Οι συνέπειες της απόφασης του ΔΕΕ στην υπόθεση Van Gend en Loos (Case 26/62) και η κατασκευή του Δικαστηρίου περί άμεσου αποτελέσματος που κατέστησε το Ευρωπαϊκό Δίκαιο αντικείμενο καθημερινής επίκλησης ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων, υπό όρους ίδιους ακριβώς με το εθνικό δίκαιο

Γράφει ο Δελημάτσης Κωνσταντίνοςeu-court-460_998658c

ΠΡΟΛΟΓΟΣ
Στη συγκεκριμένη μελέτη θα ασχοληθούμε με την Νομολογιακή κατασκευή του ΔΕΕ περί Άμεσου Αποτελέσματος όπως αυτή απεφασίσθη στην υπόθεση Van gend en loos ,και με τις αλλαγές που αυτή επέφερε ,δια μέσου της νομολογιακής της εξέλιξης (στην οποία θα δοθεί και περισσότερη σημασία ) στην εσωτερική έννομη τάξη των κρατών μελών, καθιστώντας τους Ενωσιακούς κανόνες αντικείμενο καθημερινής επίκλησης ενώπιων των εθνικών δικαστηρίων , αλλά και γενικότερα στην λειτουργιά και απονομή της δικαιοσύνης στο εσωτερικό των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης αφού με αυτή την απόφαση το ΔΕΚ στην ουσία μετέτρεψε τα δικαστήρια των Κρατών Μελών σε περιφερειακά Δικαστήρια του ΔΕΚ, φέρνοντας το Ενωσιακό Δίκαιο πιο κοντά στον πολίτη, και ενσωματώνοντας το στην καθημερινότητα της κοινωνικής ζωής .

 

Εισαγωγή

Άμεσο αποτέλεσμα νοείται η ικανότητα του Ενωσιακου κανόνα να παράγει δικαιώματα ,τα οποία τόσο τα φυσικά όσο και τα νομικά πρόσωπα μπορούν να επικαλούνται απευθείας ενώπιων των εθνικών δικαστηρίων  , και τα τελευταία να πρέπει να διασφαλίζουν[1] χωρίς να απαιτείται η μεσολάβηση τους κράτους μέλους δια της λήψεως συγκεκριμένων μέτρων.

Εάν το άμεσο αποτέλεσμα[2]  θεωρείται ουσιώδες χαρακτηριστικό του δικαίου της ΕΕ σήμερα, αυτό σίγουρα δεν ίσχυε  πριν από τις αποφάσεις  του Δικαστηρίου του 1963  στην υπόθεση  Van Gend en Loos. Καμία από τις τρεις κοινοτικές συνθήκες που υπήρχαν κατά το χρόνο δεν αναφέρονταν στην αρχή αυτή, καθώς και οι νομικοί σχολιαστές σε γενικές γραμμές αγνοούσαν το θέμα , αυτό που είχε προβλεφτεί ήταν η δημιουργία ενός Δικαιοδοτικού οργάνου του Δ.Ε.Κ, ενός ανεξάρτητου και αμερόληπτου δικαστηρίου που θα δίκαζε με βάση τα κείμενα των Συνθηκών και στην δικαιοδοσία του οποίου θα υπαγόταν υποχρεωτικά τόσο τα συμμετέχοντα Κράτη Μέλη όσο και τα κοινοτικά όργανα , δια μέσου δε  της Διαδικασίας της Προδικαστικής παραπομπής[3] που προβλεπόταν από το Άρθρο 234 της Σ.Ε.Κ η οποία είχε σκοπό την αρμονική εφαρμογή και ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου σε όλα τα κράτη μέλη , και θεσπίστηκε από τα ιδρυτικά κείμενα για λόγους ελέγχου της κοινοτικής νομοθεσίας κατά την εφαρμογή της από τα εθνικά Δικαστήρια[4], κατά τον χρόνο που οι  κοινοτικές Συνθήκες υπεγράφησαν, ήταν γενικά αποδεκτό ότι η κατάσταση των διεθνών νομικών κανόνων στην εσωτερική έννομη τάξη καθοριζόταν από τους συνταγματικούς κανόνες της κάθε χώρας .

Φυσικά η pacta sunt servanda ήταν ήδη μια καθιερωμένη νομική αρχή,   και είχε την έννοια ότι υποχρεώσεις που επιβάλλονται από  συνθήκη που  συνάπτεται ελεύθερα από ένα κράτος πρέπει να γίνονται σεβαστές από το κράτος αυτό. Ωστόσο, η αρχή αυτή απλώς σήμαινε ότι τα κράτη δεν θα μπορούσαν να επικαλεστούν την εθνική τους νομοθεσία ως δικαιολογία για να μην εκτελέσουν τις συμβατικές τους υποχρεώσεις έναντι των άλλων συμβαλλομένων μερών, από την άλλη όμως τίποτα δεν εμπόδιζε τα κράτη σε μεταγενέστερο χρόνο να λάβουν νομοθετικά μέτρα που μπορεί να ερχόταν σε σύγκρουση με διατάξεις των Διεθνών Συμφωνιών[5].

Διεθνώς υπάρχουν δυο αντιλήψεις για την  ενσωμάτωση Διεθνών Συνθηκών στις εσωτερικές  έννομες  τάξεις , η μονιστική αντίληψη που εκτίθεται από τον kelsen σε ορισμένα γραπτά του σύμφωνα με την οποία , εφόσον οι εσωτερικές έννομες τάξεις είναι « πλάσματα[6]» του διεθνούς δικαίου, οι διεθνείς συνθήκες  από την στιγμή που υπογραφούν και κυρωθούν ισχύουν αυτόματα στο εσωτερικό των χωρών[7] από τις οποίες υπογράφηκαν.

Αντίθετα η δυαδική ή δυιστική αντίληψη[8] η οποία αναπτύχτηκε στις αρχές του αιώνα από το Triepell και τον Anzilloti υποστηρίζει ότι οι εθνικές έννομες Τάξεις είναι διαφορετικές έννομες τάξεις και είναι σε θέση να αντιστέκονται στην διείσδυση των κανόνων Δικαίου που προέρχονται από διεθνείς Συνθήκες , έτσι λοιπόν μετά την υπογραφή και κύρωση της συνθήκης δημιουργείται ένας νόμος ο οποίος από την μια πλευρά αφομοιώνει τους κανόνες Δικαίου που πηγάζουν από την συνθήκη, αλλά και από την άλλη τους μεταφέρει στην εσωτερική έννομη τάξη του κράτους έχοντας λάβει υπόψη του τις ιδιαιτερότητες που έχει το κάθε κράτος .

Τις  δυο παραπάνω παγιωμένες αντιλήψεις όμως ανέτρεψε[9] ο δικαστής Marshall το 1950, όταν σε μια κλασσική απόφαση του δέχτηκε ότι «υπάρχουν διατάξεις σε Διεθνείς Συνθήκες οι οποίες παρουσιάζουν χαρακτηριστικά αυτοδύναμης εφαρμογής (selfexecuting)[10] που τους επιτρέπουν να εφαρμοστούν άμεσα στο εσωτερικό των ΗΠΑ , χωρίς την ανάγκη έκδοσης προσαρμοστικών μέτρων και να δημιουργήσουν έτσι δικαιώματα και για τους ιδιώτες , στους οποίους επιτρέπει να τα επικαλεστούν ενώπιων των εθνικών αρχών. Τα βασικά χαρακτηριστικά που πρέπει να παρουσιάζει ένας κανόνας του Διεθνούς Δικαίου για να μπορεί να χαρακτηριστεί ως αυτοδύναμης εφαρμογής (selfexecuting) ,είναι η πληρότητα και η Αρτιότητα του ,ώστε να μην απαιτεί πρόσθετα μέτρα από την πλευρά του κράτους προκειμένου να εφαρμοστεί στην εσωτερική έννομη τάξη[11]».

Δεδομένου ότι η συνθήκη ΕΟΚ είχε δεόντως μετατραπεί σε εθνικό δίκαιο των κρατών μελών στην δυαδική Γερμανία και την Ιταλία, τίποτα δεν  μπορούσε να αποτρέψει τα δικαστήριά των χωρών αυτών να εφαρμόζουν μερικές από τις πρόνειες που περιέχονται στην εν λόγω συνθήκη σε μεμονωμένες υποθέσεις που φέρονταν ενώπιων τους.

Πράγματι, το Consiglio di Stato ήδη από το 1962, δηλαδή πριν από την απόφαση Van Gend en Loos, είχε εφαρμοστεί μια διάταξη της Συνθήκης ΕΟΚ προς επίλυση διοικητικών διαφορών[12].

Έτσι λοιπόν το 1963[13] φτάσαμε στην  υπόθεση Van gend en Loos

 

1.         Πρωτογενές Δίκαιο

Στην υπόθεση Van gend en loos η εν λόγο εταιρεία εισήγαγε ποσότητα χημικών ουσιών από την Δυτική Γερμανία (ουρίας – φορμαλδεΰδης) , σύμφωνα με διεθνή συμφωνία που είχε υπογράψει η Ολλανδία στα πλαίσια της Benelux προβλεπόταν η πρόσθετη φορολογία για τα συγκεκριμένα προϊόντα ύψους 8%.

Η εταιρεία προσέφυγε στο ολλανδικό Tariefcommisie[14] ζητώντας στα πλαίσια του Άρθρου 177.1(α) και 177.3 της Συνθ.Ε.Ο.Κ την έκδοση προδικαστικής Απόφασης επί των Ερωτημάτων :

1) Αν έχει το Άρθρο 12 της Συνθ. Ε.Ο.Κ[15] (τώρα Άρθρο 30 Σ.Λ.Ε.Ε ) εσωτερικά αποτελέσματα δηλαδή αν γεννά προσωπικά δικαιώματα  τα οποία οι μεν πολίτες δικαιούνται να τα επικαλούνται , τα δε εθνικά δικαστήρια υποχρεούνται να διασφαλίζουν,

2) Σε περίπτωση καταφατικής απάντησης αν αποτέλεσε παράνομη αύξηση κατά την έννοια του Άρθρου 12 της συνθήκης Ε.Ο.Κ , η επιβολή δασμού 8% επί των εισαγωγών των συγκεκριμένων προϊόντων ή μήπως επρόκειτο στην προκείμενη περίπτωση για λογική τροποποίηση του ισχύοντος πριν από την 1η  Μάρτιου 1960, η οποία αν και αποτελεί αύξηση από αριθμητική άποψη ,δεν πρέπει να θεωρηθεί ως απαγορευμένη βάσει του Άρθρου 12[16].

Το συνταγματικό υπόβαθρο αυτής της διάσημης υπόθεσης σχηματίστηκε από  τα άρθρα 65 και 66 του ολλανδικού Συντάγματος (όπως ήταν τότε )Το  Άρθρο 65 προνοούσε   ότι: «Οι διατάξεις των Διεθνών συμφωνιών οι οποίες έχουν δημοσιευτεί είναι δεσμευτικές για τον καθένα  » Και το άρθρο 66 προστίθεται: «Η νομοθεσία που ισχύει στο εσωτερικό του Βασιλείου δεν εφαρμόζεται αν αυτή η εφαρμογή θα είναι ασυμβίβαστη με τις διατάξεις των συμφωνιών οι οποίες είναι δεσμευτικές για τον καθένα και οι οποίες συμφωνίες έχουν συναφθεί είτε πριν είτε μετά την ψήφιση αυτής της νομοθεσίας».

Η Γερμανική, Ολλανδική και η βελγική  κυβέρνηση με υπομνήματα που υπέβαλαν στο Δ.Ε.Κ υποστήριξαν ότι προσφυγές εναντίων κρατών μελών στη βάση των Άρθρων 169 και 170 της Συνθ.Ε.Κ μπορούσαν να κατατεθούν μόνο από άλλα κράτη μέλη ή την επιτροπή και άρα το προδικαστικό ερώτημα έπρεπε να κριθεί ως απαράδεκτο[17].

Το δικαστήριο απάντησε στην απόφαση του[18]ότι το γεγονός ότι στα συγκεκριμένα Άρθρα προνοείται  ότι προσφυγές εναντίων κρατών μελών στη βάση των Άρθρων 169 και 170 της Συνθ.Ε.Κ μπορούσαν να κατατεθούν μόνο από άλλα κράτη μέλη ή την επιτροπή, δεν συνεπάγεται αδυναμία των ιδιωτών να επικαλεστούν ενδεχομένως τις υποχρεώσεις αυτές ενώπιων των εθνικών δικαστηρίων, όπως επίσης ότι ο περιορισμός των εγγυήσεων κατά των παραβάσεων του Άρθρου 12 από τα κράτη μελή μόνο στις διαδικασίες των άρθρων 169 και 170 θα εξαφάνιζε κάθε άμεση δικαστική προστασία των προσωπικών Δικαιωμάτων των υπηκόων τους .

Η ολλανδική και η βελγική κυβέρνηση αμφισβήτησαν την αρμοδιότητα του Δικαστηρίου ,υποστηρίζοντας ότι

α) στην υπό κρίση περίπτωση πρόκειται όχι για αίτηση ερμηνείας , αλλά εφαρμογής της συνθήκης αφού όπως υποστήριζαν το Δικαστήριο δεν ήταν αρμόδιο να κρίνει αν πρέπει να αναγνωριστεί ενδεχομένως υπέροχη στις διατάξεις της Συνθ.Ε.Ο.Κ είτε επί της Ολλανδικής νομοθεσίας ,είτε επί άλλων συμφωνιών που έχουν συνάψει η κάτω χώρες και οι οποίες έχουν ενσωματωθεί στο εθνικό τους δίκαιο .

Το Δικαστήριο απάντησε ότι στην υπό κρίση υπόθεση του ζητήθηκε να ερμηνεύσει το Άρθρο 12 της συνθήκης  εάν και κατά πόσο έχει  επιπτώσεις ως προς τους ιδιώτες ,η εφαρμογή η όχι της συνθήκης εναπόκειται στα Εθνικά Δικαστήρια .

β) ότι  η απάντηση που μπορεί να δώσει στο πρώτο ερώτημα δεν θα είναι κρίσιμη για την επίλυση της διαφοράς που υποβλήθηκε ενώπιων του Tariefcommisie[19].

Το Δικαστήριο απάντησε ότι από τη στιγμή που του υποβλήθηκε ερώτημα από δικαστήριο Κράτους Μέλους ως προς την ερμηνεία της Συνθήκης αυτομάτως προκύπτει και η   αρμοδιότητα του οι σκέψεις που οδήγησαν ένα εθνικό Δικαστήριο στην επιλογή των ερωτημάτων , καθώς και η σημασία που τους προσδίδει στο πλαίσιο μιας διαφοράς που έχει τεθεί ενώπιων του διαφεύγει της κρίσεως του δικαστηρίου[20].

Ωστόσο, αυτό που ξεκίνησε ως μια έκκληση προς το ΔΕΚ για να βοηθήσει στην εφαρμογή του ολλανδικού Συντάγματος έγινε η αφορμή για το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο να διατυπώσει γνωστό δόγμα του σχετικά με την εσωτερική επίδραση του κοινοτικού δικαίου που απευθύνεται, πέρα από τα ολλανδικά Tariefcommissie, σε όλα τα δικαστήρια σε όλα τα κράτη μέλη της Κοινότητας[21].

Το ΔΕΚ προχωρώντας να εξετάσει  αν οι διατάξεις του Άρθρου 12 της συνθήκης έχουν άμεσο αποτέλεσμα στο εσωτερικό δίκαιο των κρατών μελών εξέτασε το πνεύμα , την οικονομία και το γράμμα της , αλλά και την πρόθεση των συμβαλλόμενων μερών  ανέφερε ότι

«Έργο του Δικαστηρίου στα πλαίσια του Άρθρου 177 είναι να εξασφαλίσει τη ενότητα της ερμηνείας της συνθήκης από τα εθνικά Δικαστήρια , και να επιβεβαιώσει ότι τα κράτη μελή έχουν αναγνωρίσει στο κοινοτικό Δίκαιο ισχύ την όποια μπορούν να επικαλούνται οι πολίτες ενώπιων των εθνικών Δικαστηρίων.

Από τις προηγούμενες σκέψεις πρέπει να συναχωθεί ότι η κοινότητα αποτελεί νέα έννομη τάξη Διεθνούς Δικαίου, υπέρ της οποίας τα κράτη περιόρισαν τα κυριαρχικά τους δικαιώματα, σε περιορισμένους έστω τομείς, και της οποίας υποκείμενα είναι όχι μόνο τα κράτη μελή , αλλά επίσης και οι υπήκοοι τους[22].

Επομένως όπως το κοινοτικό Δίκαιο που είναι ανεξάρτητο από την νομοθεσία των κρατών μελών, δημιουργεί υποχρεώσεις στους ιδιώτες πρέπει επίσης να γεννά και δικαιώματα υπέρ αυτών.

Τα δικαιώματα αυτά γίνονται όχι μόνο όταν προβλέπεται ρητά στην συνθήκη , αλλά επίσης και λόγο σαφών υποχρεώσεων που επιβάλει η Συνθήκη τόσο στους ιδιώτες όσο και στα κράτη μελή και τα κοινοτικά όργανα[23]

Αφού το ΔΕΚ τόνισε πόσο κρίσιμη είναι η απαγόρευση επιβολής δασμών που προνοεί το Άρθρο 12 , προκειμένου να επιτευχτεί η τελωνειακή ένωση όπως αυτή προβλέπεται από το Άρθρο 9 και η όποια θεωρείται ως μια από τις βάσεις της κοινότητας .

Προχωρώντας και θέτοντας τα κριτήρια που πρέπει να υπάρχουν για να έχει άμεσο αποτέλεσμα μια διάταξη ανέφερε

«Το Άρθρο 12 διακηρύσσει μια σαφή και ανεπιφύλακτη απαγόρευση που είναι υποχρέωση όχι ενεργείας αλλά αποχής.

Αυτή η υποχρέωση δεν συνοδεύεται άλλωστε ,από καμία επιφύλαξη των κρατών να εξαρτήσουν την εφαρμογή της από θετική πράξη εσωτερικού δικαίου.

Από την ιδία τη φύση της αυτή η απαγόρευση είναι απολύτως πρόσφορη να παράγει άμεσα αποτελέσματα στις έννομες σχέσεις μεταξύ των κρατών μελλών και των πολιτών τους

Η εκτέλεση του Άρθρου 12 δεν απαιτεί νομοθετική επέμβαση των κρατών.

Το γεγονός ότι αυτό το Άρθρο ορίζει τα κράτη ως υποκείμενα της υποχρέωσης αποχής δεν σημαίνει ότι οι υπήκοοι τους δεν μπορούν να έχουν αντίστοιχο δικαίωμα[24]»

Με βάση όλα τα πιο πάνω το Δικαστήριο απεφάνθη ότι

«το Άρθρο 12 της Συνθ.Ε.Ο.Κ παράγει άμεσα αποτελέσματα και γεννά υπέρ των πολιτών προσωπικά Δικαιώματα , τα όποια και πρέπει να διασφαλίζονται από τα εθνικά Δικαστήρια [25]».

Με βάση το παραπάνω σκεπτικό της απόφασης του Δικαστηρίου για να θεωρηθεί πως μια διάταξη της Συνθήκης παράγει άμεσα αποτελέσματα για τους ιδιώτες θα πρέπει να είναι σαφής , ανεπιφύλακτη ,να θεσπίζει υποχρέωση αποχής, η υποχρέωση αποχής να εφαρμόζεται χωρίς να αναγνωρίζεται στα κράτη μελή οποιοδήποτε δικαίωμα επιφύλαξης ,και να μην εξαρτάται η υποχρέωση αποχής από την θέσπιση οποιουδήποτε ειδικότερου νομοθετικού  μέτρου.

Έτσι, η σημαντική καινοτομία της Van Gend en Loos δεν είναι η ανακάλυψη ότι η Συνθ.ΕΟΚ  θα μπορούσε να έχει άμεσο αποτέλεσμα. Ούτος η άλλως για κανονισμούς της ΕΟΚ,  αναφέρεται, εμμέσως πλην σαφώς, από το κείμενο του άρθρου 189. Όσον αφορά τις διατάξεις της ίδιας της Συνθήκης, θα μπορούσαν να είναι απολύτως κατάλληλες  για την έκδοση  δικαστικής απόφασης με τον ίδιο τρόπο όπως και άλλες διεθνείς συμφωνίες[26]. Η καθοριστική συμβολή της δικαστικής απόφασης ήταν στο ζήτημα αν ειδικές διατάξεις της Συνθήκης (ή, αργότερα, το παράγωγο κοινοτικό δίκαιο) είχε άμεσο αποτέλεσμα ή όχι, να αποφασίζεται  σε κεντρικό επίπεδο από το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, και όχι από τα διάφορα εθνικά δικαστήρια και έτσι κατ αυτόν τον τρόπο να εξασφαλίζεται η κοινή ερμηνεία των διατάξεων της συνθήκης[27] .

Οι συνέπειες της απόφασης υπήρξαν ανυπολόγιστες ,η κατασκευή του ΔΕΚ περί άμεσου αποτελέσματος κατέστησε το κοινοτικό δίκαιο αντικείμενο καθημερινής επίκλησης ενώπιων των εθνικών Δικαστηρίων υπό όρους ίδιους ακριβώς με το εθνικό δίκαιο. Ανατέθηκε έτσι η επαγρύπνηση για την διαφύλαξη του κοινοτικού δικαίου όχι μόνο  στο Αρμόδιο προς τούτο κοινοτικό όργανο την Επιτροπή  , η τα κράτη μελή όπως προέβλεπε η συνθήκη , αλλά πρωτίστως στους θιγόμενους ιδιώτες και στα εθνικά Δικαστήρια, στα όποια προστρέχουν οι ενδιαφερόμενοι, αποκόπηκαν συνεπώς και οι εναπομείναντες δεσμοί συγγένειας προς το διεθνές δίκαιο και το κοινοτικό δίκαιο έγινε ζωντανό κομμάτι της νομικής πραγματικότητας κάθε κράτους μέλους[28] .

 

1.1  Κάθετο Άμεσο Αποτέλεσμα      

Με τον όρο εννοούμε ότι ο ιδιώτης μπορεί να χρησιμοποιήσει έναντι του κράτους σε μια διάφορα ενώπιων Εθνικού Δικαστηρίου δηλαδή υπάρχει ευθύ κάθετο άμεσο αποτέλεσμα ενώ το τελευταίο δεν μπορεί να αντιτάξει την απουσία εθνικών μέτρων για να αποφύγει την εφαρμογή του κανόνα αυτού[29].

                                                                                                                                                    1.2   Προϋποθέσεις

Με βάση όσα αποφασίστηκαν στην  Van gend en loos δεν αναπτύσσουν όλες οι διατάξεις του Κοινοτικού Δικαίου «Άμεσο Αποτέλεσμα» ,για να θεωρηθεί πως μια διάταξη της Συνθήκης παράγει άμεσα αποτελέσματα για τους ιδιώτες θα πρέπει να είναι α) σαφής β) ανεπιφύλακτη γ) να θεσπίζει υποχρέωση αποχής δ) η υποχρέωση αποχής να εφαρμόζεται χωρίς να αναγνωρίζεται στα κράτη μελή οποιοδήποτε δικαίωμα επιφύλαξης ε) να μην εξαρτάται η υποχρέωση αποχής από την θέσπιση οποιουδήποτε ειδικότερου νομοθετικού  μέτρου .

Στην  salgoil[30] όμως είχαμε διαφοροποίηση όσον αφορά την προϋπόθεση 4 και κρίθηκε ότι η δυνατότητα που δίνεται από την Συνθήκη [31]σε ένα κράτος να διατυπώσει επιφύλαξη αναφορικά με την υποχρέωση αποχής που έχει βάσει του άρθρου 34 ΣΛΕΕ δεν πρέπει να θίγει το δικαίωμα ενός ιδιώτη να επικαλείται ευθέως την διάταξη που θεσπίζει την υποχρέωση αποχής αυτή καθαυτή.

Στην υπόθεση Lutticke [32] είχαμε διαφοροποίηση ως προς την προϋπόθεση 3 το Δικαστήριο αναγνώρισε Άμεσο Αποτέλεσμα και σε διατάξεις των Συνθηκών, οι οποίες δεν περιέχουν απλά ένα καθήκον Αποχής αλλά επιβάλουν συγκεκριμένη ενεργεία[33]η όποια όμως είναι επαρκώς προσδιορισμένη στην ιδία την διάταξη πλήρη τις προϋποθέσει της Σαφήνειας και του Ανεπιφύλακτου.

Στην  defrenne[34] επίσης είχαμε χαλάρωση των προϋποθέσεων 3 και 5 συγκεκριμένα το Δικαστήριο κλήθηκε να απαντήσει στα παρακάτω εάν το Άρθρο 119 ΣΕΟΚ[35] (νυν 157 ΣΛΕΕ) κατά πρώτον εισάγει από μόνο του απευθείας στην εσωτερική έννομη τάξη κάθε κράτους μέλους την ισότητα στην αμοιβή αντρών και γυναικών και κατά δεύτερο εάν παρέχει το δικαίωμα στους εργαζόμενους να προσφεύγουν ενώπιων των εθνικών Δικαστηρίων για την τήρηση της αρχής αυτής. Το δικαστήριο αποφάσισε ότι «για την πλήρη επίτευξη του στόχου που θέτει το Άρθρο 119 μπορεί να είναι αναγκαία η θέσπιση  ειδικότερων κοινοτικών ή και εθνικών νομοθετικών μέτρων επομένως δεν υφίσταται υποχρέωση αποχής αλλά ενεργείας, αυτό όμως δεν αποστερεί το άμεσο αποτέλεσμα από τη συγκεκριμένη διάταξη , λόγο του ότι από τις διατάξεις του ιδίου του Άρθρου επιβάλλεται η υποχρέωση επίτευξης αποτελέσματος εντός συγκεκριμένης χρονικής προθεσμίας ,εάν όμως εντός αυτής της προθεσμίας ορισμένα κράτη μελή δεν ενεργήσουν ως οφείλουν, αυτό δεν θίγει την αποτελεσματικότητα της διάταξης εφόσον η ιδία η διάταξη θεσπίζει ρητά την αρχή της ισότητας της αμοιβής μεταξύ ανδρών και γυναικών για όμοια εργασία . Συνεπώς όπου ο εθνικός Δικαστής μπορεί ελευθέρα να εξετάσει κατά πόσο η ήδη ισχύουσα εθνική νομοθεσία αντιστρατεύεται αυτή τη ρητή αρχή του Άρθρου 119, τότε γίνεται δεκτό πως οι διατάξεις του Άρθρου έχουν Άμεσο Αποτέλεσμα».

Η εξέλιξη αυτή έδωσε όπως θα δούμε και παρακάτω  πολύ μεγάλη ώθηση στην υλοποίηση των τεσσάρων κοινοτικών ελευθεριών ενεργοποιώντας άμεσα τις σχετικές διατάξεις με την λήξη των μεταβατικών περιόδων[36].

 

1.3       Δικαστικό

Κατά κανόνα το άμεσο αποτέλεσμα αφορά την δυνατότητα των ιδιωτών να επικαλούνται τις διατάξεις του ενωσιακού Δικαίου ενώπιων των Εθνικών Δικαστηρίων , το Δικαστικό Άμεσο Αποτέλεσμα καθιερώθηκε με την Απόφαση Van gend en loos όσον αφορά τις περιπτώσεις που γίνεται επίκληση διατάξεων του πρωτογενούς Δικαίου σε σχέση με το κράτος (κάθετο Άμεσο αποτέλεσμα), η εναντίων Ιδιωτών (Οριζόντιο Άμεσο Αποτέλεσμα), οι Διατάξεις αυτές πρέπει να είναι σαφής και ανεπιφύλακτες, και να επιβάλουν συγκεκριμένη ενεργεία[37] ή αποχή[38] , και να μην απαιτούν τη λήψη πρόσθετων μέτρων εκτός και αν έχει παρέλθει η μεταβατική περίοδος[39]. Αντίθετα το ΔΕΚ δεν αναγνώρισε Άμεσο Αποτέλεσμα λόγο του προγραμματικού τους Χαρακτήρα ή της γενικής διατύπωσης τους , που θέτει γενικούς στόχους και καταλείπει στα κράτη μελή και στα ενωσιακά όργανα ευρεία εξουσία για την Υλοποίηση τους[40].

1.4       Διοικητικό

Όπως είδαμε και στον πρόλογο μας το Διοικητικό άμεσο αποτέλεσμα προηγήθηκε του Δικαστικού  το Consiglio di Stato ήδη από το 1962, δηλαδή πριν από την απόφαση Α Gend en Loos, είχε εφαρμοστεί μια διάταξη της Συνθήκης ΕΟΚ προς επίλυση διοικητικών διαφορών.

Επίσης όπως θα δούμε παρακάτω Διοικητικό Άμεσο αποτέλεσμα υπάρχει και για διατάξεις του παράγωγου δικαίου.

 

1.5     Σε σχέση με τις Θεμελιώδης Ελευθερίες

To ΔΕΚ μετά την νομολογιακή κατασκευή του «Άμεσου Αποτελέσματος» , φάνηκε ιδιαίτερα γενναιόδωρο στο να δίνει αυτό τον χαρακτηρισμό σε διατάξεις του Κοινοτικού Δικαίου οι οποίες προστατεύουν τις Θεμελιώδεις Ελευθερίες[41]  και επιβάλουν την Απαγόρευση Διακρίσεων  στην Αμοιβή λόγο Φύλλου[42] στην διάκριση στην ελεύθερη εγκατάσταση εργαζομένων λόγο ιθαγένειας[43]. Το «Άμεσο Αποτέλεσμα» των συγκεκριμένων Διατάξεων δεν εξαντλείται μόνο στις σχέσεις Ιδιωτών προς το κράτος (κάθετο αποτέλεσμα), αλλά είναι δυνατόν και υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις να αναπτύξει και οριζόντιο Αποτέλεσμα, δηλαδή έναντι άλλων ιδιωτών , δηλαδή όταν την διακριτική μεταχείριση δεν την προκαλεί το κράτος αλλά ιδιώτης[44] το θέμα του οριζοντίου Αποτελέσματος θα το δούμε παρακάτω

Ελεύθερη κυκλοφορία αγαθών

 Στην Van gend en loos καθιερώθηκε ότι το  Άρθρο 12 της Συνθ. Ε.Ο.Κ που απαγορεύει την επιβολή δασμών στα αγαθά έχει «Άμεσο Αποτέλεσμα[45]».

Ελεύθερη Κυκλοφορία προσώπων

Στην Α Duyn κρίθηκε ότι η επιφύλαξη του Άρθρου 48.3 Συνθ.ΕΟΚ (νυν 45 ΣΛΕΕ) των  να επιβάλουν περιορισμούς για λόγους δημοσίας Τάξεως ,ασφάλειας ,και υγείας στην ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων κρίθηκε α) ότι υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο η εφαρμογή της β) έτσι ώστε η δυνατότητα αυτή των κρατών να μην αποτελεί εμπόδιο στην δυνατότητα επίκλησης του  Άρθρου 48 Συνθ.ΕΟΚ από ιδιώτες ενώπιων των εθνικών δικαστηρίων[46], Στην υπόθεση Reyners κρίθηκε ότι η επιβολή διάκρισης λόγο ιθαγένειας που απαγορεύεται από  το Άρθρο 7 της Συνθ.ΕΟΚ (νυν 18 ΣΛΕΕ) στο δικαίωμα της ελεύθερης εγκατάστασης εργαζομένων με βάση το Άρθρο 52 Συνθ.ΕΟΚ (νυν 49ΣΛΕΕ) οι διατάξεις αυτές έχουν Άμεσο αποτέλεσμα.

Ελεύθερη Κυκλοφορία κεφαλαίων

στην υπόθεση Sanz de lera[47] κρίθηκε ότι το Αρθρο73(β).1 (νυν Aάρθρο 63ΣΛΕΕ) που προνοεί την ελεύθερη κυκλοφορία κεφαλαίων γεννά άμεσο αποτέλεσμα υπέρ των ιδιωτών

Ελεύθερη Παροχής  Υπηρεσιών

Στην υπόθεση  Van bisbergen που αφορούσε το αν τα Άρθρα 59.1 και 60.3 της Συνθ.ΕΟΚ (νυν A56 ΣΛΕΕ) που επιβάλουν την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών  κρίθηκε ότι έχουν άμεσο αποτέλεσμα

1.6   Οριζόντιο Άμεσο και έμμεσο Αποτέλεσμα

Ένα περίεργο ανεπίλυτο ζήτημα είναι ο βαθμός στο οποίο οι διατάξεις ΣΕΕ και της ΣΛΕΕ που έχουν Άμεσο αποτέλεσμα είναι επίσης ικανές  να έχουν οριζόντιο άμεσο αποτέλεσμα στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών.

Το οριζόντιο αποτέλεσμα   εξαρτάται από τον ειδικό σκοπό της κάθε διατάξεως της Συνθήκης και τη θέση της στη συνολική οικονομία της Συνθήκης.

Ορισμένα άρθρα της Συνθήκης προορίζονται να εφαρμόζονται στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών, και οι άμεσες επιπτώσεις τους σημαίνουν αναπόφευκτα οριζόντιο άμεσο αποτέλεσμα: βλέπε, για παράδειγμα, τα άρθρα 101 και 102 ΣΛΕΕ που ασχολούνται με αντιανταγωνιστική συμπεριφορά των επιχειρήσεων.

Κανονικά, οι κανόνες της συνθήκης για την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων, καθώς και σε άλλες ελευθερίες, δεν μπορεί να αντιταχθεί σε ιδιώτες. Ωστόσο, το Δικαστήριο είχε δεχθεί την οριζόντια εφαρμογή της διάταξης της Συνθήκης περί ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων στην Angonese[48], και παραδέχτηκε την οριζόντια εφαρμογή των διατάξεων της Συνθήκης περί της ελευθερίας εγκαταστάσεως και της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών σε Laval και Viking.

Το Δικαστήριο το έκανε χωρίς πολλές εξηγήσεις, κι όμως μπορεί κανείς να αναρωτηθεί γιατί μια ιδιωτική τράπεζα (όπως στην υπόθεση Angonese) ή ένα συνδικάτο (όπως και σε Laval[49] και Viking[50]) θα πρέπει να εκτίθενται με την υποχρέωση να σέβονται την ελευθερία των συναλλαγών ή δικαιώματα ελεύθερης κυκλοφορίας των άλλων ιδιώτες, όταν οι νόμιμοι λόγοι που μπορούν να δικαιολογήσουν περιορισμούς στο εμπόριο και την κινητικότητα εντελώς πλαισιώνεται από την άποψη του δημοσίου συμφέροντος, και ως εκ τούτου αφήνουν ιδιώτες με άδεια χέρια στην προσπάθειά τους να δικαιολογήσουν τη συμπεριφορά τους.

Το έμμεσο οριζόντιο αποτέλεσμα ενδέχεται να διαφέρει από το άμεσο οριζόντιο αποτέλεσμα ως προς τη μορφή· πάντως, δεν υπάρχει ουσιαστική διαφορά (40) . Τούτο εξηγεί τον λόγο για τον οποίο θεωρείται ότι με την απόφαση Defrenne αναγνωρίστηκε το «άμεσο οριζόντιο αποτέλεσμα» του άρθρου 141 ΕΚ, μολονότι το Δικαστήριο ερμήνευσε το οριζόντιο αποτέλεσμα της διατάξεως αυτής ως υποχρέωση των εθνικών δικαστηρίων  . Εξηγεί, επίσης, τον λόγο για τον οποίο το επιχείρημα της Επιτροπής κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της Viking Line[51], ότι το Δικαστήριο δεν πρέπει να δεχθεί το άμεσο οριζόντιο αποτέλεσμα καθότι οι διατάξεις περί ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων και οι παρεκκλίσεις από αυτές δεν έχουν θεσπιστεί για να εφαρμόζονται σε ιδιώτες, έχει ήδη απορριφθεί από τη νομολογία.

1.7       Προϋποθέσεις

Σύμφωνα με την μέχρι σήμερα νομολογία Οριζόντιο Άμεσο Αποτέλεσμα έχουν οι διατάξεις που ρητός θεσπίζουν δικαιώματα αλλά και υποχρεώσεις  για ιδιώτες, τέτοιες είναι κυρίως οι διατάξεις περί ελευθέρου Ανταγωνισμού[52] .Επιπλέον όμως η νομολογία αποφάνθηκε υπέρ του οριζοντίου αποτελέσματος μιας σειράς από διατάξεις της Συνθ.ΕΟΚ  που αφορούν τις θεμελιώδεις ελευθερίες όπως και την απαγόρευση διακρίσεων.  Ορισμένες από τις υποθέσεις αυτές αφορούσαν την άσκηση δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας  . Οι κάτοχοι των δικαιωμάτων αυτών έχουν νόμιμο εμπορικό συμφέρον να τα ασκούν με τον τρόπο που οι ίδιοι επιλέγουν  . Εντούτοις, το συμφέρον αυτό πρέπει να σταθμίζεται με την αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων . Άλλως, οι κάτοχοι των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας «θα είχαν τη δυνατότητα να στεγανοποιήσουν τις εθνικές αγορές και να επιφέρουν κατ’ αυτόν τον τρόπο περιορισμό στο εμπόριο μεταξύ κρατών μελών»  . Ομοίως, το Δικαστήριο έχει εφαρμόσει τους κανόνες περί ελεύθερης κυκλοφορίας σε εθνικές και διεθνείς επαγγελματικές αθλητικές ομοσπονδίες[53] η εξήγηση είναι απλή οι ομοσπονδίες αυτές ασκούν μεγάλη επιρροή στην οργάνωση του επαγγελματικού αθλητισμού ως διασυνοριακής οικονομικής δραστηριότητας. Έχουν τη δυνατότητα θεσπίσεως κανονισμών που δεσμεύουν σχεδόν οποιονδήποτε επιθυμεί να ασκήσει τη δραστηριότητα αυτή. Όπως επισήμανε το Δικαστήριο με την απόφαση Deliège, «η κατάργηση, μεταξύ των κρατών μελών, των εμποδίων στην ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων και στην ελεύθερη παροχή υπηρεσιών θα μπορούσε να διακυβευθεί αν εξουδετερωνόταν η κατάργηση των φραγμών κρατικής προελεύσεως από εμπόδια πηγάζοντα από την άσκηση της νομικής αυτονομίας ενώσεων ή οργανισμών μη διεπομένων από το δημόσιο δίκαιο» , το Δικαστήριο επίσης με την απόφαση baumbast[54] χαρακτήρισε το Άρθρο 18.1 Συνθ.ΕΟΚ (νυν 21 ΣΛΕΕ) που προστατεύει την ελεύθερη κυκλοφορία ως γενικό δικαίωμα των πολιτών της ένωσης «Άμεσου αποτελέσματος .

1.8       Πρωτογενές Δίκαιο

Στην Wallrave κρίθηκε ότι η διατάξεις του Άρθρων 7,48, 59.1 που αποσκοπούσαν στην Απαγόρευση διακρίσεως έχουν άμεσο αποτέλεσμα , και γεννούν δικαιώματα υπέρ των ιδιωτών ,ακόμα και αν οι διακρίσεις δεν προέρχονται άμεσα από το κράτος αλλά από ιδιώτη που δεν υπάγεται στο δημόσιο δίκαιο[55] ( τριτενέργεια Ατομικών Δικαιωμάτων)[56].

Η εφαρμογή των διατάξεων περί ελεύθερης κυκλοφορίας σε ιδιωτικές ενέργειες έχει ιδιαίτερη σημασία όσον αφορά τους όρους εργασίας και πρόσβασης στην απασχόληση  . Το Δικαστήριο το αναγνώρισε με την απόφασή του Angonese, εφαρμόζοντας το Άρθρο 39 ΕΚ (περί ελεύθερης κυκλοφορίας στο εσωτερικό της κοινότητας )σε διένεξη του κυρίου  Angonese με ιδιωτική τράπεζα του Bolzano Ο κ. Angonese θέλησε να μετάσχει σε διαγωνισμό για μια θέση στην τράπεζα αυτή.

Στην Vicking line το Δικαστήριο της Ε.Ε. σημείωσε, καταρχάς, πως το γεγονός ότι ορισμένες διατάξεις της Συνθήκης απευθύνονται ρητά στα Κράτη Μέλη, όπως το Άρθρο 49 ΣΛΕΕ, δεν αποκλείει τη δυνατότητα ταυτόχρονης παροχής δικαιωμάτων σε κάθε ιδιώτη που ενδιαφέρεται για την τήρηση των υποχρεώσεων που καθορίζονται κατά τον τρόπο αυτό. Επίσης, σύμφωνα με το Δικαστήριο, η κατάργηση μεταξύ των Κρατών Μελών των εμποδίων στην ελεύθερη κυκλοφορία προσώπων, αγαθών, υπηρεσιών και κεφαλαίων θα διακυβευόταν αν η κατάργηση των φραγμών κρατικής προέλευσης εξουδετερωνόταν από εμπόδια προερχόμενα από την άσκηση της νομικής αυτονομίας ενώσεων ή οργανισμών μη διεπομένων από το δημόσιο δίκαιο.

 

2. Διεθνείς Συμφωνίες

Το ζήτημα του αμέσου αποτελέσματος των διεθνών συμφωνιών (και αποφάσεις που εκδίδονται από οργανισμούς που έχουν συσταθεί βάσει των συμφωνιών αυτών) είναι ένα ξεχωριστό τομέα, του οποίου η πρακτική σημασία αυξάνεται ραγδαία με την αύξηση του αριθμού και του πεδίου εφαρμογής των συμφωνιών που έχουν συναφθεί από την Κοινότητα και την Ένωση. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο έχει υιοθετήσει μια «μονιστική» στάση των διεθνών συνθηκών, θεωρώντας ότι αποτελούν, κατά την κύρωση από την ΕΕ, ένα «αναπόσπαστο τμήμα» της έννομης τάξης της ΕΕ.

Καταρχάς το Δικαστήριο αποδέχεται το Άμεσο αποτέλεσμα για συμφωνίες που συνάπτονται σε τομείς που έχει αποκλειστική αρμοδιότητα  Αυτό δεν σημαίνει ότι όλες οι διατάξεις τους έχουν άμεσο αποτέλεσμα.

Η εσωτερική επίδραση του συμβατικού διεθνούς δικαίου και των διεθνών αποφάσεων, ωστόσο, πάντα υπό την προϋπόθεση ότι θα πρέπει να είναι συμβατές με το πρωτογενές δίκαιο της ΕΕ, δηλαδή το κείμενο της Συνθήκης και τις γενικές αρχές του δικαίου της Ένωσης, όπως το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο πρόσφατα επανέλαβε με τους Kadi[57]

2.1  Τελωνειακής Ένωσης

Με την απόφαση Demirel,[58] το Δικαστήριο έκρινε ότι διάταξη συμφωνίας που συνήψε η Κοινότητα με τρίτες χώρες εφαρμόζεται απευθείας όταν, ενόψει του γράμματος, του αντικειμένου και της φύσεώς της, η συμφωνία συνεπάγεται σαφή και συγκεκριμένη υποχρέωση, μη εξαρτώμενη, ως προς την εφαρμογή ή τα αποτελέσματά της, από τη θέσπιση οποιασδήποτε μεταγενέστερης πράξεως.

Στην Soysal[59], όπου το Δικαστήριο, αναγνωρίζοντας το άμεσο αποτέλεσμα  σε ένα πρωτόκολλο στη συμφωνία σύνδεσης του 1963 με την Τουρκία, δεν επιτρέπει την εφαρμογή της υποχρέωσης ,θεώρησης βίζας τύπου «Σένγκεν» για  τους Τούρκους παροχείς υπηρεσιών που εισέρχονται στη Γερμανία, διαταράσσοντας ένα σημαντικό κομμάτι του εναρμονισμένου συστήματος ελέγχου της μετανάστευσης της Ένωσης

2.2   Σύνδεσης

Στην el-yassini [60] κρίθηκε ότι διάταξη της συμφωνίας σύνδεσης μεταξύ ΕΟΚ και Βασιλείου του Μαρόκου έχει  Άμεσο Αποτέλεσμα.

 

2..3   Μεικτές Συμφωνίες

Το Δικαστήριο διατύπωσε την κρίση του στην υπόθεση Πορτογαλία κατά Συμβουλίου[61], αντικείμενο της προσφυγής ήταν η εγκυρότητα δύο συνθηκών, μιας που συνήφθη με την Ινδία και έτερης με το Πακιστάν, αναφορικά με την πρόσβαση στην αγορά των κλωστοϋφαντουργικών προϊόντων, στα πλαίσια της οποίας διαφοράς το προσφεύγον κράτος μέλος ισχυρίστηκε ότι η απόφαση για την υπογραφή των ως άνω συνθηκών ήταν παράνομη λόγω αγνοήσεως θεμελιωδών κανόνων και αρχών του ΠΟΕ[62].

Η απόφαση έδωσε λαβή για πλούσια θεωρία, στην πλειονότητά της πολύ επικριτική αναφέρομαι σ’ αυτή συνοπτικά  μολονότι αναγνωρίζει ότι οι συμφωνίες ΠΟΕ εμφανίζουν σημαντικές διαφορές σε σχέση με τις διατάξεις της ΓΣΔΕ του 1947, ιδίως όσον αφορά την ενίσχυση του συστήματος διαφυλάξεως και του μηχανισμού διευθετήσεως των διαφορών , το Δικαστήριο έδωσε έμφαση στον διαπραγματευτικό ρόλο των κρατών προκειμένου να συναγάγει ότι η αποδοχή του άμεσου αποτελέσματος της ως άνω συνθήκης θα συνεπαγόταν στέρηση από τα νομοθετικά ή εκτελεστικά όργανα των συμβαλλομένων μερών της δυνατότητας που τους παρέχει το άρθρο 22 του μνημονίου να εξευρίσκουν, έστω και προσωρινώς, αμοιβαία αποδεκτές λύσεις .

Το Δικαστήριο προσέθεσε ότι σκοπός των συμφωνιών ΠΟΕ δεν είναι ο προσδιορισμός των νομικών εκείνων μέσων που θα ήσαν ικανά να διασφαλίσουν την καλόπιστη εκτέλεσή τους στην εσωτερική έννομη τάξη των συμβαλλομένων μερών  οπότε οι κανόνες των ως άνω συμφωνιών δεν προσφέρονται για τον έλεγχο της νομιμότητας των πράξεων των θεσμικών οργάνων της Ενώσεως .

Πάντως, αναφέρθηκε σε δύο περιπτώσεις όπου αναγνώρισε στις διατάξεις της ΓΣΔΕ άμεσο αποτέλεσμα, και συγκεκριμένα όταν η Κοινότητα προτίθεται να εκπληρώσει υποχρέωση αναληφθείσα στο πλαίσιο του ΠΟΕ υπόθεση Fediol[63] ,ή όταν η κοινοτική πράξη παραπέμπει ρητώς στις συμφωνίες ΠΟΕ υπόθεση Nakajima[64] , οπότε εναπόκειται στο Δικαστήριο να ελέγξει τη νομιμότητα της επίδικης κοινοτικής πράξεως υπό το φως των κανόνων ΠΟΕ ως δύο και μοναδικές εξαιρέσεις από τον γενικό κανόνα, όπως προκύπτει από την απόφαση Van Parys[65].

 

 3.    Δευτερογενές  παράγωγο  Δίκαιο

Το ΔΕΕ με την νομολογία του επέκτεινε και την νομολογιακή του κατασκευή περί «Άμεσου Αποτελέσματος » και στο παράγωγο Δίκαιο (αποφάσεις –οδηγίες –αποφάσεις πλαίσιο) το πώς έχει γίνει αυτό θα το δούμε αναλυτικά παρακάτω θα πρέπει να διευκρινίσουμε εδώ ότι ειδικά για την περίπτωση των οδηγιών θα πρέπει να τονιστεί ότι υπάρχει το λεγόμενο μερικό άμεσο αποτέλεσμα, που σημαίνει ότι όταν μια οδηγία δεν έχει ενσωματωθεί στο εσωτερικό Δίκαιο εγκαίρως η ορθώς στην εσωτερική έννομη τάξη, όταν γίνεται η επίκληση της εξαρτάται από την ακρίβεια των διατάξεων της και το είδος της διαφοράς η πλήρης ,η εν μέρει , η κατελαχιστον προστασία των δικαιωμάτων που αυτή κατοχυρώνει[66] , η συγκεκριμένη στάση του ΔΕΕ, θα πρέπει να συνδεθεί και με το γεγονός ότι στην οδηγία αφήνεται πάντα η ευχέρεια στο κράτος μέλος να επιλέξει τα μέσα και τον τρόπο με τον όποιο θα ενσωματώσει μια οδηγία στην εσωτερική του έννομη τάξη με την προϋπόθεση ότι θα τηρηθεί το πνεύμα της οδηγίας[67]  .

  3.1 Οδηγίες

Σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ε.Ε., για να αναγνωριστεί καταρχήν άμεσο αποτέλεσμα σε διατάξεις Οδηγιών της Ε.Ε. πρέπει να συντρέχουν 2 (δύο) προϋποθέσεις. Οι προϋποθέσεις αυτές, που θεσπίστηκαν από τη νομολογία [68]είναι οι ακόλουθες:

1) Η εν λόγω διάταξη της Οδηγίας να είναι επαρκώς ακριβής (σαφής) και να είναι απαλλαγμένη αιρέσεων (δηλ. απαλλαγμένη από όρους και επιφυλάξεις).

2 ) Θα πρέπει να έχει παρέλθει η προθεσμία που ορίζει η Οδηγία για μεταφορά της στο εθνικό δίκαιο

3)  Απουσία  πράξης μεταφοράς εκ μέρους του Κράτους Μέλους[69] ή η μεταφορά να έγινε μεν, ελλιπώς δε[70].

4) Ακόμα και όταν δεν έχει παρέλθει η ημερομηνία ιδιώτης μπορεί να επικαλεστεί της διατάξεις οδηγίας στην περίπτωση που το κράτος σκοπεύει ή έχει πάρει μέτρα τα οποία θέτουν σε κίνδυνο την εφαρμογή της[71]

Όπως προκύπτει από αυτές τις  προϋποθέσεις, όταν οι διατάξεις Οδηγίας έχουν σαφή και χωρίς προϋποθέσεις  χαρακτήρα, παρά την εκπρόθεσμη ή πλημμελή μεταφορά της Οδηγίας από το Κράτος Μέλος, ένας ιδιώτης (φυσικό ή νομικό πρόσωπο), που έλκει από αυτή δικαιώματα, δύναται να επικαλεσθεί τις διατάξεις της απευθείας κατά του Κράτους Μέλους ενώπιον του εθνικού δικαστή και το κράτος μέλος δεν δικαιούται να αντιτάξει ως υπεράσπιση τις δικές του παραλείψεις να λάβει όλα εκείνα τα ρυθμιστικά μέτρα που απαιτούνται για την εφαρμογή της οδηγίας[72].

Στις οδηγίες δεν υπάρχει άμεσο οριζόντιο Αποτέλεσμα αλλά μόνο κάθετο , ο ιδιώτης δεν μπορεί να επικαλεστεί την οδηγία εναντίον άλλου ιδιώτη παρά μόνο εναντίον του κράτους , τους κρατικούς φορείς σκοπεύει άλλωστε να εξαναγκάσει σε συμμόρφωση , σκοπός του ΔΕΚ ήταν να μην μπορούν τα κράτη να επωφελούνται από τις δικές τους παραβάσεις ,έτσι για όσο το κράτος δεν μεταφέρει ορθά την οδηγία στο εσωτερικό του δεν μπορεί να επικαλεστεί διατάξεις της οδηγίας εναντίον ιδιωτών , Επίσης το κράτος δεν μπορεί να προβάλει στα πλαίσια ποινικών διαδικασιών οδηγία που έχει ως αποτέλεσμα την θεμελίωση η επαύξηση της ποινικής ευθύνης όσων ενεργούν κατά παράβαση της[73]  στην έννοια κράτος υπάγεται και το κράτος ως εργοδότης [74],στην έννοια του κράτους συμπεριλαμβάνονται Οργανισμοί τοπικής Αυτοδιοίκησης[75] και οργανισμοί οι οπίοι ανεξαρτητα με την νομικη τους μορφη εχουν αναλαβει υπο την εποπτεια μιας δημοσιας Αρχης την παροχη υπηρεσιων Δημοσίου Συμφέροντος[76] αλλά και τις εταιρείες Ιδιωτικού Δικαίου όπου το Κράτος είναι κυρίως μέτοχος [77] .

Το ΔΕΕ όμως αρνείται πεισματικά την Αναγνώριση Άμεσου αποτελέσματος ,παρά την παρότρυνση του Γενικού εισαγγελέα Lenz στην υπόθεση Facini dori[78]στις οριζόντιες σχέσεις όταν αφορούν θέματα ανταγωνισμού , απαγόρευση διακρίσεων, και την ενίσχυση του χρήσιμου αποτελέσματος του κοινοτικού δικαίου (effect utile)[79]  ο λόγος όπως έχει τονίσει το ΔΕΕ σε πολλές αποφάσεις του[80] είναι το γεγονός ότι εφόσον η οδηγία απευθύνεται στο κράτος μέλος και είναι δεσμευτική για αυτό δεν επιτρέπεται να προέρχονται απευθείας από το κείμενο βάρη για τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα[81]εξ άλλου κάτι τέτοιο θα έπληττε την δικαιολογημένη εμπιστοσύνη των πολιτών ,και πιθανότατα θα ενίσχυε την ολιγωρία των κρατικών φορέων ,επίσης κάτι τέτοιο θα εξωμειονε την οδηγία με τον κανονισμό εξέλιξη την οποία δεν φαίνετε να επιθυμεί το ΔΕΕ ,για αυτόν τον λόγο κρίθηκε στην υπόθεση Βusseni[82]  ότι δεν μπορεί ένας ιδιώτης δεν μπορεί να επικαλεσθεί μια οδηγία κατά κράτους μέλους εφόσον πρόκειται για κρατική υποχρέωση άμεσα συνδεόμενη με ιδιώτη κατ΄επιταγη της οδηγίας[83].

 

Έμμεσο Οριζόντιο αποτέλεσμα

Το ΔΕΕ προκειμένου να καλύψει το κενό που δημιουργεί η άρνηση του για οριζόντιο αποτέλεσμα έχει ενεργοποιήσει κάποιες νομολογιακές κατασκευές σε υποθέσεις που υπάρχουν οι λεγόμενες τριμερείς σχέσεις , δηλαδή ιδιώτης εναντίον κράτους αλλά να επηρεάζεται και άλλος ιδιώτης .

Στην υπόθεση dellena wells[84] το Ην.Βασιλειο μετέφερε πλημμελώς οδηγία που αφορούσε δανειοδότηση λατομείων , με αποτέλεσμα να πάρει άδεια λατομείο που δεν πληρούσε τις προϋποθέσεις που έθετε η οδηγία, όταν λοιπόν κάποιος περίοικος επικαλούμενος την οδηγία διαμαρτυρήθηκε το ΔΕΕ θεώρησε ότι υπάρχει άμεσο αποτέλεσμα με το εξής σκεπτικό «Αν η επίκληση της οδηγίας εκ μέρους ιδιώτη έναντι του κράτους έχει για άλλον ιδιώτη απλώς κάποιες αρνητικές συνέπειες το δικαστήριο δέχεται το άμεσο αποτέλεσμα ακόμα και αν αυτές οι συνέπειες είναι βέβαιο ότι θα επέλθουν και δεν πιθανολογείται απλώς». Στην υπόθεση CIA security[85] και Unilevver Italia[86]είχαν αντικείμενο την ίδια οδηγία 83/189 που αφορούσε την καθιέρωση μιας διαδικασίας πληροφόρησης στον τομέα των τεχνικών πρότυπων και προδιαγραφών ,ο εθνικός Δικαστής κλήθηκε να μην εφαρμόσει την Εθνική νομοθεσία που αντίκειται στην οδηγία ,παρά την παρατήρηση των εθνικών Δικαστηρίων ότι πρόκειται για Αστική δίκη και αρά για σχέσεις οριζόντιες και όχι κάθετες , ούτε και εδώ πρόκειται για οριζόντιο άμεσο αποτέλεσμα αλλά για μια τριμερή σχέση η οποία δημιουργεί ευνοϊκές συνθήκες για έναν ιδιώτη και αρνητικές για κάποιον άλλον.

Η σύμφωνη προς την οδηγία ερμηνεία του Εθνικού Δικαίου

Πρόκειται για μια κατασκευή που εμπνέεται από τα εθνικά δίκαια των Κρατών Μελών και συγκεκριμένα από την σύμφωνη προς το εθνικό Σύνταγμα ερμηνεία των νόμων .

Σε επίπεδο ΕΕ η νομικη βάση βρίσκεται επί του Άρθρου 4(3) ΣΕΕ σε συνδυασμό με το Άρθρο 288 ΣΛΕΕ. Το Άρθρο 4(3) ΣΕΕ ορίζει πως «τα Κράτη Μέλη λαμβάνουν κάθε γενικό ή ειδικό μέτρο ικανό να διασφαλίσει την εκτέλεση των υποχρεώσεων που απορρέουν από τις Συνθήκες ή προκύπτουν από πράξεις των θεσμικών οργάνων της Ένωσης»

Όταν μια διάταξη οδηγίας δεν είναι ικανή από μόνη της να αναπτύξει αποτελέσματα δεν είναι δηλαδή σαφής και απαλλαγμένη αιρέσεων ή πρόκειται για διαφορά μεταξύ ιδιωτών , τότε όπως λέχτηκε στην υπόθεση Marleasing[87] ο εθνικός Δικαστής προκειμένου να συμβάλει στην καλύτερη δυνατή εφαρμογή του κοινοτικού Δικαίου διατηρεί ως εναλλακτική λύση τη σύμφωνη προς το πνεύμα και τους σκοπούς της οδηγίας ερμηνείας του εθνικού Δικαίου[88] η προσπάθεια αυτή δεν επαφίεται στην διακριτική του ευχέρεια αλλά αποτελεί υποχρέωση του η οποία αποδίδεται στην δέσμευση όλων των κρατικών λειτουργιών από το δεσμευτικό περιεχόμενο της οδηγίας. Στην Eva Martin Martin[89] λέχτηκε ότι στον κανόνα αυτό υπάγονται όλοι οι εθνικοί κανόνες Δικαίου συμπεριλαμβανόμενων και αυτών που εχουν εκδοθεί ειδικά με σκοπό τη μεταφορά της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο .

Όπως προκύπτει από την Van Colson, τα εθνικά δικαστήρια καλούνται να ερμηνεύσουν το σύνολο των κανόνων του εθνικού δικαίου, κατά το μέτρο του δυνατού φυσικά, υπό το πρίσμα του γράμματος και του σκοπού της Οδηγίας, προκειμένου να καταλήξουν σε λύση σύμφωνη προς το σκοπό που αυτή επιδιώκει. Όμως, θα πρέπει να τονιστεί πως αυτό συνιστά υποχρέωση των εθνικών δικαστηρίων μόνο εφόσον συντρέχουν δύο σημαντικές προϋποθέσεις.

Η πρώτη προϋπόθεση είναι να έχει λήξει η προθεσμία μεταφοράς της Οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο. Όπως ξεκαθάρισε το Δικαστήριο της Ε.Ε. στην Υπόθεση Adeneler,[90] πριν από τη λήξη της προθεσμίας μεταφοράς στο εσωτερικό δίκαιο μιας Οδηγίας, δεν μπορεί να προσάπτεται στα Κράτη Μέλη ότι δεν έλαβαν ακόμη τα μέτρα εφαρμογής της Οδηγίας στην έννομη τάξη τους και, επομένως, η γενική υποχρέωση που υπέχουν τα εθνικά δικαστήρια να ερμηνεύουν το εσωτερικό δίκαιο κατά τρόπο σύμφωνο προς την Οδηγία υφίσταται μόνον από τη λήξη της προθεσμίας μεταφοράς στο εσωτερικό δίκαιο της Οδηγίας αυτής.

Η δεύτερη προϋπόθεση είναι η «σύμφωνη ερμηνεία» να είναι τεχνικά δυνατή. Δηλαδή, να υπάρχει σχετική εθνική διάταξη η οποία να επιδέχεται ερμηνείας σύμφωνα με το σκοπό της επίμαχης Οδηγίας. Εάν δεν υπάρχει σχετικός κανόνας του εθνικού δικαίου, τότε είναι εκ των πραγμάτων αδύνατη και η εφαρμογή της διαδικασίας της σύμφωνης ερμηνείας, εφόσον ακριβώς δεν υπάρχει κανόνας εσωτερικού δικαίου που να χρήζει ερμηνείας.

Δεν έχει διαλευκανθεί ωστόσο πλήρως αν επιτρέπεται μέσω της σύμφωνης με την οδηγία ερμηνείας του εθνικού δικαίου η επιβολή υποχρεώσεων σε άλλο ιδιώτη, αφού μέχρι τώρα η νομολογία βρέθηκε ενώπιων υποθέσεων που είχαν ως αποτέλεσμα των παραμερισμό εθνικής διάταξης που αντέβαινε σε άλλες εθνικές Διατάξεις και έτσι ικανοποιούταν το δικαστήριο ως προς το να μην αιφνιδιάζετε ο ιδιώτης από την επιβολή σε βάρος του υποχρεώσεων που απέρρεαν από την οδηγία.

Ευθύνη του κράτους για αποζημίωση λόγο μη κανονικής μεταφοράς της οδηγίας

Η προσπάθεια του ΔΕΕ να αμβλύνει τις αρνητικές συνέπειες που υπόκεινται οι ιδιώτες λόγο της μη κανονικής μεταφοράς είχε ως επιστέγασμα την νομολογιακή κατασκευή περί « εξωσυμβατικής ευθύνης» του Κράτους η γνωστότερη ως Νομολογία Frankovich[91] σύμφωνα  λοιπόν με τις αρχές που τέθηκαν σε αυτή την υπόθεση  «Η υποχρέωση των Κρατών να αποκαταστήσουν τις ζημιές που προκαλούνται σε πολίτες ή σε νομικά πρόσωπα από παραβάσεις του κοινοτικού δικαίου βρίσκουν έρεισμα στο τότε Άρθρο 10 ΣΕΚ σχετικά με την καλόπιστη εκπλήρωση των υποχρεώσεων των Κρατών μελών» το Δικαστήριο έθεσε τρεις απλές προϋποθέσεις προκειμένου να θεμελιωθεί εξωσυμβατική ευθύνη του κράτους .

Πρώτον πρέπει η οδηγία να απονέμει δικαιώματα στους ιδιώτες ικανά να προσδιοριστούν από το κείμενο της οδηγίας ,δεύτερον η παράβαση των δικαιωμάτων αυτών θα πρέπει να προκάλεσε ζημιά στους ιδιώτες ,και τρίτον να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της παρανομίας του κράτους και της ζημιάς των εναγόντων. Η απόφαση  Frankovich συνιστά την απαρχή μιας σειράς υποθέσεων όπως η Brasserie [92] που κρίθηκε ότι η δράση του νομοθέτη στοιχειοθετεί ευθύνη του κράτους προς αποζημίωση των ιδιωτών υπό προϋποθέσεις ανάλογες με αυτές που διέπουν την εξωσυμβατική ευθύνη της ένωσης και που είναι κοινές για όλα τα κράτη μέλη και αυτές είναι σε περιπτώσεις που ο νομοθέτης διαθέτει μεγάλη διακριτική ευχέρεια για την ρύθμιση καταστάσεων σε κανονιστικό επίπεδο τίθεται ως προϋπόθεση η πρόδηλη και σοβαρή υπέρβαση των ορίων που τίθενται στην εξουσία του αυτή. Στην υπόθεση  kobler[93]και Tragheti[94] κρίθηκε ότι το κράτος φέρει ευθύνη και για πράξεις η παραλείψεις της Δικαστικής εξουσίας , υπογραμμίζοντας παράλληλα ότι το κράτος μέλος στα πλαίσια της ενωσιακής έννομης τάξης νοείται ως ένα ενιαίο σύνολο.

3.2  Κανονισμοί

Άμεσο αποτέλεσμα διαθέτει εξ ολοκλήρου ο κανονισμός με βάση το Άρθρο 288 ΣΛΕΕ, σε ορισμένες περιπτώσεις όμως τα κράτη μελή οφείλουν είτε να ενεργήσουν με συγκεκριμένα υποβοηθητικά μέτρα για την εκπλήρωση των υποχρεώσεων τους με βάση των κανονισμό ,η μη λήψη αυτών των μέτρων δύναται ορισμένες φορές να έχει ως αποτέλεσμα να μην μπορέσει να αναπτύξει τα αποτελέσματα του στην υπόθεση Leonesio[95] ένας κτηνοτρόφος ζήτησε την πριμοδότηση για την σφαγή των ζώων του όπως προέβλεπε ο σχετικός κανονισμός , οι ιταλικές αρχές χορήγησαν κατ αρχήν έγκριση αλλά στη συνέχεια ανέβαλλαν να πληρώσουν τον γεωργό , με την αιτιολογία ότι δεν είχαν εγκριθεί οι απαραίτητες πιστώσεις από την ιταλική βουλή . Το ΔΕΚ ανέφερε στην απόφαση του ότι η αναπτύξει των αποτελεσμάτων ενός κανονισμού εξαρτάται μόνο από τα μέτρα που  ίδιος ο κανονισμός προβλέπει και όχι από άλλες τυχόν εγχώριες διατάξεις εφαρμογής.

 

 3.3 Aποφάσεις

Άμεσο αποτέλεσμα μπορούν να αναπτύξουν και οι αποφάσεις εφ όσον είναι σαφής επακριβής και ανεπιφύλακτες στην υπόθεση Grad[96] το δικαστήριο ρωτήθηκε εάν μπορεί να γίνει επίκληση μιας απόφασης του Συμβουλίου το δικαστήριο απεφάνθη ότι με βάση το Άρθρο 288 ΣΛΕΕ μπορεί να γίνει επίκληση οιασδήποτε κανονιστικής πράξεως ενώπιων Δικαστηρίου, και επίσης τα εθνικά δικαστήρια δια μέσου της διαδικασίας της προδικαστικής παραπομπής στη βάση του Άρθρου 177 νυν (267 ΣΛΕΕ) μπορούν να ζητούν από το Δικαστήριο να αποφανθεί επί του κύρους και της ερμηνείας όλων των πράξεων όλων των οργάνων , χωρίς διάκριση σημαίνει ότι όλες οι πράξεις μπορούν να γίνουν αντικείμενο επίκλησης από τα υποκείμενα δικαίου ενώπιων των εθνικών Δικαστηρίων.

 

  3.   Επίλογος – Συμπεράσματα

Με όλα τα παραπάνω είδαμε τις συνέπειες τις οποίες είχε η απόφαση Van gend en loos στην εξέλιξη της θα έλεγε κανείς ότι ήταν σαν να πέταξε κάποιος μια χιονόμπαλα από την κορυφή ενός βουνού η όποια μετετράπη σε χιονοστιβάδα.

Η αρχή του Άμεσου Αποτελέσματος χαρακτηρίστηκε από τον Δικαστή Pescatore,  το 1983 ως  «τίποτα άλλο παρά τη συνήθη κατάσταση του δικαίου» και ότι ήταν απλώς μια «βρεφική ασθένεια» που σύντομα θα ξεπεραστεί .

Παρολα αυτά  η συνέχιση της ύπαρξης του αρχή του αμέσου αποτελέσματος του κοινοτικού δικαίου δικαιολογείται από το γεγονός ότι η δικαστική επιβολή της πρότυπα της Ευρωπαϊκής Ένωσης εξακολουθεί να είναι διαφορετική από εκείνη των εθνικών κανόνων σε ορισμένα σημεία[97].

Η επιτυχια του ΔΕΕ με την νομολογιακη κατασκευη του Αμεσου Αποτελεσματος ηταν ότι θεμελείωσε την ενιαια εφαρμογη του Ενωσιακου Δικαιου καθιστώντας κατ’ουσια τα Εθνικά Δικαστήρια ως Αποκεντρωτικά Δικαστήρια του ΔΕΕ , δια μέσου της Διαδικασίας της Προδικαστικής Απόφασης .

Επίσης έδωσε κίνητρο στους ιδιώτες να αναζητήσουν τα δικαιώματα τους μέσα από το Ενωσιακό Δίκαιο ,και κατ αυτό τον τρόπο να το καταστήσουν κομμάτι της καθημερινής τους ζωής αφ ενός, και αφ έτερου έδωσε κίνητρο στα κράτη μέλη να μην ολιγωρούν κατά την  ενσωμάτωση του ενωσιακού δικαίου στο εσωτερικό τους .



[1] Van gend en loos 26/62  σελ.871

[2] <<direct effect >> όπως λέγεται στα Αγγλικά , ο Όρος δεν έχει σχέση με τον όρο << Άμεση εφαρμογή ή direct  applicability>> που αφορά την άμεση εφαρμογή, γενική ισχύ , και δεσμευτικότητα ως προς όλα τα μέρη τους   , των κανονισμών της ΕΕ στα πλαίσια του Άρθρου 288 ΣΛΕΕ.

[3] Η πρώτη προδικαστική παραπομπή έγινε σχεδόν ένα χρόνο πριν από το Ολλανδικό Εφετείο στην υπόθεση Bosch τον Μάιο του 1962 σχεδόν ένα χρόνο πριν από την van gend en loos 26/62( 5.12.63)  Evolution of EU law graig and de burga 2010  Bruno De witte cap.12  pg. 3-4

[4] Αυτός ήταν και ο λόγος που κατά την εκδίκαση της υπόθεσης Van gend en loos  η Γερμανική, Ολλανδική και η βελγική  κυβέρνηση υποστήριξαν ότι προσφυγές εναντίων κρατών μελών στη βάση των Άρθρων 169 και 170 της Συνθ.Ε.Κ μπορούσαν να κατατεθούν μόνο από άλλα κράτη μέλη ή την επιτροπή και άρα το προδικαστικό ερώτημα έπρεπε να κριθεί ως απαράδεκτο Van gend en loos 26/62 pg.868

[5] Χαρακτηριστικότερο παράδειγμα η Γαλλία η οποία ναι μεν αναγνωρίζει την υπεροχή του Διεθνούς Δικαίου σε σχέση με μεταγενέστερη εθνική νομοθεσία , αλλά τα γαλλικά δικαστήρια όμως σε υποθέσεις οι οποίες αφορούσαν σύγκρουση μεταξύ διατάξεως προερχόμενης από Διεθνή Συνθήκη και διατάξεως προερχόμενης από εγχώρια νομοθεσία  μέσω της σχετικής νομολογίας τους διακήρυσσαν ότι «Κανένα γαλλικό δικαστήριο δεν έχει δικαίωμα να αμφισβητήσει την λαϊκή βούληση όπως αυτή εκφράζεται από τους εκπροσώπους της Νομοθετικής εξουσίας» η δε κρατούσα άποψη σχετικά με τις διεθνείς συνθήκες ήταν ότι αυτές απευθύνονται στο νομοθέτη και όχι στα Δικαστήρια. Evolution of EU law graig and de burga 2010  Bruno De wittecap.12 pg.3

[6] Με τον όρο υπονοείται ότι οι εσωτερικές έννομες τάξεις  των Κρατών Δικαίου δημιουργούνται και εξελίσσονται έχοντας ως πρότυπο τις γενικές αρχές του Διεθνούς δικαίου.

[7] Την αντίληψη αυτή έχουν υιοθετήσει η Ισπανία , Γαλλία (εν μέρη) , Βέλγιο .Ολλανδία , Λουξεμβούργο

[8] Την αντίληψη αυτή έχουν υιοθετήσει η Γερμανία, το Ηνωμένο Βασίλειο ,η Γερμανία ,η Ιταλία

[9] Η συγκεκριμένη έκφραση χρησιμοποιείται από αρκετούς συγγραφείς , η προσωπική μου άποψη είναι ότι ο Όρος « συμπλήρωσε» ίσως θα ήταν πιο δόκιμος αφού η συγκεκριμένη αντίληψη, κινείται ανάμεσα  στον μονισμό και τον δυισμό.

[10] Συχνά ο Όρος συγχέεται με τον Όρο Άμεσο Αποτέλεσμα , κάτι που είναι λάθος Άμεσο αποτέλεσμα παράγουν οι κανόνες του Δικαίου της Ένωσης που γεννούν ευθέως Δικαιώματα και υποχρεώσεις Για τους ιδιώτες .Έτσι διατάξεις με άμεση εφαρμογή δύνανται να μην αφορούν ιδιώτες . Αντιστρόφως διατάξεις που στερούνται άμεσης εφαρμογής (π.χ οδηγίες Van duyn 41/74  , αποφάσεις Grad 9/70 ) δύνανται υπό προϋποθέσεις να έχουν άμεση εφαρμογή. To Δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης Καλαβρός – Γεωργόπουλος Αθήνα 2010  Τόμος 1 σελ.214

[11] «Ευρωπαϊκό Δίκαιο» Δονάτος Παπαγιάννης  4η Έκδοση Αθήνα 2011 σελ.306

[12] Evolution of EU law graig and de burga 2010  Bruno De witte cap.12 pg.4

[13] Η απόφαση εκδόθηκε στις 5.12.1963

[14] Ολλανδικό Διοικητικό Δικαστήριο που δικάζει σε τελευταίο βαθμό προσφυγές επί φορολογικών θεμάτων .

[15] Το Άρθρο αναφέρει «εισαγωγικοί και εξαγωγικοί δασμοί ή φορολογικές επιβαρύνσεις ισοδυνάμου αποτελέσματος απαγορεύονται μεταξύ κρατών μελών . Η απαγόρευση αυτή ισχύει και για τους δασμούς ταμιευτικού χαρακτήρα».

[16] Van gend en loos 26/62 σελ.864

[17] Van gend en loos 26/62 pg.868

[18] Van gend en loos 26/62 pg.868

[19] Ο συλλογισμός στηριζόταν στο γεγονός ότι αφού κατά την άποψη των κάτω χωρών δεν υπήρχε θέμα ερμηνείας αλλά εφαρμογής αφού η διαφορά  δεν ήταν αν το συγκεκριμένο άρθρο γεννά η όχι δικαιώματα υπέρ των ιδιωτών , αλλά εάν η διατάξεις της Συνθ.ΕΟΚ υπερέχουν των άλλων Διεθνών Συμφωνιών που έχει υπογράψει το ολλανδικό Κράτος.

[20] Van gend en loos 26/62 pg.866

[21] Evolution of EU law graig and de burga 2010  Bruno De witte cap.12 pg.5

[22] Ο νεωτερισμός στην συγκεκριμένη περίπτωση έγκειται στο γεγονός ότι μέχρι εκείνη την εποχή  στο Διεθνές Δίκαιο υποκείμενα Δικαίου είναι τα Κράτη που συνομολογούν μια συμφωνία και όχι οι πολίτες τους.

[23] Van gend en loos 26/62 pg.867

[24] Van gend en loos 26/62 pg.867-868

[25] Van gend en loos 26/62 pg.871

[26] Η Ε.Σ.Δ.Α για παράδειγμα

[27] Evolution of EU law graig and de burga 2010  Bruno De witte cap.12 pg.5

[28]   «Ευρωπαϊκό Δίκαιο» Αθήνα 2011 Ευγενία Σαχπεκίδου σελ.486

[29] Χαλυβουργική 57/82

[30] Salgoil 13/68

[31] Άρθρο 36 ΣΛΕΕ

[32] Luticke 57/65 pg.293

[33] Η υπόθεση αφορούσε το Άρθρο 95(3) της Συνθ.Ε.Κ που επέβαλε στα κράτη μελή την υποχρέωση να καταργήσουν αντίθετες προς το ενωσιακό δίκαιο εθνικές Διατάξεις , στο βαθμό που δεν κατέλειπε στα κράτη μελή κανένα περιθώριο Διακριτικής ευχέρειας . Η Ενωσιακή Έννομη Τάξη Δονάτος Παπαγιαννης Αθήνα 2011 σελ.311

[34] Defrenne 43/75

[35] Το Άρθρο αναφέρει ότι «Κάθε κράτος μέλος εξασφαλίζει την εφαρμογή της Ισότητας της αμοιβής μεταξύ Ανδρών και γυναικών για όμοια εργασία ή για εργασία της αυτής αξίας»

[36] «Ευρωπαϊκό Δίκαιο» Αθήνα 2011 Ευγενία Σαχπεκίδου σελ.486

[37] Luticke 57/65 pg.293

[38] Van gend en loos 26/62 pg.867-868

[39] Van Duyn 41/74 σκεψεις 4-8

[40] Gimenez Zaera 126/86 σκεψεις 14-17

[41] Από μερικούς συγγραφείς χρησιμοποιείται ο όρος «Απαγόρευση Διακρίσεων» πχ. Στην ελεύθερη διακίνηση, στο δικαίωμα εγκατάστασης κ.λπ., ο Αγγλικός όρος είναι «fundamental freedoms» και θεωρώ ότι ο όρος Θεμελιώδεις ελευθερίες (στην Διακίνηση Αγαθών, Υπηρεσιων, Κεφαλαίων, Πρόσωπων ) είναι πιο δόκιμος και διαφοροποιείται από τον ορό Απαγόρευση Διακρίσεων πχ όπως το Άρθρο 157 ΣΛΕΕ που αγορεύει την Διάκριση στην Αμοιβή λόγο φύλου (defrenne ii 43/75)

[42] Defrene II 149/77 ,Defrenne III 19/81 ,Burton c-262/88, Barber c-110/91

[43] Reyners 2/74

[44] Walrave 36/74 , Donna 13/76

[45] Βλ.σχετικό κεφάλαιο Van gend en loos στην παρούσα εργασία

[46] Van duyn 41/74 σκέψεις 6-7

[47] c-250/94

[48] C-281/98

[49] C-341/05

[50] C-438/05

[51] C-438-05

[52] Άρθρα 101 και 102 ΣΛΕΕ που απαγορεύουν την σύμπραξη για κατάχρηση δεσπόζουσας θέσης

[53] Αποφάσεις της 12ης Δεκεμβρίου 1974, 36/74, Walrave (Συλλογή τόμος 1974, σ. 563), της 14ης Ιουλίου 1976, 13/76, Donà κατά Mantero (Συλλογή τόμος 1976, σ. 507), της 15ης Δεκεμβρίου 1995, C‑415/93, Bosman κ.λπ. (Συλλογή 1995, σ. I‑4921), της 11ης Απριλίου 2000, συνεκδικασθείσες αποφάσεις C‑51/96 και C‑191/97, Deliège (Συλλογή 2000, σ. I‑2549), προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 21 απόφαση Meca‑Medina και Majcen κατά Επιτροπής, και απόφαση της 13ης Ιουλίου 2000, C‑176/96, Lehtonen και Castors Braine (Συλλογή 2000, σ. I‑2681).

[54] C-413/99

[55] Στην συγκεκριμένη περίπτωση την διάκριση έκανε Αθλητική ομοσπονδία

[56] Η Ενωσιακή Έννομη Τάξη Δονάτος Παπαγιαννης Αθήνα 2011 σελ.310-311

[57] C-402/05

[58] 12/86

[59] c-288/06

[60] C-416/96

[61] 149/96

[62] Παγκόσμιος Οργανισμός Εμπορίου

[63] 70/87

[64] 69/89

[65] C-377/02

[66] To Δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης Καλαβρός – Γεωργόπουλος Αθήνα 2010  Τόμος 1 σελ.216

[67] Άρθρο 288 ΣΛΕΕ

[68] Van Duyn 41/74, Ratti 148/78, Fratelli Costanzo 103/88, C-129/96 Inter-Environnement Wallonie

[69] Ratti 148/78

[70] Fratelli Costanzo 103/88

[71] C-129/96 Inter-Environnement Wallonie.

[72] Becker 8/81

[73] Berlusconi c-387/02

[74] Marshal 152/84

[75] Fratelli Costanzo 103/88

[76] Foster c-188/89

[77] Αδενελλερ 125/07

[78] C-91/92

[79] Προτασεις ΓΕ αρ.47

[80] Facini dori c-91/92,Pfeifer c-397/01

[81] Facini dori c-91

[82] C-221/88

[83]   «Ευρωπαϊκό Δίκαιο» Αθήνα 2011 Ευγενία Σαχπεκίδου σελ.492

[84] C-201/02

[85] c-194/94

[86] C-443/98

[87] C-106/89

[88] Δηλαδή, είναι ένα θέμα το αν μπορεί ένας ιδιώτης να επικαλεστεί μια Οδηγία κατά εθνικού νόμου σε διαφορά του με άλλο ιδιώτη και είναι άλλο θέμα να ζητά ένας ιδιώτης, σε διαφορά του με άλλο ιδιώτη, να ερμηνευθεί το εθνικό δίκαιο σύμφωνα με το γράμμα και το σκοπό μιας Οδηγίας

[89] C-227/08

[90] C-212/04

[91] C-6/90

[92] c-46/93

[93] C-224/01

[94] C-173/03

[95] 93/71

[96] 9/70 σκέψεις 5-6

[97] Evolution of EU law graig and de burga 2010  Bruno De witte cap.12 pg.17

 

Share This Post

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Captcha * Time limit is exhausted. Please reload the CAPTCHA.