέπει ο κάτοχος να απέκτησε τη φυσική εξουσία για κάποια αιτία, που μπορεί να στηρίζεται είτε σε σύμβαση με το νομέα (άρθρο 997 ΑΚ), αφού ρητώς αναφέρεται επί λέξει “… που απέκτησε από το νομέα …”, είτε απευθείας στο νόμο (ΑΚ 997 ΑΚ … ή με άλλη παρόμοια σχέση).
Τέλος, ο από το άρθρο 559.. αριθ. 1 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν εφήρμοσε τέτοιο κανόνα, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή αν εφήρμοσε αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθή (Ολ.ΑΠ 36/1988).
Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση της ένδικης από 30-7-2004 αγωγής προκύπτει, ότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες εκθέτουν ότι αυτοί και η εναγόμενη και ήδη αναιρεσίβλητη, κατέστησαν συννομείς κατά το 1/3 εξ αδιαιρέτου ο καθένας από αυτούς, του αγροτεμαχίου, που βρίσκεται στη θέση “Κουφός Πεντέλης”, επιφανείας 2000 τμ, ιδιοκτησίας του Δήμου Παιανίας Αττικής, πραγματοποιώντας σ’ αυτό καλλιέργειες και δενδροφυτεύσεις μέσω της συννομέως εναγομένης και ότι η τελευταία στις 10-10-2003, αντιποιούμενη παράνομα και αυθαίρετα τη σύννομη τους επ’ αυτού, τους απέβαλε από τη σύννομή του ως άνω αγροτεμαχίου παράνομα και χωρίς τη θέληση τους. Με την επίκληση δε των πραγματικών αυτών περιστατικών ζητούν οι ενάγοντες να αναγνωριστούν συννομείς του επιδίκου ακινήτου κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου ο καθένας από αυτούς, και να διαταχθεί η απόδοση της σύννομής τους κατά τα ως άνω ποσοστά εκ μέρους της εναγομένης. Στη συνέχεια, το Εφετείο έκρινε, ότι η αγωγή αυτή δεν είναι νόμιμη. Και τούτο διότι, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στο δικόγραφο αυτής, το επίδικο ακίνητο είναι ιδιοκτησίας του Δήμου Παιανίας Αττικής και, για τη θεμελίωση του δικαιώματος των εναγόντων, να ζητήσουν την έννομη προστασία του άρθρου 997 ΑΚ, δεν γίνεται επίκληση νομίμου τρόπου κτήσεως της κατοχής του επιδίκου ακινήτου από τον Δήμο Παιανίας, ο οποίος θεωρείται νομέας, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ.1 του α.ν. 1539/1938 “περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων”, η ισχύς του οποίου επεκτάθηκε, κατά τα προαναφερθέντα, και υπέρ των Δήμων και Κοινοτήτων και νομή δεν μπορεί να επιδικασθεί σε διαδίκους ιδιώτες.
Έτσι, που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε κανόνες ουσιαστικού δικαίου και, ειδικότερα, τις διατάξεις των άρθρων 997 ΑΚ, 2 παρ.1 και 2β και αρθρ. 3 παρ.3 του α.ν. 1539/1938, τις οποίες εφάρμοσε, γιατί συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή τους, ενώ δεν εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 987, 988 και 994 ΑΚ, γιατί δεν συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή τους. Και τούτο διότι, ενώ στην αγωγή εκτίθεται, ότι το επίδικο ακίνητο ανήκει κατά κυριότητα στο Δήμο Παιανίας, δεν γίνεται σ’ αυτή επίκληση κάποιου νόμιμου τρόπου κτήσης από τους ενάγοντες της κατοχής του από το Δήμο Παιανίας, ο οποίος, σύμφωνα με την στην αρχή προεκτεθείσα νομική σκέψη, θεωρείται νομέας αυτού. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως με τον οποίον υποστηρίζονται τα αντίθετα, από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
2. Ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για μη λήψη υπόψη προταθέντος ισχυρισμού, δεν ιδρύεται, όταν ο ισχυρισμός είναι μη νόμιμος, αφού ο ισχυρισμός αυτός δεν ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.ΑΠ 14/2004).
Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται ότι το Εφετείο δεν εξέτασε τον προταθέντα από τους αναιρεσείοντες ισχυρισμό, κατά τον οποίο, αυτοί και η εναγόμενη είναι συννομείς του επιδίκου ακινήτου και η τελευταία προσέβαλε με αποβολή τη σύννομή τους και συνεπώς αυτοί νομιμοποιούνται να ασκήσουν κατ’ αυτής την περί αποβολής αγωγή του άρθρου 987 ΑΚ. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως από τον αριθμ. 8 περ.β’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι, προεχόντως, απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού, σύμφωνα με τα προεκτεθεντα, ο εν λόγω ισχυρισμός δεν είναι νόμιμος.
3. Μετά ταύτα πρέπει, κατά το άρθρο 580 παρ.5 ΚΠολΔ, η αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί στο σύνολο της, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης της όλης αναιρετικής δίκης (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 27-3-2009 αίτηση των: 1) Κ. Γ. και 2) Ε. συζ. Α. Κ., για αναίρεση της 4800/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Απριλίου 2013 . Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε έκτακτη δημόσια στο ακροατήριό του συνεδρίαση στις 13 Ιουνίου 2013.
Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Share This Post

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Captcha * Time limit is exhausted. Please reload the CAPTCHA.