Οι έννοιες του δόλου και της αμέλειας κατά την οδική κυκλοφορία : Κριτική προσέγγιση των αλλαγών σε ΠΚ και ΚποινΔ

trafik_kazasi6Γράφει η Μαριάνθη Δ. Νούσκαλη

Εισαγωγή

 

Η διάκριση του ενδεχόμενου δόλου από την ενσυνείδητη αμέλεια αποτελούσε πάντοτε ένα από τα πιο αμφισβητούμενα ζητήματα του ουσιαστικού ποινικού δικαίου. Στο χώρο της ελληνικής ποινικής δικαιοσύνης το πρόβλημα της σαφούς οριοθέτησης των δυο μορφών υπαιτιότητας εμφανίστηκε έντονα στο προσκήνιο από τα τέλη της δεκαετίας του 1990 και μετά, με αφορμή μια σειρά  πολύνεκρων δυστυχημάτων, που συγκλόνισαν την κοινή γνώμη, με κορυφαία το ναυάγιο του πλοίου Σάμινα, το Σεπτέμβρη του 2000, συνεπεία του οποίου βρήκαν τραγικό θάνατο 80 επιβάτες και τραυματίστηκαν άλλοι 67, και το τροχαίο ατύχημα στα Τέμπη, τον Απρίλιο του 2003,  όπου σκοτώθηκαν 21 ανήλικοι μαθητές και τραυματίστηκαν σοβαρά άλλοι 25.

Η νομολογία όντας προσανατολισμένη στα εγκλήματα βλάβης για την αντιμετώπιση ατυχημάτων στο χώρο της οδικής και θαλάσσιας συγκοινωνίας, βρέθηκε σε αδιέξοδο. Η ποινική δίωξη για τα πλημμελήματα της ανθρωποκτονίας και της σωματικής βλάβης από αμέλεια,  ήταν ανεπαρκής για να ικανοποιήσει το κοινό περί δικαίου αίσθημα, που απαιτούσε την προσωρινή κράτηση και τη μέγιστη δυνατή τιμωρία των υπευθύνων για αυτές τις τραγωδίες. Η δε απόδοση  κατηγοριών για τα εγκλήματα της ανθρωποκτονίας και της σωματικής βλάβης εκ προθέσεως απαιτούσε αποδοχή των εγκληματικών αποτελεσμάτων, στοιχείο το οποίο όμως δε συνέτρεχε στα πρόσωπα των δραστών, δεδομένου ότι οι περισσότεροι από αυτούς ήταν και οι ίδιοι εν δυνάμει θύματα της ασυνείδητης συμπεριφοράς τους. Η λύση που δόθηκε λοιπόν, ήταν η μετάθεση του αντικειμένου του δόλου στον κίνδυνο επέλευσης του αποτελέσματος, ώστε να εμπίπτει στο πεδίο του ενδεχόμενου δόλου, τόσο η αδιαφορία ως προς αποτέλεσμα, όσο και η ελπίδα αποφυγής του. Η δογματική αυτή παρεκτροπή αποδοκιμάστηκε έντονα από πολλούς εκπροσώπους της νομικής επιστήμης, ενώ άρχισαν να πληθαίνουν οι φωνές για την ανάγκη πρόβλεψης μιας τρίτης μορφής υπαιτιότητας ή ακόμη μιας διακεκριμένης μορφής αμέλειας, προκειμένου να επιφυλάσσεται αυστηρότερη ποινή σε όσους επιδεικνύουν «φονική ασυνειδησία», άλλως  «επίμεμπτη αδιαφορία» για τη διαφύλαξη των εννόμων αγαθών της ζωής και της υγείας των άλλων, ειδικά σε τομείς επικίνδυνης δραστηριότητας, όπως η οδική και θαλάσσια συγκοινωνία.

Η νομολογία μετά από πολλές αμφιταλαντεύσεις επέστρεψε στην απόδοση ευθυνών για τα εγκλήματα της ανθρωποκτονίας και της σωματικής βλάβης από αμέλεια, οπότε αναβίωσε το πρόβλημα της επιεικούς μεταχείρισης των δραστών, το οποίο επιχείρησε να επιλύσει ο νομοθέτης με την τροποποίηση του α. 94 παρ. 2 ΠΚ, ώστε να καταστεί δυνατή η επιβολή μεγαλύτερης ποινής για ανθρωποκτονίες εξ’ αμελείας που συρρέουν κατ’ ιδέαν, εφαρμοζόμενων των κανόνων επιμέτρησης που ισχύουν για την πραγματική συρροή, και του α. 282 παρ. 3 ΚΠΔ, ώστε να επιτρέπεται η ενεργοποίηση του θεσμού της προσωρινής κράτησης. Κατά πόσο, όμως, ήταν δογματικά εύστοχη και λειτουργικά απαραίτητη μια τέτοια νομοθετική αλλαγή ;

Στόχος της παρούσας μελέτης είναι η διάκριση του δόλου από την αμέλεια με αφορμή τα τελούμενα εγκλήματα στο χώρο της οδικής και θαλάσσιας συγκοινωνίας, για την επίτευξη του οποίου ακολουθήθηκε η κάτωθι δομή: Στο πρώτο κεφάλαιο της εργασίας ερευνάται η έννοια και το περιεχόμενο της ενοχής. Στο Δεύτερο κεφάλαιο αναλύεται η σχέση της υπαιτιότητας με την ενοχή, τα επιμέρους είδη που απαρτίζουν το γένος του δόλου και της αμέλειας, ενώ παράλληλα λαμβάνει χώρα, για λόγους πληρότητας της μελέτης, μια σύντομη αναδρομή στους κυριότερους σταθμούς διαμόρφωσης των δυο αυτών εννοιών. Στο τρίτο κεφάλαιο  παρατίθενται και αξιολογούνται οι σημαντικότερες θεωρίες που έχουν διατυπωθεί στην επιστήμη για τη θεμελίωση του ενδεχόμενου δόλου και τη διάκρισή του από την ενσυνείδητη αμέλεια και επιλέγεται η, κατά τη γνώμη μου, δογματικά ορθότερη, σύμφωνα με τις διατάξεις του ελληνικού ποινικού κώδικα. Στο επόμενο κεφάλαιο, εφόσον έχει λάβει χώρα η οριοθέτηση των δυο μορφών υπαιτιότητας, μέσω της διαλεύκανσης των στοιχείων που καθορίζουν την ταυτότητά τους, επιχειρείται η καταγραφή των σημαντικότερων εμπειρικών δεδομένων που είτε ενδεικνύουν είτε αντενδεικνύουν την κατάφαση της μιας ή της άλλης. Το πέμπτο κεφάλαιο είναι αφιερωμένο στην παράθεση και την κριτική θεώρηση των προτάσεων για πρόβλεψη μιας τρίτης μορφής υπαιτιότητας ή μιας διακεκριμένης μορφής αμέλειας, σύμφωνα με το πρότυπο του αγγλοσαξονικού δικαίου. Στο έκτο κεφάλαιο υποδεικνύεται η ορθή αντιμετώπιση των τελούμενων εγκλημάτων στο χώρο των συγκοινωνιών, διαμέσου των προβλεπόμενων στο 13ο κεφάλαιο του Ποινικού Κώδικα κοινώς επικίνδυνων εγκλημάτων και τέλος, στο έβδομο κεφάλαιο εξετάζεται η στάση της νομολογίας απέναντι σε ορισμένες από τις σημαντικότερες υποθέσεις πολύνεκρων ατυχημάτων που έλαβαν χώρα από 2000 μέχρι σήμερα

 

Α.  Η ΕΝΝΟΙΑ ΚΑΙ ΤΟ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟ ΤΗΣ ΕΝΟΧΗΣ.

 

I. Η αρχή της ενοχής. 

 

Σήμερα γίνεται απόλυτα αποδεκτό ότι η  κατάφαση ενός εγκλήματος και η επιβολή ποινής προϋποθέτει πάντοτε τα εξής δύο: αφενός, την τέλεση μιας τελικά (τυπικά και ουσιαστικά) άδικης πράξης, δηλαδή μιας ανθρώπινης συμπεριφοράς που συνιστά προσβολή ή διακινδύνευση κάποιου εννόμου αγαθού του ατόμου ή της κοινωνικής ολότητας και ανταποκρίνεται στην περιγραφή κάποιου κυρωτικού κανόνα, χωρίς να συντρέχει κάποιο «υπέρτερο συμφέρον» που να την δικαιολογεί[1], και αφετέρου, τον καταλογισμό της πράξης αυτής σε ενοχή του δράστη της. Δηλαδή τη διατύπωση μιας αρνητικής αξιολογικής κρίσης που εκφέρεται από την έννομη τάξη και σύμφωνα με την οποία ο τελευταίος χαρακτηρίζεται από τη σκοπιά του δικαίου ως πρόσωπο άξιο μομφής για την  ψυχοπνευματική σχέση του με το αντικειμενικά άδικο αποτέλεσμα που παρήγαγε[2]. Ο πυρήνας της ενοχής έγκειται στο ότι ο δράστης προχώρησε στην τέλεση της περί ής πρόκειται αδικοπραγίας, καίτοι μπορούσε να την αποφύγει. Το ότι μπορούσε να πράξει αλλιώς είναι το στοιχείο εκείνο που προσδένει οριστικά το εγκληματικό αποτέλεσμα με το πρόσωπο του δράστη και δικαιολογεί την ιδιαίτερη αποδοκιμασία του[3]. Η επιβολή ποινής σε έναν άνθρωπο που δεν φταίει με την παραπάνω έννοια  δεν είναι ανεκτή από τη σύγχρονη συνείδηση δικαίου και γίνεται αντιληπτή ως κατάφωρη αδικία. Η εξάρτηση λοιπόν της κατάφασης εγκλήματος και της επιβολής ποινής από τη δυνατότητα του δράστη να συμπεριφερθεί διαφορετικά αποτελεί πολιτιστικό αίτημα[4]και είναι γνωστή ως αρχή της ενοχής.

Νομοθετικά η αρχή αυτή προκύπτει τόσο  από το συνδυασμό των άρθρων 7 παρ. 1 Σ και 14 ΠΚ, καθώς το Σύνταγμα για την επιβολή ποινής προϋποθέτει έγκλημα, στοιχεία του οποίου είναι η άδικη πράξη και ο καταλογισμός σε ενοχή, αλλά και από τη διάταξη του α. 2 παρ. 1 Σ, διότι η τιμωρία μιας άδικης πράξης, για την οποία δεν ευθύνεται ο δράστης της, προσβάλλει βάναυσα τον πυρήνα της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, μετατρέποντας το άτομο σε αντικείμενο που εξυπηρετεί τους στόχους της ποινικής καταστολής[5]. Η αρχή της ενοχής υπαγορεύεται περαιτέρω από τη γενικοπροληπτική και την ειδικοπροληπτική λειτουργία της ποινής. Διότι, αν το δίκαιο ενδιαφερόταν μόνο για τον άδικο χαρακτήρα μιας πράξης, χωρίς την παραπέρα αξιολόγηση της βουλητικής στάσης του δράστη της απέναντι στο προσβαλλόμενο έννομο αγαθό, το άτομο θα αφηνόταν στη μοίρα του αδιαφορώντας για τη διάπλαση της συμπεριφοράς του σύμφωνα με τους κανόνες δικαίου, ενώ η ίση μεταχείριση του συνειδητού παραβάτη και του «άτυχου» συμπτωματικά υπαιτίου θα καθιστούσε την ειδική πρόληψη ανέφικτη, προσδίδοντας στην ποινή αμιγώς ανταποδοτικό χαρακτήρα[6].

Η σύνδεση αδίκου και ενοχής δεν ήταν πάντοτε δεδομένη. Στην πρώτη εξελικτική φάση της ανθρωπότητας, κατά την οποία η ποινή είχε έναν καθαρό φυσικό αυτοματισμό και απέβλεπε είτε στην ικανοποίηση του συναισθήματος της εκδίκησης είτε στην αποκατάσταση μ’ έναν δεισιδαιμονικό τρόπο μιας «μαγικής» τάξης του κόσμου που διαταράχθηκε από την εγκληματική πράξη, αρκούσε για την τιμώρηση του δράστη το γεγονός ότι η συμπεριφορά του υπήρξε η αιτία για την παραγωγή ενός ανεπιθύμητου αποτελέσματος· επικρατούσε δηλαδή ένα «αιτιοκρατικό» σύστημα ή αλλιώς ένα σύστημα «αντικειμενικής ευθύνης» [7].  Στο πλαίσιο μιας τέτοιας θεμελίωσης η ποινή μπορούσε να επιβληθεί όχι μόνο στο δράστη της πράξης, αλλά και σε πρόσωπα που συνδέονταν με αυτόν, σε ζώα, ακόμη και σε προσωποποιημένα αντικείμενα[8].

Με τη μετάβαση από τη «μαγική» αντίληψη του κόσμου σε μια ηθικοθρησκευτική σύλληψη της ζωής, η αντικειμενική ευθύνη παραχώρησε τη θέση της στο διαλεκτικά αντίθετό της, το καθαρά υποκειμενικό άδικο. Ως έγκλημα νοούνταν τότε μια ηθικοθρησκευτικά αποδοκιμαστέα συμπεριφορά ή πεποίθηση, που παραβίαζε τη μεταφυσικά δοσμένη ηθική τάξη της ζωής και που για το λόγο αυτό έπρεπε να κολασθεί, ώστε να ικανοποιηθεί η μεταφυσική βούληση[9]. Κατά τη διάρκεια του Μεσαίωνα η Ιερά εξέταση έδωσε τα ισχυρότερα παραδείγματα τιμώρησης του φρονήματος στην ανθρώπινη ιστορία[10]. Το σύγχρονο ποινικό δίκαιο άρχιζε να διαμορφώνεται στην περίοδο του Ευρωπαϊκού Διαφωτισμού, ενώ οι σπουδαιότερες θεωρίες περί ενοχής διατυπώθηκαν κατά τη διάρκεια του 19ου και 20ου αιώνα.

Εν είδει συμπεράσματος θα μπορούσε να λεχτεί ότι το αξίωμα της ενοχής συνιστά πολιτιστική κατάκτηση και συνδέεται ουσιαστικά με το φιλελεύθερο ποινικό σύστημα που τελεί υπό τις εγγυήσεις του κράτους δικαίου. Η απαρέγκλιτη τήρησή του θέτει φραγμό στην αυθαίρετη επιβολή της ποινικής καταστολής από την κρατική εξουσία, αποτελώντας το θεμέλιο λίθο της      προστασίας των ατομικών ελευθεριών.
ΙΙ. Η ψυχολογική αντίληψη περί ενοχής και η υπέρβασή της από την δεοντολογική αντίληψη.

 

Επί μακρό χρόνο κυριαρχούσε στην ποινική επιστήμη η λεγόμενη ψυχολογική αντίληψη για την ενοχή[11]. Σύμφωνα με τα διδάγματα της θεωρίας αυτής το περιεχόμενο της ενοχής ταυτίζεται με την υποκειμενική υπαιτιότητα. Για τον καταλογισμό δηλαδή μιας άδικης πράξης αρκεί η διαπίστωση ορισμένης ψυχικής στάσης του δράστη προς το εγκληματικό αποτέλεσμα, εκδηλωμένης είτε υπό τη μορφή του δόλου είτε υπό τη μορφή της αμέλειας[12].

Τούτο συνεπάγεται αναπόδραστα ότι μεταξύ της ενοχής και των δυο μορφών υπαιτιότητας υφίσταται σχέση γένους και είδους[13]. Εάν, όμως, ο δόλος και η αμέλεια αποτελούν είδη ενοχής, πρέπει να αμφότερα να συμπεριλαμβάνουν όλα τα χαρακτηριστικά του γένους στο οποίο ανήκουν, ήτοι όλα εκείνα τα στοιχεία που είναι απαραίτητα για τον καταλογισμό της πράξης σε ενοχή του δράστη.  Εύστοχος επάνω στο ζήτημα αυτό είναι ο παραλληλισμός του Frank[14], σύμφωνα με τον οποίο, βάσει της ψυχολογικής θεωρίας, η σχέση της ενοχής με το δόλο και την αμέλεια είναι αντίστοιχη με τη σχέση του δέντρου προς τη λεύκη. Η έννοια της λεύκης, ως είδους δέντρου, πρέπει να εμπεριέχει όλα τα στοιχεία της έννοιας του δέντρου, έτσι ώστε αν δεχτούμε ότι το χαρακτηριστικό στοιχείο του δέντρου έγκειται στο ότι αυτό εξέρχεται υπεράνω της επιφάνειας του εδάφους, τότε και η λεύκη πρέπει να εξέρχεται υπεράνω της επιφάνειας του εδάφους. Ομοίως, αν δεχτούμε ότι η έννοια της ενοχής περιλαμβάνει κάθε τι που αναγόμενο στο πρόσωπο του δράστη τον καθιστά άξιο μομφής για το αντικειμενικά άδικο αποτέλεσμα που παρήγαγε και δικαιολογεί την ιδιαίτερη αποδοκιμασία του, τότε καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι τα στοιχεία αυτά πρέπει να εμπεριέχονται και στην έννοια τόσο του δόλου όσο και της αμέλειας, ως ειδών ενοχής.

Στο σημείο αυτό εντοπίζονται οι σημαντικότερες δογματικές επιπλοκές που παρουσιάζει η ψυχολογική θεωρία, δεδομένου ότι δεν είναι σε θέση να δικαιολογήσει τον αποκλεισμό ή τη μείωση της ενοχής σε περιπτώσεις στις οποίες η κατάφαση της υπαιτιότητας είναι δεδομένη, όπως στην κατάσταση ανάγκης του α. 32 ΠΚ, στη συγγνωστή νομική πλάνη του α. 31 παρ. 2 ΠΚ και σε  περιπτώσεις πλήρους ανικανότητας ή ελαττωμένης ικανότητας προς καταλογισμό των α. 33 και 34, 36 και 126 ΠΚ[15].

Οι θιασώτες της ψυχολογικής σύλληψης της ενοχής προσπάθησαν να ξεπεράσουν τις δυσχέρειες αυτές θεωρώντας την μεν ικανότητα προς καταλογισμό ως προϋπόθεση της ενοχής και επομένως ως προϋπόθεση της υπαιτιότητας, τους δε λόγους συγγνώμης ως γενικούς λόγους αποκλείοντες το δόλο και την αμέλεια. Τα επιχειρήματα αυτά δεν ευσταθούν. Υπαιτιότητα δεν αποκλείεται να συναντήσουμε  και σε ψυχικά ασθενείς ανίκανους προς καταλογισμό. Για παράδειγμα ο Α, πάσχων από ψύχωση σχιζοφρενικού τύπου, μαχαίρωσε θανάσιμα τους καθήμενους σε παρακείμενο τραπέζι καφετέριας Β και Γ, επειδή υπέλαβε ότι ήταν σύμμαχοι εξωγήινων που τον καταδίωκαν[16]. Ο δόλος του δράστη είναι δεδομένος, αφού κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης γνώριζε ότι επιτίθετο σε ανθρώπους επιδιώκοντας μάλιστα τη θανάτωσή τους. Συνεπώς, η ικανότητα προς καταλογισμό και η υπαιτιότητα αποτελούν ανεξάρτητα μεταξύ τους στοιχεία απαραίτητα αμφότερα για την κατάφαση της ενοχής. Οι δε λόγοι συγγνώμης δεν είναι δυνατό να αποκλείουν την υπαιτιότητα. Ο ανθρωποκτόνος δόλος του ναυαγού Α που σπρώχνει το συναυαγό του Β από την μοναδική υπάρχουσα σανίδα, για να σώσει τη ζωή του, είναι υπαρκτός κατά το χρόνο τέλεσης της αδικοπραγίας. Εν προκειμένω δεδομένη είναι τόσο η ικανότητα προς καταλογισμό όσο και η υπαιτιότητα. Ποιο λοιπόν είναι το στοιχείο εκείνο που υπολείπεται στην περίπτωση του α. 32 ΠΚ και δικαιολογεί την άρση του καταλογισμού;

Η συνειδητοποίηση των μειονεκτημάτων της ψυχολογικής θεωρίας οδήγησε στην εγκατάλειψή της και στην υιοθέτηση μιας άλλης αντίληψης για την ενοχή, της λεγόμενης δεοντολογικής – αξιολογικής[17]. Σύμφωνα με τη θεωρία αυτή, η οποία αποτυπώθηκε και στον Ποινικό μας Κώδικα, ο καταλογισμός σε ενοχή δεν εξαντλείται στη διαπίστωση ορισμένης ψυχολογικής σχέσης μεταξύ του δράστη και του εγκλήματος, αλλά αποτελεί αξιολογική κρίση και ειδικότερα κρίση αποδοκιμασίας για την τέλεση της αδικοπραγίας, για την κατάφαση της οποίας απαιτείται η συνδρομή τριών στοιχείων, τα οποία τελούν σε ορισμένη λογική σχέση μεταξύ τους που καθορίζει και τη συστηματική σειρά εξακρίβωσης της συνδρομής τους. Ειδικότερα, πρέπει κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης: πρώτον, ο δράστης να είναι ικανός προς καταλογισμό, ήτοι να έχει  την ψυχική κατάσταση ενός πνευματικά ώριμου και υγιούς ανθρώπου που διατηρεί αδιατάρακτη τη συνείδηση του έξω κόσμου (α. 33-35 ΠΚ) [18]. Δεύτερον, να τελεί σε ορισμένη ψυχική σχέση με το αξιόποινο αποτέλεσμα να ενεργεί δηλαδή με δόλο (α. 27 ΠΚ) ή αμέλεια (α. 28 ΠΚ) και τρίτον, να βρίσκεται σε κατάσταση και υπό συνθήκες που να επιτρέπουν στην έννομη τάξη να αξιώσει από αυτόν τη διατήρηση ή την αποχή από την προσβολή των εννόμων αγαθών (α. 31-32 ΠΚ)[19].

 

Β. Η ΥΠΑΙΤΙΟΤΗΤΑ

 

Ι. Η υπαιτιότητα ως επιμέρους στοιχείο της ενοχής.

 

Όπως αναλύθηκε στο προηγούμενο κεφάλαιο, στο πλαίσιο ενός φιλελεύθερου ποινικού συστήματος που τελεί υπό τις εγγυήσεις ενός κράτους δικαίου, για τη θεμελίωση ποινικής ευθύνης δεν αρκεί η τέλεση μιας άδικης πράξης. Απαιτείται περαιτέρω η ύπαρξη ενός υποκειμενικού συνδέσμου ανάμεσα σε όλα τα γνήσια αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος και τον ψυχοπνευματικό κόσμο του δράστη, που αποδοκιμάζεται από το δίκαιο επειδή καταδεικνύει είτε την εχθρική στάση του τελευταίου απέναντι στα έννομα αγαθά είτε την κοινωνικά επίμεμπτη αφροντιστία του για τη διατήρησή τους.[20] Ο σύνδεσμος αυτός καλείται υποκειμενική υπαιτιότητα[21] και αποτελεί το θεμέλιο της κρίσης για την ενοχή. Διότι, όπως η πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης ενός εγκλήματος ενδεικνύει τον τελικά άδικο χαρακτήρα της πράξης, έτσι και η κατάφαση της υπαιτιότητας ενδεικνύει την τελική ενοχή που συνεπάγεται τον καταλογισμό του δράστη.[22]

 

ΙΙ. Ο δόλος και η αμέλεια ως μορφές υπαιτιότητας

 

Οι μορφές της υπαιτιότητας σύμφωνα με τον ελληνικό ποινικό κώδικα είναι δύο, ο δόλος και η αμέλεια.

Με δόλο πράττει, σύμφωνα με τη διάταξη του α 27 παρ.1 ΠΚ, «όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξης· επίσης όποιος γνωρίζει ότι από την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το αποδέχεται». Από το νομοθετικό αυτό ορισμό συνάγεται ότι ο δόλος είναι ορισμένης μορφής βουλητικός σύνδεσμος του δράστη με την πράξη του, ο οποίος συγκροτείται από δύο στοιχεία, ένα γνωστικό (διανοητικό) και ένα βουλητικό.

Το γνωστικό στοιχείο του δόλου περιλαμβάνει αφενός τη γνώση της πραγματικότητας κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης και αφετέρου την πρόβλεψη  των μελλοντικών εξελίξεων και συνεπειών της εν λόγω συμπεριφοράς. Αναφέρεται ρητά μόνον στο εδ. β’, γίνεται όμως δεκτό ότι υπονοείται και στο εδ. α’[23]. Στις περιπτώσεις κατά τις οποίες ο δράστης ναι μεν επιθυμεί διακαώς την επέλευση του εγκληματικού αποτελέσματος, πλην όμως έχει συνείδηση του ανέφικτου της πραγματώσεως αυτού μέσω της συμπεριφοράς του, βρισκόμαστε ενώπιον απλής ευχής και όχι βούλησης υπό την έννοια του α. 27 ΠΚ[24]. Διότι η ποινή του εκ δόλου εγκλήματος στόχο έχει να πλήξει εκείνον που έχοντας επίγνωση της προσφορότητας της πράξης του, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, να προκαλέσει το αξιόποινο αποτέλεσμα, χρησιμοποιεί την τελευταία ως έλλογο μέσο για την επίτευξή του αποτελέσματος αυτού, και όχι τον εκάστοτε οιωνοσκόπο ή τυχοδιώκτη[25].

Το βουλητικό στοιχείο του δόλου περιλαμβάνει τόσο τη βούληση υπό τη στενή του όρου έννοια, ήτοι την επιδίωξη του εγκληματικού αποτελέσματος, όσο και την απλή αποδοχή του[26].

Ανάλογα με την ένταση εμφάνισης των δυο αυτών συστατικών του ο δόλος διαβαθμίζεται σε τρία είδη: α) το δόλο επιδίωξης ή δόλο σκοπού ή άμεσο δόλο α’ βαθμού, ο οποίος καταφάσκεται όταν ο δράστης προβλέπει ως βέβαιη ή πιθανή την επέλευση του εγκληματικού αποτελέσματος και τη θέλει, την επιδιώκει β) τον αναγκαίο δόλο ή άμεσο δόλο β’ βαθμού, ο οποίος συντρέχει, όταν ο δράστης προβλέπει ως βέβαιη την επέλευση του αποτελέσματος και την αποδέχεται ως αναγκαία συνέπεια του επιδιωκόμενου σκοπού του και γ) τον ενδεχόμενο δόλο, ο οποίος υφίσταται, όταν ο δράστης προβλέπει ως πιθανή την επέλευση του αποτελέσματος και την αποδέχεται[27].

Με αμέλεια πράττει, σύμφωνα με τη διάταξη του α. 28 ΠΚ, « όποιος από έλλειψη προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλλει είτε δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δε θα επερχόταν». Από τον ορισμό αυτόν προκύπτει ότι τα είδη της αμέλειας είναι δυο: α) η άνευ συνειδήσεως αμέλεια, η οποία καταφάσκεται όταν ο δράστης λόγω έλλειψης της προσήκουσας προσοχής δεν προβλέπει καν την επέλευση του εγκληματικού αποτελέσματος και β) η ενσυνείδητη αμέλεια, η οποία υφίσταται όταν  ο δράστης προβλέπει μεν το αξιόποινο αποτέλεσμα ως ενδεχόμενη συνέπεια της συμπεριφοράς του, αλλά λόγω εσφαλμένης εκτιμήσεως των περιστάσεων πιστεύει ότι αυτό δεν θα επέλθει[28].

Η ενσυνείδητη αμέλεια συνορεύει με τον ενδεχόμενο δόλο, γιατί έχουν ως κοινό στοιχείο την πρόβλεψη της πιθανότητας επέλευσης του αποτελέσματος. Συμπίπτουν δηλαδή στο γνωστικό επίπεδο, διαφέρουν όμως ριζικά στο βουλητικό. Η ασυνείδητη αμέλεια πάλι συνορεύει με το casus, γιατί και στις δυο αυτές περιπτώσεις ο δράστης δεν προέβλεψε το ενδεχόμενο πραγμάτωσης του αποτελέσματος. Η διαφορά τους συνίσταται στο ότι στην πρώτη περίπτωση το μοιραίο θα είχε αποφευχθεί, εάν ο δράστης κατέβαλλε την προσήκουσα κατά τις περιστάσεις προσοχή, ενώ στη δεύτερη περίπτωση όση προσοχή κι αν είχε καταβάλλει ο δράστης, δε θα μπορούσε να προβλέψει και να αποφύγει το αποτέλεσμα. Για το λόγο αυτό η άνευ συνειδήσεως αμέλεια αποτελεί μορφή υπαιτιότητας και συνεπάγεται ποινική ευθύνη, ενώ το τυχαίο γεγονός μένει ατιμώρητο[29].

 

III) Η ιστορική εξέλιξη της έννοιας του δόλου και της αμέλειας.

 

Η σύγχρονη αντίληψη για το δόλο και την αμέλεια δεν αποτελεί δημιούργημα της εποχής μας. Αντιθέτως, αποτελεί προϊόν μιας μακράς ιστορικής εξέλιξης, έτσι ώστε το σημερινό περιεχόμενό τους να είναι το αποτέλεσμα μιας βαθιάς συνειδησιακής και πνευματικής επεξεργασίας[30]. Η γνώση της εξελικτικής αυτής διαδρομής της υπαιτιότητας, όπως και όλων των θεσμών που διαπνέουν το ποινικό δίκαιο, είναι χρήσιμη για την πληρότητα της μελέτης, την ασφαλέστερη αντίληψη των σύγχρονων νομοθεσιών και τη διατύπωση κρίσεως επ’ αυτών[31]. Για το λόγο αυτό, στην παρούσα ενότητα επιχειρείται μια σύντομη αναδρομή στους κυριότερους σταθμούς διαμόρφωσης της έννοιας των δυο μορφών υπαιτιότητας, με αφετηρία το αρχαίο ελληνικό δίκαιο και καταληκτικό σταθμό το γερμανικό κοινοδίκαιο.

α) Αρχαίο Ελληνικό Δίκαιο.

 

Στο αρχαίο ελληνικό δίκαιο γινόταν διάκριση μεταξύ εκούσιου και ακούσιου εγκλήματος[32]. Η ακούσια τέλεσης της πράξης τιμωρούνταν ηπιότερα από την εκούσια, ενώ σε κάποιες περιπτώσεις έμενε ατιμώρητη. Για παράδειγμα, το Αττικό δίκαιο διέκρινε μεταξύ εκούσιου ή εκ προνοίας και ακούσιου φόνου, προβλέποντας για τον μεν πρώτο την ποινή του θανάτου ή της δια βίου εξορίας και δήμευσης της περιουσίας και για τον δεύτερο μόνο την δήμευση της περιουσίας και την εξορία από τη χώρα, με δυνατότητα επιστροφής κατόπιν συγχωρήσεως από τους στενούς συγγενείς του θύματος[33]. Η κλοπή, η ψευδορκία, η ύβρης[34], η φαρμακεία, η ιεροσυλία, η μοιχεία, η προδοσία, , η πρόκληση τραύματος κ.ά[35] επέσυραν ποινή μόνον εφόσον τελούνταν εκουσίως.

Εκουσίως τελούνταν η πράξη, όταν ο δράστης ενεργούσε με εγκληματική βούληση, με πρόθεση παραγωγής του αποτελέσματος, με διάνοια του αδικήσαι, ακουσίως δε, σε όλες τις λοιπές περιπτώσεις[36]. Συνεπώς, αν μεταχειριστούμε σύγχρονους νομικούς όρους, μπορούμε να πούμε ότι  η έννοια του δόλου στο αρχαίο ελληνικό δίκαιο ήταν πολύ στενότερη από τη σημερινή, καθώς ταυτιζόταν με τον δόλο επιδίωξης, σε αντίθεση με την έννοια της αμέλειας, η οποία ήταν πολύ ευρύτερη, περιλαμβάνουσα τόσο τον αναγκαίο όσο και τον ενδεχόμενο δόλο.

 

β) Ρωμαϊκό Δίκαιο.

 

Το βουλητικό στοιχείο διαδραμάτιζε ιδιαίτερα σημαντικό ρόλο για την κατάφαση της ενοχής και στο ρωμαϊκό δίκαιο, με εξαίρεση το δίκαιο των πρώτων χρόνων της ρωμαϊκής εποχής, στο οποίο δέσποζε η αντικειμενική, η εκ του αποτελέσματος ευθύνη του δράστη[37]. Ο ρωμαϊκός δόλος, ο λεγόμενος dolus malus, ήτο «η προς το συνιστών την αντικειμενικήν υπόστασιν ωρισμένου εγκλήματος γεγονός κατευθυνόμενη βούληση του δράστου»[38], η επιδίωξη παραγωγής του εγκληματικού αποτελέσματος, όπως στο αρχαίο ελληνικό δίκαιο, και αποτελούσε το υποκειμενικό στοιχείο κάθε εγκλήματος. Οποιαδήποτε άλλη ψυχική σχέση του δράστη προς το εγκληματικό γεγονός δεν αποτελούσε δόλο και ως εκ τούτου δεν αρκούσε για την τιμωρία του. Η αμέλεια ταυτιζόταν με το casus fortuitus· περιλάμβανε ό,τι δεν ενέπιπτε στην έννοια του dolus malus[39], ήτοι όλες τις περιπτώσεις του κυρίως casus, του τυχαίου δηλαδή συμβεβηκότος, τις περιπτώσεις της επέλευσης του ανεπιθύμητου αποτελέσματος από απροσεξία, τις περιπτώσεις δηλαδή της σημερινής ενσυνείδητης και ασυνείδητης αμέλειας  και τις περιπτώσεις του σημερινού αναγκαίου και ενδεχόμενου δόλου. Επειδή  στερείτο σημασίας για το ρωμαϊκό ποινικό δίκαιο, δεν γνώριζε διαβαθμίσεις.

 

γ) Βυζαντινό δίκαιο.

 

Ο αναγκαίος και ο ενδεχόμενος δόλος ήταν άγνωστοι και στο Βυζαντινό δίκαιο, στο οποίο η έννοια του εκουσίου, ταυτιζόταν με την επιδίωξη[40]. Σε αυτήν επικεντρωνόταν η αυστηρότητα των ποινών για τα σημαντικότερα εγκλήματα κατά της ζωής, της σωματικής ακεραιότητας, της ελευθερίας και της ιδιοκτησίας. Ειδικότερα, η Εκλογή των Ισαύρων προέβλεπε ότι «ο φονεύων εκουσίως, οιασδήποτε ηλικίας εστί, ξίφει τιμωρείσθω» (κεφάλαιο 17.45)[41], «οι γόητες και οι φαρμακοί οι επί βλάβη ανθρώπων προσλαλούντες τοις δαίμοσι ξίφει τιμωρείσθωσαν. Οι ποιούντες φυλακτά το δοκείν επ’ ωφελεία ανθρώπων δια ίδιαν αισχροκέρδειαν δημευόμενοι εξοριζέσθωσαν» (κεφάλαιο 17.43-44)[42], «ο ληστεύων και ενέδρα ποιών και φονεύων, εν ω κρατείται τόπω, φουρκιζέσθω» (κεφάλαιο 17.50)[43].

Διαφορετικά ήταν τα πράγματα στο χώρο του Εκκλησιαστικού Δικαίου, όπου η υπαιτιότητα προσελάμβανε υπερβατικό χαρακτήρα. Στο πλαίσιο μιας αμιγώς θρησκευτικής θεώρησης, παν έγκλημα αποδιδόταν στην μεταφυσική επενέργεια των δυνάμεων της κολάσεως, η οποία ελάμβανε χώρα κατόπιν θεϊκής παραχώρησης, λόγω των αμαρτημάτων του δράστη. Η υπαιτιότητα λοιπόν ταυτιζόταν με την ηθική κατάπτωση, με αποτέλεσμα  συχνά να εξομοιώνεται ο δόλος με την αμέλεια ή να επιβάλλεται ποινή ακόμη και σε περιπτώσεις που δεν υπήρχε καν αμέλεια[44]. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα της ακούσιας ανθρωποκτονίας. Το Κανονικόν του μοναχού Χριστοφόρου, το Πηδάλιον το Σύνταγμα των Ράλλη- Ποτλή προέβλεπαν για την θανάτωση βρέφους που καταπλακώθηκε από τη μητέρα του κατά τη διάρκεια του ύπνου ότι « και ει μέν εκ ραθυμίας ή ακρασίας των γονέων τούτο συνέβη, φόνω εκουσίω παρείσακται· ει δε εξ επιβουλής του αντικειμένου, συγγνώμης το πράγμα άξιον· πλην καί τούτο δείτε μετρίων επιτιμίων. Δι’ ετέρα γάρ πταίσματα η εγκατάλειψις αύτη γέγονεν». Το υπό συζήτηση χωρίο συνοψίζει την πεμπτουσία του ακούσιου φόνου στο δίκαιο της Εκκλησίας. Ο δόλος εξομοιωνόταν με την αμέλεια, δεδομένου ότι η μητέρα που από ραθυμία ή ακρασία επέφερε το θάνατο του τέκνου της, δεν είχε ανθρωποκτόνο βούληση, ενώ για τις περιπτώσεις που έλειπε και η αμέλεια ο θάνατος αποδιδόταν στην επήρεια του διαβόλου, εξαιτίας άγνωστων πταισμάτων της μητέρας, τα οποία δικαιολογούσαν την επιβολή ποινής[45].
δ) Το δίκαιο των Ιταλών νομομαθών του μεσαίωνα.

Η απαρχή της εξέλιξης της έννοιας του δόλου βρίσκεται στη διδασκαλία των ιταλών νομομαθών του μεσαίωνα, που έμειναν στη ιστορία με την ονομασία «postglossatores». Από τον 13ο αιώνα και εντεύθεν οι μεταγλωσσογράφοι προσπάθησαν να εκσυγχρονίσουν το ρωμαϊκό δίκαιο προσαρμόζοντάς το στις ανάγκες τις εποχής τους. Στο χώρο της υπαιτιότητας έμειναν αφ’ ενός μεν πιστοί στο δόγμα ότι για την ύπαρξη εγκλήματος απαιτείται δόλος, εφ’ ετέρου όμως προχώρησαν σε μια διεύρυνση της έννοιας του dolus malus, προκειμένου να αποφεύγεται το άτοπο της αθώωσης κάθε φορά που ο εκάστοτε δράστης επικαλείτο ότι με την πράξη του δεν επεδίωκε την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, λ.χ. τον θάνατο του θύματος, αλλά απέβλεπε στην πραγμάτωση κάποιου άλλου σκοπού, που είτε δεν ετιμωρείτο από το δίκαιο είτε ετιμωρείτο με πολύ ελαφρότερη ποινή, λ.χ. τον τραυματισμό του φονευθέντος. Η νέα, διευρυμένη έννοια του δόλου περιελάμβανε, εκτός τις περιπτώσεις τις εγκληματικής επιδίωξης, όλες εκείνες τις περιπτώσεις κατά τις οποίες «ο δράστης δεν ήθελε μεν το επελθόν εγκληματικό γεγονός, το γεγονός όμως τούτο ήτο η πιθανή και συνήθης, κατ’ ακολουθία δε και προβλεπτή συνέπεια άλλης εκ προθέσεως τελούμενης εγκληματικής πράξεως» Το επιχείρημα που χρησιμοποίησαν οι postglossatores για να δικαιολογήσουν την επέκταση των ορίων του δόλου πολύ πέραν της γνήσιας έννοιας του dolus malus, συνίστατο στο ότι στις περιπτώσεις αυτές το βουλητικό στοιχείο κατευθύνεται και προς το μη επιδιωκόμενο βαρύτερο αποτέλεσμα[46]. Η πιθανότητα δηλαδή της, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, επέλευσης του μη επιδιωκόμενου εγκληματικού αποτελέσματος αποτελούσε αμάχητο τεκμήριο για την πρόβλεψη και την αποδοχή του.

 

 

 

ε) Το γερμανικό κοινοδίκαιο και η περαιτέρω εξέλιξη της έννοιας του δόλου και της αμέλειας.  

 

Η διδασκαλία των ιταλών νομομαθών υιοθετήθηκε από την επιστήμη του γερμανικού κοινοδικαίου, σύμφωνα με τις παραδοχές της οποίας δόλος ήτο η προς το έγκλημα κατευθυνόμενη βούληση του δράστη και καταφασκόταν σε δύο περιπτώσεις· αφενός, όταν ο δράστης επεδίωκε το εγκληματικό γεγονός, οπότε γινόταν λόγος για άμεσο δόλο (dolus directus), και αφετέρου, όταν ο δράστης δεν επεδίωκε το επελθόν εγκληματικό γεγονός, επεδίωκε, όμως, κάποιο άλλο εγκληματικό αποτέλεσμα, από την ενέργεια για την επίτευξη του οποίου επήλθε και το πρώτο, το οποίο δεν προέβλεψε μεν, ηδύνατο όμως και συνεπώς όφειλε να προβλέψει, οπότε γινόταν λόγος για έμμεσο δόλο (dolus indirectus)[47].

Και ενώ στις περιπτώσεις του dolus directus η εγκληματική βούληση του δράστη ήτο δεδομένη, δε συνέβαινε το ίδιο στις περιπτώσεις του dolus indirectus, με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί επιστημονική διαφωνία για τον τρόπο καθορισμού της ψυχικής κατάστασης που έπρεπε να υφίσταται μεταξύ του δράστη και του εγκληματικού αποτελέσματος, ώστε να μπορεί να λεχθεί ότι αυτός όντως το θέλησε, έστω και έμμεσα. Στο σημείο αυτό ακριβώς έγκειται η περαιτέρω εξέλιξη της έννοιας του δόλου. Σταδιακά η επιστήμη άρχισε να κατευθύνεται σε μια περισσότερο υποκειμενική σύλληψη του έμμεσου δόλου, δεχόμενη ότι για την κατάφασή του δεν αρκούσε η αντικειμενική προβλεψιμότητα του βαρύτερου εγκληματικού γεγονότος, αλλά απαιτείτο η πραγματική πρόβλεψή του, γιατί αλλιώς ουδείς ψυχικός σύνδεσμος του δράστη με το αποτέλεσμα θα μπορούσε να διαπιστωθεί. Η θέση αυτή γέννησε μια νέα σειρά επιστημονικών ερίδων σχετικά με τον αναγκαίο από πλευράς του δράστη βαθμό πρόβλεψης του αποτελέσματος, εάν δηλαδή απαιτείτο ο δράστης να το έχει προβλέψει ως πιθανό ή απλώς ως δυνατό ή ενδεχόμενο[48].

Η διαφωνία περί του ζητήματος αυτού διακόπηκε στις αρχές του 19ου αιώνα, όταν φιλελεύθερα πνεύματα ζήτησαν την επιστροφή της έννοιας του δόλου στα όρια του ρωμαϊκού δικαίου. Ο Feuerbach, ως επικεφαλής της κίνησης αυτής, απέκρουε την ύπαρξη του dolus indirectus και δίδασκε ότι δόλος είναι μόνον η ψυχική κατάσταση εκείνου που επιδιώκει το εγκληματικό αποτέλεσμα, ανεξάρτητα από το βαθμό πρόβλεψης του τελευταίου, και αντιστρόφως, η περί του βαθμού πρόβλεψης του αποτελέσματος έριδα καθίσταται άνευ σημασίας για τη διδασκαλία του δόλου, όταν ο δράστης δεν αποσκοπεί στο εγκληματικό γεγονός[49].

Η θέση του Feuerbach δεν επικράτησε στη γερμανική επιστήμη, με αποτέλεσμα να επανέλθει στο προσκήνιο ο προβληματισμός για τον απαιτούμενο βαθμό προβλέψεως του εγκληματικού αποτελέσματος, που εμπεριέχεται την έννοια του έμμεσου δόλου. Από τα μέσα του 19ου αιώνα, μετά από πολλές ταλαντεύσεις και αμφισβητήσεις και υπό την επίδραση της διδασκαλίας των μαθητών του Hengel, άρχισε να παγιώνεται η αντίληψη ότι δόλος είναι η προς την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος κατευθυνόμενη βούληση, η οποία υφίσταται όταν ο δράστης επιδιώκει το εγκληματικό αποτέλεσμα ή το προβλέπει ως αναγκαίο ή το προβλέπει ως ενδεχόμενο και το αποδέχεται (ενδεχόμενος δόλος- dolus eventualis)[50]. Η έννοια της βούλησης έπαψε να ταυτίζεται με την επιδίωξη και περιλάμβανε πλέον μια γκάμα εσωτερικών διαθέσεων με κοινό παρονομαστή την «εσωτερική επιδοκιμασία», η οποία αποτελούσε τον αδιαμφισβήτητο Ρουβίκωνα της αμέλειας. Κάθε φορά που ο δράστης προέβλεπε το αξιόποινο αποτέλεσμα και το απέρριπτε εσωτερικά η διάγνωση ήταν μονόδρομος: ενσυνείδητη αμέλεια και όχι ενδεχόμενος δόλος[51]. Τέλος, όταν ο δράστης δεν προέβλεπε καν το αξιόποινο αποτέλεσμα, μπορούσε όμως να το προβλέψει και είχε ιδιαίτερη υποχρέωση προς τούτο, βαρυνόταν με άνευ συνειδήσεως αμέλεια.

 

IV) Η ταυτότητα του δόλου και της αμέλειας ως διαθετικών εννοιών.

 

Αν ρίξει κανείς μια προσεκτική ματιά στις διατάξεις του ποινικού μας κώδικα, των ειδικών ποινικών νόμων και της ποινικής δικονομίας, θα διαπιστώσει ότι ο νομοθέτης καταφεύγει πολύ συχνά στη χρήση όρων που περιγράφουν καταστάσεις, οι οποίες δεν είναι άμεσα προσβάσιμες στην εμπειρική παρατήρηση, δεν αναφέρονται δηλαδή σε αντικείμενα του εξωτερικού κόσμου, αλλά στον εσωτερικό, αθέατο κόσμο του δράστη και γίνονται αντιληπτές μόνο μετά από παρατήρηση των αντιδράσεών του, εφόσον βρεθεί κάτω από ορισμένες συνθήκες. Με άλλα λόγια σε άμεση παρατήρηση δεν υπόκεινται οι ενδιάθετες καταστάσεις του ατόμου, αλλά μόνον τα συμπτώματά τους, οι τρόποι δηλαδή με τους οποίους αυτές εκδηλώνονται. Για παράδειγμα, η επικινδυνότητα του δράστη (α. 13 περ. ζ, 38, 69, 73 παρ 1., 90 παρ.1, 92 ΠΚ, 282 ΚΠΔ), η οποία συνίσταται στην αντικοινωνικότητα και τη ροπή του προς διάπραξη νέων εγκλημάτων στο μέλλον, αν βρεθεί υπό κατάλληλες συνθήκες, δεν μπορεί να γίνει αντιληπτή με τις αισθήσεις μας, αλλά ενδεικνύεται από εμπειρικά δεδομένα όπως η βαρύτητα της πράξης που τέλεσε, ο τρόπος, οι συνθήκες τέλεσης και τα αίτια που τον ώθησαν σε αυτήν[52],  η ιδιότητα του κατηγορουμένου ως κατ’ επάγγελμα εγκληματία (α. 13 στ’, 90, 92, 374 περ. ε., 385 παρ. 1, 386 παρ. 3 ΠΚ)  ενδεικνύεται από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης ή την υποδομή που έχει διαμορφώσει[53], η ιδιοτέλεια (α. 394 παρ. 4, 403 παρ. 1 ΠΚ) από την αποκομιδή άμεσων ή έμμεσων οικονομικών ωφελημάτων κ.ο.κ[54] [55]. Οι έννοιες αυτές ονομάζονται διαθετικές  και το χαρακτηριστικό τους είναι ότι αποδίδουν κατά κύριο λόγο τάσεις, κλίσεις ή ικανότητες των ενεργούντων υποκειμένων. Γι’ αυτό και ως γενικό χαρακτηριστικό των διαθέσεων τονίζεται η περιληπτική απόδοση αυτού που τείνει να συμβαίνει ως τρόπος αντίδρασης ενός προσώπου κάτω από ορισμένες συνθήκες[56].

Συνεπώς, διαθετικές έννοιες αποτελούν αναμφισβήτητα όλες όσες ανάγονται στην προσωπικότητα ενός ατόμου. Το ερώτημα που ανακύπτει είναι εάν στο γένος των διαθετικών εννοιών μπορούν να συμπεριληφθούν και στοιχεία, όπως ο δόλος και η αμέλεια, που εκφράζουν μεν την ύπαρξη μιας εσωτερικής κατάστασης, η οποία όμως δεν συνδέεται απαραίτητα με τα μόνιμα στοιχεία του χαρακτήρα. Διότι η υπαιτιότητα αποτελεί την ψυχική στάση του δράστη απέναντι στη συγκεκριμένη πράξη του και το αποτέλεσμά της, χωρίς να συνιστά απαραίτητα έκφραση του φρονήματος ή της προσωπικότητάς του. Όπως είναι γνωστό, πολλές φορές οι άνθρωποι συμπεριφέρονται με τρόπο που δεν εναρμονίζεται με το χαρακτήρα τους. Ο γενικά αμελής και απρόσεκτος άνθρωπος, μπορεί κάποτε να επιδείξει ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή, αλλά και αντίστροφα ο γενικά επιμελής και προσεκτικός να επιδείξει αφροντιστία[57]. Ο γενικά νομοταγής, που φροντίζει για τη διατήρηση των έννομων αγαθών μπορεί κάποτε να εκδηλώσει εχθρική στάση απέναντί τους και αντίστροφα ο κατά συρροή εγκληματίας να επιδείξει ιδιαίτερο ζήλο για τη διαφύλαξή τους.

Η απάντηση στο ανωτέρω ερώτημα φαίνεται να είναι καταφατική, σύμφωνα με την ορθότερη άποψη, διότι αφενός, όπως τονίστηκε ήδη, το βασικό γνώρισμα των διαθετικών εννοιών έγκειται στο ότι αφορούν εσωτερικές καταστάσεις, που δεν είναι άμεσα προσβάσιμες στην εμπειρική παρατήρηση, δομικά χαρακτηριστικά που αφορούν αναμφίβολα τόσο το δόλο όσο και την αμέλεια[58], και αφετέρου, διότι στο χώρο στης επιστημολογίας όταν γίνεται λόγος για διαθετική εξήγηση μιας ανθρώπινης συμπεριφοράς, νοείται η ερμηνεία της δραστηριότητας των ενεργούντων προσώπων με τη βοήθεια στοιχείων του χαρακτήρα τους, πεποιθήσεων και στόχων. Οι τελευταίοι, σε αντίθεση με τα μόνιμα στοιχεία της προσωπικότητας, αναφέρονται σε συγκεκριμένες δραστηριότητες του ατόμου και δεν αποδίδουν κάτι που τείνει να συμβαίνει[59].

Επομένως, δόλος και αμέλεια αποτελούν διαθετικές έννοιες, που είναι προσεγγίσιμες μέσα από εξωτερικά παρατηρήσιμα στοιχεία, τα οποία αφορούν κυρίως τον τρόπο δράσης των προσώπων και αποκαλούνται εμπειρικές ενδείξεις, σύμφωνα με τον όρο που έχει επικρατήσει γι’ αυτά στην επιστήμη. Η δόμηση, ωστόσο, ενός συστήματος εμπειρικών ενδείξεων, που θα μπορούσε να αποδώσει με πληρότητα το υποκειμενικό μέγεθος του δόλου και της αμέλειας, προϋποθέτει τη σαφή οριοθέτηση των δυο μορφών υπαιτιότητας. Διότι, ένα κανείς δεν ξέρει τι ακριβώς είναι αυτό που θέλει να αποδείξει, μόνο από τύχη μπορεί να χρησιμοποιήσει τα σωστά σύμβολα στη σωστή σειρά[60]. Έτσι, πριν προχωρήσουμε την έρευνα μας στο πεδίο των ενδείξεων του δόλου και της αμέλειας, θα πρέπει να ορίσουμε τα σύνορα μεταξύ των δύο αυτών εννοιών. Και δεδομένου ότι οι ασθενέστερες και για το λόγο αυτό οριακές περιπτώσεις των δυο μορφών υπαιτιότητας είναι ο ενδεχόμενος δόλος και η ενσυνείδητη αμέλεια, καθίσταται σαφές ότι η λεπτή διαχωριστική γραμμή μεταξύ δόλου και αμέλειας βρίσκεται ανάμεσά τους.

 

 

Γ. Η ΔΙΑΚΡΙΣΗ ΤΟΥ ΕΝΔΕΧΟΜΕΝΟΥ ΔΟΛΟΥ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΣΥΝΕΙΔΗΤΗ ΑΜΕΛΕΙΑ.

 

I) Εισαγωγικά.

 

Όπως τονίστηκε ήδη σε προηγούμενο κεφάλαιο[61], ο ενδεχόμενος δόλος και η ενσυνείδητη αμέλεια συμπίπτουν στο γνωστικό επίπεδο, αφού και στις δυο περιπτώσεις ο δράστης προβλέπει ως ενδεχόμενη συνέπεια της πράξης του την πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης του περί ου πρόκειται εγκλήματος, διαφέρουν όμως στο βουλητικό, δεδομένου ότι για την κατάφαση ενδεχόμενου δόλου απαιτείται αποδοχή της επέλευσης του εγκληματικού αποτελέσματος, ενώ για την κατάφαση ενσυνείδητης αμέλειας πίστη αποφυγής του. Το δύσκολο, λοιπόν, ερώτημα στο οποίο καλείται να απαντήσει κανείς, προκειμένου να προσδιορίσει το ακριβές περιεχόμενο του ενδεχόμενου δόλου διακρίνοντάς το από αυτό της ενσυνείδητης αμέλειας, είναι πότε ο δράστης που τελεί εν αμφιβολία ως προς τις συνέπειες της συμπεριφοράς του, αποδέχεται την παραγωγή τους. Η αποκωδικοποίηση του βουλητικού στοιχείου καθίσταται ακόμη δυσχερέστερη, αν αναλογιστούμε την ύπαρξη ψυχικών διαθέσεων, όπως η ελπίδα αποφυγής του αποτελέσματος και η αδιαφορία ως προς την επέλευσή του, που δεν ρυθμίζονται νομοθετικά και βρίσκονται «ανάμεσα» στην αποδοχή επέλευσης και στην πίστη αποφυγής του. Οι θεωρίες που διατυπώθηκαν για το θέμα αυτό είναι πολλές και ταξινομούνται σε δυο μεγάλες κατηγορίες, τις γνωσιολογικές και τις βουλητικές. Πριν προχωρήσουμε, όμως, στην αναλυτική παράθεσή τους, σκόπιμη κρίνεται η διερεύνηση του απαξιολογικού πυρήνα των δύο μορφών υπαιτιότητας, τα πορίσματα της οποίας θα φανούν χρήσιμα στην διατύπωση κρίσεων σχετικά με την ορθότητα των εν λόγω θεωριών.

 

 

II) Ο απαξιολογικός πυρήνας του δόλου και της αμέλειας.

 

Το κοινό ψυχολογικό γνώρισμα των τριών περιπτώσεων δόλου, το οποίο καθιστά αυτές αλλά και μόνο αυτές περιπτώσεις δόλου, συνίσταται στην επιδοκιμασία υπό ευρεία έννοια της προσβολής του εννόμου αγαθού. Ακετοί συγγραφείς θεωρούν ότι το κοινό χαρακτηριστικό των επιμέρους εκφάνσεων του δόλου εντοπίζεται στη θέληση προσβολής του εννόμου αγαθού[62], θέση την οποία δε θεωρώ ακριβή· θέληση προσβολής υφίσταται μόνο στις περιπτώσεις του άμεσου δόλου α’ βαθμού, όπου η πραγμάτωση του εγκληματικού αποτελέσματος αποτελεί το κινούν αίτιο της συμπεριφοράς του δράστη, χάριν και μόνον του οποίου πράττει[63]. Στον αναγκαίο και στον ενδεχόμενο δόλο η βούληση του δράστη κατευθύνεται προς την επίτευξη κάποιου άλλου απώτερου σκοπού, αξιόποινου ή μη, απότοκος της οποίας είναι η αναγκαία ή ενδεχόμενη συνέπεια της προσβολής του εννόμου αγαθού, την οποία και αποδέχεται[64]. Εύστοχη κρίνεται η παρατήρηση του Τζωρτζή[65], ο οποίος παρομοιάζει τον ενδεχόμενο δόλο με την προσπάθεια δυο ατόμων να καταλήξουν σε μία συμφωνία. Η αποδοχή των όρων της συμφωνίας αυτής δε σημαίνει ότι δεν υπάρχουν και σημεία που είτε ο ένας είτε ο άλλος δεν επιθυμούν. Προκειμένου όμως να προσποριστούν τα επιδιωκόμενα οφέλη και να αποφευχθεί ο κίνδυνος ματαίωσης της συναλλαγής, αποδέχονται και τους ανεπιθύμητους όρους. Η παρομοίωση αυτή φρονώ ότι ταιριάζει απόλυτα και στην περίπτωση του αναγκαίου δόλου. Συνεπώς και υπό την προϋπόθεση ότι οι παραπάνω διαπιστώσεις είναι αληθείς, εάν αποτυπώσουμε τους ομόκεντρους κύκλους των βουλητικών στοιχείων των τριών περιπτώσεων του δόλου, θα διαπιστώσουμε ότι το κοινό τους πεδίο δεν είναι η βούληση, αλλά η επιδοκιμασία υπό ευρεία έννοια[66] της προσβολής του εννόμου αγαθού.

Η επιδοκιμασία αυτή, είτε ενέχει τη μορφή της επιδίωξης είτε ενέχει τη μορφή της αποδοχής επέλευσης του εγκληματικού αποτελέσματος ως αναγκαίας ή ως ενδεχόμενης συνέπειας της περί ής πρόκειται συμπεριφοράς, καταδεικνύει την εχθρική στάση του δράστη απέναντι στο έννομο αγαθό[67]. Έτσι, ο απαξιολογικός πυρήνας του δόλου έγκειται, κατά την Καϊάφα- Γκμπάντι[68] στην θετική καταφρόνηση των εννόμων αγαθών, κατά τους Χωραφά[69] και  Μαγκάκη[70] στην ενεργητική ψυχική αντίθεση του δράστη προς τις προσταγές του δικαίου και κατά τον Παρασκευόπουλο[71] στο έμπρακτα εκδηλωμένο με την άδικη πράξη εχθρικό προς τις κοινωνικές αξίες φρόνημα.

Εισερχόμενοι εν συνεχεία στο χώρο της αμέλειας διαπιστώνουμε ότι το ουσιαστικό περιεχόμενό της συνίσταται στην έλλειψη προσήκουσας και οφειλόμενης προσοχής[72], εξαιτίας της οποίας ο δράστης είτε δεν προβλέπει το αποτέλεσμα είτε το προβλέπει, πιστεύει όμως στην αποφυγή του.

Ειδικότερα, στην περίπτωση της ενσυνείδητης αμέλειας, ο δράστης επιλέγει να προχωρήσει στην κινδυνώδη συμπεριφορά, αν και προβλέπει το ενδεχόμενο επέλευσης του προσβλητικού αποτελέσματος, επειδή πιστεύει από καλοκάγαθη επιπολαιότητα και αφροντιστία, ότι θα την αποφύγει. Η διάθεση του λοιπόν απέναντι στο έννομο αγαθό είναι φιλική[73], διότι όχι μόνον δεν επιδοκιμάζει την προσβολή, αλλά αντιθέτως επιθυμεί τη διατήρησή του. Στην περίπτωση δε της άνευ συνειδήσεως αμέλειας, ο δράστης, λόγω της απερισκεψίας του, δεν προβλέπει καν την πιθανότητα επέλευσης του εγκληματικού αποτελέσματος. Επομένως, εν προκειμένω δεν μπορεί να γίνει λόγος ούτε για θετική ούτε για αρνητική διάθεση απέναντι στο έννομο αγαθό. Έτσι, δεν είναι ακριβές το συνήθως λεγόμενο[74] ότι σε όλες τις περιπτώσεις αμέλειας ο δράστης αποδοκιμάζει την προσβολή, διότι κανείς δεν είναι σε θέση να διαμορφώσει  βουλητική στάση για κάτι το οποίο δεν υποψιάζεται καν ότι μπορεί να συμβεί. Εκ των ανωτέρω καθίσταται σαφές ότι το κοινό ψυχολογικό γνώριμα των δυο μορφών αμέλειας, που συνιστά τον απαξιολογικό πυρήνα αυτής, είναι η αφροντιστία[75] για τη διαφύλαξη του εννόμου αγαθού· το ότι ο δράστης δεν εντείνει την προσοχή του στον επιβεβλημένο και δυνατό βαθμό, ώστε να συλλάβει σωστά την πραγματικότητα και να κατευθύνει τη βούλησή του σε μία άλλη συμπεριφορά που δεν θα πραγμάτωσει την αξιόποινη πράξη. Η αφροντιστία αυτή στην ουσία αποτελεί μια παράλειψη σε υποκειμενικό επίπεδο και για το λόγο αυτό μπορούμε να πούμε ότι στις περιπτώσεις της αμέλειας η ψυχική στάση του δράση απέναντι στα έννομα αγαθά εμφανίζεται ως παθητική[76].

Κρατώντας λοιπόν ως βάση της διαφορετικής απαξίας του δόλου και της αμέλειας την εχθρική ή παθητική ψυχική στάση του απέναντι στο στα έννομα αγαθά αντίστοιχα, μπορούμε πλέον να εισέλθουμε στο ζήτημα της οριοθέτησης του ενδεχόμενου δόλου από την ενσυνείδητη αμέλεια.

 

ΙII) Οι γνωσιολογικές θεωρίες ή θεωρίες της παραστάσεως.

 

Το βασικό γνώρισμα των θεωριών αυτών είναι ότι για την κατάφαση του ενδεχόμενου δόλου εστιάζουν αποκλειστικά στο γνωστικό στοιχείο, σε μια συγκεκριμένη παράσταση του δράστη για τον κίνδυνο πραγμάτωσης της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος, και συνεπώς, η διάκριση του ενδεχόμενου δόλου από την ενσυνείδητη αμέλεια επιχειρείται καθαρά στο επίπεδο της γνώσης.

Θα πρέπει εξ αρχής να διευκρινιστεί ότι οι θεωρίες της παραστάσεως δεν αρκούνται στην τιμώρηση του δράστη μόνον και μόνον επειδή αυτός συνέλαβε στο μυαλό του την παράσταση του εγκληματικού γεγονότος[77]. Δόλος, δηλαδή, κατ’ αυτές δεν είναι η γνώση του εγκληματικού αποτελέσματος αυτή καθαυτή, αλλά η ψυχική κατάσταση στην οποία βρίσκεται εκείνος, ο οποίος ενήργησε, αν και προείδε το εγκληματικό γεγονός· άλλως, η μεταξύ του δράστη και του αποτελέσματος δημιουργημένη ψυχική σχέση, κατά την οποία η παράσταση, η πρόβλεψη, η γνώση της επέλευσης του τελευταίου δεν συγκράτησε αυτόν από την επιχείρησης της εγκληματικής πράξης[78].

Στην ουσία, οι γνωσιολογικές θεωρίες συνάγουν από την κατάφαση του γνωστικού στοιχείου αναντίρρητα συμπεράσματα για την πλήρωση του βουλητικού στοιχείου[79]. Για το λόγο αυτό, για την ύπαρξη δόλου, δεν αρκούνται στην απλή πρόβλεψη του εγκληματικού αποτελέσματος, αλλά απαιτούν συγκεκριμένου είδους και βαθμού πιθανολόγηση του αποτελέσματος εκ μέρους του δράστη. Προϋποθέτουν λ.χ. η πρόβλεψη της πιθανότητας επέλευσής του να είναι τέτοιου βαθμού, ώστε ο χρηστός πολίτης να αφίσταται της πράξης ή να είναι τέτοιου βαθμού, ώστε κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων να αναμένεται η επέλευση του αποτελέσματος ή να είναι τέτοιου βαθμού, ώστε κατά την γενική αντίληψη να υπάρχει σοβαρός κίνδυνος πραγμάτωσης του προβλεφθέντος κοκ[80]. Ενδεικτική της προσπάθειας των εκπροσώπων των θεωριών αυτών να μην αποστασιοποιηθούν από το βουλητικό στοιχείο είναι η θέση του Seuer, σύμφωνα με την οποία, όταν ένας δράστης πράττει, παρότι γνωρίζει πόσο πιθανή είναι η πρόκληση του εγκληματικού αποτελέσματος συνεπεία της συμπεριφοράς του, δείχνει τέτοια απαξία προς τα ξένα έννομα αγαθά, ώστε η πράξη του να συνιστά επιδοκιμασία αυτού του αποτελέσματος[81].  Αντίστοιχη είναι και η άποψη του Bekker, κατά την οποία, όποιος θέλει ορισμένη δράση- μυϊκή ενέργεια, αν και προβλέπει τις συνέπειές της, τότε θέλει και τις τελευταίες[82].

Εν συνεχεία παρατίθενται συνοπτικά τρεις από τις σημαντικότερες, λόγω της αποδοχής που γνώρισαν, θεωρίες αυτής της κατηγορίας, η θεωρία της δυνατότητας, της πιθανότητας και του ανεπίτρεπτου κινδύνου.

 

α) Η θεωρία της δυνατότητας.

 

Κυριότεροι εκφραστές της θεωρίας αυτής, που έγινε ευρέως αποδεκτή στη μεταπολεμική Γερμανία, υπήρξαν οι Schroder,  Schmidhauser,  Jacobs,  Zielinski, Bottke, οι οποίοι συγκλίνουν στην άποψη ότι όταν ο δράστης πράττει γνωρίζοντας τη δυνατότητα πραγμάτωσης της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος, ενεργεί με ενδεχόμενο δόλο, όταν όμως πράττει χωρίς να γνωρίζει τη δυνατότητα αυτή, ενεργεί από αμέλεια.[83]. Ο ενδεχόμενος δόλος, δηλαδή, είναι τοποθετημένος αποκλειστικά σε διανοητικό επίπεδο, εξαντλούμενος στη διάγνωση του ότι ο δράστης βρίσκεται μπροστά σε ένα σοβαρό ενδεχόμενο πραγμάτωσης της αντικειμενικής υπόστασης.

Η πρώτη εύλογη ένσταση που έχει διατυπωθεί κατά της θεωρίας αυτής έγκειται στη διαπίστωση ότι δεν αφήνει κανέναν απολύτως χώρο στην ενσυνείδητη αμέλεια, την οποία ουσιαστικά καταργεί, δεδομένου ότι για την κατάφαση της τελευταίας απαιτείται επίσης γνώση της δυνατότητας επέλευσης του εγκληματικού αποτελέσματος[84]. Πράγματι, ο Schroder αρνείται την ύπαρξη της ενσυνείδητης αμέλειας, αναγνωρίζοντας την ύπαρξη μόνον της άνευ συνειδήσεως αμέλειας. Παρόλα αυτά επιχειρεί μια σχετικοποίηση της απολυτότητας της θεωρίας αυτής, επισημαίνοντας ότι υπάρχουν περιπτώσεις κατά τις οποίες ο δράστης, αν και έχει παράσταση της δυνατότητας επέλευσης του εγκληματικού αποτελέσματος, καθησυχάζεται πιστεύοντας ότι όλα θα πάνε καλά. Η πεποίθηση αυτή, αναιρεί στο μυαλό του την πραγματική δυνατότητα επέλευσης του εγκληματικού αποτελέσματος και συνεπώς ο τελευταίος δεν έχει συναίσθηση και συνείδηση του επερχόμενου κινδύνου πραγμάτωσης του. Στο ίδιο μήκος κύματος κινείται και ο Schmidhauser, ο οποίος αποδέχεται ενσυνείδητη αμέλεια, μόνον όταν ο δράστης διαγιγνώσκει μεν τον αφηρημένο κίνδυνο επέλευσης του εγκληματικού αποτελέσματος πριν την τέλεση της πράξης μονολογώντας «εδώ κάτι μπορεί να συμβεί», έχει αποκλείσει, όμως, το ενδεχόμενο να επέλθει ο κίνδυνος στη συγκεκριμένη περίπτωση. Κατά αυτής της θέσης έχει διατυπωθεί  ο αντίλογος ότι αντίκειται στους κανόνες της λογικής και της κοινής πείρας η παραδοχή ότι είναι δυνατόν κάποιος να έχει πλήρη συνείδηση του επερχόμενου κινδύνου π.χ. λίγα δευτερόλεπτα πριν την προβεί στο αντικανονικό προσπέρασμα και αντίθετα, να έχει εκμηδενιστεί αυτή η συνείδηση τη στιγμή που κάνει το επικίνδυνο προσπέρασμα, δηλαδή στην κορύφωση της επικίνδυνης συμπεριφοράς του. Κάτι τέτοιο μόνον ως πλάσμα δικαίου μπορεί να γίνει δεκτό και όχι ως πραγματική κατάσταση[85]. Όπως εύστοχα διερωτάται ο Herzberg, σε περίπτωση που το αυτοκινητιστικό εγχείρημα του ριψοκίνδυνου οδηγού στεφθεί από επιτυχία, ο τελευταίος δε θα αισθανθεί ανακούφιση; Αν ναι, τούτο δεν καταδεικνύει ότι κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης ο κίνδυνος ήταν εναργής και όχι καταχωνιασμένος στο άδυτα του ασυνειδήτου; Ή μήπως μαζί με την συνείδηση του κινδύνου θα έπρεπε να τεθεί υπό αμφισβήτηση και η ανακούφιση του δράστη από την ευόδωση του εγχειρήματός του;[86]

Μια ακόμη μομφή που προσάπτεται από ορισμένους συγγραφείς στη θεωρία της δυνατότητας είναι ότι ανάγει το δόλο διακινδύνευσης σε υποκειμενικό στοιχείο όχι ενός εγκλήματος διακινδύνευσης, αλλά ενός εγκλήματος βλάβης. Λένε λ.χ. ότι για την κατάφαση ανθρωποκτονίας εκ προθέσεως αρκεί, σύμφωνα με τα διδάγματα της υπό συζήτηση θεωρίας, η γνώση του κινδύνου να επέλθει ο θάνατος στη συγκεκριμένη περίπτωση. Τότε όμως το αντικείμενο του δόλου περιορίζεται στην επικίνδυνη συμπεριφορά του δράστη και μόνον, με αποτέλεσμα να ταυτίζεται ο δόλος βλάβης με το δόλο διακινδύνευσης. Κάτι τέτοιο είναι ανεπίτρεπτο για ένα σύστημα ποινικού δικαίου που απαιτεί υποκειμενική επικάλυψη όλων των στοιχείων της αντικειμενικής υπόστασης, συμπεριλαμβανομένου συνεπώς και του αποτελέσματος, και που επιφυλάσσει διαφορετική μεταχείριση για το δράστη που παραβιάζει την απαγόρευση να θέτει σε κίνδυνο τα έννομα αγαθά και για το δράστη που επιδιώκει την καταστροφή τους[87]. Εξάλλου,  λένε, μια  ταύτιση δόλου διακινδύνευσης και δόλου βλάβης θα έθετε σε αχρησία τη διάταξη του α. 306 ΠΚ, διότι όλες οι περιπτώσεις έκθεσης της παρ. 1 θα εμφανίζονταν ως απόπειρες ανθρωποκτονίας, ενώ η θανατηφόρα έκθεση της παρ. 2 θα υποχωρούσε πάντοτε μπροστά στην ανθρωποκτονία με δόλο[88].

Στα παραπάνω επιχειρήματα θα μπορούσαν να αντιταχθούν τα εξής: από τον ορισμό που δίνει η θεωρία της δυνατότητας για τον ενδεχόμενο δόλο προκύπτει ότι η πρόβλεψη αναφέρεται στη δυνατότητα πραγμάτωσης όλων των στοιχείων της περί ής πρόκειται αντικειμενικής υπόστασης και συνεπώς, στα εγκλήματα διακινδύνευσης αφορά στην δυνατότητα πραγμάτωσης του κινδύνου, ενώ στα εγκλήματα βλάβης, στην περαιτέρω δυνατότητα μετουσίωσης του κινδύνου σε βλάβη. Ειδικότερα, στο έγκλημα της έκθεσης αντικείμενο του δόλου αποτελεί η πρόβλεψη της δυνατότητας περιέλευσης του ατόμου σε κατάσταση κινδύνου ζωής, όχι, όμως, και η πρόβλεψη της περαιτέρω δυνατότητας μετουσίωσης του κινδύνου αυτού σε βλάβη, ήτοι σε επικίνδυνη σωματική βλάβη ή θάνατο. Μόνον εάν ο δράστης προβλέψει και τη δυνατότητα της μετουσίωσης του κινδύνου σε βλάβη του εννόμου αγαθού, θα έχουμε απόπειρα ανθρωποκτονίας και όχι έκθεση. Για παράδειγμα, η φτωχή μητέρα που εγκαταλείπει το νεογέννητο βρέφος της έξω από την πόρτα ενός σπιτιού προβλέποντας μεν ότι υπάρχει δυνατότητα να κινδυνεύσει η ζωή του παιδιού της, εξαιτίας του κρύου και της πείνας, θεωρώντας όμως απίθανο το ενδεχόμενο να μην ανακοπεί με την ανεύρεσή του από τους ιδιοκτήτες της οικίας αυτή η διαδικασία, που αν εξελισσόταν, θα οδηγούσε αυτοδύναμα σε βλάβη του, πραγματώνει τη διάταξη του α. 306 παρ. 1 ΠΚ. Εάν πάλι προβλέψει ως δυνατό και το ενδεχόμενο να μην ανευρεθεί το βρέφος και για το λόγο αυτό να πεθάνει εν τέλει από ασιτία ή από κρυοπαγήματα ενέχεται δυνάμει του α. 299 παρ. 1 ΠΚ. Αυτό φρονώ ότι είναι το αληθές περιεχόμενο των λεγομένων του Frisch ότι «για το δόλο διακινδύνευσης αρκεί ότι ο δράστης συλλαμβάνει την αντικειμενική διαβάθμιση της κατάστασης εκείνης που θεωρεί από τη σκοπιά του ως ενδεχόμενη να προκληθεί, χωρίς να απαιτείται να έχει προβεί και σε κατά συγκεκριμένο τρόπο εκτίμηση της περαιτέρω εξέλιξης του κινδύνου, κάτι όμως που είναι αναγκαία προϋπόθεση για την κατάφαση του δόλου της βλάβης»[89].

Στο γνωστικό επίπεδο, λοιπόν, η θεωρία της δυνατότητας δε διαφέρει σε τίποτα από τις βουλητικές θεωρίες. Το σημαντικότερο μειονέκτημά της, το οποίο αποτελεί την αχίλλειο πτέρνα όλων των γνωσιολογικών θεωριών[90], έγκειται στο ότι εκ του γνωστικού στοιχείου συνάγει αδιαμφισβήτητα την πλήρωση και του βουλητικού στοιχείου[91]. Μια τέτοια θεώρηση των πραγμάτων είναι εμφανώς πεπλανημένη, διότι, όπως πολύ εύστοχα επισημαίνει ο Χωραφάς[92], «η βούλησις είναι εσωτερική του δράστου τάσις προς τι. Τοιαύτη όμως τάσις του δράστου προς το εγκληματικόν αποτέλεσμα είναι πρόδηλον ότι είναι εντελώς ανεξάρτητος της γνώσεως, της προβλέψεως του αποτελέσματος και ότι κατ’ ουδένα τρόπον είναι επιτετραμμένον να θεωρήσωμεν ταύτην υπάρχουσα εν δεδομένη τινι περιπτώσει, απλώς και μόνον διότι ο δράστης ενήργησε, καίτοι είχε προΐδει την επέλευσιν του εγκληματικού γεγονότος». Αληθές σχετικά με τη σχέση της πρόβλεψης του εγκληματικού αποτελέσματος και της βούλησης αυτού είναι τούτο μόνον, «ότι η γνώσις του αποτελέσματος αποτελεί απαραίτητον, αναγκαίαν προϋπόθεσιν της βουλήσεως, ότι δηλαδή βεβουλημένον δύναται να είναι μόνο το προβλεφθέν προηγουμένως αποτέλεσμα. Με άλλας λέξεις ίνα υπάρξη βούλησις και όπου υπάρχει τοιαύτη, δέον πράγματι να υπάρχη αναγκαίως και γνώσις του βουλητού, ουχί όμως και αντιστρόφως, ότι δηλαδή όπου υπάρχει γνώσις του αποτελέσματος εκεί θα υπάρχη κατ’ ανάγκην και βούλησις». Ο Roxin, θέλοντας να καταδείξει ότι το γνωσιολογικό στοιχείο δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να σηματοδοτήσει από μόνο του τη μορφή υπαιτιότητας του δράστη, χρησιμοποιεί το ακόλουθο παράδειγμα: ο Α σκοπεύει τον Χ από μεγάλη απόσταση, έτσι ώστε να πιθανολογεί ένα ποσοστό της τάξεως του 10 % να τον πετύχουν τα σκάγια του όπλου του. Σε περίπτωση που όντως τον πετύχουν και ο Χ σκοτωθεί, δε χωρεί καμία αμφιβολία ότι ο Α ευθύνεται για ανθρωποκτονία εκ προθέσεως. Αν κρατήσουμε ίδια τα πραγματικά περιστατικά ως προς την απόσταση και τον προβλεπόμενο βαθμό πιθανότητας επέλευσης του αποτελέσματος, αλλάξουμε όμως την πρόθεση του δράστη, ο οποίος σκοπεύει ένα αγρίμι που βρίσκεται κοντά στον Χ, πιστεύοντας επιπόλαια ότι δεν πρόκειται να αστοχήσει, σε περίπτωση που τελικά πετύχει και σκοτώσει τον Χ, η ευθύνη του Α θα κινείται στα όρια της ενσυνείδητης αμέλειας. Συνεπώς, με το ίδιο ποσοστό πρόβλεψης του ενδεχομένου επέλευσης του εγκληματικού αποτελέσματος  και κάτω από τις ίδιες περιστάσεις η συμπεριφορά του δράστη άλλοτε χαρακτηρίζεται ως δόλια και άλλοτε ως αμελής, γεγονός που αποδεικνύει ότι η γνώση από μόνη της δεν είναι ικανή να προσδώσει το διακριτικό όριο μεταξύ των δυο μορφών υπαιτιότητας[93].

Άλλωστε, ο αποκλειστικός προσανατολισμός σε γνωσιολογικά δεδομένα αφενός οδηγεί σε εξομοίωση όλων των βαθμίδων του δόλου, από τη στιγμή που η ένταση της βούλησης του δράστη δεν ερευνάται, αλλά υποκαθίσταται από τη συνείδηση της δυνατότητας επέλευσης του αποτελέσματος[94], και αφετέρου αντιβαίνει στο γράμμα του Ποινικού μας Κώδικα, δεδομένου ότι το α. 28 με τη φράση «προέβλεψε ως δυνατό» εντάσσει το γνωσιολογικό στοιχείο στον ορισμό και της ενσυνείδητης αμέλειας[95]. Η αποδοχή της θεωρίας της δυνατότητας θα σήμαινε μια contra legem ερμηνεία, η οποία μάλιστα θα οδηγούσε σε ανεπίτρεπτη διεύρυνση του αξιοποίνου.

 

β) Η θεωρία της πιθανότητας.

 

Σύμφωνα με τη θεωρία της πιθανότητας, η οποία αποτελεί λογική μετεξέλιξη της θεωρίας της δυνατότητας, ο ενδεχόμενος δόλος καταφάσκεται όταν ο δράστης πράττει, παρότι θεωρεί όχι απλώς δυνατή, αλλά επιπλέον και πιθανή την επέλευση του εγκληματικού αποτελέσματος[96]. Η θεωρία αυτή θέτει τον πήχη ένα σκαλοπάτι ψηλότερα από τη θεωρία της δυνατότητας, δεδομένου ότι προϋπόθεση για την αποδοχή του ενδεχόμενου δόλου είναι ο δράστης να υπολογίζει σοβαρά στην πιθανότητα πραγμάτωσης της αντικειμενικής υπόστασης του οικείου εγκλήματος[97]. Ως προς το βαθμό της απαιτούμενης πιθανότητας υποστηρίχθηκαν διάφορες απόψεις (απλώς πιθανή, λίαν πιθανή, επαρκώς πιθανή) επικρατέστερη των οποίων φαίνεται εκείνη που απαιτεί να υφίσταται κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα και κάτι λιγότερο από βεβαιότητα[98].

Κατά της θεωρίας αυτής διατυπώθηκαν δύο ενστάσεις. Η πρώτη έγκειται στην αδυναμία- ανικανότητα του ίδιου του δράστη να προσδιορίσει αν το ποσοστό της πιθανότητας επέλευσης του εγκληματικού αποτελέσματος κείται σ’ ένα όριο άνω ή κάτω του 50%, εάν βεβαίως υποτεθεί ότι ως πιθανό θεωρείται οτιδήποτε συγκεντρώνει πιθανότητες πραγματοποίησης που υπερβαίνουν το 50%, και να λογοδοτήσει για τη γνώση της, ούτως ή άλλως αντικειμενικά δυσπροσδιόριστης, πιθανότητας  ενώπιον του δικαστηρίου[99].

Η δεύτερη ένσταση είναι η ίδια στην οποία προσέκρουσε και η θεωρία της δυνατότητας, ήτοι η προσήλωση αποκλειστικά στο γνωσιολογικό στοιχείο της πιθανότητας επέλευσης του αποτελέσματος, το οποίο de lege lata αποτελεί ταυτόχρονα και το γνωσιολογικό στοιχείο της ενσυνείδητης αμέλειας και ως εκ τούτου δεν μπορεί να αποτελέσει την ειδοποιό διαφορά μεταξύ των δυο αυτών μορφών υπαιτιότητας[100]. Ως αντίλογος κατά αυτής της θέσης θα μπορούσε να διατυπωθεί από τους θιασώτες της θεωρίας της πιθανότητας η παραδοχή ότι η εμμονή του δράστη στην τέλεση της πράξης, παρά τον υψηλό βαθμό γνώσης της πιθανότητας επέλευσης του εγκληματικού αποτελέσματος, σηματοδοτεί και την θετικά διακείμενη ψυχική στάση του προς αυτό. Μια τέτοια άποψη όμως δεν θα μπορούσε να γίνει δεκτή, διότι η συνδρομή του στοιχείου της αποδοχής είναι ζήτημα απόδειξης και δεν προκαθορίζεται από το βαθμό πιθανότητας, με την οποία προβλέφθηκε το αποτέλεσμα, ούτε από τη διαπίστωση ότι ο δράστης, μολονότι προείδε τούτο ως δυνατό, προχώρησε στην πράξη του, δίχως να λάβει υπόψη του μια τέτοια προειδοποίηση[101]. Η έννοια του δόλου συντίθεται τόσο από το γνωστικό όσο και από το βουλητικό στοιχείο και τα εν λόγω στοιχεία είναι ισότιμα και στενά συνδεδεμένα μεταξύ τους, οπότε δεν αρκεί μόνον η γνώση του υψηλού κινδύνου επέλευσης του αποτελέσματος για να μεταβάλλει σε ενδεχόμενο δόλο μια βαριά έστω παράβαση του οικείου καθήκοντος επιμελείας[102].

Παρά τις αδυναμίες που εμφανίζει η θεωρία της πιθανότητας, η συνεισφορά της στην προσπάθεια επίλυσης του κρίσιμου ζητήματος της διάκρισης του ενδεχόμενου δόλου από την ενσυνείδητη αμέλεια είναι αναντίρρητη. Σύμφωνα με τον Χαραλαμπάκη, η θετική αποτίμησή της θα πρέπει να αναζητηθεί στην συναξιολόγηση του γνωστικού και του βουλητικού παράγοντα[103], υπό την έννοια ότι από την ένταση και το είδος  πιθανολόγησης της πραγμάτωσης του εγκληματικού αποτελέσματος μπορούν να συναχθούν χρήσιμα συμπεράσματα για τη βουλητική στάση του δράστη, χωρίς αυτό να σημαίνει προσπάθεια υποκατάστασης του βουλητικού στοιχείου από το διανοητικό. Ένας δράστης που έχει ξεκάθαρη εικόνα της κινδυνώδους κατάστασης στην οποία εκθέτει το έννομο αγαθό και γνωρίζει ότι οι πιθανότητες διάσωσής του είναι ελάχιστες αποδεικνύει πιο εύκολα το βουλητικό στοιχείο της αποδοχής της βλάβης του απ’ ότι ένας άλλος δράστης που προβαίνει στην ίδια συμπεριφορά, χωρίς να έχει ξεκάθαρη εικόνα του κινδύνου. Το γνωστικό στοιχείο λοιπόν μπορεί να παίξει σημαντικό ρόλο, αποτελώντας τρόπον τινά την «πυξίδα» για την κατάφαση του βουλητικού στοιχείου[104].

 

   γ) Η θεωρία του ανεπίτρεπτου κινδύνου.

 

Σύμφωνα με τη θεωρία αυτή, κύριος εκφραστής της οποίας υπήρξε ο Frisch, ενδεχόμενος δόλος υφίσταται όταν ο δράστης πράττει γνωρίζοντας ότι η συμπεριφορά του θέτει έναν ανεπίτρεπτο, μη ανεκτό από το δίκαιο κίνδυνο για το έννομο αγαθό· με άλλα λόγια, όταν αναγνωρίζει την επικίνδυνη και για το λόγο αυτό δεκτική νομικής αποδοκιμασίας διάσταση της πράξης του[105]. Καθοριστικό στοιχείο για την κατάφαση του δόλου αποτελεί ο τρόπος με τον οποίο ο δράστης βλέπει να εξελίσσονται τα πράγματα ∙ εκείνος που έχει την πεποίθηση ότι «όλα θα πάνε καλά» και τίποτε επικίνδυνο δεν πρόκειται να συμβεί, αποφασίζει για μια (υποκειμενικά) ακίνδυνη συμπεριφορά και συνεπώς ελλείπει κάθε στοιχείο του δόλου από το πράττειν του[106].

Το χαρακτηριστικό στοιχείο αυτής της θεωρίας έγκειται στο ότι το σημείο αναφοράς της δεν είναι τα αντικειμενικά στοιχεία του περί ου πρόκειται εγκλήματος, αλλά η συμπεριφορά που άγει στην πραγμάτωσή τους. Κι αυτό ακριβώς είναι το σημαντικότερο μειονέκτημά της, το οποίο προστίθεται δίπλα σε όλες τις προαναφερόμενες ενστάσεις κατά των γνωσιολογικών θεωριών. Εάν  αντικείμενο του γνωστικού στοιχείου είναι μόνον η επικίνδυνη συμπεριφορά που δύναται να προκαλέσει το εγκληματικό αποτέλεσμα, δεν μπορεί να δικαιολογηθεί ο επικαλυπτικός ρόλος του δόλου απέναντι στην αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος[107]. Ο δόλος ιδωμένος υπ’ αυτό το πρίσμα χάνει το χαρακτήρα του  ως υποκειμενικού συνδέσμου ανάμεσα στα αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος και τον ψυχοπνευματικό κόσμο του δράστη και ταυτίζεται με τη συνείδηση του αδίκου[108].

Σε κάθε περίπτωση, η αποδοχή της εν λόγω θεωρίας θα κατέληγε σε παράλογα αποτελέσματα, δεδομένου ότι μια επικίνδυνη συμπεριφορά πολλές φορές είναι απειλητική για περισσότερα του ενός έννομα αγαθά του ίδιου ή διαφορετικών φορέων. Εάν αντικείμενο του δόλου αποτελεί η συμπεριφορά και όχι η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος, τότε ο δράστης θα ενέχεται για τόσα εκ προθέσεως τελούμενα εγκλήματα, όσα και τα έννομα αγαθά που κινδύνευσαν. Για παράδειγμα, η επικίνδυνη οδήγηση περικλείει πλείστα ρίσκα και κινδύνους. Ο δράστης που κινείται στο οδόστρωμα με ιλιγγιώδη ταχύτητα και ελιγμούς θέτει σε κίνδυνο τη ζωή, τη σωματική ακεραιότητα και την ιδιοκτησία όσων οδηγών και συνεπιβατών βρεθούν στο διάβα του. Αν θελήσουμε να μείνουμε πιστοί στα διδάγματα της θεωρίας του ανεπίτρεπτου κινδύνου, θα πρέπει να δεχτούμε ότι,  ακόμη κι αν δεν προκληθεί κανένα απολύτως ατύχημα, ο δράστης θα ενέχεται για τόσες απόπειρες ανθρωποκτονίας και φθοράς ξένης ιδιοκτησίας όσοι ακριβώς και οι φορείς των εννόμων αγαθών που κινδύνευσαν, πράγμα που φυσικά δεν ευσταθεί.

Παραλλαγή της θεωρίας αυτής αποτελεί εκείνη που αποδέχεται την ύπαρξη ενδεχόμενου δόλου στις περιπτώσεις που ο δράστης θέτει εν γνώσει του, όχι απλώς έναν ανεπίτρεπτο, αλλά επιπλέον έναν «ακάλυπτο», «ξέφραγο», «απεριχαράκωτο» κίνδυνο για το έννομο αγαθό. Η ειδοποιός διάφορα ανάμεσα σε έναν καλυμμένο και έναν ακάλυπτο κίνδυνο έγκειται στο κατά πόσο ο κίνδυνος αυτός ελέγχεται από το δράστη, το θύμα ή και κάποιον τρίτο με τη λήψη προστατευτικών μέτρων, ώστε να μη συμβεί το ανεπιθύμητο, ή αντιθέτως επαφίεται στην τύχη η επέλευση του μοιραίου. Βασική ένσταση κατά της θεωρίας του ακάλυπτου κινδύνου είναι ότι πολύ συχνά λόγω της απολυτότητάς της καταλήγει σε άτοπα αποτελέσματα, ειδικά στις περιπτώσεις που η κάλυψη του κινδύνου επαφίεται στο ίδιο το θύμα ή σε κάποιον τρίτο. Πόσο σίγουρος μπορεί να είναι ο δράστης ότι το θύμα ή ο τρίτος είναι ικανός να αποφύγει τον κίνδυνο; Δικαίως αναρωτιέται ο Roxin εάν η θεωρία αυτή θα αρνηθεί την κατάφαση ενδεχόμενου δόλου απόπειρας ανθρωποκτονίας στην περίπτωση που ένας καμικάζι οδηγός κατευθύνεται με μεγάλη ταχύτητα εναντίον ενός τροχονόμου, μόνον επειδή πιστεύει ότι ο κίνδυνος είναι καλυμμένος , δεδομένου ότι κατά την κοινή πείρα οι αστυνομικοί έχουν εκπαιδευτεί να διαφεύγουν σχετικούς κινδύνους κάνοντας τους απαραίτητους ελιγμούς την κρίσιμη στιγμή[109].

Άλλωστε, όπως επισημαίνει πολύ σωστά ο Ανδρουλάκης[110], δεν είναι αληθές το λεχθέν από τον κύριο εκφραστή της θεωρίας του «ξέφραγου κινδύνου», τον Herzberg, ότι για την κατάφαση του ενδεχόμενου δόλου εκείνο που έχει σημασία είναι όχι εάν ο δράστης πήρε στα σοβαρά έναν κίνδυνο που αντιλήφθηκε, αλλά αν αντιλήφθηκε έναν σοβαρό κίνδυνο. Μπορεί να αληθεύει το τελευταίο κι εντούτοις ο κίνδυνος να μην πάρθηκε στα σοβαρά, όπως συμβαίνει στις περιπτώσεις της επιπολαιότητας ή της διαθέτουσας, παρά το ακάλυπτο του κινδύνου, κάποιο πραγματικό στήριγμα πίστης ότι το αποτέλεσμα θα απολειφθεί. Αλλά και αντιστρόφως, στην περίπτωση που ένας μη σοβαρός κίνδυνος, που έτυχε να πραγματωθεί, είχε παρθεί στα σοβαρά από το δράστη, η καθεαυτήν κατ’ απρόσφορο, περιπετειώδη τρόπο πραγμάτωσή του  δεν μπορεί να αποδοθεί σε ενδεχόμενο δόλο του τελευταίου.

Πρέπει να σημειωθεί, όμως, ότι παρά τις αδυναμίες που εμφανίζει η θεωρία αυτή, τα διδάγματά της θα μπορούσαν να  συμβάλλουν σημαντικά στο δύσκολο εγχείρημα της διάκρισης του ενδεχόμενου δόλου από την ενσυνείδητη αμέλεια, εάν αξιοποιηθούν ως μαχητά τεκμήρια[111].

Κατ’ άλλη παραλλαγή της θεωρίας του ανεπίτρεπτου κινδύνου, που υποστηρίχθηκε από τον Jacobs,  καθοριστικά στοιχεία για την κατάφαση του ενδεχόμενου δόλου αποτελούν η σπουδαιότητα του εννόμου αγαθού[112] σε συνδυασμό με την αμεσότητα του κινδύνου, αμφότερα προσδιοριζόμενα αντικειμενικά. Υποκειμενοποίηση  των αντικειμενικών αυτών μεγεθών γίνεται δεκτή μόνο στις περιπτώσεις που ο δράστης έχει συνηθίσει να εκτίθεται στον περί ου πρόκειται κίνδυνο, οπότε ο ενδεχόμενος δόλος αποκλείεται. Ειδικότερα, το παράδειγμα που αναφέρει ο Jacobs προς επίρρωση της θέσης του είναι αυτό του οδηγού αυτοκινήτου που έχει συνηθίσει να οδηγεί ελαφρώς μεθυσμένος το όχημά του ή που ομοίως έχει συνηθίζει να ξεπερνά το προβλεπόμενο όριο ταχύτητας ∙ η συμπεριφορά ενός τέτοιου δράστη, λέει, δημιουργεί από στατική μεν άποψη έναν υπολογίσιμο κίνδυνο, από ατομική όμως άποψη έναν ασήμαντο κίνδυνο και για το λόγο αυτό δεν μπορεί να του αποδοθεί ενδεχόμενος δόλος προσβολής των εννόμων αγαθών των λοιπών οδηγών και πεζών που χρησιμοποιούν το ίδιο οδόστρωμα. Αντιθέτως, οδικές συμπεριφορές που δεν μπορούν να θεωρηθούν συνήθεις, όπως επικίνδυνοι ελιγμοί σ’ έναν στενό δρόμο ή πέρασμα παρά την κόκκινη ένδειξη του φωτεινού σηματοδότη αποδεικνύουν ενδεχόμενο δόλο προσβολής της ζωής και της υγείας των λοιπών οδηγών ή πεζών[113].

Στην ανωτέρω θέση θα μπορούσε να αντιτάξει κανείς, ως λογικότερο αξίωμα, ότι όσο σπουδαιότερο είναι το έννομο αγαθό, τόσο δυσκολότερα θα αποφάσιζε κανείς την προσβολή του[114]. Συνεπώς, η σημαντικότητα του εννόμου αγαθού σηματοδοτεί μάλλον τον περιορισμό της ύλης του ενδεχόμενου δόλου προς όφελος της ενσυνείδητης αμέλειας, παρά το αντίστροφο, εκτός βέβαια εάν υπάρχουν ειδικοί λόγοι, κίνητρα, στο πρόσωπο του δράστη, που ενδεικνύουν το αντίθετο[115]. Περαιτέρω, όπως ορθά επισημαίνει ο Roxin, το αν ο δράστης εκλαμβάνει  μια κατάσταση ως επίφοβη ή όχι είναι κάτι που εξαρτάται από τις περιστάσεις τις εκάστοτε περίπτωσης και δεν μπορεί να προσδιοριστεί με «μηχανιστική ακρίβεια»[116].

 

Συμπεράσματα.

 

Ανακεφαλαιώνοντας, θα λέγαμε ότι οι γνωσιολογικές θεωρίες απέτυχαν να αποδώσουν την ψυχική εκείνη κατάσταση που συνιστά δόλο. Η συναγωγή αμάχητων συμπερασμάτων για τη βούληση του δράστη από μόνη την εμμονή του σε μια κινδυνώδη ενέργεια καταλήγει συχνά σε παράλογα αποτελέσματα, διευρύνει υπερβολικά την ύλη του ενδεχόμενου δόλου σε βάρος της ενσυνείδητης αμέλειας και έρχεται σε αντίθεση με το γράμμα του νόμου. Εν τούτοις, τα κριτήριά τους μπορούν να φανούν ιδιαίτερα χρήσιμα, αν ληφθούν υπόψη ως μαχητά τεκμήρια και συναξιολογηθούν με τις λοιπές περιστάσεις κάτω υπό τις οποίες τελέστηκε η περί ής πρόκειται αξιόποινη πράξη.

 

ΙΙΙ Οι βουλητικές θεωρίες.

 

Σύμφωνα με τα διδάγματα των θεωριών αυτών, ο ενδεχόμενος δόλος, όπως και τα άλλα είδη δόλου, αποτελείται από δυο αυτοτελή στοιχεία, τη γνώση και τη βούληση πραγματώσεως της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος ∙ ως προς αυτό δε το δεύτερο στοιχείο της βουλήσεως διαφέρει ο ενδεχόμενος δόλος από την ενσυνείδητη αμέλεια[117]. Οι επιμέρους βουλητικές θεωρίες είναι οι εξής:

 

α) Η θεωρία της επιδοκιμασίας ή της συγκατάθεσης.

 

Κατ’ αυτήν την θεωρία ενδεχόμενος δόλος υπάρχει όταν ο δράστης πράττει παρότι θεωρεί δυνατή την επέλευση του εγκληματικού αποτελέσματος και ταυτόχρονα το επιδοκιμάζει, συγκατατίθεται προς αυτό. Για την κατάφαση λοιπόν του βουλητικού στοιχείου απαιτείται η ύπαρξη συναισθηματικής- εσωτερικής συμφωνίας του δράστη προς το αποτέλεσμα[118]. Τη θεωρία της επιδοκιμασίας προσεγγίζει ένας πρακτικός κανόνας, ο λεγόμενος «α’ τύπος του Frank», βάσει του οποίου ενδεχόμενος δόλος υφίσταται στις περιπτώσεις που «ο δράστης θα έπραττε (όπως έπραξε), κι αν ακόμη προέβλεπε ως βέβαιη την επέλευση του αποτελέσματος[119].

Η  βασικότερη κατάκριση που έχει δεχτεί η εν λόγω θεωρία έγκειται στο ότι απαιτώντας μια θετικά διακείμενη συναισθηματική στάση του δράστη προς το αποτέλεσμα αποδεικνύεται υπερβολικά στενή και ως εκ τούτου ανεπαρκής να καλύψει περιπτώσεις, πέραν της επιδοκιμασίας υπό τη στενή του όρου έννοια, στις οποίες ο δράστης επιδεικνύει εχθρική στάση απέναντι στο έννομο αγαθό αποφασίζοντας να προκαλέσει το αποτέλεσμα, χωρίς όμως το τελευταίο να του είναι και επιθυμητό[120]. Επιπροσθέτως, εξομοιώνει ουσιαστικά τον ενδεχόμενο δόλο με τον άμεσο δόλο β’ βαθμού, ταυτίζοντας τις προϋποθέσεις του ενός με τις προϋποθέσεις του άλλου[121].

 

 

 

 

 

β) Η θεωρία της έλλειψης κάθε προσπάθειας αποτροπής του κινδύνου επέλευσης του εγκληματικού αποτελέσματος.

 

Σύμφωνα με τη θεωρία αυτή, που είναι βασισμένη στην αντίληψη της πράξεως ως σκοπίμου δράσεως[122], ενδεχόμενος δόλος υπάρχει όταν ο δράστης, αν και έχει κατά νου την παράσταση της δυνατότητας επέλευσης του εγκληματικού αποτελέσματος, παραλείπει να θέσει σε λειτουργία ανασχετικούς παράγοντες, αντίμετρα, που κατατείνουν στην αποτροπή του. Αντιστρόφως, δε θα πρέπει να καταλογιστεί ποτέ στο δράστη η τέλεση αξιόποινης πράξεως με ενδεχόμενο δόλο, αλλά με ενσυνείδητη αμέλεια, εφόσον κατεύθυνε τη συμπεριφορά του κατά τέτοιον τρόπο, ώστε να αποφύγει το προβλεφθέν αποτέλεσμα, έστω κι αν απέτυχε τελικά σε αυτήν του την προσπάθεια[123].

Η κριτική που ασκήθηκε σε αυτή τη θεωρία εστιάζει σε τρία βασικά σημεία. Πρώτον, δεν είναι ασύνηθες η επιπολαιότητα του δράστη που θέτει σε κατάσταση κινδύνου το έννομο αγαθό να είναι τέτοιας έκτασης, ώστε αυτός να πιστεύει, έστω και χωρίς να λάβει κανένα απολύτως προφυλακτικό μέτρο, ότι τίποτε κακό δεν πρόκειται να συμβεί. Δεύτερον, δεν μπορεί να αποκλειστεί η περίπτωση ενός δράστη που λαμβάνει μεν αντίμετρα αποτροπής του αποτελέσματος, χωρίς παρά ταύτα να πιστεύει πραγματικά στην αποτελεσματικότητάς τους[124]. Τρίτον, η θεωρία αυτή θέτει αδικαιολόγητα σε ευμενέστερη θέση τον δράστη εκείνον ο οποίος εκδηλώνει εμπράκτως τη βούλησή του για αποτροπή του εγκληματικού αποτελέσματος μειώνοντας τις πιθανότητες να υλοποιηθεί ένας αρχικά σημαντικός κίνδυνος στο ίδιο ποσοστό με αυτό που ισχύει για την πράξη ενός άλλου δράστη, που όμως δεν προέβη σε κανένα αντίμετρο.

Παρά τις αδυναμίες της, η θεωρία αυτή εμφανίζει κάποια λογικά πλεονεκτήματα, τα οποία θα μπορούσαν να συναξιολογηθούν με τα λοιπά στοιχεία της συμπεριφοράς του δράστη και να προσφέρουν χρήσιμα συμπεράσματα για τη κατάφαση ή μη ενδεχόμενου δόλου. Πράγματι, όταν ο δράστης έχει επίγνωση του κινδύνου που θέτει με τη συμπεριφορά του για το έννομο αγαθό, η έννομη τάξη αναμένει από αυτόν τη λήψη κάποιων αποτρεπτικών του βλαπτικού αποτελέσματος μέτρων, ώστε να αποδείξει ότι δεν αποδέχτηκε την επέλευση του τελευταίου. Η έμπρακτη, λοιπόν, προσπάθεια αποφυγής του αποτελέσματος αποτελεί μια ισχυρότατη ένδειξη για τον αποκλεισμό του ενδεχόμενου δόλου και αντιστρόφως η έλλειψη κάθε προσπάθειας αποφυγής του συνηγορεί στην κατάφασή του[125].

 

γ) Η θεωρία της πρόκρισης του υπέρτερου συμφέροντος.

 

Η θεωρία της αποδοχής του κινδύνου πρωτοδιατυπώθηκε στη γερμανική επιστήμη από τον Claus Roxin. Στον ελληνικό χώρο υιοθετήθηκε από τον Νικόλαο Ανδρουλάκη και εν συνεχεία έγινε αποδεκτή και από άλλους διακεκριμένους θεωρητικούς. Τα διδάγματά της εκκινούν από τη θέση ότι η αποφασιστική διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στις δυο μορφές υπαιτιότητας, το δόλο και την αμέλεια, έγκειται στην απόφαση ή όχι του δράστη να ακολουθήσει μια πορεία συμπεριφοράς , η οποία όπως προέβλεψε, με βεβαιότητα ή σοβαρή πιθανότητα, θα οδηγούσε στην πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης του οικείου εγκλήματος, και όχι η ψυχική του στάση ως προς την επέλευση του εγκληματικού αποτελέσματος. Η επιδοκιμασία ή η αποδοκιμασία του τελευταίου είναι κατά βάση φρονηματικά μεγέθη , τα οποία ως τέτοια μόνο δευτερευόντως ενδιαφέρουν το Ποινικό Δίκαιο. Εκείνα που πρωτευόντως το ενδιαφέρουν είναι η προσβολή των εννόμων αγαθών και η απόφαση δράσης που την επικαλύπτει υποκειμενικά. Όταν κάποιος βρίσκεται ενώπιον του διλήμματος να επιχειρήσει κάτι διαβλέποντας ότι υπάρχει μια σοβαρή πιθανότητας πρόκλησης ενός εγκληματικού αποτελέσματος ή να απόσχει από τη σχετική συμπεριφορά, η επιταγή του Δικαίου είναι σαφής: Μην πράξεις! Εάν πράξει, χάριν εξυπηρέτησης του σκοπού που επιδιώκει, έχει αποδεχθεί τον κίνδυνο πραγμάτωσης της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος διακείμενος συνειδητά εχθρικά προς το έννομο αγαθό. Η τυχόν εναπομένουσα ευχή του να μην επέλθει το αποτέλεσμα σε καμία περίπτωση δε μεταβάλλει την κατάσταση. Συνεπώς, ο ενδεχόμενος δόλος καταφάσκεται όταν ο δράστης έλαβε υπόψη του το σοβαρό/ υπολογίσιμο ενδεχόμενο πραγμάτωσης της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος και αφού το στάθμισε με ό,τι επιδίωκε μέσω της πράξης του, έκρινε το τελευταίο ως τόσο σημαντικό, ώστε, ακόμη κι αν το αξιόποινο αποτέλεσμα δεν ήταν γι’ αυτόν ούτε επιθυμητό ούτε απολύτως αδιάφορο, αλλά αντιθέτως αντιπαθές, αποφάσισε να προχωρήσει στην πράξη, ελπίζοντας- ευχόμενος ότι τελικά δεν θα επέλθει. Αντιθέτως, ενσυνείδητη αμέλεια υπάρχει, όταν ο δράστης είτε από επιπολαιότητα δεν έλαβε σοβαρά υπόψη του το σοβαρό ενδεχόμενο πραγμάτωσης της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος, είτε «μετά λόγου» πίστεψε ότι τελικά το αποτέλεσμα δεν θα επέλθει [126].

Με «σοβαρό ενδεχόμενο» έχουμε να κάνουμε όταν η πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος είναι όχι- απίθανη και παράλληλα καθίσταται εναργής για το έννομο αγαθό η παρουσία του βασικού εννοιολογικού συστατικού του συγκεκριμένου κινδύνου, μια κατάσταση αβεβαιότητας και ανασφάλειας[127], μιας ακάλυπτης πιθανότητας επέλευσης του αποτελέσματος, ενόψει της οποίας η καλή έκβαση των πραγμάτων είναι ζήτημα τύχης, «θέλημα Θεού». Ο δε δράστης λαμβάνει σοβαρά υπόψη του το σοβαρό ενδεχόμενο πραγμάτωσης της αντικειμενικής υπόστασης, όταν αυτό διαδραματίζει ρόλο στη διανοητική διαδικασία στάθμισης των συγκρουόμενων συμφερόντων και εν τέλει στη λήψη της απόφασής του να πράξει[128] .

Έτσι, ο συγγραφέας καταλήγει να εντάσσει μόνον την έχουσα αποδεικτικό στήριγμα σε αντικειμενικά δεδομένα πίστη αποφυγής του εγκληματικού αποτελέσματος στο πεδίο της ενσυνείδητης αμέλειας, ενώ την αβάσιμη πίστη, την απλή ελπίδα αποφυγής του αποτελέσματος και την αδιαφορία για την επέλευση του τελευταίου στον χώρο του ενδεχόμενου δόλου. Κατά την άποψή του, τούτο συνάγεται τόσο από την κατ’ άρθρο 28 ΠΚ εννοιολογική σύνδεση της ενσυνείδητης αμέλειας με την «πίστη» αποφυγής του αποτελέσματος, αλλά και από το κοινό γλωσσικό αισθητήριο που δεν έχει δυσκολία να συμφωνήσει στο ότι όποιος αποδέχεται τον κίνδυνο με την έννοια του ψυχικού συμβιβασμού προς την ενδεχόμενη πραγμάτωσή του (έστω και αν την απεύχεται), υπό κάποια άποψη, εκτός εάν υπάρχει πίστη για το αντίθετο, συναποδέχεται και την τελευταία[129].

Η πεμπτουσία λοιπόν της διάκρισης μεταξύ ενδεχόμενου δόλου και ενσυνείδητης αμέλειας βρίσκεται στην απόφαση εκτέλεσης μιας κινδυνώδους για το έννομο αγαθό πράξης, η οποία αναδεικνύει την εχθρική στάση του δράση απέναντι στο τελευταίο.

Κατά της θεωρίας της πρόκρισης του υπέρτερου συμφέροντος έχουν διατυπωθεί πολλές αντιρρήσεις, η πρώτη από τις οποίες ανακύπτει από το ίδιο το γράμμα του νόμου. Στη διάταξη του α. 27 παρ. 1 ΠΚ ορίζεται ότι με ενδεχόμενο δόλο πράττει όποιος γνωρίζει ότι από την πράξη του ενδέχεται να πραγματωθούν τα στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος και το αποδέχεται. Στο σημείο αυτό πρέπει να διευκρινιστεί ότι η διάταξη στην αρχική της διατύπωση είχε την εξής μορφή: «εκ δόλου (εκ προθέσεως) πράττει ο θέλων την παραγωγήν των κατά νόμον απαρτιζόντων την έννοιαν αξιοποίνου τινός πράξεως περιστατικών ή ο γνωρίζων ως ενδεχομένην την εκ της πράξεώς του παραγωγήν τούτων και αποδεχόμενος αυτήν». Κατά τη μεταγλώττισή της στη δημοτική η φράση «και αποδεχόμενος αυτήν», δηλαδή «την παραγωγήν των απαρτιζόντων την έννοιαν της αξιοποίνου πράξεως περιστατικών» έγινε «και το αποδέχεται». Κατά τον Ανδρουλάκη, η διαφορά ανάμεσα στις δυο αυτές διατυπώσεις είναι κατάδηλη, καθώς η μεν πρώτη απαιτεί αποδοχή της πραγμάτωσης των στοιχείων της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος, ενώ η δεύτερη αποδοχή του ενδεχομένου πραγμάτωσης, δηλαδή του κινδύνου, και δεν πρέπει να αποδοθεί στην προχειρότητα- επιπολαιότητα των «μεταφραστών», αλλά να αντιμετωπιστεί ως τεκμήριο της αλήθειας του ότι όποιος συμβιβάζεται ψυχικά με την ενδεχόμενη πραγμάτωση του κινδύνου, αποδέχεται στην ουσία και το αξιόποινο αποτέλεσμα.[130]. Η επιχειρηματολογία του συγγραφέα δεν φαίνεται πειστική. Αποδοχή του ενδεχομένου παραγωγής των στοιχείων της αντικειμενικής υπόστασης σημαίνει αποδοχή της πιθανής (ενδεχόμενης), όχι βέβαιης, επέλευσης του αξιόποινου αποτελέσματος και όχι αποδοχή μόνον του κινδύνου επέλευσης αυτού. Σε περίπτωση αμφισβήτησης άλλωστε αναφορικά με το νόημα της νεότερης διατύπωσης, υπερισχύει, σύμφωνα με το α. 36 παρ. 3 ν. 1406/1983, το αρχικό κείμενο της καθαρεύουσας. Περαιτέρω, δεν είναι καθόλου αυτονόητη η παραδοχή ότι η αποδοχή της επέλευσης του κινδύνου συνεπάγεται αναπόδραστα και αποδοχή της μετουσίωσης του κινδύνου αυτού σε βλάβη.  Ο ζωηρός νεαρός που τρέχει σε δρόμο ευρείας κυκλοφορίας με ταχύτητα υπερβαίνουσα κατά πολύ το νόμιμο όριο, προσπερνώντας τα προπορευόμενα  αυτοκίνητα με ελάχιστη ορατότητα, αποδέχεται τον κίνδυνο πρόκλησης ατυχήματος, δεδομένου ότι δεν υπάρχει κανένα αντικειμενικό στήριγμα όπου θα μπορούσε να εδράζεται η πεποίθησή του ότι δεν πρόκειται να κινδυνεύσει. Μάλιστα, αυτή η αίσθηση  της κίνησής στο μεταίχμιο ζωής και θανάτου αποτελεί κατά πάσα πιθανότητα και τον απώτερο σκοπό της συμπεριφοράς του, αφού εκτινάσσει την αδρεναλίνη του στα ύψη. Κανείς όμως δεν θα υποστήριζε ότι ο πρωταγωνιστής του παραδείγματός μας αποδέχτηκε πέραν του κινδύνου και το περαιτέρω ενδεχόμενο της μετουσίωσής του σε βλάβη, αφού μια τέτοια εκδοχή θα ήταν επιζήμια πρωτίστως για τον ίδιο, εκτός εάν υπήρχαν βάσιμες ενδείξεις ότι πρόκειται για ένα πρόσωπο με αυτοκαταστροφικές τάσεις, που έχει χάσει εντελώς το ενδιαφέρον του για τη ζωή. Όπως ορθά επισημαίνεται, στην υπαιτιότητα ενδιαφέρει ακριβώς η επέκταση της βούλησης στο φυσικό αποτέλεσμα που παρήγαγε η πράξη[131] έτσι ώστε, για την κατάφαση ενδεχόμενου δόλου, να απαιτείται η αποδοχή όλων των αντικειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, συμπεριλαμβανομένου φυσικά και του αποτελέσματος.

Αποδέχομαι σημαίνει: 1. δέχομαι ευχαρίστως 2. συμφωνώ με κάτι, το επιδοκιμάζω, το ασπάζομαι[132] 3. εγκρίνω[133] 4. ανέχομαι [134] . Αποφεύγω σημαίνει: 1. μένω μακριά 2. προσπαθώ να μην κάνω κάτι 3. ξεφεύγω, σώζομαι από ανεπιθύμητη κατάσταση[135]. Αδιαφορώ σημαίνει: 1. δεν ενδιαφέρομαι 2. δε δίνω σημασία[136].  Εκ των ανωτέρω καθίσταται σαφές ότι τόσο η ελπίδα  αποφυγής του αποτελέσματος όσο και η αδιαφορία ως προς επέλευσή του είναι έννοιες διαφορετικές από εκείνη της αποδοχής. Η υπαγωγή τους σε αυτήν συνιστά διασταλτική του όρου και επομένως της διάταξης του α. 27 παρ. 1 ερμηνεία, η οποία οδηγεί σε διεύρυνση του αξιοποίνου. Κατά πόσον όμως είναι επιτρεπτή μια τέτοιου είδους ερμηνευτική εκδοχή; Στο χώρο της μεθοδολογίας του ποινικού δικαίου επικρατεί η άποψη ότι η διασταλτική ερμηνεία in malam partem είναι επιτρεπτή για την πλήρωση ενός κενού[137], το οποίο πράγματι υφίσταται μεταξύ των α. 27 και 28 ΠΚ, δεδομένου ότι μένουν αρρύθμιστες οι περιπτώσεις της ελπίδας αποφυγής του αποτελέσματος και της αδιαφορίας, υπό την προϋπόθεση ότι, αφενός, συμπλέει με τη ratio της lex lata και αφετέρου, ότι κινείται τουλάχιστον εντός των ακραίων ορίων του σημασιολογικού εύρους των λέξεων του νόμου, όπως προστάζει η συνταγματικής περιωπής αρχή nullum crimen, nulla poena sine lege stricta et certa[138].

Η προϋπόθεση της συμφωνίας της προτεινόμενης ερμηνευτικής εκδοχής με τον τελολογικό σκοπό της διάταξης, ο οποίος σύμφωνα με την ορθότερη κατά τη γνώμη μου άποψη πρέπει να νοείται υποκειμενικά, δηλαδή να ερμηνεύεται με γνώμονα τη βούληση του ιστορικού νομοθέτη[139], εκ πρώτης όψεως φαίνεται να πληρείται στην περίπτωση που μας απασχολεί. Το επιχείρημα των υποστηρικτών της θεωρίας της πρόκρισης του υπέρτερου συμφέροντος ότι ο ιστορικός νομοθέτης εκφράστηκε στενότερα απ’ ότι ήθελε κατά τη διατύπωση του α. 27 παρ. 1 ΠΚ βρίσκει έρεισμα στα πρακτικά συνεδριάσεων των αναθεωρητικών επιτροπών επί του Σχεδίου ΠΚ. Ειδικότερα, κατά τη συνεδρίαση της 28ης Νοεμβρίου του 1933 η  Γνωμοδοτική Επιτροπή έκανε δεκτή την πρόταση του Τζωρτζόπουλου να προστεθούν στη διάταξη του α. 12 (27 ΠΚ) μετά το «αποδεχόμενος αυτήν» οι λέξεις «ή αδιαφορών δι’ αυτήν». Ο Χωραφάς θεώρησε περιττή μια τέτοια προσθήκη με την αιτιολογία ότι « ο όρος αποδέχεσθαι καλύπτει τόσον τας περιπτώσεις της αδιαφορίας, όσον και τας περιπτώσεις, καθ’ ας ο δράστης δεν αδιαφορεί δια το αποτέλεσμα, αλλ’ εύχεται την μη επέλευσιν αυτού, ουχ’ ήττον όμως ενεργεί έστω κι αν ήθελε τούτο συμβή», άποψη η οποία υιοθετήθηκε από την Αναθεωρητική Επιτροπή κατά τη συνεδρίαση της 20ης Μαρτίου 1934[140].

Ωστόσο, δεν πρέπει να παροράται ότι κείμενο νόμου αποτελούν μόνο τα ψηφισμένα και δημοσιευμένα κείμενα και όχι οι προπαρασκευαστικές εργασίες και οι αιτιολογικές εκθέσεις, οι οποίες δεν είναι πάντα διαφωτιστικές ως προς τους επιδιωκόμενους σκοπούς του νομοθέτη, δεδομένου ότι συχνά παρουσιάζουν αντιφάσεις και έχουν αρκετά διακηρυκτικό, γενικόλογο ύφος, ανεπαρκές να στηρίξει συγκεκριμένη ερμηνευτική προσέγγιση[141]. Παράδειγμα αντίφασης αποτελεί η αντικείμενη  με τα παραπάνω θέση του Χωραφά, που διατυπώθηκε στο πλαίσιο διαβούλευσης σχετικά με τη διάταξη του α. 13 (28 ΠΚ) και σύμφωνα με την οποία για την κατάφαση της ενσυνείδητης αμέλειας «η ουσία είναι ότι ο δράστης ήλπισεν ότι είς την συγκεκριμένην περίπτωσιν το αποτέλεσμα δε θα επήρχετο»[142] (ο τονισμός δικός μου). Ακόμη, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της συνεδρίασης της 28ης Νοεμβρίου του 1933, αν και εκφράστηκε ρητά υπέρ της ένταξης της ελπίδας αποφυγής του αποτελέσματος και της αδιαφορίας ως προς την επέλευσή του στο πεδίο του ενδεχόμενου δόλου, παρατήρησε ότι «προς απόδοσιν του καλούμενου ενδεχόμενου δόλου επεκράτησε εν τη επιστήμη και πράξει η χρήσης του όρου αποδέχεσθαι, ον ορθώς πράττον το Σχέδιον χρησιμοποιεί εν άρθρω 12»[143] ( ο τονισμός δικός μου), στην Αιτιολογική Έκθεση του οποίου, όμως, διαβάζουμε ότι « έν τη διατυπώσει αυτού ηκολουθήσαμεν την κρατούσαν εν τη επιστήμη θεωρίαν καθ’ ην ο θεμελιώδης όρος της εννοίας του δόλου είναι η βούλησις της παραγωγής του εγκληματικού αποτελέσματος, ήτις και θεωρία της βουλήσεως[144]. Βούλησις του αξιοποίνου αποτελέσματος υφίσταται κατά πρώτον λόγον όταν ο πράττων αποβλέπει ωρισμένως και αποκλειστικώς εις την δια της πράξεώς του παραγωγήν αυτού. Άλλ’ ως εν τη βουλήσει του πράττοντος δέον προσέτι να θεωρηθή περιεχόμενον ού μόνον το αποτέλεσμα όπερ κυρίως ούτος διά της πράξεώς του επεδίωκε, αλλά και εκείνο όπερ εγίγνωσκεν ως αναγκαίον ταύτης αποτέλεσμα, καίτοι μη επιθυμών ουδ’ επιδιώκων την πραγμάτωσιν αυτού, καθόσον, εν τοιαύτη περιπτώσει, το αναγκαίον της πράξεως αποτέλεσμα αποτελεί εν τη συνειδήσει του πράττοντος εν αδιάσπαστον σύνολον μετά του επιδιωχθέντος και δεν δύναται ούτος να ισχυρισθή ότι ηθέλησε το εν χωρίς να θέλη και το έτερον. Τούτο, όμως, δε συμβαίνει και εν αις περιπτώσεσι το εκτός του επιδιωκομένου έτερον αποτέλεσμα προεβλέπετο υπό του πράττοντος ουχί ως αναγκαίον αλλ’ως ενδεχόμενον. Εν ταις περιπτώσεις ταύταις δεν δυνάμεθα εν τη προβλέψει του αποτελέσματος να δεχθώμεν ως υφιστάμενην και την βούλησιν αυτού αν μη το στοιχείο τούτο αποδεικνύηται υπάρχον. Αι περιπτώσεις αυται αποτελούσι τον εν τη επιστήμη καλούμενον ενδεχόμενον δόλον, όστις, κατά την κρατούσαν γνώμην, υφίσταται αν ο πράττων, καίτοι κατευθύνων την βούλησιν αυτού και την ενέργειαν προς τι ωρισμένον αποτέλεσμα (αξιόποινον ή μη) γιγνώσκει ότι εκ της ενεργείας του ενδεχόμενον είναι να επέλθει και έτερον (αξιόποινον) όπερ και αποδέχεται. Ως λ.χ. θέτει τις το πυρ εις τινα οικίαν ίνα εμπρήση αυτήν, αλλά γνωρίζων ότι εν ταύτη ευρίσκεται άνθρωπος ούτινος πιθανός είναι ο εκ της πυρκαιάς θάνατος, αποδέχεται και το αποτέλεσμα τούτο, ή ευρισκόμενος τις εν θήρα πυροβολεί κατά θηράματος, αλλά βλέπων ότι παρ’ αυτώ ίσταται και ο Α όστις ενδεχόμενον είναι να φονευθή εκ του πυροβολισμού, αποδέχεται και το αποτέλεσμα τούτο. Είς τον καθορισμόν του δόλου τούτου αφορά το δεύτερον εδάφιον του άρθρου 12……. η ο γνωρίζων ως ενδεχόμενην την εκ της πράξεώς του παραγωγήν τούτων και αποδεχόμενος αυτήν»[145] (ο τονισμός δικός μου). Έτσι, ο Χωραφάς, ο οποίος αναμφίβολα επηρέασε τη νομοθέτηση του α. 27 ΠΚ, εμφανίζεται από τη μία να αποδέχεται τη θεωρία της πρόκρισης του υπέρτερου συμφέροντος, αρκούμενος στην αποδοχή του κινδύνου για την κατάφαση ενδεχόμενου δόλου και από την άλλη αφενός, να επικροτεί και να εμμένει στην ορολογία που υιοθετήθηκε από τους συντάκτες του σχεδίου του Ποινικού Κώδικα, για την οποία κατέστη σαφές στην αιτιολογική έκθεση του τελευταίου ότι αποτυπώνει την κρατούσα θεωρία της βουλήσεως, κατά την οποία για την κατάφαση ενδεχόμενου δόλου απαιτείται αποδοχή όλων των στοιχείων της αντικειμενικής υπόστασης, συμπεριλαμβανομένου και του αποτελέσματος, και αφετέρου, να επισημαίνει ότι το ουσιώδες στοιχείο για την κατάφαση ενσυνείδητης αμέλειας είναι όχι η πρόβλεψη του αποτελέσματος, αλλά η ελπίδα αποφυγής του. Τα παραπάνω αποδεικνύουν την αλήθεια του προλεγόμενου ότι οι εκθέσεις και τα πρακτικά των νομοπαρασκευαστικών επιτροπών τις περισσότερες φορές δεν είναι μπορούν να εξασφαλίσουν ασφαλή συμπεράσματα για τη νομοθετική βούληση.

Ακόμη, όμως, κι αν μπορούσαμε να πούμε μετά βεβαιότητας στο ότι η βούληση του νομοθέτη ήταν να συμπεριλάβει στη διάταξη του α. 27 όλες τις περιπτώσεις αποδοχής του κινδύνου, η διασταλτική ερμηνεία του όρου «αποδέχεται», ώστε να εμπεριέχει τόσο την αδιαφορία όσο και την ελπίδα αποφυγής του αποτελέσματος, θα καθίστατο προβληματική λόγω μη πλήρωσης της δεύτερης προϋπόθεσης. Κι αυτό διότι το γλωσσικό νόημα της λέξης «αποδοχή» εκτείνεται από την επιδοκιμασία, η οποία αποτελεί τον πυρήνα του, μέχρι την ανοχή, η οποία αποτελεί το απώτατο όριό του. Η αδιαφορία και η ελπίδα αποφυγής βρίσκονται έξω από τα νοηματικά σύνορα του όρου «αποδοχή», και επομένως η ένταξή τους σε αυτόν απαιτεί «ξεχείλωμα» της έννοιας, που ξεπερνά κατά πολύ τη διαστολή αποτελώντας  απαγορευμένη in malam partem αναλογία[146]. Η ερμηνεία ενός ποινικού κανόνα δικαίου απαιτείται να έχει ως βάση της τη διάσταση που προσλαμβάνουν οι όροι του στη γλώσσα της καθημερινής ζωής, τον τρόπο με τον οποίο κατανοούνται από τον κάθε πολίτη, στην ηθικοκοινωνική συνείδηση του οποίου άλλωστε απευθύνονται. Το επιτρεπτό της επικράτησης μιας, καθ’ υπέρβαση του γλωσσικού νοήματος του κανόνα δικαίου, εξεζητημένης ερμηνευτικής εκδοχής, που θα γινόταν κατανοητή μόνο από το νομικό κόσμο και θα οδηγούσε σε διεύρυνση του αξιοποίνου, αφενός. θα αποτελούσε κερκόπορτα για τη δικαστική αυθαιρεσία, αφού οι εφαρμοστές του δικαίου θα μπορούσαν να προσαρμόζουν εις βάρος της ελευθερίας των πολιτών το «νόημα» των διατάξεων στα μέτρα των εκάστοτε εξυπηρετούμενων σκοπιμοτήτων και αφετέρου, θα καθιστούσε τη γνώση του αξιοποίνου, άρα και την αποφυγή του, απαγορευτική, θυμίζοντας τη μέθοδο του τυράννου Διονυσίου των Συρακουσών, ο οποίος ανάρτησε τους νόμους που θέσπισε σε τόσο υψηλό σημείο, ώστε να μην μπορεί να τους αναγνώσει κανείς από τους πολίτες[147].

Πέραν δε των δογματικών δυσχερειών που προκύπτουν από το ίδιο το γράμμα του νόμου, η μεταφορά της ελπίδας αποφυγής του αποτελέσματος στο πεδίο του ενδεχόμενου δόλου δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή για ένα ακόμη λόγο. Διότι δε συνάδει με τον απαξιολογικό πυρήνα του τελευταίου, ο οποίος συνίσταται στην εχθρική στάση του δράστη απέναντι στο έννομο αγαθό[148]. Η «φρονηματική διαφοροποίηση» μεταξύ ενός δράστη που επιδοκιμάζει ή έστω συμβιβάζεται με το αξιόποινο αποτέλεσμα και ενός άλλου που συμπεριφέρεται αποδοκιμάζοντάς το, δεν μπορεί να παραβλεφθεί με το επιχείρημα ότι το ποινικό δίκαιο ενδιαφέρεται πρωτίστως για την προστασία των εννόμων αγαθών, έτσι ώστε η επιδοκιμασία ή η αποδοκιμασία της προσβολής να το ενδιαφέρουν μόνο δευτερευόντως, διότι αυτή ακριβώς αποτελεί το βασικό κριτήριο διάκρισης μεταξύ των δυο μορφών υπαιτιότητας[149]. Αν η εχθρική για το έννομο αγαθό στάση του δράστη συνοψιζόταν μόνον στην ανάληψη του κινδύνου, τότε δε θα είχε κανένα απολύτως δογματικό έρεισμα η ένταξη της πίστης αποφυγής του αποτελέσματος στο χώρο της ενσυνείδητης αμέλειας, δεδομένου ότι και αυτή φρονηματικό μέγεθος είναι, η ύπαρξη της οποίας  μάλιστα σε τίποτα δεν ωφελεί το έννομο αγαθό.

Το ότι η ψυχική στάση του δράστη απέναντι στο αποτέλεσμα είναι καθοριστική για την ύπαρξη δόλου ή αμέλειας προκύπτει άλλωστε και από τον ίδιο τον ίδιο τον ορισμό του Ανδρουλάκη για την ενσυνείδητη αμέλεια, κατά τον οποίον αυτή καταφάσκεται και όταν ο δράστης από επιπολαιότητα δεν έλαβε υπόψη του το σοβαρό ενδεχόμενο πραγμάτωσης του αποτελέσματος. Σε τι μπορεί να συνίσταται άραγε αυτή η από επιπολαιότητα μη λήψη υπόψη του σοβαρού ενδεχομένου πραγμάτωσης της προσβολής εκτός από την απλή ελπίδα αποφυγής του ; Η μητέρα, η οποία, έχοντας ξεχάσει τα κλειδιά του σπιτιού της, στέλνει τον ανήλικο υιό της να σκαρφαλώσει στην υδρορροή, ώστε να περάσει μέσα από το ανοιχτό παράθυρο του πρώτου ορόφου και να της ανοίξει, δεν κάνει τίποτε άλλο από το να ελπίζει στην αποφυγή του τραυματισμού του, αφού επαρκή αντικειμενικά στηρίγματα για μια σχετική πίστη μη πραγμάτωσης του αποτελέσματος δεν υπάρχουν, όπως  εσφαλμένα υπολαμβάνει ο Ανδρουλάκης. Αυτή ακριβώς η ισχνότερη της πίστης ελπίδα αποφυγής του αποτελέσματος είναι που μας κάνει να λέμε ότι ο δράστης από επιπολαιότητα δεν έλαβε υπόψη του το σοβαρό ενδεχόμενο επέλευσης της βλάβης [150].

Για τους ίδιους λόγους προβληματική κρίνεται και η ένταξη της αδιαφορίας ως προς την επέλευση του αποτελέσματος στο χώρο του ενδεχόμενου δόλου. Η ουδετερότητα του δράστη απέναντι στην τύχη του εννόμου αγαθού είναι βουλητικά άχρωμη και ενέχει μια παθητικότητα, η οποία αποτελεί τον απαξιολογικό πυρήνα όχι του δόλου αλλά της αμέλειας, όπως αναφέρθηκε στην οικεία ενότητα. Άλλωστε, ο αδιάφορος και ανεύθυνος δράστης δεν μπαίνει καν στη διαδικασία στάθμισης των αντικρουόμενων συμφερόντων, για να καταλήξει σε μια ψυχικά ενεργή τοποθέτησή του υπέρ της τήρησης της νομιμότητας ή της παρεκτροπής στην παρανομία, όπως απαιτεί η υπό κρίση θεωρία[151].

Τέλος, ένα ακόμη μάλλον αξεπέραστο μειονέκτημα της θεωρίας της πρόκρισης του υπέρτερου συμφέροντος, που αποκλείει την υιοθέτησή της, έγκειται στο ότι, μεταθέτοντας το αντικείμενο του δόλου στην επικίνδυνη συμπεριφορά, οδηγεί σε ταύτιση του ενδεχόμενου δόλου βλάβης και του δόλου διακινδύνευσης[152]. Κατά τον Ανδρουλάκη, κάτι τέτοιο δεν είναι αληθές, διότι, όπως επισημαίνει σε απάντηση της ως άνω κριτικής, ο δόλος διακινδύνευσης δεν ενέχει κατ’ ανάγκη και αποδοχή του κινδύνου υπό την έννοια που ενδιαφέρει τη διδασκαλία για τον ενδεχόμενο δόλο βλάβης. Η αποδοχή του κινδύνου στα εγκλήματα συγκεκριμένης διακινδύνευσης συνίσταται στην αποδοχή  εκ μέρους του δράστη μιας ανώμαλης κατάστασης ανασφάλειας του εννόμου αγαθού, ακόμη κι αν δεν συμβιβάζεται καθόλου με το ενδεχόμενο πραγμάτωσης του κινδύνου, την οποία πιστεύει ότι θα αποφύγει[153]. Με άλλα λόγια, ο συγγραφέας, όντας συνεπής στις θέσεις του, δέχεται ότι αντικείμενο του δόλου συγκεκριμένης διακινδύνευσης αποτελεί το ενδεχόμενο πραγμάτωσης του κινδύνου και όχι απαραίτητα η ίδια η πραγμάτωσή του, ενώ αντικείμενο του δόλου βλάβης αποτελεί η πραγμάτωση του κινδύνου και όχι απαραίτητα η επέλευση του βλαπτικού αποτελέσματος. Η άποψη αυτή, όμως, νομίζω ότι προσκρούει αναπόδραστα στο «σκόπελο» της ταύτισης  του δόλου δυνητικής και του δόλου συγκεκριμένης διακινδύνευσης, διότι αντικείμενο του πρώτου είναι ακριβώς η δυνατότητα επέλευσης του κινδύνου, ήτοι το ενδεχόμενο πραγμάτωσης του κινδύνου και όχι η ίδια η πραγμάτωσή του. Ή μήπως θα έπρεπε, με βάση τον ανωτέρω τρόπο σκέψης, να δεχτούμε αντιστοίχως ότι στα εγκλήματα δυνητικής διακινδύνευσης αντικείμενο του δόλου δεν αποτελεί η δυνατότητα δημιουργίας κινδύνου, αλλά το ενδεχόμενο δημιουργίας συνθηκών κινδύνου ; Η αποδοχή μιας τέτοιας εκδοχής θα μετέθετε το αντικείμενο του δόλου σε υπερβολικά πρώιμο στάδιο καταλήγοντας σε παράλογα αποτελέσματα.

 

δ. Η θεωρία της αδιαφορίας.

 

Η θεωρία της αδιαφορίας, εμπνευστής της οποίας υπήρξε ο Engisch, δεν αναγάγει σε κεντρικό μέγεθος του ενδεχόμενου δόλου ούτε τη γνώση του κινδύνου ούτε τη βούληση του δράστη να τελέσει την επίμαχη πράξη, αλλά την εσωτερική στάση του απέναντι στο έννομο αγαθό. Όταν ο δράστης δείχνει τουλάχιστον αδιαφορία για την τύχη του, πράττει εκ προθέσεως, ενώ όταν ελπίζει στην σωτηρία του βαρύνεται με αμέλεια[154].

Η επίδραση της θεωρίας αυτής στην ελληνική επιστήμη υπήρξε αξιοσημείωτη. Ο Χαραλαμπάκης σημειώνει ότι « η θεωρία αυτή ενέχει σίγουρα θετικά στοιχεία που εντοπίζονται κυρίως στην κατάφαση του ενδεχόμενου στην περίπτωση που ο δράστης αδιαφορεί πράγματι για το έννομο αγαθό»[155]. Ο Ανδρουλάκης επίσης εντάσσει την αδιαφορία στο πεδίο του ενδεχόμενου δόλου[156]. Ο Σπινέλλης αναφέρει ότι «ο ενδεχόμενος δόλος δεν πηγάζει μόνον από την επιθετικότητα, όσο και από την αδιαφορία και περιφρόνηση προς τα έννομα αγαθά»[157]. Ο Μυλωνόπουλος, αν και αποκρούει τη θεωρία της αδιαφορίας ως αντικείμενη στο γράμμα του νόμου, αναγνωρίζει ότι υπάρχουν περιπτώσεις «επίμεμπτης» αδιαφορίας, ήτοι έντονης περιφρόνησης που υπερβαίνει τα όρια της απάθειας και τείνει να προσλάβει το κοινωνικό νόημα της εχθρικής στάσης προς το έννομο αγαθό, βρισκόμενης στο μεταίχμιο μεταξύ δόλου και αμέλειας[158]. Ο Βαθιώτης θεωρεί ότι υπάρχουν περιπτώσεις αδιαφορίας που de lege ferenda θα έπρεπε να υπαχθούν στο πεδίο του ενδεχόμενου δόλου. Πρόκειται για τις περιπτώσεις της «κατευθυνόμενης αμέλειας», όπου το εγκληματικό αποτέλεσμα είναι απόρροια μιας άγνοιας του δράστη, την οποία ο ίδιος δε θεωρεί ως ελάττωμα του προσανατολισμού του μέσα στον κόσμο, αφού δεν τον ενδιαφέρει το άγνωστο σε αυτόν πεδίο της πραγματικότητας[159].

Το βασικότερο επιχείρημα που έχει διατυπωθεί κατά της θεωρίας της αδιαφορίας συμπίπτει εν μέρει με την κριτική που δέχτηκε και η θεωρία της πρόκρισης του υπέρτερου συμφέροντος και έγκειται στο ότι δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής στο πλαίσιο του ελληνικού ποινικού δικαίου, λόγω πρόσκρουσης στη διάταξη του α. 27 ΠΚ, η οποία για τη θεμελίωση του ενδεχόμενου δόλου απαιτεί αποδοχή της παραγωγής του εγκληματικού αποτελέσματος. Η αδιαφορία σε σχέση με την παραγωγή ενός αποτελέσματος, όπως είναι και γλωσσικά φανερό, ισούται βουλητικά με το μηδέν. Όποιος αδιαφορεί για κάτι ούτε αποκρούει την προσβολή του, αλλά ούτε και την αποδέχεται. Η αδιαφορία βρίσκεται στο κενό σημείο μεταξύ της ελπίδας αποφυγής και της αποδοχής του αποτελέσματος. Γιατί λοιπόν αυτό το μηδέν θα πρέπει να προαχθεί σε θετικό μέγεθος προκειμένου να ικανοποιηθεί η τιμωρητική λειτουργία του ποινικού δικαίου, όταν μάλιστα κατά τις κλασσικές αρχές του ποινικού δόγματος η αμφιβολία λειτουργεί υπέρ του κατηγορουμένου ;[160]. Εξάλλου, αν επιχειρήσουμε μια αναγωγή στην ουσία της ενοχής, θα διαπιστώσουμε ότι  η αδιαφορία για το αποτέλεσμα δείχνει μια ουδέτερη ταυτότητα που δεν ξεπερνά το κατώφλι προς την εχθρότητα απέναντι στο έννομο αγαθό, σε αντίθεση με την αποδοχή και την επιδοκιμασία, οι οποίες  σηματοδοτούν μια σαφώς εχθρική προς τις κοινωνικές αξίες διάθεση του δράστη αποκαλύπτοντας βαρύτερη ενοχή[161].

 

ε. Η θεωρία της αποδοχής.

 

Η θεωρία της αποδοχής αποτελεί τη de lege lata ισχύουσα και κρατούσα στην ελληνική επιστήμη θεωρία για τον ενδεχόμενο δόλο[162]. Σύμφωνα με τα διδάγματά της, ενδεχόμενος δόλος υφίσταται, όταν ο δράστης προβλέπει ως ενδεχόμενη την επέλευση του αξιόποινου αποτελέσματος και την αποδέχεται, ενώ, ενσυνείδητη αμέλεια υπάρχει, όταν, στην ίδια περίπτωση πρόβλεψης ως ενδεχόμενης της επέλευσης του αποτελέσματος, ο δράστης δεν την αποδέχεται, είτε διότι πιστεύει ή ελπίζει στην αποφυγή της είτε διότι αδιαφορεί γι’ αυτήν.  Από ορισμένους θεωρητικούς λέγεται ότι ο ΠΚ ακολουθεί τη θεωρία της επιδοκιμασίας· κάτι τέτοιο όμως δεν είναι ακριβές. Η επιδοκιμασία προϋποθέτει μια θετική συναισθηματική στάση του δράστη απέναντι στην πράξη του. Αντίθετα, η αποδοχή είναι έννοια σημαντικά ευρύτερη, καθώς είναι δυνατόν να αποδέχεται κανείς την πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης ενός εγκλήματος υπό την μορφή της έγκρισης ή συγκατάθεσης, ως αναγκαίο κακό, έστω κι αν δεν την επιδοκιμάζει[163].

Η θεωρία της αποδοχής πληρώνει με ορθολογισμό και δογματική συνέπεια το υφιστάμενο κενό μεταξύ των α. 27 και 28 ΠΚ. Και τούτο διότι, όπως τονίστηκε επανειλημμένα ανωτέρω, ο δράστης που ελπίζει στην αποφυγή του αποτελέσματος, δε διάκειται εχθρικά απέναντι στο έννομο αγαθό[164], αντιθέτως, προσδοκώντας τη σωτηρία του, μάλλον φιλική στάση επιδεικνύει προς αυτό. Ακόμη κι αν γίνει δεκτό το υποστηριζόμενο από ορισμένους συγγραφείς ότι η ανάληψη του κινδύνου αποκλείει σε κάθε περίπτωση την κατάφαση φιλικής στάσης απέναντι στο έννομο αγαθό, η τελευταία θα μπορούσε να χαρακτηριστεί στη χειρότερη περίπτωση ως παθητική, ένεκα της παραλήψεώς του να λάβει τα απαραίτητα για την αποφυγή του μοιραίου μέτρα, σε καμία περίπτωση όμως ως εχθρική[165].

Απουσία βούλησης προσβολής, που θα καθιστούσε κοινωνικά και ψυχολογικά άστοχη την υπέρβαση της βαθμίδας της ενσυνείδητης αμέλειας, εντοπίζεται και στην περίπτωση της αδιαφορίας. Ο απαθής για τις συνέπειες τις συμπεριφοράς του δράστης δεν εκδηλώνει ούτε θετική ούτε αρνητική, αλλά ουδέτερη στάση απέναντι στο έννομο αγαθό, η οποία προσιδιάζει στον απαξιολογικό πυρήνα της αμέλειας.

Όσον αφορά στο γράμμα του νόμου, η ελπίδα αποφυγής του αποτελέσματος μπορεί να ενταχθεί στη διάταξη του α. 28 ΠΚ με επιτρεπτή in bonam partem διασταλτική ερμηνεία του όρου «πίστη». Πιστεύω σημαίνει: 1. έχω πεποίθηση, είμαι βέβαιος, σίγουρος για κάτι, 2. κρίνω, νομίζω, θεωρώ[166]. Ελπίζω σημαίνει: 1. είμαι, λίγο ή πολύ, βέβαιος ότι κάτι ευχάριστο ή επιθυμητό θα πραγματοποιηθεί, 2. βασίζομαι σε κάποιον ή σε κάτι για την επιτυχία ή την πραγματοποίηση κάποιου καλού[167] 3. υπολογίζω ως πιθανό ενδεχόμενο, 4. αναμένω με αισιοδοξία θετικές εξελίξεις, 5. προσδοκώ, εύχομαι[168]. Δεδομένου ότι η διασταλτική ερμηνεία αποτελεί μια ανάλογη εφαρμογή εντός των ορίων του γλωσσικού νοήματος του οικείου κανόνα, και εφόσον δεχτούμε ότι στον σημασιολογικό πυρήνα της έννοιας «πίστη» βρίσκεται η πεποίθηση της αποφυγής του εγκληματικού αποτελέσματος, η ένταξη της προσδοκίας-ευχής στο σημασιολογικό της περίβολο φαίνεται ανεκτή κατά το κοινό γλωσσικό αισθητήριο. Σε κάθε περίπτωση, ακόμη κι αν θεωρήσουμε ότι η έννοια της ελπίδας δε χωρεί στα γλωσσικά όρια της πίστης, η ένταξή της στο  α. 28 είναι θεμιτή με επιτρεπτή, σύμφωνη με τη ratio της διάταξης, in bonam partem ανάλογη εφαρμογή. Με επιτρεπτή ανάλογη εφαρμογή εντάσσεται στο πεδίο του α. 28 και η έννοια της αδιαφορίας.

Συμπερασματικά θα λέγαμε ότι η θεωρία της αποδοχής αποτυπώνει την πεμπτουσία της διάκρισης μεταξύ ενδεχόμενου δόλου και ενσυνείδητης αμέλειας, η οποία βρίσκεται στην απόφαση προσβολής του εννόμου αγαθού. Ο Έλληνας ποινικός νομοθέτης υπήρχε ιδιαίτερα ώριμος και αποφασιστικός κατά τη θέσπιση των διατάξεων των α. 27 και 28 ΠΚ, επιλύοντας προς τη σωστή κατεύθυνση το αμφιλεγόμενο ζήτημα της οριοθέτησης των δυο μορφών υπαιτιότητας, σε αντίθεση με τους νομοθέτες άλλων κρατών , π.χ της Γερμανίας, οι οποίοι απέφυγαν να καταλήξουν σε έναν κοινώς αποδεκτό ορισμό, αφήνοντας τον ερμηνευτή του δικαίου μετέωρο και εκτεθειμένο στις εκάστοτε επιλογές του.

 

IV) Οι ενδείξεις και οι αντενδείξεις του ενδεχόμενου δόλου και της ενσυνείδητης αμέλειας.

 

Μετά την διάκριση του ενδεχόμενου δόλου από την ενσυνείδητη αμέλεια μέσω της διαλεύκανσης των στοιχείων που καθορίζουν την ταυτότητά τους, μπορούμε να εισέλθουμε πλέον στην προσπάθεια καταγραφής των εμπειρικών εκείνων δεδομένων δια των οποίων αποκαλύπτεται η ψυχική διάθεση του δράστη απέναντι στο έννομο αγαθό και συνεπώς η κατάφαση της μιας ή της άλλης μορφής υπαιτιότητας. Τα αντικειμενικά δεδομένα που οδηγούν στη διαπίστωση ότι ο δράστης αποδέχτηκε το εγκληματικό αποτέλεσμα αποτελούν «ενδείξεις» του ενδεχόμενου δόλου, ενώ εκείνα που αποσταθεροποιούν αυτήν την πεποίθηση δημιουργώντας εύλογες αμφιβολίες ως προς την κατάφαση μιας τέτοιας αποδοχής αποτελούν «αντενδείξεις» του.  Οι ενδείξεις του ενδεχόμενου δόλου συνιστούν παράλληλα αντενδείξεις της ενσυνείδητης αμέλειας και αντιστρόφως. Ενόψει τούτου, όταν κάνουμε στο εξής λόγο για ενδείξεις ή αντενδείξεις του ενδεχόμενου δόλου, θα εννοείται ότι αναφερόμαστε σε δεδομένα που αποτελούν ταυτόχρονα  αντενδείξεις ή ενδείξεις της ενσυνείδητης αμέλειας αντίστοιχα.

Ένα πρώτο εμπειρικό μέγεθος που συνηγορεί υπέρ της κατάφασης ενδεχόμενου δόλου είναι η ιδιαίτερη υψηλή επικινδυνότητα της εγκληματικής συμπεριφοράς. Όσο σοβαρότερος και εναργέστερος είναι ο κίνδυνος επέλευσης του αξιόποινου αποτελέσματος, τόσο δυσκολότερα μπορεί να γίνει αποδεκτό ότι δεν διαγνώστηκε από το δράστη ή ότι παρά την διάγνωσή του υποτιμήθηκε από αυτόν, ο οποίος ήλπισε σε μια ευτυχή έκβαση των πραγμάτων[169].

Το κριτήριο της ιδιαιτέρως μεγάλης δυναμικής του κινδύνου» έχει βρει σημαντική απήχηση στη νομολογία του γερμανικού Ακυρωτικού, αφού διαδραματίζει εξέχοντα ρόλο στη διαδικασία διάγνωσης του βουλητικού στοιχείου του ενδεχόμενου δόλου[170]. Ωστόσο, το Ομοσπονδιακό Δικαστήριο δέχεται κατά πάγια νομολογία του ότι, λόγω του υψηλότατου ορίου αναστολών που πρέπει να υπερβεί ο δράστης για να καταλήξει στην αποδοχή του αποτελέσματος ενός ιδιαίτερα σοβαρού εγκλήματος, όπως είναι λ.χ. η ανθρωποκτονία, ή η βαριά σωματική βλάβη, πρέπει να συνυπολογίζεται πάντοτε δίπλα στην αντικειμενική επικινδυνότητα της πράξης το ενδεχόμενο να μην έχει διαγνωστεί η πιθανότητα της προσβολής του εννόμου αγαθού ή παρά τη διάγνωσή της να έλαβε χώρα η πεποίθηση της αποφυγής της. Επιπλέον, ότι δεν πρέπει να γίνεται δεκτή η κατάφαση ενδεχόμενου δόλου, στις περιπτώσεις εκείνες κατά τις οποίες ελλείπει ένα «λογικό κίνητρο» για την τέλεση του εγκλήματος[171], πράγμα το οποίο συμβαίνει, όταν ο δράστης αποβλέπει στην επίτευξη ενός σκοπού που δεν καλύπτεται από κάποια αντικειμενική υπόσταση ή όταν η πράξη τελέστηκε υπό την επήρεια οινοπνεύματος ή μιας εξαιρετικής κατάστασης αψιθυμίας, που μειώνει σημαντικά την ικανότητα του δράστη να ηνιοχήσει τη βούλησή του[172].

Τα ανωτέρω κριτήρια του Γερμανικού Ακυρωτικού για την κατάφαση ή τον αποκλεισμό του ενδεχόμενου δόλου είναι κατά βάση ορθά. Ωστόσο, η λήψη υπόψη τους ως αμάχητα τεκμήρια είναι εκτεθειμένη στις κάτωθι ενστάσεις: πρώτον, όπως πολύ ορθά επισημαίνει ο Βαθιώτης[173], το κριτήριο του «υψηλού ανασχετικού ορίου» αφενός, δεν μπορεί να προσφέρει  βοήθεια στις περιπτώσεις εκείνες κατά τις οποίες ο δράστης δεν έχει έτσι κι αλλιώς καμία αναστολή να επιφέρει το αξιόποινο αποτέλεσμα και αφετέρου η χρησιμοποίησή του με απολυτότητα, καταλήγει να τιμωρεί αυστηρότερα όποιον έχει να υπερβεί ένα χαμηλότερο όριο αναστολών, όπως συμβαίνει όταν λ.χ. η πράξη προσβάλλει ήσσονος σημασίας έννομο αγαθό ή το έγκλημα τελείται δια παραλείψεως και όχι με επιθετική ενέργεια. Δεύτερον, δεν αποκλείεται ο επιδιωκόμενος σκοπός, χάριν του οποίου λαμβάνει χώρα η παράνομη συμπεριφορά, να κατατείνει στην εξυπηρέτηση των ατομικών συμφερόντων του δράστη, χωρίς να πληροί την ειδική υπόσταση κάποιου εγκλήματος, λ.χ. η μεγιστοποίηση του επιχειρηματικού κέρδους[174], η διαφύλαξη της ιδιοκτησίας, η ατομική γαλήνη και ευτυχία[175].   Τρίτον, οι αψιθυμίες ή η επίδραση αλκοόλ, ναρκωτικών ουσιών κ.α. είναι πιθανό να οδηγήσουν σε τόσο μεγάλη συρρίκνωση της συνείδησης του δράστη, ώστε να μην μπορεί να γίνει λόγος για απόφαση προσβολής του εννόμου αγαθού.  Ωστόσο, η ύπαρξή τους δεν αποκλείει σε κάθε περίπτωση την κατάφαση μιας τέτοιας βούλησης. Εξάλλου, πρόκειται για ψυχικές καταστάσεις που εξετάζονται κυρίως στο επίπεδο της ικανότητας προς καταλογισμό και όχι της υπαιτιότητας[176]. Τέταρτον, η πιθανότητα της μη πρόβλεψης του ενδεχομένου επέλευσης του αξιόποινου αποτελέσματος ή της πεποίθησης αποφυγής του πρέπει να εξετάζεται επισταμένως σε κάθε περίπτωση και ανεξάρτητα από τον βαθμό επικινδυνότητας της πράξης ή από την σημαντικότητα του προσβαλλόμενου εννόμου αγαθού. Δεδομένα που μπορούν να οδηγήσουν σε προσωπική αδυναμία του δράστη να αντιληφθεί το ενδεχόμενο επέλευσης του αποτελέσματος είναι η ηλικία, σωματική κόπωση, η ψυχική ταραχή, η ξαφνική ασθένεια, ο επηρεασμός της όρασης από κάποιες τροφές, οι ικανότητες του δράστη στον οικείο τομέα δραστηριότητας, π.χ. η οδήγηση αυτοκινήτου[177] κ.α.. Πέραν δε των περιστάσεων που αφορούν στο πρόσωπο του δράστη, η αναγνώριση της επικινδυνότητας του εγχειρήματος και των συνεπειών του μπορεί να εξαρτάται από αντικειμενικά μεγέθη, όπως είναι η πολυπλοκότητα της κατάστασης μέσα στην οποία εξελίσσεται η κρίσιμη συμπεριφορά και τα χρονικά περιθώρια που έχει ο δράστης για να αποφασίσει πώς πρέπει να πράξει. Η παράμετρος του χρόνου αναφαίνεται σε μεγάλο βαθμό στο πεδίο των τροχαίων ατυχημάτων, όπου είναι φανερό ότι μπορεί να επηρεάσει καθοριστικά τόσο την πρόβλεψη του αποτελέσματος όσο και την ορθή εκτίμηση για την αποφυγή του[178].

Ένα επιπλέον στοιχείο που σηματοδοτεί πρόβλεψη και αποδοχή του αποτελέσματος είναι η λήψη μέτρων αυτοπροστασίας. Ο δράστης που μεριμνά για την εξασφάλισή του έναντι του ενδεχομένου να υποστεί τα αποτελέσματα της επικίνδυνης συμπεριφοράς του, χωρίς να πράττει το ίδιο για τη διαφύλαξη των αλλότριων εννόμων αγαθών, δύσκολα μπορεί να αποδείξει ότι πίστεψε στη διατήρηση των τελευταίων [179].

Ομοίως, σημαντική ένδειξη για την ύπαρξη ενδεχόμενου δόλου αποτελεί η εμμονή του δράστη στην κινδυνώδη ενέργεια παρά το γεγονός ότι στο παρελθόν είχε επιφέρει το ίδιο εγκληματικό αποτέλεσμα[180]. Σε μία τέτοια περίπτωση φαίνεται εύλογη η κρίση ότι ο δράστης πράττοντας εν ανάγκη, μη μπορώντας δηλαδή να πραγματώσει με άλλον τρόπο το σκοπό του, προτίμησε να προχωρήσει στην τέλεση της επικίνδυνης συμπεριφοράς, καίτοι είχε πλήρη επίγνωση των συνεπειών της, με τις οποίες και συμβιβάστηκε προκειμένου να μην απόσχει από τον επιδιωκόμενο στόχο[181].

Μερικά παραδείγματα δια των οποίων αναδεικνύεται η λειτουργία των ενδείξεων του ενδεχόμενου δόλου είναι τα εξής: 1) ο καταδικασμένος αμετάκλητα σε ισόβια κάθειρξη , για ανθρωποκτονίες και ληστείες, δραπέτης φυλακών Α, ένας άνθρωπος χωρίς αναστολές και χωρίς σεβασμό απέναντι σε σημαντικότατα έννομα αγαθά των λοιπών μελών της κοινωνίας, στην προσπάθειά του να διαφύγει από μπλόκο της αστυνομίας, παρά το σήμα στάσης, αυξάνει δραματικά την ταχύτητα του οχήματός του με σκοπό να διασπάσει τον έλεγχο, τραυματίζοντας θανάσιμα έναν αστυνομικό, ο οποίος δεν πρόλαβε να μετακινηθεί στην άκρη του οδοστρώματος[182] . Ο υψηλός βαθμός επικινδυνότητας της πράξης σε συνδυασμό με την διακαή επιθυμία του δράστη να μη συλληφθεί εκ νέου, άγουν στο συμπέρασμα ότι ο τελευταίος, αφού διέγνωσε τον κίνδυνο του μοιραίου τραυματισμού κάποιου ή κάποιων εκ των αστυνομικών  συνεπεία της απότομης και απρόβλεπτης αύξησης της ταχύτητας του οχήματός του, προχώρησε σε μια αστραπιαία στάθμιση μεταξύ της διατήρησης της προσωπικής του ελευθερίας και της ζωής των αστυνομικών, αποφασίζοντας να θυσιάσει τη δεύτερη χάριν διάσωσης της πρώτης. 2) Ο πλοιοκτήτης Β αποφασίζει να βυθίσει το παμπάλαιο και άχρηστο πλέον πλοίο του, προκειμένου να εισπράξει την ασφαλιστική αποζημίωση ύψους 300.000 ευρώ. Για την επίτευξη του σκοπού αυτού ζητεί τη βοήθεια των Ζ, Η και Θ, τριών μελών του πληρώματός του, στους οποίους υπόσχεται την καταβολή του 30% της αποζημιώσεως, εφόσον φέρουν εις πέρας την αποστολή τους. Η συμφωνία συνίσταται στην τοποθέτηση εκρηκτικού μηχανισμού στο μηχανοστάσιο του πλοίου, τον οποίο θα θέσουν σε εφαρμογή καταμεσής του πελάγους, αφού βεβαίως απομακρυνθούν από το πλεούμενο με μια σωσίβια λέμβο. Πράγματι, κατά τη διάρκεια της επόμενης διαδρομής το σχέδιο τίθεται σε εφαρμογή, ο μηχανισμός εκρήγνυται προκαλώντας πυρκαγιά και εν συνεχεία βύθιση του πλοίου, συνεπεία της οποίας επήλθε ο θάνατος δύο ατόμων εκ των πέντε που αποτελούσαν το λοιπό πλήρωμα. Η αυξημένη πιθανότητα να προκληθεί η σωματική βλάβη ή ο θάνατος κάποιων εκ των μελών του πληρώματος εξαιτίας της έκρηξης, η επίγνωση εκ μέρους των δραστών του μεγέθους της επικινδυνότητας της πράξης ένεκα της ναυτικής του εμπειρίας, η ιδιοτέλεια του σκοπού της παράνομης συμπεριφοράς, η οποία έγκειται στην είσπραξη του αρκετά υψηλού χρηματικού ποσού της ασφαλιστικής αποζημίωσης, η έλλειψη εναλλακτικού τρόπου απόκτησης του τελευταίου και η τέλεση της πράξης μετά την απομάκρυνση των δραστών από το πλοίο οδηγούν στο συμπέρασμα ότι οι Β, Ζ, Η και Θ προέβλεψαν την πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης α. 299 ΠΚ και αφού την στάθμισαν με ό,τι επεδίωκαν, έκριναν το τελευταίο ως σημαντικότερο, συμβιβαζόμενοι με την επέλευση του εγκληματικού αποτελέσματος. 3) Ο Γ πρώην επαγγελματίας ναυτικός, ιδιοκτήτης ενός παλαιού και κακοσυντηρημένου αλιευτικού σκάφους αποφασίζει να ασχοληθεί με την παράνομη μεταφορά λαθρομεταναστών, με σκοπό την επίτευξη μεγάλου χρηματικού οφέλους. Για το λόγο αυτό έρχεται σε επαφή με τον Δ, ο οποίος διενεργεί κατ’ επάγγελμα τέτοιου είδους μεταφορές και συμφωνεί μαζί του να οργανώσουν τη μεταβίβαση 70 Αφγανών από τα παράλια της Τουρκίας σε κάποιο σημείο της Αττικής. Για την υλοποίηση του σχεδίου τους «προσλαμβάνουν» ως κυβερνήτη του σκάφους του Γ, με το οποίο συμφωνήθηκε να πραγματοποιηθεί η μεταφορά, τον εξαθλιωμένο οικονομικά ψαρά Ε, στον οποίο προσφέρουν αδρή αμοιβή. Η μεταφορά συμφωνείται να λάβει χώρα επόμενο βράδυ, οπότε και συναντιούνται οι Γ, Δ και Ε στο σημείο από το οποίο επρόκειτο να γίνει η αποχώρηση των αλλοδαπών. Για κακή τους τύχη, όμως, οι καιρικές συνθήκες μεταβάλλονται απότομα προς το χειρότερο. Επικρατούν σφοδροί άνεμοι και καταιγίδα καθιστώντας απαγορευτικό τον απόπλου. Οι Γ και Δ παρόλα αυτά, μη θέλοντας να αναβάλλουν τη μεταφορά θέτοντας σε επισφάλεια την είσπραξη της αμοιβής τους, η οποία ανέρχεται στο ποσό των 30.000 ευρώ για τον καθένα και η οποία συμφωνήθηκε να καταβληθεί λίγο πριν την επιβίβαση, αποφασίζουν να μην κάνουν πίσω. Ο Ε, εμφανώς πανικοβλημένος από τις καιρικές συνθήκες, αλλά και από την ιδιαίτερα κακή κατάσταση του σκάφους, για την οποία δεν είχε ενημερωθεί προηγουμένως, δηλώνει ότι υπαναχωρεί. Οι Γ και Δ εξαγριωμένοι του γνωστοποιούν ότι εάν χαλάσει «τη δουλειά», θα φροντίσουν να μην ξαναδεί την 7χρονη κόρη του. Ο Ε, μη έχοντας άλλη επιλογή, υποχωρεί, επιβιβάζεται στο σκάφος, χωρητικότητας μόλις 20 ατόμων, μαζί με τους 70 αλλοδαπούς και ξεκινά το «ταξίδι» τους. Εν μέσω της διαδρομής, λόγω της υπερφόρτωσης του σκάφους, της παλαιότητας και της μη συντηρήσεώς του, ανέκυψε βλάβη, συνεπεία της οποίας επήλθε η βύθισή του, με αποτέλεσμα τον πνιγμό του Ε και 30 εκ των αλλοδαπών. Η υψηλή επικινδυνότητα της μεταφοράς, δεδομένης της κακοκαιρίας, της πλημμελούς συντηρήσεως και της υπερφόρτωσης του μεταφορικού μέσου, η επίγνωση της επικινδυνότητας αυτής, ειδικά από τον Γ, ο οποίος διέθετε πολυετή ναυτική εμπειρία, το κίνητρο του υψηλού οικονομικού οφέλους και η απουσία αυτοδιακινδύνευσης, ενδεικνύουν την πρόβλεψη από τους Γ και Δ του ενδεχομένου να επέλθει το μοιραίο, με το οποίο και συμβιβάστηκαν προκρίνοντας ως σημαντικότερη την είσπραξη του τιμήματος.

Από την άλλη πλευρά, σε επίπεδο αναζήτησης αντικειμενικών δεδομένων που ενδεικνύουν τον αποκλεισμό του ενδεχόμενου δόλου ως προς την επέλευση του αποτελέσματος, ιδιαίτερα σημαντικό κρίνεται το επιχείρημα της «μη νοητής αυτοδιακινδύνευσης» ή «της αμοιβαιότητας του κινδύνου». Στην περίπτωση που ένας δράστης γνωρίζει ότι οι ενδεχόμενες συνέπειες της επικίνδυνης συμπεριφοράς του θα πλήξουν μεν τους άλλους, αλλά πρωτίστως θα προσβάλλουν, στον ίδιο ή σε μεγαλύτερο βαθμό, τα ίσης αξίας με τα αλλότρια έννομα αγαθά του ιδίου ή των προσφιλών του προσώπων, δεν μπορεί να θεμελιωθεί λογικά η ύπαρξη του βουλητικού στοιχείου του ενδεχόμενου δόλου ως προς το αποτέλεσμα [183].  Π.χ. ο βιαστικός οδηγός που παραβιάζει την ένδειξη του ερυθρού σηματοδότη προκαλώντας θανατηφόρο ατύχημα δεν δύναται να εμφορείται από ενδεχόμενο δόλο ανθρωποκτονίας, διότι κάτι τέτοιο θα σήμαινε ταυτόχρονα και κατάφαση «ενδεχόμενου δόλου αυτοκτονίας»[184]. Από ορισμένους συγγραφείς, μάλιστα, υποστηρίζεται η άποψη ότι στις περιπτώσεις αυτές δεν μπορεί να γίνεται λόγος ούτε για ενσυνείδητη αμέλεια, αλλά μόνον για άνευ συνειδήσεως αμέλεια, με το επιχείρημα ότι ο δράστης δε θα διανοείτο να προχωρήσει στην εκτέλεση της επικίνδυνης συμπεριφοράς, αν δεν είχε απωθήσει από τη συνείδησή του την παράσταση του δυσμενούς ενδεχομένου[185] .

Ωστόσο, η λειτουργία του ανωτέρω αμάχητου, για κάποιους, τεκμήριου για τον αποκλεισμό του ενδεχόμενου δόλου αποδυναμώνεται, όταν ο δράστης δεν είναι «ισότιμο εν δυνάμει θύμα» της πράξης του[186]. Τούτο συμβαίνει είτε στις περιπτώσεις που το διακυβευόμενο έννομο αγαθό του δράστη είναι ήσσονος σημασίας, σε σχέση με το/τα αλλότριο/α διακινδυνευόμενα έννομα αγαθά, είτε στις περιπτώσεις κατά τις οποίες η ένταση του κινδύνου εμφανίζεται ως σημαντικά μικρότερη για τον ίδιο απ’ ότι για τους τρίτους. Βέβαια, καθίσταται σαφές ότι πλάι στην αποδοχή, εκ μέρους του τελευταίου, των συνεπειών της, έστω μειωμένης, αυτοδιακινδύνευσής του θα πρέπει να αναζητείται πάντοτε και ένα λογικό κίνητρο, ένας ιδιοτελής σκοπός που να δικαιολογεί την ανάληψη ενός τέτοιου ρίσκου, εκτός εάν συντρέχουν ενδείξεις για την κατάφαση της απομακρυνσμένης, κατά κανόνα, περίπτωσης της παντελούς έλλειψης ενδιαφέροντος για τη διαφύλαξη των προσωπικών του συμφερόντων.

Ένας ακόμη λόγος για τον οποίο δύσκολα θα μπορούσε να ευσταθήσει η παραδοχή ότι ο δράστης αποδέχτηκε το εγκληματικό αποτέλεσμα είναι το γεγονός ότι έχει συνηθίσει να εκτίθεται στον περί ου πρόκειται κίνδυνο και να ανταπεξέρχεται[187]. Για παράδειγμα, ο επαγγελματίας οδηγός νταλίκας Χ επί σειρά ετών συνήθιζε να πραγματοποιεί αρκετά δρομολόγια πριν αντικαταστήσει τα φθαρμένα λάστιχα του οχήματός του, χωρίς να συμβεί τίποτε κακό. Η εν λόγω αντένδειξη του ενδεχόμενου δόλου έχει υπέρ της το επιχείρημα ότι κανείς δεν θα διανοείτο να χαρακτηρίσει τις προηγούμενες περιπτώσεις επικίνδυνης δραστηριότητας ως απόπειρες τέλεσης του οικείου εγκλήματος[188]. Ουδείς π.χ. θα υποστήριζε με πειστικότητα ότι ο πλοίαρχος του οχηματαγωγού, που αρέσκεται να περνάει με ταχύτητα σύρριζα με το πλοίο του από τις βραχονησίδες, θα έπρεπε να κατηγορηθεί για Χ απόπειρες ανθρωποκτονίας, όσα ήταν και τα άτομα που επέβαιναν στο πλοίο τις Χ φορές που το τελευταίο διέσχισε τα νερά σύρριζα στις βραχονησίδες[189] .

Ακόμη, όμως, κι αν δεν είχε λάβει χώρα στο παρελθόν ευτυχής επανάληψη της παράνομης πράξης, η πεποίθηση του δράστη για τη σωτηρία του εννόμου αγαθού θα μπορούσε να εδράζεται στην υπερβολική- επιπόλαιη εμπιστοσύνη που τρέφει στις, αφορώσες στον οικείο τομέα δραστηριότητας, ικανότητές του[190]. Ο νεαρός οδηγός Α ο οποίος, λόγω του ότι συμμετέχει σε αγώνες ράλι, έχει μεγάλη αυτοπεποίθηση σχετικά με τη δυνατότητά του να επιχειρεί σωστούς ελιγμούς και έγκαιρες τροχοπεδήσεις, κινείται με ταχύτητα 120 χλμ/ ώρα σε πυκνοκατοικημένη περιοχή, χωρίς να του περνάει απ’ το μυαλό ότι θα μπορούσε να τραυματίσει θανάσιμα κάποιον πεζό[191].

Ιδιαίτερα στο χώρο των συγκοινωνιών σημαντικό ρόλο για την ορθή εκτίμηση της υπαιτιότητας διαδραματίζει και η ερμηνεία της συμπεριφοράς του δράστη υπό το πρίσμα της αρχής της εμπιστοσύνης[192]. Όπως είναι γνωστό, σε πεδία παράλληλης δράσης περισσότερων προσώπων, όπου υπάρχουν κανόνες και κατανομή αρμοδιοτήτων, το άτομο δεν οφείλει να υπολογίζει τα σφάλματα των άλλων, εκτός εάν υπάρχουν σαφείς ενδείξεις που επιτάσσουν το αντίθετο. Έτσι, για παράδειγμα, αν ο οδηγός Ι.Χ. Α, βλέποντας ένα όχημα να σταματά κανονικά μπροστά σε πινακίδα «stop», εισέλθει στη διασταύρωση κάνοντας χρήση της προτεραιότητάς του, αλλά στη συνέχεια το σταματημένο αρχικά αυτοκίνητο εισέλθει ξαφνικά και αυτό στη διασταύρωση, τότε, ακόμη κι αν αντικειμενικά υπήρχε περιθώριο αποφυγής της σύγκρουσης με ελιγμό του Α, θα πρέπει να ερευνηθεί πρωτίστως, κατά πόσο ο τελευταίος μπορούσε να αντιληφθεί την παράτυπη συμπεριφορά του άλλου οδηγού και σε δεύτερο επίπεδο εάν υπήρξε αποδοχή του κινδύνου ή του αποτελέσματος [193].

Τέλος, αντένδειξη του ενδεχόμενου δόλου αποτελεί τόσο η λήψη προστατευτικών για το κινδυνεύον έννομο αγαθό μέτρων, καθώς η έμπρακτη εκδήλωση της πρόθεσης του δράστη να αποφύγει το αποτέλεσμα επιχειρώντας πράξεις που κατευθύνονται στην παρεμπόδισή του συνηγορεί υπέρ της κατάφασης της ενσυνείδητης αμέλειας [194], όσο και η προσπάθεια του δράστη να εξουδετερώσει ή να ελαχιστοποιήσει τις συνέπειες της πράξης, η οποία επιτρέπει τη συναγωγή του συμπεράσματος ότι ο τελευταίος κατά το χρόνο τέλεσης δεν αποδεχόταν την επέλευσή του αποτελέσματος[195].

Παρά τη βοηθητική λειτουργία που επιτελούν οι ενδείξεις και οι αντενδείξεις του ενδεχόμενου δόλο στη «διαφώτιση» του εσωτερικού κόσμου του δράστη, πρέπει να σημειωθεί ότι η σημασία τους είναι σχετική. Δεν μπορεί δηλαδή να διατυπώσει κανείς γενικευμένες κρίσεις για τη λειτουργία της α’ ή της β’ ένδειξης και τούτο γιατί το τελικό συμπέρασμα για το αν συντρέχει ή όχι αποδοχή του αποτελέσματος εξαρτάται από τη συνεκτίμηση όλων των αντικειμενικών και των υποκειμενικών περιστάσεων τελέσεως του εγκλήματος[196]. Η επίκληση οποιασδήποτε ένδειξης για την κατάφαση ενδεχόμενου δόλου, θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη και την αντίθετη επιχειρηματολογία, απαντώντας σε αυτή λογικά και εμπεριστατωμένα, με αναφορά σε πραγματικά κοινωνικά δεδομένα και όχι σε αφηρημένα μεγέθη[197]. Έτσι, λοιπόν, στην ευκολία με την οποία καταλήγει ενίοτε η νομολογία να καταλογίζει το έγκλημα της ανθρωποκτονίας με ενδεχόμενο δόλο στον οδηγό που λόγω υπερβολικής ταχύτητας προκαλεί θανατηφόρο τροχαίο, με την αιτιολογία ότι ο δράστης προέβλεψε και αποδέχτηκε το αποτέλεσμα, εφόσον και στο πρόσφατο παρελθόν είχε συντελέσει στην πρόκληση παρόμοιου ατυχήματος[198], θα πρέπει να προβληθεί ο αντίλογος ότι αφενός, η αυτοδιακινδύνευση του δράστη και αφετέρου οι δραματικές συνέπειες της επέλευσης του αποτελέσματος, όπως η οικονομική του κατάρρευση (δικαστικά έξοδα, καταβολή αποζημιώσεων στους συγγενείς του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης) και η ηθική του απαξίωση, αποτελούν μεγέθη που ωθούν στην κατάφαση ενσυνείδητης αμέλειας[199].

 

Δ. Η ΑΔΙΑΦΟΡΙΑ ΩΣ ΜΟΡΦΗ ΥΠΑΙΤΙΟΤΗΤΑΣ.

 

Η αυξημένη απαξία της ψυχρής αδιαφορίας ως προς την επέλευση του αποτελέσματος σε σχέση με την πίστη ή την ελπίδα της αποφυγής του και οι δογματικές δυσχέρειες στις οποίες προσέκρουσε η προσπάθεια ένταξής της στο πεδίο του ενδεχόμενου δόλου οδήγησαν στην αναβίωση μιας τάσης που πρωτοεμφανίστηκε τον προηγούμενο αιώνα και σύμφωνα με την οποία  καθίσταται επιτακτική η ανάγκη πρόβλεψης στον ελληνικό ποινικό κώδικα μιας τρίτης μορφής υπαιτιότητας, ώστε να αντιμετωπίζονται με τη δέουσα αυστηρότητα, προς ικανοποίηση του κοινού περί δικαίου αισθήματος, πολύκροτες υποθέσεις εγκλημάτων κατά της ζωής και κυρίως πολύνεκρων ατυχημάτων στο χώρο της οδικής και θαλάσσιας συγκοινωνίας. Πριν προχωρήσουμε όμως στην παράθεση αυτής της πρότασης, σκόπιμη θα ήταν μια σύντομη αναφορά στην έννοια της recklessness του αγγλοσαξονικού δικαίου, με την οποία είναι στενά συνδεδεμένη η ιδέα περί τριχοτόμησης της υπαιτιότητας.

 

Ι.  Η recklessness ως μορφή υπαιτιότητας στο αγγλοσαξονικό δίκαιο.

 

Η έννοια της recklessness απαντάται σε διάφορους κλάδους του αγγλοσαξονικού δικαίου και κατά καιρούς έχει λάβει διαφορετικό περιεχόμενο. Στο επίπεδο του Ποινικού δικαίου αποτελεί μια από τις πιο δυσερμήνευτες έννοιες, ενώ διαρκής υπήρξε η διαμάχη σχετικά με την επικράτηση ενός αντικειμενικού ή ενός υποκειμενικού κριτηρίου για την οριοθέτησή της.

 

α. H έννοια της recklessness στο αγγλικό ποινικό δίκαιο.

 

1) Η υποκειμενική θεώρηση.

 

Η υποκειμενική θεώρηση της recklessness αναπτύχθηκε για πρώτη φορά στην υπόθεση  Cunningham (1957, 2 QB 396), επικράτησε μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του ’70, οπότε και αντικαταστάθηκε από την αντικειμενική θεώρηση, και αναβίωσε στις αρχές τις περασμένης δεκαετίας. Σύμφωνα με αυτή, ο δράστης ενεργεί recklessly, όταν αντιλαμβάνεται την πιθανότητα πρόκλησης των συνεπειών που δημιουργούνται από τη συμπεριφορά του και παρόλα αυτά προχωρά στην επίμαχη πράξη, αναλαμβάνοντας ένα παράλογο- αδικαιολόγητο ρίσκο [200]. Τρεις είναι λοιπόν η προϋποθέσεις για την κατάφαση της recklessness: α) γνώση της ύπαρξης κινδύνου κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης β) γνώση ότι υπάρχει οποιοσδήποτε βαθμός κινδύνου γ) αδικαιολόγητη- παράλογη ανάληψή του[201]. Ο ορισμός της recklessness με βάση το εν λόγω κριτήριο θυμίζει έντονα τον ενδεχόμενο δόλο, όπως γίνεται δεκτός από τη θεωρία της πρόκρισης του υπέρτερου συμφέροντος.

 

 

2) Η  αντικειμενική θεώρηση.

 

Η αδυναμία της υποκειμενικής θεώρησης να αντιμετωπίσει περιπτώσεις κατά τις οποίες ο δράστης ενεργεί αυθόρμητα, χωρίς να σκεφτεί τις συνέπειες της πράξης του, οδήγησε στην υιοθέτηση αντικειμενικών κριτηρίων για την οριοθέτηση  της recklessness. Έτσι λοιπόν, στην υπόθεση Cadwell (1982, AC 341), ο οίκος των Λόρδων πρότεινε μια διαφορετική έννοια της αδιαφορίας, η οποία δεν απαιτούσε την ύπαρξη γνώσης· ο δράστης ενεργεί recklessly α) όταν αντιλαμβάνεται το ενδεχόμενο ύπαρξης ενός προφανούς κινδύνου και παρά ταύτα συνεχίζει την πράξη του, και β) όταν δημιουργεί με τη πράξη του έναν προφανή κίνδυνο, χωρίς καν να έχει σκεφτεί την πιθανότητα ύπαρξής του[202]. Στη δεύτερη περίπτωση η recklessness συνίσταται στην αποτυχία του δράστη, η οποία οφείλεται σε μεγάλο βαθμό αδιαφορίας ως προς την τύχη των εννόμων αγαθών, να αντιληφθεί το ορατό ενδεχόμενο να επέλθει το εγκληματικό αποτέλεσμα[203]. Η β’ αυτή εκδοχή της αδιαφορίας οδήγησε σε σύγχυση των ορίων διάκρισής την από την αμέλεια και το λόγο αυτό σταδιακά εγκαταλείφθηκε και η νομολογία επέστρεψε στην υποκειμενική θεώρηση της recklessness.

 

 

 

 

 

 

 

 

β. Η έννοια της recklessness στο ποινικό δίκαιο των Η.Π.Α.

 

Ο Model Penal Code των Η.Π.Α.[204] ορίζει την έννοια της recklessness ως εξής: «ο δράστης ενεργεί recklessly ως προς ένα στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος, όταν έχει επίγνωση και παραβλέπει συνειδητά έναν σημαντικό και αδικαιολόγητο κίνδυνο που αφορά στο γεγονός ότι συντρέχει το εν λόγω στοιχείο ή ότι θα προκύψει από τη συμπεριφορά του. Ο κίνδυνος πρέπει να είναι τέτοιας υφής και τέτοιου βαθμού, ώστε, λαμβανομένων υπόψη της φύσεως και του σκοπού της συμπεριφοράς του δράστη, καθώς και των περιστάσεων που είναι γνωστές σε αυτόν, η παράβλεψή του να συνιστά βαριά απόκλιση από την τυποποιημένη συμπεριφορά που θα επιδείκνυε ένα νομιμόφρων πρόσωπο ευρισκόμενο στη θέση του δράστη»[205]. Για την κατάφαση λοιπόν της recklessness απαιτείται σε αντικειμενικό επίπεδο η βαριά παραβίαση ενός καθήκοντος επιμελείας και σε υποκειμενικό επίπεδο η περιφρόνηση ενός ουσιώδους και αδικαιολόγητου κινδύνου. Όσο πιο παράλογο και αδικαιολόγητο είναι το ρίσκο που αναλαμβάνει ο δράστης, τόσο μεγαλύτερη ένδειξη αποτελεί για την κατάφαση της αδιαφορίας του[206].

 

 

II. Η πρόταση για εισαγωγή της αδιαφορίας ως τρίτης μορφής υπαιτιότητας στο ελληνικό ποινικό δίκαιο.

 

Η ιδέα της τριχοτόμησης της υπαιτιότητας είναι γνωστή εδώ και δεκαετίες στο νομικό κόσμο, δεδομένου ότι παλαιότερα είχε βρεί απήχηση στη γερμανική επιστήμη[207]. Παρόλα αυτά στον χώρο του ελληνικού ποινικού δικαίου προτάθηκε για πρώτη φορά το 2003 στα πλαίσια ημερίδας που οργανώθηκε από τους Τομείς Ποινικών και Εγκληματολογικών Επιστημών των Νομικών Σχολών των Πανεπιστημίων της Αθήνας και της Θράκης. Εν συνεχεία, ο Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών και η Ένωση Εισαγγελέων εισηγήθηκαν στο Υπουργείο Δικαιοσύνης την τροποποίηση του ποινικού κώδικα, δυνάμει της οποίας θα αναγνωριζόταν η «περιφρονητική αδιαφορία» για τη ζωή και τη σωματική ακεραιότητα άλλων ως ενδιάμεση μορφή υπαιτιότητας, μεταξύ του δόλου και της αμέλειας.

Θερμοί υποστηρικτές αυτής της θέσης υπήρξαν οι Καθηγητές Παπαγεωργίου- Γονατάς[208] και Μαγκάκης[209]. Η άποψή τους εκκινεί από τη σκέψη ότι εξαιτίας των νέων εξελιγμένων μορφών λειτουργίας της κοινωνικής μας ζωής, όπως διαμορφώθηκε βαθμιαία κατά τη διαδρομή του 20ου αιώνα, με τις επαναστατικές κατακτήσεις της επιστήμης και της τεχνολογίας, άλλαξαν οι ευθύνες του ανθρώπου ως μέλους μιας σύγχρονης κοινωνίας, έτσι ώστε από τον κάθε κοινωνό να απαιτείται όχι μόνον να μη θέτει σε κίνδυνο τα έννομα αγαθά τρίτων, αλλά επιπροσθέτως να μεριμνά με περίσκεψη και ευσυνειδησία για την ουσιαστική προστασία των συνανθρώπων του, των οποίων η δραστηριότητα διασταυρώνεται με τη δική του, ιδίως όταν η προστασία αυτή αναφέρεται στην εξουδετέρωση κινδύνων για τη ζωή και τη σωματική του ακεραιότητα. Σήμερα, κατά τη δραστηριότητά μας σε ορισμένους επικίνδυνους  τομείς της ζωής μας, όπως η οδική κυκλοφορία και η ναυσιπλοΐα, είμαστε αλληλέγγυοι και συνυπεύθυνοι, κοινωνικά και ηθικά «συνέταιροι» για την αμοιβαία ασφάλεια και αλληλοεξυπηρέτηση. [210] Υφίσταται με άλλα λόγια ένα είδος ιδιαίτερης νομικής υποχρέωσης για όλους όσους αναπτύσσουν μια επικίνδυνη δραστηριότητα, κυρίως στο πλαίσιο της οδικής, θαλάσσιας και εναέριας συγκοινωνίας, που επιτάσσει τη διαφύλαξη των εννόμων αγαθών της ζωής και της υγείας των τρίτων, η παραβίαση της οποίας όμως δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί ικανοποιητικά με τις υπάρχουσες στο ποινικό μας δίκαιο μορφές υπαιτιότητας. Τούτο καθίσταται σαφές με το ακόλουθο παράδειγμα: o ασυνείδητος οδηγός φορτηγού-νταλίκας , ο οποίος τρέχοντας με ιλιγγιώδη ταχύτητα σε έναν στενό δρόμο με δύο μόνο λωρίδες κυκλοφορίας, όπου στο παρελθόν έχουν συμβεί θανατηφόρα δυστυχήματα, εισέρχεται στο αντίθετο ρεύμα και συγκρούεται με κινούμενο κανονικά ΙΧ, με αποτέλεσμα να σκοτωθούν επί τόπου ο οδηγός και οι συνεπιβάτες του αυτοκινήτου, έχει πλήρη συνείδηση του ανεπίτρεπτου κινδύνου που θέτει με τη συμπεριφορά του τον οποίο και αποδέχεται. Η υποκειμενική αυτή επικάλυψη της κινδυνώδους κατάστασης όμως δεν επαρκεί για να θεμελιώσει την κατάφαση ενδεχόμενου δόλου, η οποία προϋποθέτει και αποδοχή της βλάβης. Ο οδηγός δεν αποδέχεται την επέλευση της βλάβης· απλά γνωρίζοντας ότι ο ίδιος με τον όγκο που διαθέτει το φορτηγό του δεν κινδυνεύει από μια ενδεχόμενη σύγκρουση με άλλο όχημα, συνεχίζει την επικίνδυνη συμπεριφορά του επιδεικνύοντας μέγιστη αδιαφορία για τη ζωή και τη σωματική ακεραιότητα των άλλων[211]. Δυνατή είναι η τιμώρησή του μόνον για ενσυνείδητη αμέλεια, δεδομένης της αρχής in dubio pro reo. Σε τόσο τραγικές περιπτώσεις όμως, η απόδοση ευθυνών για τέλεση αξιόποινων πράξεων με ενσυνείδητη αμέλεια, δεν ευσταθεί ως ιδιαίτερα επιεικής. Για το λόγο αυτό και προς κάλυψη του κενού τιμωρίας που εμφανίζει ο ποινικός μας κώδικας, προτείνεται η πρόβλεψη της προκλητικής αδιαφορίας ως αυτοτελούς μορφής υπαιτιότητας.

Προϋποθέσεις κατάφασης αυτής της ενδιάμεσης μορφής υπαιτιότητας είναι α) η γνώση και αποδοχή εκ μέρους του δράστη της κατάστασης κινδύνου που θέτει με τη συμπεριφορά του για το έννομο αγαθό, και β) η συνδρομή μιας ψυχικής- συναισθηματικής στάσης που συνίσταται στην παντελή αδιαφορία για την τύχη αυτού του εννόμου αγαθού[212]. Πέραν όμως των υποκειμενικών αυτών στοιχείων, η αδιαφορία έχει και αντικειμενικό υπόστρωμα, το οποίο έγκειται στη διάπραξη ενός σφάλματος, μιας πλημμέλειας κατά την ανάληψη της περί ης πρόκειται δραστηριότητάς, που υπερακοντίζει το εξωτερικό σφάλμα της απλής αμέλειας, αποτελώντας μια σπουδαία, μέγιστη, ουσιώδη απόκλιση από τη συμπεριφορά που θα επιδείκνυε υπό τις αυτές συνθήκες ο μέσος λογικός και κοινωνικός άνθρωπος.  Πρόκειται για εξωτερική αμέλεια που βρίσκεται στον υπερθετικό βαθμό, για αμέλεια «εις το τετράγωνο»[213]. Αν θέλαμε να σκεφτούμε αποτυπωμένη αυτή τη μορφή  υπαιτιότητας στο έγκλημα της ανθρωποκτονίας, θα λέγαμε ότι η ειδική υπόσταση του εγκλήματος θα είχε μάλλον την εξής μορφή: «όποιος επιφέρει από περιφρονητική αδιαφορία το θάνατο άλλου τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δεκαπέντε ετών». Άγραφο στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασης θα αποτελούσε ένα εξωτερικό σφάλμα  αυξημένης βαρύτητας,  που θα συνδεόταν αιτιωδώς με το αποτέλεσμα.

Η πρόταση για δημιουργία μιας ενδιάμεσης μορφής υπαιτιότητας δε φαίνεται να εμφανίζει ιδιαίτερες δογματικές δυσχέρειες. Παρόλα αυτά, η υιοθέτησή της αποκρούεται από την πλειονότητα των θεωρητικών, καθώς υπολογίζεται ότι θα δημιουργήσει περισσότερα προβλήματα από όσο θα λύσει. Ο Ν. Χωραφάς είχε χαρακτηρίσει ήδη 90 χρόνια πριν την ιδέα ως άστοχη και καχεκτική, με μία αιτιολογία, η οποία διατηρεί καθ’ όλα το κύρος της μέχρι σήμερα και σύμφωνα με την οποία «η τριχοτόμησις της υποκειμενικής υπαιτιότητας είναι από πρακτικής απόψεως ατυχής, καθόσον δι’ αυτης όχι μόνο δεν αίρονται, ως θέλουσι να παραστήσωσιν οι οπαδοί της, αι φυσικαί δυσχέρειαι εν τη διαχαράξει των μεταξύ των δύο μορφών της υποκειμενικής υπαιτιότητος, του δόλου και της αμέλειας, ορίων, άλλ’ όλως τουναντίον πολλαπλασιάζονται, αφ΄ου γενομένης δεκτής της υπό των συγγραφέων τούτων προτεινομένης τριχοτομήσεως θα έχωμεν να διαχαράξωμεν τα όρια ουχί πλέον μεταξύ δύο εννοιών, δύο ειδών της υποκειμενικής υπαιτιότητας, ως σήμερον, αλλά τριών, πράγμα το οποίον προφανώς αποτελεί ουχί άρσιν, αλλά διπλασιασμό των εν τη πράξει εμφανιζόμενων δυσχερειών»[214].

Περαιτέρω, η δημιουργία τρίτης μορφής υπαιτιότητας, παρά την ευκολία που παρέχει στην επίλυση αποδεικτικών δυσχερειών, στην ουσία δε θα είναι τίποτε άλλο από μια τυπική- φορμαλιστική σύλληψη, η οποία τελικά θα υποβαθμίσει το βουλητικό στοιχείο ως κριτήριο διάκρισης της υποκειμενικής υπαιτιότητας. Διότι στο μέτρο που για την κατάφαση της ενδιάμεσης αυτής βαθμίδας θα απαιτείται η πλήρωση και στοιχειοθέτηση μόνον της γνώσης του ενδεχομένου επέλευσης του αποτελέσματος, καθίσταται εναργής ο κίνδυνος της επιλογής της, άνευ ουσιαστικής διερεύνησης της ψυχικής στάσης του δράστη απέναντι στο αξιόποινο αποτέλεσμα, ειδικά σε περιπτώσεις κατά τις οποίες τα πραγματικά περιστατικά ενδεικνύουν δυσκολία διαπιστώσεως αυτής[215].         

Τέλος, η αποδοχή της υπό κρίση πρότασης θα σήμαινε μια ριζική αναδιάρθρωση όλου του ειδικού μέρους του Ποινικού Κώδικα με αλλαγές στις υποκειμενικές υποστάσεις όλων των εγκλημάτων και με την πρόβλεψη νέας διαβάθμισης των απειλουμένων πλαισίων ποινής, έτσι ώστε να μπορεί η νέα βαθμίδα να ενταχθεί λειτουργικά στο σύστημά μας[216]. Δεν πρέπει να παραβλέπεται, άλλωστε, ότι αυτή η επίπονη αλλαγή καθίσταται περιττή, στο βαθμό που το ποινικό μας οπλοστάσιο είναι επαρκώς εξοπλισμένο για να αντιμετωπίσει με τη δέουσα αυστηρότητα περιπτώσεις εγκλημάτων που πλήττουν τα έννομα αγαθά της ζωής και της σωματικής ακεραιότητας, λαμβάνουν χώρα σε επικίνδυνους τομείς της κοινωνικής ζωής, όπως η οδική και θαλάσσια συγκοινωνία, και οφείλονται στην επίδειξη επίμεμπτης αδιαφορίας των δραστών ως προς τις συνέπειες τις συμπεριφοράς τους. Πρόκειται για τις διατάξεις των α. 277, 278, 290, 291 και 306 ΠΚ, για τις οποίες θα γίνει εκτενής λόγος παρακάτω.

 

 

 

ΙΙΙ. Η πρόταση για εισαγωγή της αδιαφορίας ως διακεκριμένη μορφή αμέλειας.

 

Την ανάγκη αναγνώρισης μιας διακεκριμένης μορφής αμέλειας, της «βαρειάς» αμέλειας, δυνάμει της οποίας θα καταστεί δυνατή η τιμώρηση των εγκλημάτων της ανθρωποκτονίας και  της σωματικής βλάβης σε βαθμό κακουργήματος, όταν το παράνομο αποτέλεσμα οφείλεται σε βαριά παραβίαση ενός καθήκοντος επιμελείας που προσεγγίζει τα όρια του ενδεχόμενου δόλου, τόνισε ο Μυλωνόπουλος, ήδη από τις αρχές της περασμένης δεκαετίας[217]. Διότι, σύμφωνα με τον συγγραφέα, εκείνος που με «βαρειά» αμέλεια προκαλεί την εφ’ όρου ζωής παράλυση του παθόντος, εισερχόμενος με το αυτοκίνητό του στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, παραβιάζοντας εν γνώσει του τον ερυθρό σηματοδότη, θέτει σαφώς βαρύτερο άδικο από εκείνον που από πρόσκαιρη απροσεξία προκαλεί το ίδιο αποτέλεσμα[218].

«Βαρειά» αμέλεια συντρέχει όταν ο δράστης επιφέρει το εγκληματικό αποτέλεσμα, εξαιτίας μιας σοβαρής παραβίασης της επιμέλειας που μπορούσε και όφειλε να επιδείξει βάσει των ιδιαίτερων περιστάσεων και των ατομικών του ικανοτήτων[219]. Βαρειά μπορεί να είναι τόσο η ενσυνείδητη αμέλεια, όταν ο δράστης έχει συνείδηση του κινδύνου που προκαλεί, αλλά παραλείπει να συνδεθεί ψυχικά με αυτόν, όσο και η ασυνείδητη αμέλεια, όταν ο δράστης δεν διέγνωσε τον κίνδυνο πραγμάτωσης της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος, καίτοι είχε προφανείς λόγους να το πράξει[220]. Πρόκειται για μια ουσιωδώς επαυξημένη αμέλεια, χαρακτηριζόμενη από ιδιαιτέρως επικίνδυνη συμπεριφορά, που όταν συντρέχει επιφέρει επιβάρυνση όχι μόνον της υπαιτιότητας, αλλά και του αδίκου και επιτρέπει το συμπέρασμα ότι ο δράστης εμφορείται από ασύγγνωστη «επιπόλαιη αδιαφορία» για την τύχη του εννόμου αγαθού[221].

Οι αδυναμίες αυτής της πρότασης συνοψίζονται στα εξής σημεία: το περιεχόμενο της έννοιας της «βαρειάς» αμέλειας δεν είναι σαφές, καθώς δεν ορίζεται με επάρκεια και ακρίβεια το στοιχείο εκείνο που αποτελεί τη διαχωριστική γραμμή διάκρισής της από την «απλή» αμέλεια ∙ πότε μια παράβαση ενός καθήκοντος επιμελείας είναι ιδιαίτερα σοβαρή και πότε όχι παραμένει αδιευκρίνιστο[222]. Περαιτέρω, παροράται ότι οι περιπτώσεις που καλείται να καλύψει η λειτουργία της βαρειάς ενσυνείδητης αμέλειας μπορούν να αντιμετωπιστούν ικανοποιητικά από τη θέση σε εφαρμογή των εκ του αποτελέσματος διακρινόμενων εγκλημάτων[223]. Σε κάθε περίπτωση, η εισχώρηση της αμέλειας στον κυρωτικό χώρο των κακουργημάτων ανατρέπει την αξιολογική αναλογία μεταξύ της βαρύτητας από πλευράς ποινικής απαξίας της συμπεριφοράς που εμφορείται από συνειδητή και εχθρική στάση προς το έννομο αγαθό και της συμπεριφοράς που έχει ως υπόβαθρο απλώς μια (έστω βαρειά) έλλειψη προσοχής[224].

 

 

 

 

 

Ε. ΟΙ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΕΙΣ ΤΩΝ Α. 94 παρ. 2 ΠΚ ΚΑΙ  282 ΚΠΔ

 

Η νομολογία και ένα μέρος της θεωρίας για πολλά χρόνια ήταν προσανατολισμένες στα εγκλήματα βλάβης για την αντιμετώπιση παραβάσεων στο χώρο της οδικής και θαλάσσιας συγκοινωνίας που είχαν ως αποτέλεσμα το θάνατο ή την πρόκληση σωματικών βλαβών. Μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1990 η τάση που επικρατούσε ήταν η καταδίκη για τα εγκλήματα της ανθρωποκτονίας και της σωματικής βλάβης από αμέλεια. Από το 2000 και μετά, λόγω της αύξησης των θανατηφόρων τροχαίων δυστυχημάτων και μιας σειράς πολύνεκρων ναυαγίων που έλαβαν χώρα, η νομολογία, αναζητώντας διεξόδους για τη βαρύτερη τιμώρηση των δραστών, την αποφυγή του κινδύνου παραγραφής και τη δυνατότητα επιβολής προσωρινής κράτησης, διολίσθησε σε δογματικές παρεκτροπές διευρύνοντας τη έννοια του ενδεχόμενου δόλου, ώστε να καθίσταται δυνατή η δίωξη και η καταδίκη για τα εγκλήματα της ανθρωποκτονίας και της σωματικής βλάβης εκ προθέσεως.

Η στάση αυτή της νομολογίας κατακρίθηκε έντονα από τη θεωρία και ύστερα από πολλές αμφιταλαντεύσεις ο ΑΠ και τα δικαστήρια της ουσίας επέστρεψαν στην γνωστή διάκριση του ενδεχόμενου δόλου από την ενσυνείδητη αμέλεια, οπότε επανήλθε στο προσκήνιο το πρόβλημα της επιεικούς μεταχείρισης των δραστών. Ο νομοθέτης σε μία βεβιασμένη προσπάθεια να βρει ικανοποιητική λύση του ζητήματος προχώρησε σε τροποποίηση των α. 94 παρ. 2 ΠΚ και 282 παρ. 3 ΚΠΔ.

 

Ι. Η μεταρρύθμιση του α. 94 ΠΚ.

 

Δυνάμει του α. 23 του ν. 3346/2005 προστέθηκε στην παρ. 2 του α. 94 ΠΚ το εδ. β’, έτσι ώστε η σημερινή μορφή της διάταξης να έχει ως εξής «Αν τα εγκλήματα που συρρέουν πραγματώθηκαν με μία πράξη, το δικαστήριο επαυξάνει ελεύθερα τη βαρύτερη από τις συντρέχουσες ποινές, αλλά όχι πέρα από το ανώτατο όριο του είδους της ποινής. Στην περίπτωση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια κατά συρροή, το δικαστήριο σε εξαιρετικές περιπτώσεις δύναται να επιβάλλει συνολική ποινή, σύμφωνα με την παράγραφο 1». Κατ’ απόκλιση λοιπόν των κανόνων που ισχύουν για την επιμέτρηση της ποινής στις περιπτώσεις της κατ’ ιδέαν συρροής, για το έγκλημα της ανθρωποκτονίας εξ’ αμελείας προβλέπεται δυνατότητα επιβολής ποινής σύμφωνα με τους κανόνες επιμέτρησης της πραγματικής συρροής, δηλαδή φυλάκιση έως 10 έτη.

Η νομοθετική αυτή επιλογή εύλογα στηλιτεύτηκε από τη θεωρία, καθώς υποβαθμίζει την σοβαρή αξιολογική διαφορά που υφίσταται ανάμεσα στην πραγματική και στην κατ’ ιδεάν συρροή[225]. Διότι ο δράστης που τελεί περισσότερα εγκλήματα με διαφορετικές πράξεις αποδεικνύει εμμονή στην αξιόποινη συμπεριφορά και επομένως βαρύνεται με επαυξημένη ενοχή σε σχέση με το δράστη που επιφέρει το ίδιο αποτέλεσμα με μία μόνο πράξη[226]. Όπως εύστοχα σημειώνει ο Ανδρουλάκης[227] «τέλεσις των εγκλημάτων διά διαφόρων πράξεων σημαίνει ότι ο δράστης, μετά τέλεσιν του ενός, είχε τουλάχιστον την δυνατότητα να αναλογισθή δια μίαν ακόμη φοράν, αν έπρεπεν ή όχι να τελέση και το άλλο και παρ’ όλο τούτο δεν το απέφυγε. Η έλλειψις της δυνατότητος ταύτης τουναντίον, σημαίνει ότι η πραγματούσα βούλησίς του κοινητοποιείται μίαν και μόνην φοράν κατά της εννόμου τάξεως». Δικαιολογημένα καταλογίζει στην υπό κρίση ρύθμιση ο Χαραλαμπάκης[228] τη μομφή ότι καταλήγει να διαφοροποιεί τη ποινική μεταχείριση του δράστη, ανάλογα με τυχαία περιστατικά που ανάγονται εκτός του πεδίου της γνώσης και της βούλησής του. Λ.χ. ο οδηγός που συγκρούεται από αμέλεια με αντίθετα διερχόμενο αυτοκίνητο προκαλώντας το θάνατο ενός ανθρώπου τιμωρείται με φυλάκιση κατ’ ανώτατο όριο πέντε ετών. Εάν, αντίθετα τύχαινε από την ίδια ενέργεια να έχουμε περισσότερα θύματα, ο δράστης θα μπορούσε να τιμωρηθεί με ποινή που αγγίζει τα δέκα έτη. Η ποινική αυτή εξίσωση του δράστη που επέδειξε μια και μοναδική φορά αμέλεια ως προς το έννομο αγαθό με το δράστη που επέδειξε κατ’ επανάληψη αμελή συμπεριφορά με εγκληματικό αποτέλεσμα είναι οπωσδήποτε άδικη.

Μία ακόμη αστοχία της υπό κρίση ρύθμισης έγκειται στο ότι καλύπτει μόνον τις ανθρωποκτονίες από αμέλεια και όχι βαρύτερα πλημμελήματα τελούμενα με δόλο ή αμέλεια ή κακουργήματα, με αποτέλεσμα να δημιουργεί ρήγμα στη συνταγματική αρχή της αναλογίας (α.25 Σ). Λ.χ. ο δράστης που με μία συμπεριφορά κατέπεισε 5 ανθρώπους να αυτοκτονήσουν ομαδικά  (α. 301 ΠΚ) θα τιμωρηθεί με την ποινή φυλάκισης έως πέντε έτη, ή ο δράστης που με μία πράξη τέλεσε δέκα σκοπούμενες βαριές σωματικές βλάβες (α. 310 παρ.3 ΠΚ) θα τιμωρηθεί με κάθειρξη το πολύ δέκα ετών[229].

Περαιτέρω, η ratio της διάταξης, που έγκειται στην αντιμετώπιση πολύνεκρων ατυχημάτων με μεγάλο αντίκτυπο στην κοινή γνώμη, υποδεικνύει στο δικαστή το πεδίο εφαρμογής της και αποσαφηνίζει το περιεχόμενο της φράσης «σε εξαιρετικές περιπτώσεις». Η βαρύτερη όμως τιμώρηση ενός εγκλήματος που βασίζεσαι σε ένα εξωνομικό κριτήριο, την ικανοποίηση του κοινού περί δικαίου αισθήματος, αλλοιώνει το χαρακτήρα της ποινής, προσδίδοντάς της αμιγώς ανταποδοτικό χαρακτήρα και προσβάλλει κατάφορα τον πυρήνα της ανθρώπινης αξιοπρέπειας μετατρέποντας τον κατηγορούμενο σε αντικείμενο εξυπηρέτησης γενικών σκοπιμοτήτων, κατά παράβαση της, έχουσας συνταγματική περιωπή, αρχής της ενοχής.

Παρ’ όλα αυτά, δεν πρέπει να παροράται, όπως ορθά επισημαίνει η Καστανίδου[230], ότι όσο εσφαλμένη κρίνεται η εξομοίωση της πραγματικής με την κατ’ ιδέαν συρροή, τόσο λανθασμένη είναι και η ταύτιση της τέλεσης ενός εγκλήματος με την τέλεση περισσοτέρων, στην οποία οδηγεί η διάταξη του α. 94 παρ. 2 ΠΚ, όταν το ανώτατο προβλεπόμενο όριο ποινής για ένα και μοναδικό πλημμέλημα είναι ούτως ή άλλως τα 5 έτη. Συνεπώς, το ποινικό μας οπλοστάσιο υπήρξε ανεπαρκές στο ζήτημα της επιμέτρησης της ποινής στις περιπτώσεις αληθινής συρροής εγκλημάτων, τόσο πριν την τροποποίηση του α. 94 όσο και μετά από αυτήν.

Δυστυχώς, το έλλειμμα αυτό δε αναμένεται να καλυφθεί, αλλά αντιθέτως να ενταθεί με την πλήρη καταβαράθρωση της αξιολογικής διαφοράς μεταξύ της πραγματικής και κατ’ ιδέαν συρροής, μετά την τροποποίηση που αναμένεται να πραγματοποιηθεί στον Ποινικό μας Κώδικα, δεδομένου ότι στη διάταξη του α. 70 παρ. 1 του Νέου Σχεδίου, η οποία πρόκειται να αντικαταστήσει το ισχύον α. 94, ορίζεται ότι «κατά του υπαιτίου δύο ή περισσότερων εγκλημάτων που τιμωρούνται με πρόσκαιρες στερητικές της ελευθερίας ποινές, επιβάλλεται, μετά την επιμέτρησή τους, συνολική ποινή, η οποία αποτελείται από τη βαρύτερη από τις συντρέχουσες ποινές επαυξημένη. Αν οι συντρέχουσες ποινές είναι του ίδιου είδους και ίσης διάρκειας, η συνολική ποινή σχηματίζεται με την επαύξηση μιας από αυτές. Η επαύξηση της βαρύτερης ποινής για κάθε μία από τις συντρέχουσες ποινές δεν μπορεί να είναι μεγαλύτερη από το ένα δεύτερο κάθε συντρέχουσας ποινής, ούτε μπορεί η συνολική ποινή να ξεπεράσει τα είκοσι πέντε έτη, όταν η ποινή βάση είναι
κάθειρξη μεγαλύτερη από πέντε έτη, και τα δέκα έτη όταν πρόκειται για φυλάκιση ως πέντε έτη. Η τέλεση των εγκλημάτων με μία πράξη λαμβάνεται υπόψη ως στοιχείο που λειτουργεί υπέρ του υπαιτίου»[231].

Ορθότερη θα φαινόταν η διατήρηση της διάκρισης των δυο ειδών συρροής κατά την επιμέτρηση της ποινής, αλλά με διαφορετικούς όρους από τους σημερινούς. Ειδικότερα, στην περίπτωση κατ’ ιδέαν συρροής, θα μπορούσε να επιβάλλεται ποινή φυλάκισης έως 7 ετών, έτσι ώστε και η αξιολογική διαφορά μεταξύ πραγματικής και κατ’ ιδέαν συρροής να γίνεται σεβαστή και η αδικία της ίσης μεταχείρισης του δράστη που τέλεσε ένα έγκλημα με εκείνον που τέλεσε περισσότερα εγκλήματα να αποφευχθεί.

 

ΙΙ. Η μεταρρύθμιση του α. 282 ΠΚ

 

Με το α. 11 του ν. 3346/2005 προστέθηκε στην παρ. 3 του άρθρου 282 ΚΠΔ, νέο εδάφιο σύμφωνα με το οποίο: «Υπό τις ίδιες προϋποθέσεις και σε εξαιρετικές περιπτώσεις μπορεί να επιβληθεί προσωρινή κράτηση και για το πλημμέλημα της ανθρωποκτονίας από αμέλεια κατά συρροή. Στην περίπτωση αυτή, το ανώτατο όριο της προσωρινής κράτησης είναι διάρκειας έως έξι μηνών, που μπορεί να παραταθεί για  άλλους τρεις μήνες». Εν συνεχεία η διάταξη αυτή αντικαταστάθηκε από την παρ. 1 του α. 24 του ν. 3811/2009 ως εξής: «Σε εντελώς εξαιρετικές περιπτώσεις και εφόσον αιτιολογημένα κρίνεται ότι δεν επαρκούν οι περιοριστικοί όροι, μπορεί να επιβληθεί προσωρινή κράτηση και για το πλημμέλημα της ανθρωποκτονίας από αμέλεια κατά συρροή, αν προκύπτει σκοπός φυγής του κατηγορουμένου, με βάση τα κριτήρια που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου. Στην περίπτωση αυτή, το ανώτατο όριο της προσωρινής κράτησης είναι διάρκειας έως έξι μηνών». Μετά δε την πρόσφατη μεταρρύθμιση που επέφερε στο α. 282 το α. 2  του ν. 4205/2013 η ανωτέρω διάταξη μεταφέρθηκε ως είχε στην παρ. 4, ενώ στην περ. γ’ της νέας παραγράφου 3, προβλέπεται πλέον η δυνατότητα επιβολής του νεοσύστατου περιοριστικού όρου του κατ’ οίκον περιορισμού με ηλεκτρονική επιτήρηση, ο οποίος κατά κανόνα επιβάλλεται μόνον όταν ο κατηγορούμενος διώκεται για κακούργημα, και κατ’ εξαίρεση για το πλημμέλημα της ανθρωποκτονίας από αμέλεια κατά συρροή.

Η πρόβλεψη της δυνατότητας επιβολής προσωρινής κράτησης για το πλημμέλημα της ανθρωποκτονίας από αμέλεια κατά συρροή προκάλεσε έντονο προβληματισμό στο νομικό κόσμο, διότι ανέτρεψε το μέχρι τη θέσπισή της εγγυητικό και δογματικό κεκτημένο της επιβολής του μέτρου μόνο για κακουργήματα, που είχε εξασφαλιστεί ύστερα από μακρά και επώδυνη νομοθετικά διαδικασία εξέλιξης[232]. Στην ουσία πρόκειται για μια νομοθετική παλινδρόμηση, η οποία δημιούργησε περισσότερα προβλήματα απ’ όσα επιχείρησε να λύσει.

Ειδικότερα, η πρώτη ένσταση κατά της υπό κρίση ρύθμισης, η οποία ομολογουμένως ήρθε να επιτελέσει συμπληρωματική λειτουργία στην νομοθετική ισοπέδωση της διάκρισης της πραγματικής από την κατ’ ιδέαν συρροή, εδράζεται τόσο στο ίδιο το γράμμα του νόμου όσο και στη ratio του θεσμού. Στην παρ. 4 εδ. γ’ του α. 282 ορίζεται ότι «Μόνο η κατά το νόμο βαρύτητα της πράξης δεν αρκεί για την επιβολή προσωρινής κράτησης». Το ίδιο προκύπτει και από την ίδια τη φύση και τη λειτουργία του μέτρου, όπως αποτυπώνεται στη διάταξη του α. 296 ΚΠΔ[233]. Η προσωρινή κράτηση, που αποτελεί το επαχθέστερο μέτρο δικονομικού καταναγκασμού, στοχεύει αποκλειστικά στην αποτροπή τέλεσης νέων εγκλημάτων και στην εξασφάλιση της μη φυγής του κατηγορουμένου, ώστε να καταστεί εφικτή η εκτέλεση της τυχόν εκδοθησομένης σε βάρος του καταδικαστικής απόφασης. Δεν ενέχει χαρακτήρα προ- ποινής και ως εκ τούτου η επιβολή της δεν υπακούει σε σταθμίσεις γενικής και ειδικής πρόληψης ανάλογες με εκείνες που στηρίζουν την ποινή, ενώ δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται τόσο νομοθετικά όσο και κατά την εφαρμογή της από τους δικαστικούς λειτουργούς ως μέσο «κοινωνικής ανταπόδοσης» ή «κοινωνικού εφησυχασμού»[234]. Έτσι, η κατάγνωσή της δεν αρκείται στη σοβαρότητα της αξιόποινης πράξης, αλλά προϋποθέτει σοβαρές ενδείξεις για την ύπαρξη κινδύνου υποτροπής ή φυγής του κατηγορουμένου. Ωστόσο, κατ’ απολύτως αντιφατικό τρόπο με τα παραπάνω, το κριτήριο που πρυτάνευσε για την εισαγωγή της δυνατότητας επιβολής του μέτρου, πέραν των κακουργημάτων, σε περιπτώσεις τέλεσης του πλημμελήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια κατά συρροή ήταν ακριβώς η ιδιαίτερη απαξία της συμπεριφοράς, όπως σαφώς προκύπτει από την Αιτιολογική Έκθεση του α. 11 του ν. 3346/2005, όπου υπογραμμίζεται ότι «λαμβάνεται πρόνοια για την επιβολή προσωρινής κράτησης ειδικά για το πλημμέλημα της ανθρωποκτονίας από αμέλεια κατά συρροή, ενόψει του ότι η πράξη αυτή ενέχει σε πολλές περιπτώσεις ιδιαίτερη βαρύτητα», αλλά και από την αρχικά προτεινόμενη μορφή της διάταξης, στην οποία υπήρχε πρόσθετη διατύπωση που προέβλεπε ότι η επιβολή του κρίσιμου μέτρου δικονομικού καταναγκασμού πρέπει να τελεί σε συνάρτηση με το αν η προσωρινή κράτηση «κριθεί αναγκαία λόγω της ιδιαίτερης βαρύτητας των αποτελεσμάτων και της υπαιτιότητας του δράστη»[235].

Βέβαια, στο σημείο αυτό θα μπορούσε να διατυπωθεί ο αντίλογος ότι ανεξάρτητα από τα κίνητρα που ώθησαν το νομοθέτη στην υπό συζήτηση μεταρρύθμιση, σημασία έχει ότι για την επιβολή προσωρινής κράτησης δεν αρκεί η επαυξημένη βαρύτητα της πράξης, ούτε ο απόηχός της στην κοινή γνώμη, αλλά αντιθέτως απαιτείται η συνδρομή των προαναφερθέντων προϋποθέσεων, ήτοι του κινδύνου φυγής ή της τέλεσης νέων εγκλημάτων. Σε θεωρητικό επίπεδο το επιχείρημα αυτό είναι ορθό. Παρόλα αυτά, το σοβαρότατο πρόβλημα της έλλειψης αιτιολογίας που διακρίνει σε πολύ μεγάλο βαθμό τόσο τα εντάλματα προσωρινής κράτησης όσο και τις αποφάσεις των δικαστικών συμβουλίων, που αποφαίνονται επί των προσφυγών κατά των ενταλμάτων αυτών[236], ενδεικνύει τον κίνδυνο επιβολής του μέτρου με κριτήριο αποκλειστικά τη βαρύτητα της πράξης και τις διαστάσεις που έλαβε η υπόθεση από τα ΜΜΕ, προσδίδοντας σε αυτό προτιμωρητικό και κατασταλτικό χαρακτήρα, κατά παράβαση του αυξημένης κανονιστικής ισχύος τεκμηρίου αθωότητας που αποτυπώνεται στις διατάξεις των α. 6 παρ. 2 ΕΣΔΑ και 14 παρ. 2 ΔΣΑΠΔ[237]. Είναι λογικό, άλλωστε, να λειτουργήσει η βαρύτητα της πράξης στη συνείδηση του δικαστή ως πυξίδα, που θα οδηγήσει στην «προφυλάκιση» του δράστη, από τη στιγμή που ο ίδιος ο νομοθέτης φαίνεται να υποδεικνύει ρητώς τη υιοθέτηση αυτής της τακτικής[238].  Ο δε κίνδυνος εντατικοποίησης της καταχρηστικής αξιοποίησης του θεσμού και σε άλλες επίμαχες περιπτώσεις πλημμελημάτων, υπό το κράτος έμφορτων συναισθηματικών αντιδράσεων της κοινής γνώμης είναι ορατός[239].

Περαιτέρω, η υπό κρίση διάταξη αντίκειται  στην συνταγματική αρχή της αναλογίας, δεδομένου ότι επιτρέπει δυσανάλογα την προσωρινή κράτηση για συρροή πλημμελημάτων τελούμενων από αμέλεια τη στιγμή που την αποκλείει για πλημμελήματα τελούμενα με δόλο, όπως η έκθεση (α. 306 παρ. 1 ΠΚ) και η βαριά σωματική βλάβη (α. 310 παρ. 1 ΠΚ), για τα οποία απειλούνται σαφώς βαρύτερες ποινές από εκείνη που προβλέπεται για την ανθρωποκτονία από αμέλεια[240].

Τέλος, παρά την εκπεφρασμένη βούληση του νομοθέτη να εφαρμόζεται η εν λόγω διάταξη σε ιδιαίτερα σοβαρές περιπτώσεις πολύνεκρων ατυχημάτων[241], η γραμματική διατύπωση της τελευταίας, η οποία κάνει λόγο απλώς για «ανθρωποκτονία κατά συρροή», αφήνει περιθώρια εφαρμογής της και σε περιπτώσεις που το αποτέλεσμα συνίσταται στο θάνατο δύο μόνον ανθρώπων, γεγονός, δυστυχώς, σύνηθες σε πολλά αυτοκινητικά ατυχήματα[242].

Εκτός, όμως, από δογματικά άστοχη η τροποποίηση των α. 94 παρ. 2 ΠΚ και 282 παρ. 3 ΚΠΔ ήτο και περιττή, από τη στιγμή που στον ποινικό μας κώδικα υπάρχουν κατάλληλες διατάξεις, η εφαρμογή των οποίων και κακουργηματική ποινή επιφυλάσσει και δυνατότητα επιβολής προσωρινής κράτησης στο δράστη που παραβιάζει τους κανόνες ασφαλείας στο χώρο των συγκοινωνιών προκαλώντας θάνατο ή σωματικές βλάβες. Πρόκειται για τα εκ του αποτελέσματος διακρινόμενα εγκλήματα των α. 277 περ. β’ , 290 παρ. 1 περ. β’,  291 παρ. 1 περ. β’ και γ’ και 306 παρ. 2 ΠΚ, αναλυτική παράθεση των οποίων θα γίνει αμέσως παρακάτω.

Είναι αυτονόητο ότι όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω σχετικά με τη δυνατότητα επιβολής προσωρινής κράτησης για το πλημμέλημα της ανθρωποκτονίας από αμέλεια κατά συρροή,  ισχύουν mutatis mutandis και για το νεοείσακτο μέτρο του κατ’οίκον περιορισμού με ηλεκτρονική επιτήρηση.

 

 

ΣΤ. Η ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΤΩΝ Α. 277, 278, 290, 291 και 306 ΠΚ .

 

 

Από τη δημιουργία του ελληνικού Ποινικού Κώδικα ο νομοθέτης εφοδίασε το ποινικό μας οπλοστάσιο με πέντε κυρωτικούς κανόνες,  η ορθή εφαρμογή των οποίων μπορεί να εξασφαλίσει  την ικανοποιητική αντιμετώπιση πάσης φύσεως παραβάσεων στο χώρο της οδικής και θαλάσσιας συγκοινωνίας. Πρόκειται για το έγκλημα της έκθεσης (α. 306 ΠΚ) και  για τα κοινώς επικίνδυνα εγκλήματα της πρόκλησης ναυαγίου (α. 277 και 278 ΠΚ) και της διατάραξης της ασφάλειας της οδικής (α. 290 ΠΚ) και υδάτινης συγκοινωνίας (α. 291 ΠΚ).

Πριν προχωρήσουμε, όμως, στην κατ’ άρθρον ερμηνεία των εν λόγω διατάξεων καθίσταται απαραίτητη, για την πληρότητα της μελέτης και την κατανόηση του ακριβούς περιεχομένου των υπό κρίση ειδικών υποστάσεων, ο προσδιορισμός τόσο της έννοιας όσο και της διαβάθμισης του κινδύνου στα εγκλήματα συγκεκριμένης και δυνητικής διακινδύνευσης.

 

 

Ι. Η έννοια του κινδύνου και η διαβάθμισή του στα εγκλήματα συγκεκριμένης και δυνητικής  διακινδύνευσης.

 

Στην ποινική επιστήμη αποτελεί γενικότερη θέση ότι τα εγκλήματα διακινδύνευσης αποτελούν μορφές συμπεριφοράς που, μολονότι δεν προκαλούν βλάβη, εντούτοις είναι επικίνδυνες για τα έννομα αγαθά Η έννοια αυτή της επικινδυνότητας δεν είναι ταυτόσημη σε όλες τις περιπτώσεις, αλλά, αντιθέτως, διαφοροποιείται ανάλογα με το είδος της διακινδύνευσης στο οποίο αναφερόμαστε. Για το λόγο αυτό καθίσταται αναγκαίος ο ακριβής προσδιορισμός του περιεχομένου της για κάθε κατηγορία εγκλημάτων διακινδύνευσης, σε συνάρτηση με την έννοια του κινδύνου ως τεχνικού όρου του Ποινικού μας Κώδικα[243].

Στα εγκλήματα συγκεκριμένης διακινδύνευσης για την πραγμάτωση της περί ης πρόκειται αντικειμενικής υπόστασης απαιτείται πρόκληση κινδύνου συνεπεία της αξιόποινης συμπεριφοράς του δράστη. Για το περιεχόμενο του κινδύνου έχουν διατυπωθεί πολλές θεωρίες οι οποίες διακρίνονται σε τρείς μεγάλες κατηγορίες: τις αντικειμενικές, που προσεγγίζουν την έννοιά του με αμιγώς εμπειρικά δεδομένα, τις υποκειμενικές, οι οποίες  αντιλαμβάνονται τον κίνδυνο ως κρίση καθεαυτήν για την εξέλιξη μιας αιτιακής διαδρομής προς τη βλάβη, και τις μικτές, οι οποίες προχωρούν σε ένα συνδυασμό αντικειμενικών δεδομένων και κρίσεων[244]. Στην ελληνική επιστήμη, η δεύτερη κατηγορία θεωριών έχει πλέον εκλείψει[245] κι έτσι η προσπάθεια ορισμού του κινδύνου χαρακτηρίζεται από την αντιπαράθεση των αντικειμενιστών και των υποστηρικτών μικτών θεωριών, οι οποίοι, πάντως, συγκλίνουν στην παραδοχή ότι ο κίνδυνος είναι μια κατάσταση  που συνίσταται στη δημιουργία αιτιακών όρων με διαβαθμίσιμη εξέλιξη προς τη βλάβη[246].

Ειδικότερα, σύμφωνα με τον Ανδρουλάκη[247] «κίνδυνος είναι μία ασυνήθιστη, μη- κανονική κατάσταση, που δρομολογεί την επέλευση της βλάβης του εννόμου αγαθού, προκαλώντας έτσι αβεβαιότητα και ανασφάλεια. Η δρομολόγηση αυτή υφίσταται όταν από το σύνολο των όρων που πρέπει να συντρέξουν για να επέλθει η βλάβη, έχουν ήδη πραγματωθεί κάποιοι κατά τρόπο, ώστε να υπολείπεται μόνο η (ακριβώς συνεπεία της υφιστάμενης μερικής πραγμάτωσης) κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων πιθανή ή και βέβαιη επέλευση και των άλλων, προκειμένου να προκληθεί το αποτέλεσμα». Παρεμφερής είναι και η σύλληψη του Μαγκάκη[248] κατά την οποία ο κίνδυνος συνίσταται σε «μία κατάσταση που περιέχει όχι απλώς τη δυνατότητα, αλλά τη μεγάλη πιθανότητα ότι θα επέλθει βλάβη στο έννομο αγαθό». Κατά τον Μανωλεδάκη[249] κίνδυνο αποτελεί «κάθε μεταβολή στον εξωτερικό κόσμο που συνεπάγεται τη δημιουργία αιτιακών όρων ή συνθηκών για την επέλευση μιας βλάβης που δε συνέβη ακόμα, γιατί απαιτούνται και άλλοι αιτιακοί όροι»· ομοίως, κατά τον Κωστάρα[250] κίνδυνο αποτελεί «κάθε συμπεριφορά η οποία θέτει αιτιακούς όρους για την εξέλιξή της σε βλάβη του εννόμου αγαθού», ενώ για τον Χαραλαμπάκη[251] «μία κατάσταση που δρομολογεί μια αιτιώδη διαδρομή, στο τέλος της οποίας ευρίσκεται η βλάβη του εννόμου αγαθού». Ο Παρασκευόπουλος[252] αντιλαμβάνεται τον κίνδυνο είτε «ως αντικανονική, ασυνήθιστη κατάσταση που κρίνεται ότι καθιστά την επέλευση της βλάβης πιθανή», είτε ως «έναν υλικό όρο στην επέλευση μιας βλάβης». Σύμφωνα με τη Καϊάφα- Γκμπάντι[253] κίνδυνος υπάρχει «όταν το έννομο αγαθό βιώνει μέσα σε μία πηγή κινδύνου, κάτι που σημαίνει υπαρξιακή του κρίση, δηλαδή μία κρίση η οποία δείχνει ότι ανά πάσα στιγμή θα μπορούσε πλέον να επέλθει η βλάβη», ενώ, τέλος, σύμφωνα με τον Τριανταφύλλου[254] η έννοια του κινδύνου συνίσταται επίσης σε μία κατάσταση διατάραξης της υπαρξιακής ασφάλειας του εννόμου αγαθού, η οποία, όμως, προσδιορίζεται με υποκειμενικά κριτήρια τα οποία έγκεινται στην πρόκληση σ’ έναν αντικειμενικό παρατηρητή αισθημάτων αβεβαιότητας και ανασφάλειας σχετικά με την ευτυχή κατάληξη της δημιουργηθείσας κατάστασης.

Όσον αφορά στις μικτές θεωρίες, οι οποίες προσδένουν την έννοια του κινδύνου με τη δημιουργία αισθημάτων ανασφάλειας και αβεβαιότητας, ορθά επισημαίνεται τόσο από την Καϊάφα- Γκμπάντι[255] όσο και από τη Συμεωνίδου- Καστανίδου[256] ότι η κατάφαση ενός αντικειμενικού μεγέθους, όπως είναι η δημιουργία κινδύνου, δεν μπορεί να εξαρτάται από την υποκειμενική στάθμιση του μεγέθους αυτού από έναν ή περισσότερους παρατηρητές. Διότι, αν το ποινικό δίκαιο αντιλαμβανόταν το αντικειμενικό σκέλος του εγκλήματος διυποκειμενικά, τότε η συνταγματική αρχή της απαγόρευσης τιμώρησης του φρονήματος θα ετίθετο σε αχρησία, αφού και η ίδια η έννοια της πράξης, η οποία αποτελεί τον πυρήνα της θεμελίωσης του εγκλήματος, θα μπορούσε να αλλάζει μορφές κατά τη «δόξα των πολλών», χωρίς να είναι αναγκαίο να διατηρεί έναν ανυπέρβλητο οντολογικό πυρήνα.

Σχετικά δε με τις αντικειμενικές θεωρήσεις για τον κίνδυνο είναι αληθές το λεγόμενο από τη Συμεωνίδου- Καστανίδου[257] ότι οι περισσότερες εξ’ αυτών αφήνουν σε μεγάλο βαθμό την έννοιά του αδιευκρίνιστη. Από ποιο χρονικό σημείο και μετά θεωρείται ότι πληρώθηκαν οι απαιτούμενοι όροι για την ύπαρξη κινδύνου; Στην περίπτωση που ο Α επιχειρήσει να προσπεράσει τον Χ εισερχόμενος στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας όπου κινείται ο Β, από ποια χρονική στιγμή θεωρείται ότι ο Α έθεσε σε κίνδυνο τη ζωή του τελευταίου ; Ο ορισμός της Καϊάφα- Γκμπάντι εκκινεί πολύ σωστά από τη θέση ότι για την ύπαρξη κινδύνου απαιτείται το έννομο αγαθό να βιώνει μια υπαρξιακή κρίση, η οποία θα μπορούσε, ανά πάσα στιγμή, να εξελιχθεί σε βλάβη. Η άποψη αυτή, φρονώ ότι εξειδικεύεται άψογα από την περαιτέρω διευκρίνιση της Συμεωνίδου- Καστανίδου[258], με την οποία προσδιορίζεται το ακριβές χρονικό σημείο της εισαγωγής του εννόμου αγαθού στη λειτουργική πηγή του κινδύνου, έτσι ώστε να μπορούμε να καταλήξουμε στο τελικό συμπέρασμα ότι, κίνδυνος είναι «μια εμπειρικά διαπιστώσιμη κατάσταση που εξελίσσεται προς τη βλάβη του εννόμου αγαθού, χωρίς να απαιτείται η προσθήκη κανενός επιπλέον όρου. Πρόκειται δηλαδή για μια αυτοδύναμα εξελισσόμενη πορεία,, στα πλαίσια της οποίας κάθε επόμενη στιγμή το έννομο αγαθό εμφανίζεται να βρίσκεται σε δυσμενέστερη θέση, έστω και κατ’ ελάχιστο, έτσι ώστε η βλάβη του να καθίσταται ορατή και επικείμενη, αν δεν ανακοπεί με οποιονδήποτε τρόπο» [259]. Έτσι, στο προαναφερθέν παράδειγμα κίνδυνος υφίσταται όχι από την πρώτη στιγμή της προσπέρασης, αλλά μόνον όταν το όχημα του Α πλησιάσει τόσο κοντά στο όχημα του Β, ώστε η βλάβη να επίκειται άμεσα, αν η αιτιώδης διαδρομή δεν ανακοπεί με ελιγμό κάποιου εκ των δύο. Ο ορισμός αυτός έχει το πλεονέκτημα ότι  συμπλέει με την έννοια του κινδύνου, όπως αυτή αποδίδεται στις διατάξεις των α. 25, 32, 288, 306 παρ. 1 β’, 307 και 310 παρ. 2 ΠΚ παρέχοντας ασφάλεια δικαίου[260].

Μόλις που χρειάζεται να σημειωθεί ότι αναφορικά με τη διάγνωση του κινδύνου, αξιοποιήσιμα είναι τόσο τα στοιχεία που ήταν γνωστά κατά το χρόνο της πραγμάτωσής του, όσο και τα στοιχεία που προέκυψαν ή έγιναν γνωστά μετά την επέλευσή του. Και τούτο διότι η ύπαρξη ή όχι του κινδύνου, ως αντικειμενικό μέγεθος, δεν μεταβάλλεται από τη δυνατότητα της γνωστικής πρόσβασης σε αυτόν[261].

Προχωρώντας στα εγκλήματα δυνητικής διακινδύνευσης, στη νομοτυπική μορφή των οποίων ο κίνδυνος περιγράφεται ως δυνατός και όχι ως υπαρκτός, καθίσταται σαφές ότι για την πραγμάτωσή τους απαιτείται κάτι λιγότερο από αυτό που χρειάζεται για την πραγμάτωση των εγκλημάτων συγκεκριμένης διακινδύνευσης[262]. Με δεδομένο δε τον ορισμό που αποδεχτήκαμε ανωτέρω για την έννοια του κινδύνου, ήτοι μια κατάσταση που εξελίσσεται αυτοδύναμα προς τη βλάβη του εννόμου αγαθού στο άμεσο μέλλον, χωρίς την προσθήκη επιπλέον όρων, οδηγούμαστε αναπόδραστα στο συμπέρασμα ότι «μια πράξη μπορεί να δημιουργήσει κίνδυνο, όταν με αυτή έχουν τεθεί ορισμένοι από τους αναγκαίους όρους που θα επιτρέψουν την αυτοδύναμη πορεία προς τη βλάβη»[263]. Ειδικότερα, η πράξη αυτή, που στρέφεται κατά του εννόμου αγαθού, το οποίο βρίσκεται μέσα στην εμβέλεια δράσης της ή παγιδεύεται από αυτήν, απαιτείται να έχει τη δυναμική, σε συγκεκριμένο επίπεδο, να οδηγήσει σε άμεση βλάβη του, εφόσον συντρέξει ένας τουλάχιστον επιπλέον όρος που δεν ελέγχεται από το δράστη, μπορεί να πραγματωθεί ανά πάσα στιγμή και δεν περικλείει αυτοτελές άδικο που διακόπτει την αιτιώδη διαδρομή[264]. Για παράδειγμα, ο Α προκαλεί βύθιση του πλοίου του με σκοπό να εισπράξει τη σχετική ασφαλιστική αποζημίωση. Η πράξη  διενεργείται κοντά στην ακτή, ο καιρός είναι καλός και το πλήρωμα οδηγείται έγκαιρα σε μια σωσίβια λέμβο. Ωστόσο, λίγο αργότερα, επήλθε άξαφνα κακοκαιρία, χάλασε η μηχανή της λέμβου και το πλήρωμα παρ’ ολίγον να πνιγεί. Η πράξη του Α πραγματώνει την αντικειμενική υπόσταση του α. 277 ΠΚ, διότι  κατά το χρόνο τέλεσής της είχε τη δυναμική να προκαλέσει βλάβη της ζωής των επιβατών, αφού έλαβε χώρα σε κάποια απόσταση από τη στεριά, η δε έναρξη του κινδύνου επαφιόταν σε παράγοντες μη ελεγχόμενους από το δράστη, όπως ο αέρας, η καλή λειτουργία της λέμβου, ο πιθανός πανικός του πληρώματος κ.ά., που μπορούσαν να εμφανιστούν ανά πάσα στιγμή, χωρίς να αποτελούν αυτοτελές άδικο που θα διέκοπτε την αιτιώδη διαδρομή[265].

 

 

 

ΙΙ. Η έννοια του «κοινού κινδύνου».

 

Η έννοια του κοινού κινδύνου ταλαιπώρησε για χρόνια την επιστήμη. Για την οριοθέτησή της διατυπώθηκαν πλείστες απόψεις, η εκτενής παράθεση των οποίων ξεπερνά τα όρια της θεματικής της παρούσας εργασίας. Ωστόσο, δεδομένου ότι, όπως προαναγγέλθηκε, αμέσως παρακάτω θα μας απασχολήσει το περιεχόμενο τεσσάρων κοινώς επικίνδυνων εγκλημάτων, κρίνεται σκόπιμη η συνοπτική αναφορά σε τέσσερις από τις σημαντικότερες θεωρίες αυτής της κατηγορίας και η υιοθέτηση της, κατά τη γνώμη μου, ορθότερης.

Ειδικότερα, σύμφωνα με μία πρώτη άποψη, μια πράξη είναι κοινώς επικίνδυνη, όταν μπορεί να προκαλέσει μια γενικότερη προσβολή εννόμων αγαθών, χωρίς να έχει σημασία εάν μπορούν ή όχι να προσδιοριστούν τα έννομα αγαθά που θα μπουν σε κίνδυνο[266]. Το μειονέκτημα αυτής της προσέγγισης του κοινού κινδύνου, έγκειται στην αδυναμία της να απαντήσει στο ερώτημα από πού ξεκινά η πλειονότητα των υλικών αντικειμένων που μπορεί να κινδυνεύσουν[267].

Μια δεύτερη άποψη, ρίχνει το κέντρο βάρους του κοινού κινδύνου στην αοριστία του αριθμού των εννόμων αγαθών που μπορούν να κινδυνεύσουν. Σύμφωνα με την άποψη αυτή, δηλαδή, κοινός κίνδυνος υπάρχει, οσάκις ο δράστης δεν είναι σε θέση να περιορίσει τον κίνδυνο σε ορισμένα πρόσωπα ή αγαθά [268]. Η αδυναμία της θέσης αυτής εντοπίζεται στον αποκλεισμό του κοινού κινδύνου σε περιπτώσεις που τελικά μία μονάδα εννόμου αγαθού μπορούσε να βλαφθεί ή στις περιπτώσεις που τα απειλούμενα έννομα αγαθά ήταν περισσότερα, αλλά ο αριθμός τους ορισμένος[269].

Μία τρίτη άποψη, μεταθέτει το κριτήριο για την κατάφαση του κοινού κινδύνου από την αοριστία του αριθμού των κινδυνευόντων εννόμων αγαθών στην αοριστία της ατομικότητάς τους. Διατυπώθηκε, λοιπόν, η σκέψη ότι άσχετα με το αν τελικά κινδυνεύει ένας και μόνο από ορισμένες συμπεριφορές, επειδή σε αυτές η δυναμικότητα της πηγής κινδύνου εξαντλείται σε ένα πρόσωπο, αν αυτό είναι ένας τυχαίος τρίτος και όχι κάποιος ατομικά συγκεκριμένος, τότε ακριβώς, επειδή στη θέση του θα μπορούσε να βρεθεί ο οποιοσδήποτε, αυτός εκπροσωπεί στην ουσία το κοινωνικό σύνολο και έτσι ο κίνδυνος συνεχίζει να είναι κοινός[270]. Το μειονέκτημα της άποψης αυτής είναι ότι προσιδιάζει μόνον σε εγκλήματα συγκεκριμένης διακινδύνευσης. Στην ελληνική έννομη τάξη όμως τα περισσότερα τυποποιούμενα κοινώς επικίνδυνα εγκλήματα είναι δυνητικής διακινδύνευσης.

Τέλος, σύμφωνα με μία πιο ολοκληρωμένη άποψη, ο κοινός κίνδυνος αποτελεί ένα ιδιαίτερο είδος κινδύνου, που δεν περιγράφει την ένταση, αλλά κυρίως την έκταση που μπορεί να προσλάβει η διακινδύνευση[271]. Οι κοινώς επικίνδυνες πράξεις χαρακτηρίζονται από μια γενικότητα στη διακινδύνευση που προκαλούν, δηλαδή μια εξάπλωση σε κάποια έκταση, η οποία ( έκταση) αποτελεί ειδοποιό στοιχείο του κοινού κινδύνου[272]. Συνεπώς, η διακινδύνευση αόριστου αριθμού εννόμων αγαθών από μία πράξη στο μέτρο που προκαλεί κίνδυνο ακαθόριστης έκτασης, ενέχει τη γενικότητα στη διακινδύνευση και στοιχειοθετεί κοινό κίνδυνο. Επίσης, η διακινδύνευση ενός και μόνο τυχαίου προσώπου μπορεί να συνιστά κοινό κίνδυνο, διότι και στην περίπτωση αυτή το τυχαίο του ατόμου, στο οποίο πραγματώνεται ο κίνδυνος, σημαίνει συνήθως, ότι η δυνατότητα υπήρξε για έναν αόριστο αριθμό προσώπων που είχαν πρόσβαση στην πηγή κινδύνου [273].  Εάν διακινδυνεύσει ορισμένος αριθμός ατόμων, σε περίπτωση που η δυνατότητα διακινδύνευσης εξαντλείται από τις περιστάσεις σε έναν ορισμένο αριθμό προσώπων, στο μέτρο που αυτός είναι κοινωνικά αδιάφορος, γιατί όχι μόνο θα μπορούσε να είναι μικρότερος ή μεγαλύτερος, αλλά κυρίως γιατί τα πρόσωπα εμφανίζονται όχι στην ατομικότητά τους ξεχωριστά, ώστε να αριθμούνται, αλλά στη συλλογικότητά τους ως ανταλλάξιμα μέλη μιας ανοιχτής κοινωνικής ομάδας, που λειτουργεί σαν τέτοια, τότε μπορούμε να θεωρούμε ότι η διακινδύνευσή τους διατηρεί την αναγκαία γενικότητα, που μας επιτρέπει να μιλάμε και εδώ για κοινό κίνδυνο.[274]  Όσον αφορά στον κοινό κίνδυνο για πράγματα, το κριτήριο κατάφασής του παραμένει το ίδιο, εντοπίζεται δηλαδή κυρίως στην αοριστία του αριθμού των ξένων πραγμάτων, που μπορούν να απειληθούν από μια πράξη, με όλες τις δυνατές αποχρώσεις που αυτή γνωρίζει, όπως αναλύθηκαν παραπάνω στην κοινή διακινδύνευση σε σχέση με τον άνθρωπο[275].

 

 

ΙΙΙ. Τα κοινώς επικίνδυνα εγκλήματα των α. 277, 278, 290 και 291 ΠΚ.

 

 

α.  Η πρόκληση ναυαγίου των α. 277 και 278 ΠΚ.

 

Σύμφωνα με το α. 277 ΠΚ « όποιος με πρόθεση προκαλεί τη βύθιση ή την προσάραξη πλοίου τιμωρείται α) με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών, αν από την πράξη μπορεί να προκύψει κοινός κίνδυνος σε ξένα πράγματα ∙ β) με κάθειρξη, αν από την πράξη μπορεί να προκύψει κίνδυνος για άνθρωπο ∙ γ) με κάθειρξη ισόβια ή πρόσκαιρη τουλάχιστον δέκα ετών, αν στην περίπτωση του στοιχείου β’ επήλθε θάνατος ».

Ενώ σύμφωνα με το α. 278 ΠΚ « όποιος από αμέλεια έγινε υπαίτιος της πράξης του α. 277 τιμωρείται με φυλάκιση».

i) Προστατευόμενα έννομα αγαθά: Η τυποποίηση της πρόκλησης ναυαγίου αποβλέπει πρωτίστως στην προστασία των εννόμων αγαθών της ζωής, της σωματικής ακεραιότητας και της ιδιοκτησίας αορίστου αριθμού προσώπων[276]. Περαιτέρω, έχει υποστηριχθεί ότι από τη διάταξη προστατεύονται παράλληλα και οι θαλάσσιες συγκοινωνίες, ως κοινωνικό έννομο αγαθό, από τη στιγμή που το πλοίο αποτελεί κατά βάση συγκοινωνιακό μέσο και με το ναυάγιο βλάπτεται, συνήθως, ως τέτοιο[277].

ii) Οι Αντικειμενικές υποστάσεις: Για την πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης τόσο του α. 277 όσο και του α. 278 απαιτείται η βύθιση ή η προσάραξη πλοίου από την οποία μπορεί να δημιουργηθεί κοινός κίνδυνος σε ξένα πράγματα ή κίνδυνος για άνθρωπο.

Για τον προσδιορισμό της έννοιας του πλοίου μέρος της επιστήμης ανατρέχει στις διατάξεις του ΚΙΝΔ, ο οποίος απαιτεί για την κατάφαση της ιδιότητας του πλοίου τη συνδρομή ορισμένης χωρητικότητας αυτού. Κρατούσα είναι όμως η άποψη ότι για την πραγμάτωση του εγκλήματος της πρόκλησης ναυαγίου ως πλοίο θεωρείται κάθε ναυπήγημα ανεξάρτητα από τη χωρητικότητα και το είδος του, π.χ. ιστιοφόρα, αλιευτικά, φορτηγίδες κ.ά.[278].

Βύθιση είναι η μερική ή ολική κάλυψη του πλοίου από τα ύδατα, οπότε πάει να επιπλέει. Προσάραξη αποτελεί η καθήλωση του πλοίου σε ένα σημείο και η αδυναμία πλεύσης του, είτε λόγω πρόσκρουσης σε εμπόδιο, είτε λόγω έλλειψης επαρκούς ύδατος, που να εξασφαλίζει την πλεύση. Η πρόκληση βύθισης ή προσάραξης μπορεί να συντελεστεί με οποιονδήποτε τρόπο, με θετική ενέργεια ή με παράλειψη, όταν ο δράστης έχει ιδιαίτερη νομική υποχρέωση για την ασφάλεια του πλοίου [279].

Η βύθιση και η προσάραξη του πλοίου είναι αξιόποινες μόνον όταν μπορούν να προκαλέσουν κοινό κίνδυνο σε ξένα πράγματα ή κίνδυνο ανθρώπου, δηλαδή όταν μπορούν να ενεργοποιήσουν μια διαδικασία αυτοδύναμης εξέλιξης προς τη βλάβη του εννόμου αγαθού, υπό την προϋπόθεση ότι θα συντρέξει ένας επιπλέον όρος που δεν ελέγχεται από το δράστη[280], ενώ για την πραγμάτωση της εκ του αποτελέσματος διακεκριμένης μορφής του εγκλήματος (α. 277 γ’ ΠΚ) απαιτείται περαιτέρω πραγμάτωση του κινδύνου και μετουσίωσή του σε βλάβη.

iii) Υποκείμενο των εγκλημάτων : Το έγκλημα της πρόκλησης ναυαγίου σε όλες τις εκφάνσεις του είναι κοινό, επομένως ενεργητικό του υποκείμενο μπορεί να είναι ο οποιοσδήποτε. Έτσι, δράστης μπορεί να καταστεί ο κύριος του πλοίου, ο νομέας του, ο μηχανικός, κάποιος εκ των επιβαινόντων, αλλά και οποιοσδήποτε άλλος ευρισκόμενος εκτός αυτού[281].

iv) Οι Υποκειμενικές υποστάσεις: Για την πλήρωση της υποκειμενικής υπόστασης της βασικής μορφής του εγκλήματος του α. 277 ΠΚ απαιτείται δόλος οποιουδήποτε βαθμού ως προς όλα τα στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασης. Επομένως, ο δράστης  πρέπει να γνωρίζει ότι από τη συμπεριφορά του ενδέχεται να προκληθεί βύθιση ή προσάραξη του πλοίου από την οποία μπορεί να προκληθεί κοινός κίνδυνος σε ξένα πράγματα ή κίνδυνος για ανθρώπου και να επιθυμεί το αποτέλεσμα αυτό ή να το αποδέχεται. Για την πλήρωση της διακεκριμένης μορφής του εγκλήματος απαιτείται περαιτέρω αμέλεια ως προς τον επελθόντα θάνατο, ενώ για την πλήρωση της υποκειμενικής υπόστασης του α. 278 απαιτείται αμέλεια ως προς όλα τα στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασης[282].

 

 

β. H διατάραξη της ασφάλειας της οδικής συγκοινωνίας του α. 290 ΠΚ.

 

Σύμφωνα με το α. 290 ΠΚ « 1. όποιος με πρόθεση διαταράσσει την ασφάλεια της συγκοινωνίας στους δρόμους ή στις πλατείες τιμωρείται α) με φυλάκιση, αν από την πράξη μπορεί να προκύψει κίνδυνος για άνθρωπο β) με κάθειρξη, αν επήλθε θάνατος.

2. Αν η πράξη τελέστηκε από αμέλεια, επιβάλλεται φυλάκιση».

 

i)  Προστατευόμενα έννομα αγαθά: Σύμφωνα με την κρατούσα άποψη, το α. 290 ΠΚ προστατεύει τη ζωή και τη σωματική ακεραιότητα αορίστου αριθμού προσώπων στα πλαίσια ή κατά τη διάρκεια της οδικής κυκλοφορίας[283]. Σύμφωνα με μια άλλη λιγότερο ηχηρή άποψη προστατευόμενο έννομο αγαθό είναι η κοινή ασφάλεια και η ασφάλεια της οδικής συγκοινωνίας και δευτερευόντως μόνο η ζωή και η υγεία των μετεχόντων στην κυκλοφορία προσώπων[284]. Δεδομένου ότι προϋπόθεση για τον αξιόποινο χαρακτήρα της συμπεριφοράς αποτελεί η δυνατότητα δημιουργίας κινδύνου για άνθρωπο ορθότερη φαίνεται η πρώτη εκδοχή.

ii) Οι Αντικειμενικές υποστάσεις : Το α. 290 ΠΚ περιέχει τρεις κυρωτικούς κανόνες, δυο στην παρ. 1 και έναν στην παρ. 2. Κοινό στοιχείο και των τριών αντικειμενικών υποστάσεων αποτελεί η διατάραξη της ασφάλειας της συγκοινωνίας στους δρόμους ή στις πλατείες. Δρόμος κάθε είδους οδός, επαρχιακή, δημοτική, αγροτική κλπ[285]., οι γέφυρες, τα πεζοδρόμια, οι υπόγειες διαβάσεις και γενικά κάθε μέρος προορισμένο για την κίνηση, με την έννοια ότι το κοινό έχει δικαίωμα προσπέλασης[286]. Η διατάραξη συνίσταται σε οποιαδήποτε συμπεριφορά, πράξη ή παράλειψη οφειλόμενης ενέργειας, που καθιστά τη διεξαγωγή της συγκοινωνίας μη ασφαλή, δημιουργώντας συνθήκες που κάνουν τη συνέχιση της ασφαλούς κίνησης αδύνατη ή πολύ δυσχερή, που καθιστούν δηλαδή τη συγκοινωνία επικίνδυνη. Στο μέτρο όμως που η κίνηση στους δρόμους περικλείει ούτως ή άλλως κινδύνους, η έννοια της διατάραξης στοιχειοθετείται όταν η συμπεριφορά έχει ως αποτέλεσμα την επαύξηση του συνηθισμένου κινδύνου, αυτού δηλαδή που επιτρέπει ο Κώδικας Οδικής Κυκλοφορίας και που ενυπάρχει σε κάθε κίνηση στους δρόμους[287]. Περιπτώσεις διατάραξης αποτελούν η οδήγηση με αντικανονικό τρόπο, όπως με υπερβολική ταχύτητα[288] ή υπό την επήρεια αλκοόλ[289], η ρίψη υγρών στο οδόστρωμα, ώστε αυτό να καθίσταται ολισθηρό[290], η τοποθέτηση εμποδίων στο οδόστρωμα[291], η πρόχειρη επικάλυψη της σκαμμένης ασφάλτου[292], η αφαίρεση πινακίδων[293].

Η διατάραξη της οδικής ασφάλειας είναι αξιόποινη μόνον εφόσον μπορεί να προκαλέσει κίνδυνο για άνθρωπο και επομένως πρόκειται για έγκλημα δυνητικής διακινδύνευσης, ενώ για την πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης του εκ του αποτελέσματος διακρινόμενου εγκλήματος της παρ. 1 περ. β’ απαιτείται περαιτέρω δημιουργία κινδύνου που συνδέεται αιτιωδώς με τη διατάραξη της οδικής ασφάλειας και μετουσίωσή του σε βλάβη, ήτοι σε θάνατο.

iii) Υποκείμενα των εγκλημάτων: Το έγκλημα σε όλες τις εκφάνσεις του είναι κοινό, επομένως ενεργητικό υποκείμενό του μπορεί να είναι οποιοσδήποτε πεζός, ποδηλάτης ή οδηγός[294].

iv) Οι Υποκειμενικές υποστάσεις: Για την πλήρωση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της διατάραξης βασικής μορφής της παρ. 1 απαιτείται δόλος οποιουδήποτε βαθμού. Πρέπει, δηλαδή, ο δράστης του εγκλήματος να γνωρίζει ότι με τη συμπεριφορά του παραβιάζει τους κανόνες που καθιστούν την κίνηση ασφαλή και ότι από την παραβίαση αυτή μπορεί να προκύψει κίνδυνος για άνθρωπο και να επιθυμεί ή να αποδέχεται το αποτέλεσμα αυτό[295].

Για την πλήρωση της υποκειμενικής υπόστασης του εκ του αποτελέσματος διακρινόμενου εγκλήματος της παρ. 1 περ. β’ απαιτείται δόλος οποιουδήποτε βαθμού ως προς τη διατάραξη και αμέλεια ως προς το περαιτέρω αποτέλεσμα του θάνατο[296].

Τέλος, για την πλήρωση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της παρ. 2 απαιτείται αμέλεια  ως προς όλα τα στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασης. Εάν ο δράστης τέλεσε από πρόθεση τη διατάραξη της οδικής ασφάλειας, από αμέλεια όμως δεν αντιλήφθηκε ότι αυτή μπορεί να προκαλέσει κίνδυνο για άνθρωπο, θα τιμωρηθεί για τέλεση του εγκλήματος από αμέλεια[297]. 

 

γ. Η διατάραξη της υδάτινης συγκοινωνίας του α. 291 ΠΚ.

 

Το α. 291 ΠΚ προβλέπει ως προς την υδάτινη συγκοινωνία ότι: « 1. όποιος με πρόθεση διαταράσσει την ασφάλεια της υδάτινης συγκοινωνίας τιμωρείται: α) με φυλάκιση τουλάχιστον δυο ετών, αν από την πράξη μπορεί να προκύψει κοινός κίνδυνος σε ξένα πράγματα β) με κάθειρξη, αν από την πράξη μπορεί να προκύψει κίνδυνος για άνθρωπο γ) με κάθειρξη, ισόβια ή πρόσκαιρη, τουλάχιστον δέκα ετών, αν στην περίπτωση του στοιχ. β’ επήλθε θάνατος.

2. Αν η πράξη τελέστηκε από αμέλεια, επιβάλλεται φυλάκιση.

3.Κάθε παράβαση των διαταγμάτων ή των διοικητικών κανονισμών που αφορούν την αστυνόμευση, την ασφάλεια και γενικά τη διοίκηση και τη χρήση της υδάτινης συγκοινωνίας που δεν προβλέπεται από τις παρ. 1 και 2, τιμωρείται με χρηματική ποινή».

i) Προστατευόμενα έννομα αγαθά: Το α. 291 ΠΚ προστατεύει τη ζωή, τη σωματική ακεραιότητα και την ιδιοκτησία αορίστου αριθμού ανθρώπων στα πλαίσια ή κατά τη διάρκεια της υδάτινης συγκοινωνίας [298].

ii) Οι Αντικειμενικές υποστάσεις: Το α. 291 ΠΚ περιέχει συνολικά πέντε  κυρωτικούς κανόνες σχετικά με την προστασία της υδάτινης συγκοινωνίας, τρεις στην παρ. 1  και από έναν στις παρ. 2 και 3. Ως υδάτινη συγκοινωνία νοείται η διενεργούμενη δια θαλάσσης, λιμνών, ποταμών, διωρύγων κλπ[299].

Για την έννοια της διατάραξης ισχύουν mutatis mutandis όσα αναφέρθηκαν παραπάνω στην ανάλυση στης αντικειμενικής υπόστασης του α. 290 ΠΚ. Η διατάραξη αυτή είναι αξιόποινη, μόνον εφόσον μπορεί να προκαλέσει κοινό κίνδυνο σε ξένα πράγματα ή κίνδυνο ανθρώπου, ενώ για την πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης του εκ του αποτελέσματος διακρινόμενου εγκλήματος της παρ. 1 περ. γ’ απαιτείται περαιτέρω δημιουργία κινδύνου που συνδέεται αιτιωδώς με τη διατάραξη της ασφάλειας της συγκοινωνίας και μετουσίωσή του σε βλάβη, ήτοι σε θάνατο.

Για την εφαρμογή της παρ. 3 απαιτείται παράβαση διαταγμάτων ή κανονισμών, εφόσον από τη συμπεριφορά του δράστη δεν δύναται προκύψει κοινός κίνδυνος για ξένα πράγματα ή κίνδυνος ανθρώπου, οπότε έχουν εφαρμογή οι διατάξεις των παρ. 1 και 2[300].

iii) Υποκείμενα των εγκλημάτων: Τα ανωτέρω εγκλήματα είναι κοινά, επομένως, δράστης του μπορεί να είναι οποιοσδήποτε.

iv) Οι Υποκειμενικές υποστάσεις: Για την πλήρωση της υποκειμενικής υπόστασης των εγκλημάτων της παρ. 1 περ. α’ και β’ απαιτείται δόλος οποιουδήποτε βαθμού ως προς όλα τα στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασης, δηλαδή γνώση του δράστη ότι η πράξη ή η παράλειψή του προκαλεί διατάραξη της ασφάλειας της υδάτινης συγκοινωνίας από την οποία μπορεί να προκύψει κοινός κίνδυνος για πράγματα και κίνδυνος ανθρώπου αντίστοιχα και επιδίωξη ή αποδοχή του αποτελέσματος αυτού. Για την πλήρωση της υποκειμενικής υπόστασης της περ. γ’ της παρ. 1 απαιτείται περαιτέρω αμέλεια ως προς το αποτέλεσμα του θανάτου, ενώ για την πλήρωση της υποκειμενικής υπόστασης της παρ. 2 απαιτείται αμέλεια ως προς όλα τα στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασης. Τέλος, για την πλήρωση της υποκειμενικής υπόστασης της παρ. 3  απαιτείται δόλος οποιουδήποτε βαθμού.

 

δ. Η αοριστία των α. 290 και 291 παρ. 1 ΠΚ και η θεραπεία της με τις προβλεπόμενες στο Σχέδιο του Νέου Ποινικού Κώδικα μεταρρυθμίσεις.

 

Η επιλογή του νομοθέτη να μην προχωρήσει σε περιοριστική ή έστω σε ενδεικτική απαρίθμηση των πράξεων που συνιστούν διατάραξη της ασφάλειας των συγκοινωνιών προκάλεσε σοβαρές ερμηνευτικές δυσχέρειες και άφησε περιθώρια για αιχμές περί αντισυνταγματικότητας των οικείων διατάξεων. Μεταξύ άλλων προέκυψε ο προβληματισμός εάν στα α. 290 και 291 παρ. 1 και 2  ΠΚ δύνανται να συμπεριληφθούν μόνον συμπεριφορές που ενέχουν εξωστρέφεια, που παρεμποδίζουν δηλαδή ή δυσχεραίνουν την κίνηση τρίτων κυκλοφορούντων μεταφορικών μέσων, δημιουργώντας συνθήκες κοινού κινδύνου για πρόσωπα και πράγματα, ή εάν μπορούν να ενταχθούν και συμπεριφορές που καθιστούν δυσχερή ή αδύνατη την ασφαλή κίνηση συγκεκριμένου μέσου με τρόπο που μπορεί να δημιουργήσει κίνδυνο μόνον για τη ζωή και την ιδιοκτησία των επιβατών του, χωρίς δυνατότητα επενέργειας σε  υλικά αντικείμενα έξω από αυτό.

Υπέρμαχος της πρώτης εκδοχής υπήρξε ο Ανδρουλάκης, σύμφωνα με τον οποίο οι διατάξεις των α. 290 και 291 ΠΚ δεν μπορούν να διεκδικήσουν εφαρμογή σε περιπτώσεις κατά τις οποίες η ανωμαλία της κίνησης ενός μεταφορικού μέσου δεν απορυθμίζει την κίνηση τρίτων μεταφορικών μέσων. Έτσι, κατά την άποψή του, στη διάταξη του α. 291 παρ. 1 ΠΚ μπορεί να υπαχθεί λ.χ. η εγκατάλειψη μιας βυθισμένης φορτηγίδας μέσα σε αλιευτικό καταφύγιο, εφόσον παρακωλύει την ελεύθερη διακίνηση των πλοίων, δημιουργώντας κίνδυνο για την ασφάλεια της ναυσιπλοΐας, όχι όμως ο απόπλους χωρίς τις προαπαιτούμενες προδιαγραφές ασφαλείας (κλείσιμο των υδατοστεγών θυρών, επάρκεια σωστικών μέσων, ύπαρξη εκπαιδευμένου πληρώματος κ.α.)[301]. Η ερμηνευτική αυτή εκδοχή δεν μπορεί να ευσταθήσει κατά τη γνώμη μου, διότι, όπως καθίσταται σαφές, η τυχόν υιοθέτησή της θα έθετε σχεδόν σε αχρησία τη διάταξη του α. 291 στο χώρο της ναυσιπλοΐας αφήνοντας κατά απαράδεκτο τρόπο νομοθετικά ακάλυπτες όλες τις περιπτώσεις διακινδύνευσης της ζωής της και της ιδιοκτησίας μεγάλου αριθμού προσώπων, που προκαλούνται από την πλημμελή διεξαγωγή θαλάσσιων δρομολογίων.

Τα παραπάνω γίνανε απολύτως αντιληπτά από τα μέλη της νομοπαρασκευαστικής επιτροπής του Σχεδίου του Νέου Ποινικού Κώδικα, τα οποία ακολουθώντας το πρότυπο του γερμανικού ποινικού κώδικα προχώρησαν στην επαναδιατύπωση των σχετικών διατάξεων, ορίζοντας με ακρίβεια τις ειδικότερες συμπεριφορές που συνιστούν διατάραξη της ασφάλειας των συγκοινωνιών. Έτσι, στο Σχέδιο, το οποίο ευχόμαστε να αποτελέσει πολύ σύντομα κείμενο νόμου, προβλέπεται η αντικατάσταση του α. 290 ΠΚ από το νέο α. 224 ΠΚ, όπου ορίζεται ότι: «1. Όποιος διαταράσσει την ασφάλεια της συγκοινωνίας στους δρόμους ή στις πλατείες: (i) με καταστροφή, βλάβη ή μετακίνηση εγκαταστάσεων ή οχημάτων, (ii) με τοποθέτηση ή διατήρηση εμποδίων, (iii) με αλλοίωση σημείων ή σημάτων ή με τοποθέτηση ή διατήρηση εσφαλμένων σημείων ή σημάτων, ή (iv) με άλλες, εξίσου επικίνδυνες για την ασφάλεια της συγκοινωνίας πράξεις, τιμωρείται: α) με φυλάκιση ως τρία έτη ή χρηματική ποινή αν από την πράξη μπορεί να προκύψει κοινός κίνδυνος με ξένα πράγματα, β) με φυλάκιση από ένα ως πέντε έτη και χρηματική ποινή αν από την πράξη μπορεί να προκύψει κίνδυνος για άνθρωπο, γ) με κάθειρξη ως δέκα έτη αν στην περίπτωση των στοιχείων α΄ ή β΄ η πράξη είχε ως αποτέλεσμα τη βαριά σωματική βλάβη άλλου ή προκάλεσε βλάβη σε κοινωφελείς εγκαταστάσεις, δ) με κάθειρξη ως δεκαπέντε έτη αν στην περίπτωση του στοιχείου β΄ η πράξη είχε ως αποτέλεσμα το θάνατο άλλου, και με κάθειρξη από δέκα ως δεκαπέντε έτη αν είχε ως αποτέλεσμα το θάνατο μεγάλου αριθμού ανθρώπων.

2. Όποιος στις περιπτώσεις της προηγούμενης παραγράφου προκαλεί από αμέλεια τη διατάραξη της ασφάλειας της συγκοινωνίας ή τη δυνατότητα κινδύνου,τιμωρείται με φυλάκιση ως δύο έτη ή χρηματική ποινή.», ενώ σύμφωνα με το νέο α. 225 «1.Όποιος κατά τη συγκοινωνία στους δρόμους ή στις πλατείες: (i) οδηγεί όχημα μολονότι δεν είναι σε θέση να το πράξει με ασφάλεια εξαιτίας της κατανάλωσης οινοπνεύματος ή χρήσης εξαρτησιογόνων ουσιών ή λόγω μειωμένης σωματικής ή πνευματικής ικανότητας, ή (ii) οδηγεί όχημα σε εθνικές ή περιφερειακές οδούς αντίστροφα στο ρεύμα της εκάστοτε κατεύθυνσης ή όχημα που είναι τεχνικά ανασφαλές ή με ανασφαλή τρόπο φορτωμένο ή προβαίνει κατά την οδήγηση σε επικίνδυνους ελιγμούς ή μετέχει οδηγώντας σε αυτοσχέδιους αγώνες, τιμωρείται, αν δεν προβλέπονται βαρύτερες κυρώσεις σε άλλες διατάξεις: α) με φυλάκιση ως τρία έτη ή χρηματική ποινή αν από την πράξη μπορεί να προκύψει κοινός κίνδυνος σε ξένα πράγματα, β) με φυλάκιση από ένα ως πέντε έτη και χρηματική ποινή αν από την πράξη μπορεί να προκύψει κίνδυνος για άνθρωπο, γ) με κάθειρξη ως δέκα έτη αν στην περίπτωση των στοιχείων α΄ ή β΄ η πράξη είχε ως αποτέλεσμα τη βαριά σωματική βλάβη ή προκάλεσε βλάβη σε κοινωφελείς εγκαταστάσεις, δ) με κάθειρξη ως δεκαπέντε έτη αν στην περίπτωση του στοιχείου β΄ η πράξη είχε ως αποτέλεσμα το θάνατο άλλου, και με κάθειρξη από δέκα ως δεκαπέντε έτη αν είχε ως αποτέλεσμα το θάνατο μεγάλου αριθμού ανθρώπων.
2. Όποιος στις περιπτώσεις της προηγούμενης παραγράφου προκαλεί από αμέλεια τη διατάραξη της ασφάλειας της συγκοινωνίας ή τη δυνατότητα κινδύνου, τιμωρείται με φυλάκιση ως δύο έτη ή χρηματική ποινή.».

Το δε α. 291 ΠΚ αντικαθίσταται από το νέο α. 226 ΠΚ, όπου ορίζεται ότι: «1. Όποιος διαταράσσει την ασφάλεια της σιδηροδρομικής, της υδάτινης ή της αεροπορικής συγκοινωνίας (i) με καταστροφή, βλάβη ή μετακίνηση εγκαταστάσεων ή συγκοινωνιακών μέσων, (ii) με τοποθέτηση ή διατήρηση εμποδίων, (iii) με αλλοίωση σημείων ή σημάτων ή με τοποθέτηση ή διατήρηση εσφαλμένων σημείων ή σημάτων, ή (iv) με παραβίαση των κανόνων τεχνικού ελέγχου ή ασφαλούς φόρτωσης των συγκοινωνιακών μέσων,
(vv) με άλλες, εξίσου επικίνδυνες, για την ασφάλεια της συγκοινωνίας πράξεις
τιμωρείται: α) με φυλάκιση από ένα ως πέντε έτη και χρηματική ποινή αν από την πράξη μπορεί να προκύψει κοινός κίνδυνος για ξένα πράγματα, β) με κάθειρξη ως δέκα έτη αν από την πράξη μπορεί να προκύψει κίνδυνος για άνθρωπο, γ) με κάθειρξη ως δεκαπέντε έτη αν στην περίπτωση των στοιχείων α΄ ή β΄ η πράξη είχε ως αποτέλεσμα τη βαριά σωματική βλάβη ή προκάλεσε βλάβη
σε εγκαταστάσεις κοινής ωφέλειας, δ) με κάθειρξη από δέκα ως δεκαπέντε έτη αν στην περίπτωση του στοιχείου β΄ η πράξη είχε ως αποτέλεσμα το θάνατο άλλου, και με κάθειρξη ισόβια ή πρόσκαιρη από δεκαπέντε ως είκοσι έτη αν είχε ως αποτέλεσμα το θάνατο μεγάλου αριθμού ανθρώπων.

2. Με τις ίδιες ποινές κατά τις διακρίσεις των στοιχείων α΄ ως δ΄ της προηγούμενης παραγράφου τιμωρείται, εάν δεν προβλέπονται βαρύτερες κυρώσεις σε άλλες διατάξεις, όποιος οδηγεί όχημα σταθερής τροχιάς ή κυβερνά πλοίο ή αεροπλάνο χωρίς να είναι σε θέση να το πράξει με ασφάλεια εξαιτίας της κατανάλωσης οινοπνεύματος ή χρήση εξαρτησιογόνων ουσιών ή λόγω μειωμένης σωματικής ή πνευματικής ικανότητας.

3. Όποιος στις περιπτώσεις των προηγούμενων παραγράφων προκαλεί από αμέλεια τη διατάραξη της ασφάλειας της συγκοινωνίας ή τη δυνατότητα κινδύνου, τιμωρείται με φυλάκιση ως τρία έτη ή χρηματική ποινή.».

 

ε. Συρροές.

 

Τα εγκλήματα των α. 277 περ. γ’, 290 παρ. 1 περ. β’ και 291 παρ. 1 περ. γ’ συρρέουν φαινομενικά και κατ’ ιδέαν με το έγκλημα του α . 302 ΠΚ κατ’ εφαρμογή της αρχής της απορρόφησης, λόγω επίτασης της ποινής. Ειδικότερα, όλα τα εκ του αποτελέσματος διακρινόμενα εγκλήματα είναι σύνθετα, αποτελούμενα από ένα βασικό έγκλημα δόλου και ένα παραπέρα αιτιωδώς προκαλούμενο έγκλημα οφειλόμενο σε αμέλεια, το οποίο έχει αποτιμηθεί και αξιολογηθεί από το νομοθέτη κατά την επιβολή της επαυξημένης ποινής[302].

Φαινομενική κατ’ ιδέαν, λόγω απορρόφησης, είναι και η συρροή μεταξύ των εγκλημάτων των α. 277 περ. γ’, 290 παρ. 1 περ. β’ και 291 παρ. 1 περ. γ’ με το έγκλημα του α. 314 ΠΚ. Ο νομοθέτης, λόγω της φύσεως αυτών των κοινώς επικίνδυνων εγκλημάτων, συνεκτίμησε κατά τη θέσπισή τους την επέλευση περισσότερων του ενός θανατηφόρων αποτελεσμάτων και συνακόλουθα, εάν το αποτέλεσμα του κινδύνου για άλλα πρόσωπα εξελίχθηκε σε θάνατο και για άλλα σε σωματικές βλάβες, οι τελευταίες απορροφώνται από το εκ του αποτελέσματος διακρινόμενο θανατηφόρο έγκλημα, εφόσον το έλασσον εμπεριέχεται στο μείζον.

Αντιθέτως, αληθινή κατ’ ιδέαν είναι η συρροή μεταξύ των βασικών μορφών των ανωτέρω εγκλημάτων, δηλαδή των α. 277 περ. α’ και β’, 290 παρ. 1 περ. α’ και 291 παρ. 1 περ. α’ και β’, με το έγκλημα του α. 299 ΠΚ. Η συρροή ενός εγκλήματος γενικής διακινδύνευσης και ενός εγκλήματος βλάβης είναι πάντοτε αληθινή, λόγω ετερότητας των προσβαλλόμενων εννόμων αγαθών. Ομοίως, αληθινή είναι η συρροή μεταξύ των εγκλημάτων των α. 278, 290 παρ. 2 και 291 παρ. 2 με το έγκλημα του α. 302 ΠΚ[303].

Τέλος, φαινομενική είναι η συρροή μεταξύ του α. 277 ΠΚ και του α. 291 ΠΚ υπέρ του τελευταίου, δυνάμει της αρχής της απορρόφησης, στο μέτρο που δεν προκύπτει ετερότητα του κύκλου προσώπων ή ξένων πραγμάτων που μπορούν να κινδυνεύσουν. Διότι η διατάραξη της θαλάσσιας συγκοινωνίας μπορεί να συντελεστεί και με βλαπτικές επεμβάσεις πάνω στο ίδιο το συγκοινωνιακό μέσο και ως εκ τούτο είναι φανερό ότι δεν μπορεί παρά να διεκδικεί εφαρμογή και στις περιπτώσεις πρόκλησης ναυαγίου[304].

 

 

 

IV) Το έγκλημα της έκθεσης.

 

Σύμφωνα με το α. 306 ΠΚ «1.Όποιος εκθέτει άλλον και έτσι τον καθιστά αβοήθητο, καθώς και  όποιος  με  πρόθεση  αφήνει αβοήθητο ένα πρόσωπο που το έχει στην προστασία του  ή  που  έχει  υποχρέωση  να  το  διατρέφει  και  να  το περιθάλπει  ή να το μεταφέρει, ή ένα πρόσωπο που ο ίδιος το τραυμάτισε υπαίτια, τιμωρείται με Φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών.
2.  Αν η πράξη προκάλεσε στον παθόντα:  α)  βαριά  βλάβη  στην υγεία  του,  επιβάλλεται  κάθειρξη  μέχρι  δέκα ετών β) το θάνατό του, επιβάλλεται κάθειρξη τουλάχιστον έξι ετών».
i) Προστατευόμενο έννομο αγαθό: Για το προστατευόμενο από τη διάταξη του α. 306 ΠΚ έννομο αγαθό δεν υπάρχει ομοφωνία στην επιστήμη. Σύμφωνα με μια άποψη προστατεύεται η ζωή και η σωματική ακεραιότητα. Η θέση αυτή, η οποία ομολογουμένως βρίσκει έρεισμα τόσο στο γράμμα του νόμου, το οποίο κάνει λόγο για αβοήθητη θέση του θύματος γενικά, χωρίς να εξειδικεύει τον κίνδυνο στη ζωή, όσο και στην Αιτιολογική Έκθεση του Σχεδίου ΠΚ[305], όπου αναφέρεται ότι «η έννοια των εν τω Σχεδίω ‘εις θέσιν αβοήθητον’ και ‘αφίνων αβοήθητων’ ειναι ότι και εις την μίαν περίπτωσιν και εις την άλλην δημιουργείται κατάστασις ενδεχομένου κινδύνου δια την ζωήν και την υγείαν του παθόντος», επικρατούσε παλαιότερα στη θεωρία[306], ενώ σήμερα γίνεται αποδεκτή σε μεγάλο βαθμό από τη νομολογία[307] [308]. Η υιοθέτησή της, ωστόσο, οδηγεί σε προφανή άτοπα και για το λόγο αυτό κρίνεται απορριπτέα. Ειδικότερα, εάν γίνει δεκτό ότι η διάταξη του α. 306 ΠΚ τυποποιεί ως έγκλημα και την πρόκληση κινδύνου της σωματικής ακεραιότητας, τότε η πρόκληση κινδύνου απλής σωματικής βλάβης θα τιμωρείται αυστηρότερα, με ποινή φυλάκισης από 6 μήνες έως 5 έτη, από την πρόκληση απλής σωματικής βλάβης, για την πταισματική μορφή της οποίας μπορεί να επιβληθεί κράτηση από 1 ημέρα έως 6 μήνες ή πρόστιμο και για την πλημμεληματική μορφή της οποίας μπορεί να επιβληθεί φυλάκιση από 10 ημέρες έως 3 έτη. Η διακινδύνευση, όμως, ενός εννόμου αγαθού δεν μπορεί να τιμωρείται βαρύτερα από τη βλάβη του[309].
Μια δεύτερη άποψη δέχεται ότι εκτός από τη ζωή συμπροστατευόμενο έννομο αγαθό είναι και η σωματική ακεραιότητα, μόνο, όμως, ως προς την πρόκληση κινδύνου βαριάς σωματικής βλάβης[310]. Το μειονέκτημα της θέσης αυτής έγκειται στο ότι καταλήγει επίσης στο άτοπο αφενός, να επιφυλάσσει αυστηρότερο πλαίσιο απειλούμενης ποινής για το τελούμενο με έκθεση έγκλημα της βαριάς σωματικής βλάβης από αμέλεια, για το οποίο θα μπορεί να επιβληθεί ποινή κάθειρξης από 5- 10 έτη, από το αντίστοιχο εκ δόλου τελούμενο, για το οποίο απειλείται ποινή φυλάκισης από 2 έως 5 έτη[311] και αφετέρου,  να μεταχειρίζεται ευνοϊκότερα το δράστη που προκάλεσε απλή σωματική βλάβη δημιουργώντας κίνδυνο βαριάς σωματικής βλάβης, στον οποίο μπορεί να επιβληθεί ποινή φυλάκισης τουλάχιστον 3 μηνών, από εκείνον που προκάλεσε μόνον κίνδυνο βαριάς σωματικής βλάβης, στον οποίο θα μπορεί να επιβληθεί ποινή φυλάκισης τουλάχιστον 6 μηνών[312].
Συνεπώς και σύμφωνα με τα παραπάνω, ορθότερη κρίνεται η κρατούσα[313] σήμερα στο χώρο της θεωρίας άποψη, κατά την οποία προστατευόμενο έννομο αγαθό της υπό κρίση διάταξης είναι μόνο η ζωή, θέση που επιβεβαιώνεται, άλλωστε, από τη συστηματική ένταξη της έκθεσης στο 15ο κεφάλαιο του ειδικού μέρους του Ποινικού μας Κώδικα, όπου τυποποιούνται τα εγκλήματα κατά της ζωής.

ii) Οι Αντικειμενικές υποστάσεις: Το βασικό έγκλημα της έκθεσης (α. 306 παρ. 1 ΠΚ) μπορεί να τελεστεί με δύο τρόπους, είτε με ενέργεια (έκθεση με στενή έννοια) είτε με παράλειψη (έκθεση με ευρεία έννοια). Είναι επομένως πολύτροπο ή υπαλλακτικά μικτό.

α) Έκθεση με στενή έννοια (α. 306 παρ. 1 εδ. α’ ΠΚ): Για την πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος αυτού απαιτείται μετάθεση του θύματος από μία σχετικά ασφαλή θέση σε μία άλλη σχετικά ανασφαλή. Η αρχική θέση δεν είναι απαραίτητο να είναι απόλυτα ασφαλής, αρκεί η νέα θέση να είναι περισσότερο επισφαλής. Έτσι, το έγκλημα πραγματώνεται και στις περιπτώσεις που το θύμα βρίσκεται ήδη σε κατάσταση κινδύνου, ο οποίος επεκτείνεται δια της μετατοπίσεώς του. Η έκθεση αυτής της μορφής μπορεί να τελεστεί τόσο με θετική ενέργεια όσο και με παράλειψη, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις του α. 15 ΠΚ. Ως αποτέλεσμα της μετατόπισης αυτής τυποποιείται η περιέλευση του θύματος σε αβοήθητη θέση, ήτοι σε κίνδυνο ζωής, χωρίς να υπάρχει δυνατότητα του τελευταίου να βοηθήσει τον εαυτό του. Κατά την ορθότερη άποψη είναι αδιάφορο αν στο τόπο του εγκλήματος υπάρχει ή αναμένεται άλλο πρόσωπο που θα μπορούσε να προσφέρει βοήθεια[314]. Ωστόσο, έχει υποστηριχθεί και η γνώμη ότι το θύμα καθίσταται αβοήθητο όταν δεν μπορεί μεν το ίδιο να αποτρέψει το θάνατό του, αλλά και δεν αναμένεται με πιθανότητες, που αγγίζουν τη βεβαιότητα, ότι θα τον αποτρέψει τρίτος[315]. Η θέση αυτή δεν κρίνεται προκριτέα, διότι ενέχει το μειονέκτημα ότι αφήνει τιμωρητικά ακάλυπτη την ποινικά ενδιαφέρουσα συμπεριφορά της εγκατάλειψης του θύματος έως τη στιγμή της επέλευσης του θανάτου, παρά τη δυνατότητα παροχής σωστικής βοήθειας από κάποιον τρίτον[316].

β)Έκθεση με ευρεία έννοια (α. 306 παρ 1 εδ. β’ ΠΚ): Για την πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος αυτού απαιτείται εγκατάλειψη του θύματος σε θέση αβοήθητη. Κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης, δηλαδή, το θύμα βρίσκεται ήδη σε κίνδυνο ζωής, που δεν μπορεί να αποτρέψει με δικές του δυνάμεις, την αιτιώδη διαδρομή του οποίου παραλείπει να ανακόψει ο δράστης.

Για την κατάφαση παράλειψης κρίσιμο μέγεθος αποτελεί όχι η μη αποτροπή του θανατηφόρου αποτελέσματος, αλλά η έλλειψη παροχής κάθε εφικτού μέτρου που ήταν αναγκαίο για τη διάσωση του θύματος[317].

Το έγκλημα θεωρείται τετελεσμένο όταν ολοκληρώνεται η παράλειψη παροχής βοήθειας. Σύμφωνα με μία άποψη τούτο συμβαίνει αμέσως μετά την άπρακτη παρέλευση της πρώτης χρονικής στιγμής κατά την οποία υπήρξε δυνατότητα ενεργείας[318]. Κατ’ άλλη άποψη, η παράλειψη ολοκληρώνεται με την άπρακτη παρέλευση και της τελευταίας στιγμής κατά την οποία ο δράστης είχε αυτή τη δυνατότητα[319], ενώ μια τρίτη, ενδιάμεση άποψη, εντοπίζει το χρόνο αποπεράτωσης του εγκλήματος στη στιγμή κατά την οποία, εξαιτίας της αδράνειας του δράστη, αλλάζει ποιοτικά ο κίνδυνος για το έννομο αγαθό της ζωής· στη στιγμή δηλαδή από την οποία και μετά ο κίνδυνος δεν δύναται να ανακοπεί με τα ίδια μέσα που θα ήταν εφικτό να ανακόψουν την εξέλιξή του  προς τη βλάβη κατά το χρόνο που γεννήθηκε η υποχρέωση επέμβασης[320].

Δράστες του εγκλήματος μπορούν να είναι μόνον πρόσωπα που συγκεντρώνουν τις περιοριστικά αναφερόμενες στη διάταξη προϋποθέσεις, ήτοι έχουν το θύμα υπό την προστασία τους ή έχουν υποχρέωση να το διατρέφουν και να το περιθάλπουν ή να το μεταφέρουν ή έχουν προκαλέσει τον τραυματισμό του. Ο τελευταίος δεν απαιτείται να είναι άδικος. Αν, επομένως, ο Α τραυματίσει με το αυτοκίνητό του τον Β, που πετάχτηκε ξαφνικά μπροστά του μέσα στη νύχτα, και τον εγκαταλείψει, πληροί του όρους του εγκλήματος της έκθεσης με ευρεία έννοια[321].

γ) Τα εκ του αποτελέσματος διακρινόμενα εγκλήματα (α. 306 παρ. 2 ΠΚ): Στη 2η παράγραφο του α. 306 τυποποιούνται δυο εκ του αποτελέσματος διακρινόμενα εγκλήματα. Για την πραγμάτωση του πρώτου απαιτείται η επέλευση βαριάς σωματικής βλάβης, ενώ για την πραγμάτωση του δευτέρου επέλευση θανάτου, ως περαιτέρω αποτέλεσμα της, υπό στενή ή ευρεία έννοια, τελεσθείσας έκθεσης της παρ. 1. Αποφασιστικό λοιπόν στοιχείο για τη συγκρότηση της αντικειμενικής υπόστασης των εγκλημάτων αυτών είναι η ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου ανάμεσα στην έκθεση και τη βαριά σωματική βλάβη ή το θάνατο. Κατ’ ορθότερη άποψη η αιτιώδης αυτή σχέση θα πρέπει να υφίσταται ανάμεσα στο αποτέλεσμα της έκθεσης της παρ. 1, δηλαδή τον κίνδυνο ζωής, και στο περαιτέρω αποτέλεσμα της μετουσίωσής του σε βλάβη και όχι ανάμεσα στον τρόπο τέλεσης της έκθεσης και στο περαιτέρω αποτέλεσμα της βαριάς σωματικής βλάβης ή του θανάτου. Έτσι, εάν ο Α τραυματίσει με το αυτοκίνητό του τον Β και εν συνεχεία τον εγκαταλείψει, θα ευθύνεται για έκθεση του α. 306 παρ. 2 β’ ΠΚ μόνον στην περίπτωση που ο θάνατος οφείλεται στην εγκατάλειψη. Αν, αντιθέτως, ο θάνατος οφείλεται στον τραυματισμό, θα ενέχεται για θανατηφόρα βαριά σωματική βλάβη και έκθεση της παρ. 1[322].

iii) Οι υποκειμενικές υποστάσεις: Η έκθεση με στενή έννοια δεν έχει ρητή υποκειμενική υπόσταση, αλλά ως πλημμέλημα απαιτεί  δόλο οποιασδήποτε μορφής ως προς όλα τα στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασης (α. 26 ΠΚ). Έτσι, για την πλήρωση της υποκειμενικής υπόστασης ο δράστης πρέπει να γνωρίζει και τουλάχιστον να αποδέχεται ότι το θύμα θα περιέλθει σε κίνδυνο ζωής. Αν αποδέχεται και το θάνατο, εκτός από την ειδική υπόσταση της έκθεσης, συρρέει και ανθρωποκτονία εκ προθέσεως.

Δόλος οποιασδήποτε μορφής απαιτείται και για την πλήρωση της υποκειμενικής υπόστασης της έκθεσης με ευρεία έννοια (α. 27 ΠΚ). Έτσι, ο δράστης πρέπει να γνωρίζει και τουλάχιστον να αποδέχεται ότι το θύμα βρίσκεται σε κίνδυνο ζωής, ότι τελεί σε ιδιαίτερη σχέση μαζί του και ότι παραλείπει να βοηθήσει.

Τέλος, όσον αφορά στην πλήρωση της υποκειμενικής υπόστασης των εκ του αποτελέσματος διακρινόμενων εγκλημάτων, απαιτείται δόλος οποιασδήποτε μορφής ως προς τα στοιχεία του βασικού εγκλήματος και αμέλεια ως προς το παραπέρα αποτέλεσμα της βαριάς σωματικής βλάβης ή του θανάτου. Έχει υποστηριχθεί ότι η διατύπωση του α. 29 ΠΚ, η οποία απαιτεί αποκλειστικά αμέλεια ως προς αποτέλεσμα οδηγεί στο άτοπο της αυστηρότερης τιμώρησης του δράστη όταν επιφέρει από αμέλεια τη βαριά σωματική βλάβη του θύματος σε σχέση με το δράστη που τελεί σε δόλο ως προς αυτήν. Για το λόγο αυτό προτάθηκε η διορθωτική ερμηνεία της διάταξης, ώστε να απαιτείται «τουλάχιστον αμέλεια»[323]. Η πρόταση αυτή προσπαθώντας να ξεπεράσει ένα τιμωρητικό άτοπο οδηγείται σε ένα ακόμη μεγαλύτερο, την ανάλογη ερμηνεία in malam partem, η οποία όπως γνωρίζουμε είναι απαγορευμένη σε κάθε περίπτωση. Η διαπιστούμενη λοιπόν αστοχία στην οποία οδηγεί η σημερινή μορφή της διάταξης του α. 29 μπορεί να διορθωθεί μόνο με νομοθετική παρέμβαση. Το γεγονός αυτό φαίνεται ότι έγινε αντιληπτό από τα μέλη της νομοπαρασκευαστικής επιτροπής του Σχεδίου του Νέου Ποινικού Κώδικα, τα οποία προχώρησαν στην απαραίτητη διόρθωση. Έτσι, το νέο α. 22 ΠΚ , που αναμένεται να αντικαταστήσει το ισχύον α. 29 ΠΚ, ορίζει ότι: «Στις περιπτώσεις που ο νόμος ορίζει ότι κάποια πράξη τιμωρείται με βαρύτερη ποινή όταν έχει ορισμένο αποτέλεσμα η πρόκληση του οποίου τυποποιείται ως αυτοτελές έγκλημα αμέλειας, η ποινή αυτή επιβάλλεται στον αυτουργό ή στο συμμέτοχο μόνο αν το αποτέλεσμα αυτό μπορεί να αποδοθεί τουλάχιστον σε αμέλειά τους, εφόσον η πράξη δεν τιμωρείται βαρύτερα κατ’ άλλη διάταξη».

iv) Συρροές: Το έγκλημα του α. 306 παρ. 1 ΠΚ συρρέει φαινομενικά με το έγκλημα του α. 299 ΠΚ υπέρ του τελευταίου, με βάση την αρχή της επικουρικότητας.

Φαινομενική είναι και η συρροή μεταξύ του α. 306 παρ. 1 και 310 παρ. 1 και 3 ΠΚ υπέρ του τελευταίου, λόγω απορρόφησης. Η αντίθετη άποψη που τάσσεται υπέρ της αληθινής συρροής, με το επιχείρημα της ετερότητας των εννόμων αγαθών δεν κρίνεται ορθή, δεδομένου ότι ο νομοθέτης κατά τη διαμόρφωση της ποινής του α. 310 ΠΚ συναξιολόγησε και τον δημιουργούμενο κίνδυνο για τη ζωή του θύματος. Η κατάφαση αληθινής συρροής στην περίπτωση αυτή θα ισοδυναμούσε με διπλή τιμώρηση της διακινδύνευσης.

Ομοίως, φαινομενική είναι η συρροή μεταξύ του α. 306 παρ. 2 β’ και των α. 310 παρ. 1 και 3 ΠΚ και 302, υπέρ του πρώτου, αλλά και η συρροή μεταξύ του α. 306 παρ. 2 β’ με το α. 299 παρ. 1, υπέρ του δεύτερου λόγω απορρόφησης. Τέλος, ζήτημα γεννάται σχετικά με τη συρροή μεταξύ του α. 306 παρ. 2 β’ και του α. 299 παρ. 2 ΠΚ, δεδομένου ότι η απειλούμενη ποινή του πρώτου είναι βαρύτερη και δεν μπορεί να απορροφηθεί. Σύμφωνα με μία αρκετά πειστική άποψη, εφόσον η ανθρωποκτονία τελέστηκε με βρασμό, τότε, επειδή συντρέχει μειωμένη ενοχή στο πρόσωπο του δράστη, το απειλούμενο για τη θανατηφόρο έκθεση πλαίσιο ποινής μειώνεται στα πλαίσια του α. 83 ΠΚ σε φυλάκιση τουλάχιστον δυο ετών μέχρι κάθειρξη δώδεκα ετών και συνεπώς δεν είναι βαρύτερο της προνομιούχας ανθρωποκτονίας, από την οποία και απορροφάται[324].

 

 

 

 

Ζ.  ΚΡΙΤΙΚΗ ΕΠΙΣΚΟΠΗΣΗ ΤΗΣ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑΣ ΑΠΟ ΤΟ 2000 ΜΕΧΡΙ ΣΗΜΕΡΑ

 

Στο κεφάλαιο αυτό εξετάζονται ορισμένες από τις σημαντικότερες υποθέσεις πολύνεκρων ατυχημάτων που απασχόλησαν το νομικό κόσμο την τελευταία δεκαετία και ο τρόπος αντιμετώπισής του από τη νομολογία. Ειδικότερα:

Ο ΑΠ με το υπ’ αριθμ. 1369/2001 βούλευμά του[325] επικύρωσε την κρίση του υπ’ αριθμ. 323/2000 προσβαλλόμενου βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς[326], το οποίο παρέπεμψε στο ακροατήριο του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου με την κατηγορία της ανθρωποκτονίας κατά συρροή με ενδεχόμενο δόλο, τον πλοίαρχο ενός πεπαλαιωμένου και πλημμελώς συντηρούμενου πλοίου, χωρητικότητας 50-100 ατόμων, ο οποίος το υπερφόρτωσε με 318 λαθρομετανάστες, σε ημέρα που επικρατούσαν δυσμενείς καιρικές συνθήκες, με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί ρήγμα, να κατακλυσθεί από μεγάλη ποσότητα νερού και να βυθιστεί παρασύροντας στο θάνατο 287 από τους επιβαίνοντες. Το Συμβούλιο Εφετών δέχτηκε ότι ο πλοίαρχος του βυθισθέντος πλοίου όσο και ο πλοίαρχος ενός άλλου πλοιαρίου στο οποίο επέβαιναν αρχικά οι αλλοδαποί, εμφορούνταν από ενδεχόμενο δόλο ανθρωποκτονίας, διότι γνώριζαν λόγω της ναυτικής τους εμπειρίας τον κίνδυνο που διέτρεχε το πλοίο να ναυαγήσει, γεγονός και το οποίο αποδέχτηκαν χάριν εξυπηρέτησης του αρκετά υψηλού χρηματικού οφέλους που αποκόμισαν. Το κρίσιμο ερώτημα, που άφησε αναπάντητο το εν λόγω βούλευμα, έγκειται στο πως ήταν δυνατόν οι κατηγορούμενοι να συμβιβάστηκαν με το ενδεχόμενο βύθισης του πλοίου και του πνιγμού των επιβατών του ενώ επέβαιναν και οι ίδιοι σε αυτό. Ο ισχυρότατος αυτός αντενδείκτης της μη νοητής αυτοδιακινδύνευσης δεν αντιπαρατίθεται καν με τον ενδείκτη της φιλοχρηματίας των δραστών σε συνδυασμό με την υποτιθέμενη πεποίθησή τους ότι ως έμπειρα μέλη πληρώματος θα κατάφερναν να σωθούν σε περίπτωση ναυαγίου, καθιστώντας την αιτιολογία του ως άνω βουλεύματος ως προς την κατάφαση του ενδεχόμενου δόλου ελλιπή[327] . Παρόλα αυτά το Ανώτατο Ακυρωτικό μας αρκέστηκε στην διαπίστωση ότι τα περιστατικά που αναφέρονται στο ως άνω βούλευμα, συνιστούν «πράγματι» ενδεχόμενο δόλο ανθρωποκτονίας. Σε κάθε περίπτωση το Συμβούλιο υπήγαγε εσφαλμένα τα πραγματικά περιστατικά στο α. 299 παρ. 1 ΠΚ. Κατ’ ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων θα έπρεπε να παραπέμψει τους κατηγορουμένους στο ακροατήριο για το έγκλημα του α. 291 παρ. 1 γ’ ΠΚ, εφόσον οι δράστες γνώριζαν και συμβιβάστηκαν με το δεδομένο ότι η διεξαγωγή του πλου υπό τις συνθήκες που έλαβε χώρα ήταν επικίνδυνη και ότι από αυτή θα μπορούσε να προκληθεί κίνδυνος για τη ζωή των επιβατών,  ήλπιζαν όμως ή πίστεψαν ότι η πραγμάτωση του κινδύνου δε θα επέλθει, δεδομένου ότι εν δυνάμει θύματα του ναυαγίου ήταν και οι ίδιοι.

Παρόμοια περίπτωση αντιμετώπισε το Ανώτατο Ακυρωτικό στην υπ’ αριθμ. 1630/2002[328] απόφασή του. Ειδικότερα, οι δυο κατηγορούμενοι, επαγγελματίας ναυτικός ο ένας και επαγγελματίας ψαράς ο άλλος, επιβίβασαν σε ένα σκάφος αρκετά παλαιό, κακοσυντηρημένο και στερούμενο των απαραίτητων σωστικών μέσων,  χωρητικότητας 20-25 ατόμων, 68 λαθρομετανάστες με σκοπό να τους μεταφέρουν από τα παράλια της Τουρκίας στην Αττική. Κατά τη διάρκεια του πλου, ο οποίος έλαβε χώρα σε συνθήκες κακοκαιρίας, το σκάφος υπέστη βλάβη με αποτέλεσμα να μείνει ακυβέρνητο, να συγκρουστεί σε ξέρες και να ημιβυθιστεί. Οι λαθρομετανάστες αναγκάστηκαν να πέσουν στη θάλασσα, όπου και παρασύρθηκαν από μεγάλου ύψους κύματα, με αποτέλεσμα να πνιγούν 10 από αυτούς. Αρχικά είχε αποδοθεί στους κατηγορουμένους η κατηγορία της ανθρωποκτονίας εξ’ αμελείας κατά συρροή και η υπόθεση είχε παραπεμφθεί στο Τριμελές Πλημμελειοδικείο, το οποίο όμως έκρινε ότι οι κατηγορούμενοι ενήργησαν με ενδεχόμενο δόλο ανθρωποκτονίας και παρέπεμψε την υπόθεση στο Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο Σύρου. Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε έφεση, επί της οποίας το Τριμελές Εφετείο Αιγαίου, έκρινε ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ορθώς απεκδύθηκε της εξουσίας του να επιληφθεί περαιτέρω της υποθέσεως,  διότι όντως οι κατηγορούμενοι ενήργησαν με ενδεχόμενο δόλο ανθρωποκτονίας· εφόσον γνώριζαν τις ελλείψεις του σκάφους και τη χωρητικότητά του, όταν επιβίβασαν σε αυτό υπεράριθμο πληθυσμό, είχαν κατά νου τη δυνατότητα να τεθεί κίνδυνος για τη ζωή και τη σωματική τους ακεραιότητα, παρά ταύτα επιχείρησαν τη μεταφορά, αποδεχόμενοι προφανώς το ενδεχόμενο επέλευσης του αποτελέσματος. Ως προς τον αντενδείκτη της μη νοητής αυτόδιακινδύνευσης που επικαλέστηκαν οι κατηγορούμενοι, το δικαστήριο απάντησε ότι το κριτήριο αυτό δεν είναι απροσπέλαστο, καθόσον οι δράστες ως έμπειροι ναυτικοί είχαν τη γνώση να αντιμετωπίζουν τους κινδύνους της θάλασσας, ενώ για παν ενδεχόμενο διέθεταν μια μικρή λέμβο, την οποία κ χρησιμοποίησαν όταν έλαβε χώρα το ναυάγιο. Η απόφαση αυτή επικυρώθηκε από τον Άρειο Πάγο ως πλήρως αιτιολογημένη και εμπεριστατωμένη, χωρίς να ληφθεί υπόψη ότι η θεμελίωση του βουλητικού στοιχείου του ενδεχόμενου δόλου στηρίχθηκε σχεδόν αποκλειστικά στην κατάφαση του γνωσιολογικού στοιχείου. Υπ’ αυτές τις συνθήκες θα μπορούσε πράγματι να συντρέχει αποδοχή του εγκληματικού αποτελέσματος εκ μέρους των δραστών. Αυτό όμως είναι κάτι που θα έπρεπε να προκύπτει από αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, ικανά να ωθήσουν τη «ζυγαριά» της υπαιτιότητας στην πλευρά του δόλου, δεδομένου ότι το γνωσιολογικό στοιχείο αποτελεί  γνώρισμα τόσο του ενδεχόμενου δόλου όσο και της ενσυνείδητης αμέλειας, ενώ σε περίπτωση ύπαρξης έστω και μιας μικρής αμφιβολίας, εφαρμοστέα θα έπρεπε να είναι η επιεικέστερη για τον κατηγορούμενο εκδοχή. Σε κάθε περίπτωση εφαρμοστέα και εν προκειμένω έπρεπε να είναι η διάταξη του α. 291 παρ. 1 γ’. Εάν δε προέκυπτε δόλος ανθρωποκτονίας, τότε θα εφαρμοζόταν η βασική μορφή του εγκλήματος της διατάραξης, η οποία θα συνέρρεε αληθινά με τις ανθρωποκτονίες εκ προθέσεως.

Με περίπτωση ναυαγίου ασχολήθηκε και η υπ’ αριθμ. 1441/2002 απόφαση του ΑΠ[329]. Το βυθισθέν πλοίο ήταν καταταγμένο στον Γαλλικό Νηογνώμονα, λόγω όμως των εκτεταμένων φθορών που έφερε του αφαιρέθηκαν όλα τα πιστοποιητικά ναυσιπλοΐας με οριστική άρνηση των αρμοδίων να εκδώσουν καινούργια. Για το λόγο αυτό οι εκπρόσωποι της εταιρίας αποφάσισαν να ζητήσουν την εγγραφή του πλοίου στον Ελληνικό Νηογνώμονα. Ο αρμόδιος επιθεωρητής του Ελληνικού Νηογνώμονα μετά από λεπτομερειακή εξέταση του πλοίου, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ήταν εντελώς ακατάλληλο για ναυσιπλοΐα. Πλην όμως μετά από εντολή του κατηγορουμένου, ο οποίος ήταν προϊστάμενός του και μετά από συμπαιγνία πέτυχε την έκδοση προσωρινών πιστοποιητικών αξιοπλοΐας, εισηγήθηκε την κατάταξη του. Αποτέλεσμα αυτής της παρανομίας ήταν να κοπεί στα δυο το πλοίο κατά τη διάρκεια του πλου και να βυθιστεί, παρασέρνοντας στο θάνατο και τα 24 μέλη του πληρώματός του. Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Πειραιώς έκρινε τον κατηγορούμενο ένοχο ανθρωποκτονίας από αμέλεια κατά συρροή και πρόκλησης ναυαγίου από αμέλεια και μάλιστα ασυνείδητης, με την αιτιολογία ότι δεν προείδε τα αποτελέσματα της αμελούς συμπεριφοράς του, ήτοι της έκδοσης των πιστοποιητικών αξιοπλοΐας, στην οποία όφειλε και μπορούσε να μην προβεί, λόγω των ιδιοτήτων του πλοίου, αλλά και των προσωπικών του ικανοτήτων ως μηχανολόγου- ναυπηγού, αν επιδείκνυε τη στοιχειώδη προσοχή, επιμέλεια και ευσυνειδησία, ελέγχοντας με προσοχή το φάκελο του πλοίου και όλα τα στοιχεία της διαδικασίας κατατάξεώς του. Η απόφαση αυτή, στην οποία ουδόλως επαρκώς θεμελιώνεται η κρίση περί κατάφασης άνευ συνειδήσεως αμέλειας, καθώς η τελεσθείσα παραπλάνηση του επιθεωρητή ωθεί στην κατάφαση ενσυνείδητης αμέλειας τουλάχιστον,  επικυρώθηκε ως πλήρως αιτιολογημένη από το Ανώτατο Ακυρωτικό. Ένα από τα εύλογα ερωτήματα που γεννά η νομολογία του ΑΠ έγκειται στο πώς είναι δυνατόν να εμφορούνται από ενδεχόμενο δόλο οι κατηγορούμενοι των προαναφερθεισών περιπτώσεων, που ήταν εν δυνάμει θύματα της επικίνδυνης συμπεριφοράς τους, και από άνευ συνειδήσεως αμέλεια ο κατηγορούμενος της υπό κρίση περίπτωσης[330].

Μία σειρά βουλευμάτων και αποφάσεων ασχολήθηκαν εκτενώς με την υπόθεση ναυαγίου του πλοίου ΕΞΠΡΕΣ ΣΑΜΙΝΑ. Τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης έχουν εν ολίγοις ως εξής: το απόγευμα της 26η Σεπτεμβρίου 2000 το πλοίο απέπλευσε από το λιμάνι του Πειραιά με προορισμό τους Λειψούς Δωδεκανήσου με ενδιάμεσες προσεγγίσεις στα λιμάνια της Πάρου, της Νάξου, της Ικαρίας και της Πάτμου. Στο πλοίο επέβαιναν 533 άτομα, εκ των οποίων τα 472 ήταν επιβάτες και τα υπόλοιπα 61 αποτελούσαν το πλήρωμα. Κατά τη διάρκεια του πλου και περί ώρα 22.15’, λόγω πλημμελών χειρισμών του έχοντος την εποπτεία της γέφυρας και του κυβερνήτη του σκάφους, το τελευταίο προσέκρουσε στις βραχονησίδες «Πόρτες», βορειοδυτικά της Πάρου, με αποτέλεσμα να δημιουργηθούν μια σειρά από ρήγματα στη δεξιά πλευρά του πλοίου, διαμέσου των οποίων εισχώρησαν γρήγορα μεγάλες ποσότητες νερού στο μηχανοστάσιο και εν συνεχεία, λόγω των ανοιχτών υδατοστεγών θυρών, στα παρακείμενα και υπερκείμενα στεγανά διαμερίσματα του πλοίου. Το ατυχές συμβάν βρήκε το πλήρωμα ανέτοιμο να αντιμετωπίσει την κατάσταση ∙ δεν ενεργοποιήθηκε ο γενικός συναγερμός, δεν ενημερώθηκαν έγκαιρα οι επιβάτες, πολλά μέλη του πληρώματος δεν ήταν ενδεδυμένα με την ενδεικνυόμενη στολή, με αποτέλεσμα να μην μπορούν να διακρίνουν οι επιβάτες τα αρμόδια πρόσωπα από τα οποία έπρεπε να ζητήσουν βοήθεια, αρκετά από τα μέλη του πληρώματος εγκατέλειψαν το πλοίο αφήνοντας αβοήθητους του επιβάτες, τα δε σωστικά μέσα ήταν ανεπαρκή για να καλύψουν τις ανάγκες 533 ατόμων, ενώ οι υπάρχουσες σωσίβιες λέμβοι, πλην τριών, λόγω της κακής συντήρησής τους ήταν αδύνατο να καθαιρεθούν, με αποτέλεσμα να πεταχτούν στη θάλασσα και να παρασυρθούν από τον άνεμο και τα κύματα, χωρίς να χρησιμοποιηθούν από τους ναυαγούς.  Στις 23.00’ περίπου και μέσα σε αυτή την κατάσταση πανικού και φρίκης, το πλοίο βυθίστηκε, παρασύροντας στο θάνατο 80 από τους επιβαίνοντες, ενώ άλλοι 67 υπέστησαν σοβαρές σωματικές κακώσεις.

Αρχικά, μεταξύ άλλων, ασκήθηκε ποινική δίωξη κατά του πλοίαρχου, του υποπλοιάρχου, του μηχανικού και του ασυρματιστή του Σάμινα για τέλεση με ενδεχόμενο δόλο των εγκλημάτων της ανθρωποκτονίας κατά συρροή (α. 299 παρ.1 ΠΚ), της επικίνδυνης σωματικής βλάβης κατά συρροή (α. 308 παρ. 1 και 309 ΠΚ), της πρόκλησης ναυαγίου βασικής μορφής (α. 277 περ. α’ και β’ ΠΚ), της διατάραξης της ασφάλειας της υδάτινης συγκοινωνίας βασικής μορφής (α. 291 παρ.1 α’ και β’ ΠΚ) και της έκθεσης κατά συρροή από την οποία προήλθε θάνατος (α. 306 παρ. 2 β’ ΠΚ).

Το Συμβούλιο Εφετών Αιγαίου με το υπ’ αριθμ. 71/2002[331] βούλευμά του μετέβαλε την κατηγορία, σε ανθρωποκτονία εξ’ αμελείας κατά συρροή (α. 302 ΠΚ), σωματική βλάβη εξ’ αμελείας κατά συρροή ( α. 314 ΠΚ), πρόκληση ναυαγίου από αμέλεια (α. 278 ΠΚ), διατάραξη της ασφάλειας της υδάτινης συγκοινωνίας από αμέλεια (α. 291 παρ. 2 ΠΚ), και έκθεση ( α. 306 παρ. 1 ΠΚ), παραπέμποντας τους κατηγορουμένους στο Τριμελές Πλημμελειοδικείο Σύρου. Το Συμβούλιο έκανε δεκτό ότι για την κατάφασή του ενδεχόμενου δόλου απαιτείται η συνδρομή τόσο του γνωσιολογικού όσο και του βουλητικού στοιχείου. Το βουλητικό στοιχείο συνίσταται στην εσωτερική συμφωνία του δράστη προς το αποτέλεσμα ∙ ο δράστης πρέπει να επιδοκιμάζει αυτό που η έννομη τάξη αποδοκιμάζει. Όσον αφορά το γνωσιολογικό στοιχείο, ο πήχης του  πρέπει να είναι αρκούντως υψηλός. Ως προς το τι σημαίνει αυτό, το Συμβούλιο παραπέμπει αφενός, σε μια ποσοστιαία αντιμετώπισή του, υπό την έννοια ότι ο δράστης θα πρέπει να θεωρεί την επέλευση του εγκληματικού αποτελέσματος το ίδιο πιθανή με τη μη επέλευσή του, και αφετέρου σε μια στάθμιση συμφερόντων, υπό την έννοια ότι ο δράστης έλαβε σοβαρά υπόψη του το ενδεχόμενο πραγμάτωσης της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος και αφού το στάθμισε με ό, τι επιδίωκε μέσω της πράξης του, έκρινε το τελευταίο ως τόσο σημαντικό, ώστε έστω κι αν το αξιόποινο αποτέλεσμα δεν ήταν γι’ αυτόν ούτε επιδοκιμαστέο, ούτε απολύτως αδιάφορο, αλλά αντιθέτως αντιπαθές, αποφάσισε να προχωρήσει στην πράξη του, απλώς ελπίζοντας ευχόμενος ότι τελικά δε θα επέλθει. Με βάση το ανωτέρω σκεπτικό κατέληξε στο πόρισμα ότι οι δράστες προείδαν μεν ως πιθανή τη βύθιση του πλοίου, όμως από επιπολαιότητα και αφροντιστία για την προστασία των εννόμων αγαθών δεν έλαβαν σοβαρά υπόψη τους το ενδεχόμενο πραγμάτωσης της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της πρόκλησης ναυαγίου και των άλλων αδικημάτων που συνδέονται με αυτό, πιστεύοντες ότι δε θα επέλθει. Το βούλευμα θεμελίωσε την έλλειψη ψυχικού συνδέσμου των κατηγορουμένων με το αποτέλεσμα, στηριζόμενο στον αντενδείκτη της μη νοητής αυτοδιακινδύνευσης. Όσον αφορά στο έγκλημα της έκθεσης, το Συμβούλιο έκρινε ότι οι κατηγορούμενοι εμφορούνταν από ενδεχόμενο δόλο, διότι προέβλεψαν ότι η παράλειψή τους για παροχή οφειλόμενης βοήθειας  θα είχε ως αναγκαία συνέπεια την παράταση της αβοήθητης κατάστασης, αλλά ήλπισαν ότι θα υπάρξει κάποιος τρόπος διάσωσης των εναπομεινάντων επιβατών. Δεν θα μπορούσαν να έχουν πίστη, ενόψει της επικίνδυνης κατάστασης που είχε δημιουργηθεί, αλλά απλή ελπίδα, η οποία εντάσσεται στο πεδίο του ενδεχόμενου δόλου.

Το Συμβούλιο κατά την έκδοση του βουλεύματος αυτού υπέπεσε στις εξής πλημμέλειες: ενώ μείζονα πρόταση του συλλογισμού του κάνει λόγο για επιδοκιμασία του εγκληματικού αποτελέσματος ως προϋπόθεση για την κατάφαση του βουλητικού στοιχείου του ενδεχόμενου δόλου, εν συνεχεία κάνει δεκτή τη θεωρία της αποδοχής του κινδύνου, μεταθέτοντας το αντικείμενο του δόλου στον κίνδυνο. Το Συμβούλιο με άλλα λόγια, συμπεριέλαβε, συνδύασε δυο ασυμβίβαστες και αλληλοαποκλειόμενες μεταξύ τους θεωρίες για τον ενδεχόμενο δόλο, αφού η πρώτη απαιτεί επιδοκιμασία του εγκληματικού αποτελέσματος, ενώ η δεύτερη δεν απαιτεί καν υποκειμενική επικάλυψη του αποτελέσματος, το οποίο μπορεί κάλλιστα να είναι και ανεπιθύμητο στο δράστη. Περαιτέρω, εσφαλμένη θεωρώ την υπαγωγή της συμπεριφοράς των δραστών στην παρ. 2 του α. 291 ΠΚ. Εφόσον προείδαν ως πιθανή τη βύθιση του πλοίου, γνώριζαν ότι η διεξαγωγή της ναυσιπλοΐας ήταν επικίνδυνη και ότι από αυτή μπορούσε να προκύψει κίνδυνος για πράγματα και για άνθρωπο, στοιχεία επαρκή για την πλήρωση της υποκειμενικής υπόστασης του α. 291 παρ. 1 περ. α’ και β’. Στο μέτρο δε που το περαιτέρω αποτέλεσμα της πραγμάτωσης του κινδύνου και της μετουσίωσής του σε βλάβη οφείλεται σε αμέλεια των κατηγορουμένων, η συμπεριφορά τους πληροί την ειδική υπόσταση του α. 291 παρ. 1 γ’ ΠΚ.

Το παραπάνω βούλευμα αναιρέθηκε λόγω έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, δυνάμει του υπ’ αριθμ. 500/2003[332] βουλεύματος του ΑΠ.

Το Συμβούλιο Εφετών Αιγαίου, στο οποίο παρέπεμψε ξανά την υπόθεση ο ΑΠ, αποφάνθηκε με το υπ’ αριθμ. 88/2003[333] βούλευμά του ότι οι κατηγορούμενοι ευθύνονται για την τέλεση των προαναφερθέντων εγκληματών με ενδεχόμενο δόλο, με την αιτιολογία ότι « γνώριζαν ότι εξαιτίας των παραπάνω πράξεων και παραλείψεων τους ήταν πιθανό- ενδεχόμενο να προκληθεί ναυάγιο και συνεπεία αυτού ως περαιτέρω αποτέλεσμα ο θάνατος των επιβαινόντων, ο οποίος και επήλθε, και αποδέχτηκαν το αποτέλεσμα αυτό, με την έννοια ότι συμβιβάστηκαν- συγκατατέθηκαν ως προς αυτό, αν και δεν το επιθυμούσαν, ελπίζοντας ότι δεν θα επέλθει». Το σφάλμα του βουλεύματος αυτού έγκειται στο ότι εντάσσει στην έννοια του ενδεχόμενου δόλου την αποδοχή σε συνδυασμό με την ελπίδα αποφυγής του αποτελέσματος. Πρόκειται όμως για δυο αντιφατικές έννοιες. Όποιος ελπίζει στην μη επέλευση του αποτελέσματος δεν μπορεί παράλληλα να το αποδέχεται, να συγκατατίθεται με αυτό.

Και αυτό το βούλευμα όμως αναιρέθηκε από το υπ’ αριθμ. 1661/2004[334] βούλευμα του ΑΠ, λόγω εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του α. 27 παρ. 1 ΠΚ. Ειδικότερα, έγινε δεκτό ότι για την κατάφαση του ενδεχόμενου δόλου απαιτείται να διακριβωθεί ότι ο δράστης προέβλεψε ως δυνατό το εγκληματικό αποτέλεσμα, συνεπεία της ενέργειας ή της παράλειψής του και το αποδέχτηκε. Η έννοια του δόλου λοιπόν, συντίθεται τόσο από το γνωστικό όσο και από το βουλητικό στοιχείο, τα οποία είναι στενά συνδεδεμένα και ισότιμα μεταξύ τους, και ως εκ τούτου δεν αρκεί μόνον η γνώση του υψηλού κινδύνου επέλευσης του αποτελέσματος για να μεταβάλλει μια βαριά έστω παράβαση του οικείου καθήκοντος επιμελείας σε ενδεχόμενο δόλο. Το δε βουλητικό στοιχείο της αποδοχής δεν μπορεί να καταφαθεί κατ’ αντικειμενική κρίση, όταν ο δράστης καθίσταται και ο ίδιος εν δυνάμει θύμα της συμπεριφοράς του ή όταν δεν προκύπτει κάποιο λογικό κίνητρο για την διάπραξη του εγκλήματος. Πλην όμως, το αναιρεσιβαλλόμενο βούλευμα αρκέστηκε για τη θεμελίωση του ενδεχόμενου δόλου στη διακρίβωση του γνωστικού στοιχείου, υπολαμβάνοντας προδήλως ότι το βουλητικό στοιχείο τεκμαίρεται από τον υψηλό κίνδυνο επέλευσης των εγκληματικών αποτελεσμάτων, χωρίς να μνημονεύονται τα πραγματικά περιστατικά που υποδηλώνουν ότι οι δράστες κατά την κρίσιμη χρονική στιγμή δεν απώθησαν από τη συνείδησή τους την παράσταση των εγκληματικών αποτελεσμάτων και τα αποδέχτηκαν και χωρίς να διαλαμβάνεται κάποιο λογικό κίνητρο για αυτή την αποδοχή, δεδομένου ότι και οι ίδιοι ήταν εν δυνάμει θύματα της συμπεριφοράς τους.

Πρόκειται για μια αξιόλογη απόφαση, η οποία επικροτήθηκε από την επιστήμη[335], διότι αποκαθιστά τις δογματικές ατασθαλίες των προηγούμενων βουλευμάτων προκρίνοντας την εναρμονισμένη με τον ποινικό μας κώδικα θεωρία της αποδοχής και απαιτώντας ειδική αιτιολογία και ως προς τα δυο στοιχεία του ενδεχόμενου δόλου, ειδικά όταν συντρέχει ο ισχυρότατος αντενδείκτης της μη νοητής αυτοδιακινδύνευσης.

Τα παραπάνω έγιναν δεκτά και από το Συμβούλιο Εφετών Αιγαίου, το οποίο με το υπ’ αριθμ. 122/2004[336] βούλευμά του παρέπεμψε τους κατηγορουμένους στο  ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αιγαίου προκειμένου να δικαστούν για τα εγκλήματα της ανθρωποκτονίας από αμέλεια (302 ΠΚ) κατά συρροή, της σωματικής βλάβης από αμέλεια (α. 314 ΠΚ) κατά συρροή, της πρόκλησης ναυαγίου από αμέλεια (α. 278 ΠΚ), της διατάραξης της υδάτινης συγκοινωνίας από αμέλεια (α. 291 παρ. 2 ΠΚ) και της έκθεσης (α. 306 παρ. 1 ΠΚ).

Το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Πειραιά, στο οποίο παραπέμφθηκε η υπόθεση, δυνάμει του υπ’ αριθμ. 272/2005[337] βουλεύματος του ΑΠ, προς εξασφάλιση της ασφαλούς διεξαγωγής της δίκης, καταδίκασε με τις υπ’ αριθμ. 368, 369, 449, 450, 458, 518, 570/2005 και 1, 2, 45, 54, 100, 142, 143/2006 αποφάσεις του[338] τους κατηγορουμένους για τα εγκλήματα της ανθρωποκτονίας από αμέλεια (α. 302 ΠΚ) κατά συρροή, της σωματικής βλάβης από αμέλεια (α.314 ΠΚ) κατά συρροή, της πρόκλησης ναυαγίου από αμέλεια (α. 278 ΠΚ) και της διατάραξης της ασφάλειας της υδάτινης συγκοινωνίας με ενδεχόμενο δόλο, από την οποία προήλθε θάνατος (α. 291 παρ. 1 περ. γ’ ΠΚ). Το δικαστήριο ναι μεν κατέληξε σε ορθά αποτελέσματα ως προς την εφαρμογή των ποινικών διατάξεων, πλην όμως υπέπεσε στο σφάλμα ότι στη μείζονα πρόταση του συλλογισμού του για τον ενδεχόμενο δόλο, εφάρμοσε τη θεωρία της αποδοχής του κινδύνου.

Τα παραπάνω έγιναν δεκτά τόσο από το Πενταμελές Εφετείο Κακουργημάτων Πειραιά, όσο και από τον ΑΠ, ο οποίος επικύρωσε τα πορίσματα του Εφετείου με την υπ’ αριθμ. 1530/2008[339] απόφασή του, απορρίπτοντας τις αιτήσεις αναιρέσεως των κατηγορουμένων, ενώ παρέπεμψε στην Ολομέλεια το ζήτημα της συρροής μεταξύ του εγκλήματος του α. 291 παρ. 1 περ. γ’ και των εγκλημάτων των α. 302 και 314 ΠΚ. Η Ολομέλεια του ΑΠ με την υπ’ αριθμ. 4/2010[340] απόφαση έλυσε σωστά το ζήτημα, αποφαινόμενη ότι τα εγκλήματα συρρέουν φαινομενικά, εφαρμοσμένης της αρχή της απορρόφησης.

Τρία χρόνια μετά το ναυάγιο του Σάμινα, η νομολογία κλήθηκε να αντιμετωπίσει ένα ακόμη πολύνεκρο ατύχημα, αυτή τη φορά στο χώρο της οδικής συγκοινωνίας. Ειδικότερα, στις 13-4-2003 και ώρα 13:00 περίπου ξεκίνησε από τον Προβατώνα Έβρου με προορισμό τον Πειραιά μια νταλίκα μεγάλου κυβισμού μετά ρυμουλκούμενου, η οποία μετέφερε εμπορικό φορτίο αποτελούμενο από μυριοσανίδες επενδυμένες με μελαμίνη. Το όχημα βρισκόταν σε κακή κατάσταση, καθώς οι ιμάντες του ήταν παλαιοί και φθαρμένοι, έλλειπαν επιδαπέδιοι κρίκοι που χρησίμευαν στην αγκύρωση των ιμάντων, μέρος των ελαστικών του ήταν φθαρμένα και καμένα, η πίσω πόρτα του ρυμουλκούμενου δεν έκλεινε, η συσκευή καταγραφής της ταχύτητας έφερε ροοστάτη, ώστε να μπορεί ο οδηγός να υπερβαίνει το νόμιμο όριο της και το μεταφερόμενο φορτίο ήταν υπέρβαρο και πλημμελώς δεμένο με δυο μόνον μεταλλικά τσέρκια. Το απόγευμα και περί ώρα 17.15’ το όχημα διερχόταν από την περιοχή των Τεμπών, όπου ο δρόμος είναι κατηφορικός με στενή κλίση και αρκετές στροφές. Τη στιγμή που εισήλθε σε μία από αυτές της στροφές, λόγω της αυξημένης ταχύτητας με την οποία κινούνταν, το υπέρβαρο φορτίο του ρυμουλκούμενο μετατοπίστηκε, ο οδηγός έχασε τον έλεγχο, μπήκε στο αντίθετο ρεύμα και συγκρούστηκε πλαγιομετωπικά με αντίθετα διερχόμενο τουριστικό λεωφορείο, στο οποίο επέβαιναν 49 μαθητές και 3 καθηγητές που επέστρεφαν από σχολική εκδρομή. Συνεπεία της σύγκρουσης αυτής, κόπηκαν τα μεταλλικά τσέρκια και ένα μέρος του φορτίου εκτινάχτηκε στο εσωτερικό του λεωφορείου, προκαλώντας το θάνατο 21 μαθητών και σωματικές βλάβες σε άλλους 25 μαθητές, 2 καθηγητές και τον οδηγό.

Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Λάρισας με το υπ’ αριθμ. 130/2004[341] βούλευμά του, παρέπεμψε στο ακροατήριο του Μικτού Ορκωτού δικαστηρίου της Λάρισας τον οδηγό, τους συνιδιοκτήτες της νταλίκας, τον υπεύθυνο φόρτωσης του εμπορεύματος, και τους διευθυντές της εταιρίας, με την κατηγορία της τέλεσης με ενδεχόμενο δόλο των εγκλημάτων της ανθρωποκτονίας (α. 299 παρ. 1 ΠΚ ) κατά συρροή, της επικίνδυνης και βαριάς σωματικής βλάβης κατά συρροή (α. 309 και 310 παρ. 1 ΠΚ), της διατάραξης της ασφάλειας της οδικής συγκοινωνίας (α. 290 παρ. 1 α’ ΠΚ), υιοθετώντας το εξής σκεπτικό: «Κατά τη διάταξη του α. 27 παρ.1 εδ. β’ ΠΚ, ενδεχόμενος δόλος συντρέχει, όταν ο δράστης γνωρίζει ότι από την πράξη του ενδέχεται να παραχθεί συγκεκριμένο εγκληματικό αποτέλεσμα και το αποδέχεται, με την έννοια ότι το επιδοκιμάζει ή τουλάχιστον συμβιβάζεται με αυτό, έστω και αν δεν επιθυμεί την επέλευσή του προκειμένου να επιτύχει κάποιο άλλο σκοπό. Έτσι στον ενδεχόμενο δόλο συγκαταλέγονται και οι περιπτώσεις που ο δράστης αποδέχτηκε το αποτέλεσμα, παρότι του ήταν δυσάρεστο, καθώς  και εκείνες που ο δράστης αδιαφορεί για το αποτέλεσμα , αρκεί ότι έχει συμβιβαστεί ψυχικά με το ενδεχόμενο επέλευσής του, και, υπ’ αυτή την έννοια το αποδέχεται… Ο ενδεχόμενος δόλος ενέχει μια αποδοχή που αφορά όχι σε αυτό το ίδιο εγκληματικό αποτέλεσμα, που μπορεί και να το επιδοκιμάζει, αλλά στον κίνδυνο, στο ενδεχόμενο πραγμάτωσής του. Με την αποδοχή του σοβαρού κινδύνου συμβαδίζει ωστόσο και μία έμμεση αποδοχή του ίδιου του αποτελέσματος…Από ενσυνείδητη αμέλεια δε πράττει όποιος προέβλεψε το αποτέλεσμα ως δυνατό, αλλά πίστεψε ότι δεν θα επέλθει…» για να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι οι κατηγορούμενοι εμφορούνταν από ενδεχόμενο δόλο, διότι, ενώ γνώριζαν ότι από τις πράξεις και τις παραλείψεις τους υπήρχε το ενδεχόμενο να προκληθεί τροχαίο ατύχημα με συνέπεια το θάνατο και τις σωματικές βλάβες άλλων ανθρώπων, αδιαφόρησαν και συμβιβάστηκαν με το αποτέλεσμα αυτό, αν και δεν επιθυμούσαν την επέλευσή του, ελπίζοντας απλώς ότι αυτό δεν θα επέλθει, ενώ είχαν ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να το αποτρέψουν.

Το παραπάνω βούλευμα είναι πραγματικά άξιον σχολιασμού. Ενώ στο πρώτο μέρος της μείζονος πρότασης κάνει αποδεκτή τη θεωρία της αποδοχής, όπως αυτή αποτυπώνεται στον ποινικό μας κώδικα, εν συνεχεία κάνει λόγο για αποδοχή του σοβαρού κινδύνου πραγμάτωσης της αντικειμενικής υπόστασης και μόνον, από την οποία συνάγεται αναπόδραστα και αποδοχή του αποτελέσματος, για να καταλήξει στην ένταξη της αδιαφορίας ως προς την επέλευση του αποτελέσματος και της ελπίδας αποφυγής του επίσης στην έννοια της αποδοχής του αποτελέσματος ! Το Συμβούλιο στην ουσία προχώρησε σε ένα συνδυασμό γνωσιολογικών και βουλητικών θεωριών καταλήγοντας, όπως ήταν αναμενόμενο, σε παράλογα  συμπεράσματα. Συμβιβασμός με την επέλευση του αποτελέσματος, αδιαφορία ως προς αυτήν και ελπίδα αποφυγής της είναι τρεις διαφορετικές και αλληλοαποκλειόμενες μεταξύ τους έννοιες. Ο δράστης που συμβιβάζεται με την επέλευση του αποτελέσματος, επειδή θεωρεί σημαντικότερη την επίτευξη του στόχου του, δεν ελπίζει στην αποφυγή του. Ο δράστης που αδιαφορεί για την επέλευση του αποτελέσματος, απλά δεν ενδιαφέρεται γι’ αυτό, δε νιώθει τίποτα, δεν συνδέεται συναισθηματικά μαζί του, ούτε το αποδέχεται ούτε εύχεται την αποφυγή του.

Κατά του ανωτέρω βουλεύματος ασκήθηκε έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε το υπ’ αριθμ. 179/2004[342] βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Λάρισας, δυνάμει του οποίου μεταβλήθηκε η κατηγορία σε ανθρωποκτονία εξ’ αμελείας (α. 302 ΠΚ)κατά συρροή, σωματική βλάβη από αμέλεια (α. 314 ΠΚ) κατά συρροή και διατάραξη της ασφάλειας των συγκοινωνιών από την οποία προήλθε θάνατος (α. 290 παρ. 1 περ.β’ ΠΚ). Το Συμβούλιο υιοθετώντας τη θεωρία της αποδοχής και κάνοντας σωστή χρήση των αντενδείξεων του ενδεχόμενου δόλου αποφάνθηκε ότι οι δράστες γνώριζαν και αποδέχτηκαν τη δυνατότητα δημιουργίας κινδύνου για τη ζωή και την υγεία άλλων ανθρώπων, όχι όμως και την ίδια τη δημιουργία του, πόσο δε μάλλον την μετουσίωσή του σε βλάβη. Ειδικότερα, αναφέρει ότι «στις περιπτώσεις που η επιλογή του δράστη οδηγεί αντικειμενικά στην αυτοδιακινδύνευσή του, κατά κανόνα πρέπει να αποκλείεται ο δόλος εκτός αν αυτός εμφορείται από σκοπό αυτοκτονίας ή έχει λάβει τα μέτρα του» ενώ περαιτέρω, «αντίκειται, στη λογική εμφρόνων ανθρώπων να επιλέξουν κάποια συμπεριφορά καταστροφική γι’ αυτούς αντί κάποιου κέρδους, αφού οι συνέπειες από τη θανάτωση και ενός μόνο ανθρώπου οδηγούν σε αφανισμό της περιουσίας, στέρηση της προσωπικής ελευθερίας και οικονομικές αποζημιώσεις». Οι παραπάνω παραδοχές του Συμβουλίου επικυρώθηκαν αμετάκλητα από το υπ’ αριθμ. 2313/2004[343] βούλευμα του ΑΠ και η υπόθεση πήρε το δρόμο για το ακροατήριο.

Τόσο το πρωτοβάθμιο δικαστήριο όσο και το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Λάρισας[344] καταδίκασαν τους κατηγορουμένους για τα εγκλήματα της ανθρωποκτονίας από αμέλεια (α. 302 ΠΚ) κατά συρροή, της σωματικής βλάβης από αμέλεια (α. 314 ΠΚ) κατά συρροή και της διατάραξης της ασφάλειας της οδικής συγκοινωνίας με ενδεχόμενο δόλο από την οποία επήλθε θάνατος (α. 290 παρ. 1 περ. β’ ΠΚ). Το σφάλμα και των δυο δικαστηρίων της ουσίας έγκειται στο ότι τάχθηκαν υπέρ της αληθινής συρροής μεταξύ του εγκλήματος της θανατηφόρας διατάραξης της οδικής συγκοινωνίας και των εγκλημάτων της ανθρωποκτονίας από αμέλεια και της σωματικής βλάβης από αμέλεια, καταλήγοντας σε ανεπιεική αποτελέσματα κατά την επιμέτρηση της ποινής.

 

Επίλογος.

 

Νιώθω την ανάγκη να κλείσω την παρούσα εργασία επισημαίνοντας, δανειζόμενη τα λόγια του αείμνηστου Καθηγητή Ι. Μανωλεδάκη, ότι  «το Ποινικό Δίκαιο δεν είναι μόνο μέτρο προστασίας, αλλά και μέτρο ελευθερίας»[345]∙ η αποστολή του δεν έγκειται μόνο στην προστασία των εννόμων αγαθών από την προσβολή τους, αλλά και στην προστασία του ατόμου από μια άδικη καταδίκη. Δεν μπορώ να σκεφτώ όμως καθαρότερο παράδειγμα άδικης καταδίκης από την επιβολή ποινής για ένα έγκλημα εκ προθέσεως χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις του δόλου. Για το λόγο αυτό καθίσταται αναγκαία η διαπίστωση από τους εφαρμοστές του δικαίου της κατάφασης τόσο του γνωστικού όσο και του βουλητικού στοιχείου του δόλου ως προς όλα τα στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασης, χωρίς να συγχωρείται οποιαδήποτε έκπτωση χάριν εξυπηρέτησης κάποιων σκοπιμοτήτων, όπως η ικανοποίηση του κοινού περί Δικαίου αισθήματος ,το οποίο απαιτεί σε πολύκροτες υποθέσεις την παραδειγματική τιμωρία των κατηγορουμένων με τη βαρύτερη δυνατή ποινή, έστω κι αν αυτή δε βρίσκει έρεισμα στις διατάξεις του νόμου.

Η νομολογία μπορεί να βρήκε εν τέλει το σωστό δρόμο για την αντιμετώπιση των πολύνεκρων ατυχημάτων, «ανακαλύπτοντας» τις διατάξεις των α. 277, 290 και 291 ΠΚ, η τάση της όμως να ολισθαίνει σε δογματικές αλλοιώσεις, όταν το υπάρχον νομικό οπλοστάσιο φαίνεται  να μην εξυπηρετεί τους επιδιωκόμενους σκοπούς της, άφησε μια πικρή γεύση στον κόσμο της επιστήμης και αποτέλεσε αφορμή για σοβαρό προβληματισμό.

Βιβλιογραφία

Ελληνική

Αιτιολογική Έκθεσις του Σχεδίου Ελληνικού Ποινικού Κώδικος, εκ του Εθνικού Τυπογραφείου, 1933.

Αλεξιάδου Γ., Αρχαίον Ελληνικόν Δίκαιον, Θεμελιώδεις έννοιαι, Πρώιμοι νομοθεσίαι, 1989.

 ▪ Ανδρουλάκη Ν., Η εξωτερική αμέλεια, ΠοινΧρ. Κ’/1970, σελ. 93 κ.ε.

 

▪ Ανδρουλάκη Ν., «Να πληρώσουν οι υπεύθυνοι όσο ψηλά κι αν βρίσκονται»- Οι ανύπαρκτες 453 «εκθέσεις» (α. 306 παρ. 1α’ ΠΚ) επιβατών από τους «έχοντες δικαίωμα υπογραφής» για την πλοιοκτήτρια εταιρεία και η «διατάραξη της ασφάλειας της υδάτινης συγκοινωνίας», ΠοινΧρ. ΝΘ’, σελ. 481 κ.ε.

 

Ανδρουλάκη Ν., Ποινικόν Δίκαιον, τόμος ΙΙΙ, 1986.

 

Ανδρουλάκη Ν., Ποινικό δίκαιο, γενικό μέρος, τόμος Ι, Θεωρία για το έγκλημα, 2006.

 

▪ Ανδρουλάκη Ν., Ποινικό Δίκαιο, γενικό μέρος, Τόμος ΙΙΙ, Συρροή- Παραγραφή, 2008.

 

Ανδρουλάκη Ν., Πώς διακρίνεται ο ενδεχόμενος δόλος από την ενσυνείδητη αμέλεια; ΠΧρ. ΜΑ’, σελ. 7 κ.ε.

 

Αποστολίδου Α., Η θεσμική πορεία και ταυτότητα της ποινικής καταστολής στο χώρο της οικοδομικής, Υπερ. 2000, σελ. 781.

 

▪ Αποστολίδου Α., Παρέμβαση στη διημερίδα του δικηγορικού συλλόγου Ρόδου, 3-4 Ιουνίου 2005, στο σύγγραμμα Ενδεχόμενος δόλος- Ενσυνείδητη αμέλεια- Τρίτη μορφή υπαιτιότητας ; του Τομέα Ποινικών και εγκληματολογικών Επιστημών ΔΠΘ, σελ. 159 κ.ε.

 

▪ Αραβαντινού Κ., Στοιχεία μεθοδολογίας του δικαίου, 1978.

 

▪ Αριστοτέλους, Ηθικά Νικομάχεια, στη σειρά Αρχαία Ελληνική Γραμματεία «οι Έλληνες», Αριστοτέλης, Άπαντα, Τόμος 7, 1993.

 

▪ Αριστοτέλους, Ρητορική Α’, στη σειρά Αρχαία Ελληνική Γραμματεία «οι Έλληνες», Αριστοτέλης, Άπαντα, τόμος 28, 1995.

 

Βαθιώτη Κ., Δόλος, θεμελίωση και αποκλεισμός του στο Ποινικό Δίκαιο, 2003.

 

▪ Βαθιώτη Κ., , Δυστυχήματα και ενδεχόμενος δόλος: magna culpa dolus est ;, Συνήγορος, 2003, σελ. 208-209.

 

▪ Βαθιώτη Κ., Η (μη) διαρκώς τεταμένη προσοχή των οδηγών: μια «εύκολη» αλλά επικίνδυνη λύση ελλείψει προσδιορισμού της «ακριβούς ταχύτητας», ΠοινΧρ ΝΒ΄, σελ. 380 κ.ε.

 

▪ Βαθιώτη Κ., Ναυάγιο «ΕΞΠΡΕΣ ΣΑΜΙΝΑ» : Η αρχή του τέλους (ή το τέλος μιας νέας αρχής) για τον ενδεχόμενο δόλο ; , ΠΧρ. ΝΕ’, σελ. 363 κ.ε.

 

▪ Βαθιώτη Κ., Ο «κολοβός» ενδεχόμενος δόλος στην ελληνική νομολογία, ΠοινΧρ. ΝΓ’, σελ. 179.

 

▪ Βαθιώτη Κ., παρατηρήσεις υπό την ΟλΑΠ 4/2010, ΠοινΧρ. Ξ’, σελ. 725 κ.ε.

 

▪ Βαθιώτη Κ., Παρατηρήσεις υπό την ΑΠ 2032/2004, ΠοινΔικ. 2005, σελ. 815.

 

▪ Βαθιώτη Κ., Παρατηρήσεις υπό την ΣυμβΕφΑθ. 911/2002, ΠοινΧρ. ΝΒ’, σελ. 734.

 

▪ Βαθιώτη Κ., Στοιχεία Ποινικού δικαίου, Γενικό μέρος, 2007.

 

▪ Βαθιώτη Κ., Το ποινικό δίκαιο μέσα από 20 προβλήματα εφαρμοσμένης θεωρίας- Γενικό μέρος, 2005

 

▪ Βαθιώτη Κ., Recklessness, αδιαφορία, υπαιτιότητα, ΠΧρ. ΝΣΤ’, σελ. 5 κ.ε.

 

▪ Γάφου Η., Ποινικόν Δίκαιον, Γενικό μέρος, τόμος Β’, 1975

 

▪ Γεωργάκη Ι., Ποινικό Δίκαιο, διδασκαλία, 1991.

 

▪ Γεωργοπαπαδάκου Α., Το εύχρηστο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας, β’ έκδοση, 1998.

 

▪ Δαλακούρα Θ., Προσωρινή κράτηση και περιοριστικοί όροι, Θεωρητικά πρότερα και νομοθετικά ύστερα, 1998.

 

▪ Δέδε Χ., Ποινικό Δίκαιο, Ειδικό μέρος, Εγκλήματα κοινού κινδύνου (α. 264-298 ΠΚ), 1979.

 

▪ Δέδε Χ., Τα κριτήρια της αμέλειας στο αστικό και στο ποινικό δίκαιο, ΝοΒ. 1994, σελ. 1097 κ.ε.

 

▪ Δημήτραινα Γ., Η λειτουργία των εγκλημάτων διακινδύνευσης και «εκ του αποτελέσματος» στην ορθή διάκριση του ενδεχόμενου δόλου από την ενσυνείδητη αμέλεια, στο βιβλίο του τομέα Ποινικών και Εγκληματολογικών Επιστημών Δ.Π.Θ., -Ενδεχόμενος δόλος- Ενσυνείδητη αμέλεια- Τρίτη μορφή υπαιτιότητας;, Πρακτικά Διημερίδας στο Δικηγορικό Σύλλογο Ρόδου, 3-4 Ιουνίου 2005, 2006 σελ. 88 κ.ε.

 

▪ Δημητράτου Ν., Παρατηρήσεις επί της εφαρμογής του νόμου 3346/2005 για την επιτάχυνση της ποινικής δίκης, ΠοινΔικ. 2006, σελ. 459 κ.ε.

 

▪ Ζαχαριάδη Α., Οι δικονομικές διατάξεις του νομοσχεδίου «για την επιτάχυνση της διαδικασίας ενώπιον των πολιτικών και ποινικών δικαστηρίων και άλλες διατάξεις, ΠοινΔικ. 2005, σελ. 195 κ.ε.

 

▪ Ζησιάδου Ι., Το εξ’ αμελείας έγκλημα, 1950.

 

▪ Ηλιόπουλου Τ., Σύστημα Ελληνικού Ποινικού Δικαίου, 1ος τόμος, 1919.

 

Ηλιόπουλου Τ., Σύστημα Ελληνικού Ποινικού Δικαίου, 1ος τόμος, 1923.

 

▪ Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών/ Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη, Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής, 1998.

 

 

▪ Καϊάφα-Γμπάντι Μ. , Εμβάθυνση στην Ποινική Νομολογία, β’ έκδοση, 2009.

 

▪ Καϊάφα-Γκμπάντι Μ., Έννοια και προβληματική των κοινώς επικίνδυνων εγκλημάτων, 1987.

 

▪ Καϊάφα-Γκμπάντι Μ., Εξωτερική και εσωτερική αμέλεια στο ποινικό δίκαιο, 1994.

 

▪ Καϊάφα- Γκμπάντι Μ., Κοινώς επικίνδυνα εγκλήματα, β’ έκδοση, 1999.

 

▪ Καϊάφα- Γκμπάντι Μ., Κοινώς επικίνδυνα εγκλήματα,  γ’ έκδοση, 2005.

 

▪ Καϊάφα- Γκμπάντι Μ., Προβληματικές της σύγχρονης νομολογίας του Αρείου Πάγου στο χώρο του ουσιαστικού ποινικού δικαίου, ΠοινΔικ. 2003 σελ. 1267 κ.ε.

 

▪ Καϊάφα- Γκμπάντι Μ., Το Ποινικό Δίκαιο μεταξύ προστασίας των εννόμων αγαθών και ελευθερίας των πολιτών, 2005.

 

▪ Καλφέλη Γ., Οι τελευταίες τροποποιήσεις στο καθεστώς της προσωρινής κράτησης – και ιδιαίτερα στο μέγεθος της επικινδυνότητας- με το Ν. 3811/2009, ΠοινΔικ. 2009, σελ. 1360 κ.ε.

 

▪ Καραγιαννάκου Η., Επιτομή Ποινικού Δικαίου, 2η έκδοση, 2007

 

▪ Κατσαντώνη Α., Η αμέλεια εν τω ποινικώ δικαίω, 1963.

 

▪ Κατσαντώνη Α., Η διάκρισης ενδεχόμενου δόλου και εν συνειδήσει αμελείας εν όψει της «αποδοχής προϊόντων εγκλήματος» (άρθρ. 394 ΠΚ) και η δικονομική απόδειξις της υπαιτιότητας του δράστου ταύτης, ΠοινΧρ. Κ’, σελ. 321 κ.ε.

 

▪ Κατσαντώνη Α., Ποινικόν Δίκαιον, Γενικό μέρος, τόμος Α’, 1972

 

▪ Κονταξή Α., Ποινικός Κώδικας, Τόμος Β’, άρθρα  253-473, 2000.

 

▪ Κοτσαλή Λ., Ελευθερία  βούλησης και Ποινικό Δίκαιο, στη σειρά Ποινικά, Ελευθερία βούλησης, determinismus indeterminismus, 2005.

 

▪ Κοτσαλή Λ., Η αξιολογική αντίληψη περί ενοχής στο Ποινικό Δίκαιο, ΠοινΧρ. ΝΒ’/2002 σελ. 673.

 

▪ Κοτσαλή Λ., Ποινικό Δίκαιο, Γενικό μέρος, τόμος Ι, 2005.

 

▪ Κυριακόπουλου Παναγιώτη, Αρχαίο Ελληνικό Δίκαιο, 1997.

 

▪ Κωστάρα Α., Έννοιες και θεσμοί του ποινικού δικαίου, 2001.

 

▪ Μαγκάκη Γ.-Α., Η φονική κοινωνική ασυνειδησία και η ποινική της αντιμετώπιση, ΝοΒ 2004, σελ. 1670 κ.ε.

 

▪ Μαγκάκη Γ.-Α., Ποινικό Δίκαιο, διάγραμμα γενικού μέρους, τεύχος δεύτερο, 1981.

 

▪ Μαγκάκη Γ.-Α., Ποινικό Δίκαιο, διάγραμμα γενικού μέρους, γ’ έκδοση, 1984.

 

▪ Μανιτάκη Α., Η νομική φύση και ο πολιτικός χαρακτήρας της ερμηνείας του Συντάγματος, το Σ 1985, σελ. 476 κ.ε.

 

▪ Μανωλεδάκη Ι, Η αδιαφορία δεν είναι δόλος, ΠοινΔικ 2/2004, σελ. 188.

 

▪ Μανωλεδάκη Ι, μελέτες για εμβάθυνση στο Ποινικό Δίκαιο 1978-1999, Β’ έκδοση, 2001.

 

▪ Μανωλεδάκη Ι., Ποινικό Δίκαιο, Γενική Θεωρία, 2004

 

▪ Μανωλεδάκη Ι., Ποινικό Δίκαιο, επιτομή γενικού μέρους, 6η αναθεωρημένη έκδοση, 2001.

 

▪ Μαργαρίτη Λ., Κώδικας Ποινικής Δικονομίας, Ερμηνεία κατ’ άρθρο, Τόμος Πρώτος (α. 1-304), 2010.

 

▪ Μαργαρίτη Λ., Μελέτες Ποινικού Δικαίου, 1996.

 

▪ Μαργαρίτη Λ., Παρατηρήσεις στο ΒουλΣυμβΠλημΕδεσ. 88/1982,  Αρμενόπουλος ΛΖ’, 1983, σελ. 414 κ.ε.

 

▪ Μαργαρίτη Λ., Παρατηρήσεις στην ΔιατΕισαγΠλημΘεσ. 134/1978, Αρμενόπουλος ΛΒ’, 1978, σελ. 990 κ.ε.

 

▪ Μαργαρίτη Λ.-  Παρασκευόπουλου Ν., Ποινολογία, άρθρα 50-133 ΠΚ, 2005.

 

▪ Μαργαρίτη Μ., Ποινικός Κώδικας, 2η έκδοση, 2009, σελ. 762.

 

▪ Μαρκαντωνάτου Γ. – Μοσχόπουλου Θ.- Χωραφά Ε., Μικρό λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής, 1999.

 

▪ Μπαμπινιώτη Γ., Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, β’ έκδοση, 2005

 

▪ Μπέκα Γ., Εγκλήματα κατά της ζωής και της υγείας, 2002, σελ. 78.

 

▪ Μπέκα Γ., Η προστασία της ζωής και της υγείας στον ποινικό κώδικα, 2004.

 

▪ Μπέκα Γ., Παρέμβαση στη διημερίδα του δικηγορικού συλλόγου Ρόδου, στο σύγγραμμα Ενδεχόμενος δόλος- Ενσυνείδητη αμέλεια- Τρίτη μορφή υπαιτιότητας ; του Τομέα Ποινικών και Εγκληματολογικών Επιστημών ΔΠΘ, 2006, σελ. 180 κ.ε.

 

▪ Μπιτζιλέκη Ν., Η ελεύθερη βούληση στην υπαναχώρηση από την απόπειρα και στην έμπρακτη μετάνοια, 1995.

 

▪ Μπουρμά., Παρατηρήσεις υπό την ΣυμβΑΠ 65/2007, ΠοινΔικ. 2008, σελ.151.

 

▪ Μπρακουμάτσου Π., Εγκλήματα διακινδύνευσης- Εγκλήματα κοινού κινδύνου. Διατάραξη της ασφάλειας των συγκοινωνιών και της υδάτινης ασφάλειας, ΠοινΔικ. 2008, σελ. 765 κ.ε.

 

▪ Μυλωνόπουλου Χ., Γεγονότα και προσωπικές κρίσεις στη μαρτυρική κατάθεση, ΠοινΧρ. ΛΘ’/1989, σελ. 673 κ.ε.

 

▪ Μυλωνόπουλου Χ., Διαθετικές έννοιες και Ποινικό Δίκαιο, Υπεράσπιση 1993, σελ. 243 κ.ε.

 

▪ Μυλωνόπουλου Χ., Ενδεχόμενος δόλος και Fuzzy Logic, ΠοινΛογ. 2003, σελ. 451.

 

▪ Μυλωνόπουλου Χ., Εφαρμογές Ποινικού Δικαίου, 1997

 

▪ Μυλωνόπουλου Χ., Ποινικό Δίκαιο, Γενικό μέρος, τόμος Ι, 2007.

 

▪ Νάκου Γ., Ιστορία Ελληνικού και Ρωμαϊκού Δικαίου, 1991.

 

▪ Ναμία Ο., Ρώσσικη Ρουλέτα: Ενσυνείδητη αμέλεια ή ενδεχόμενος δόλος;, ΠΧρ. ΜΔ’ σελ.1195.

 

Παπαγεωργίου- Γονατά Σ., Ενδεχόμενος δόλος- ενσυνείδητη αμέλεια. Μια Τρίτη μορφή υπαιτιότητας; Νομολογιακές αναζητήσεις &δογματικές επαναπροσεγγίσεις, 2008.

 

▪ Παπαγεωργίου Γονατά Σ., Νομικές και κοινωνικές παράμετροι των διάφορων θεωριών για το ζήτημα της διάκρισης μεταξύ αμελούς συμπεριφοράς, μεγάλης αδιαφορίας και ενδεχόμενου δόλου, στο βιβλίο του τομέα Ποινικών και εγκληματολογικών Επιστημών Δ.Π.Θ. – Ενδεχόμενος δόλος – Ενσυνείδητη αμέλεια – Τρίτη μορφή υπαιτιότητας;, Πρακτικά Διημερίδας στο Δικηγορικό Σύλλογο Ρόδου, 3-4 Ιουνίου 2005, 2006 σελ. 50 κ.ε.

 

 

▪ Παπαγεωργίου- Γονατά Σ., Ο ενδεχόμενος δόλος: δογματικές ιδιαιτερότητες και κοινωνικές παράμετροι, ΠΧρ. ΝΓ’ , σελ. 163 κ.ε.

 

▪ Παπαγεωργίου- Γονατά Σ., Παρατηρήσεις υπό την ΑΠ 1661/2004, ΠοινΧρ. ΝΕ’, σελ. 331 κ.ε.

 

 

▪ Παπαγεωργίου- Γονατά Σ.,Υπάρχει τρίτη μορφή υπαιτιότητας;. ΠοινΧρ. ΝΓ’, σελ. 1057 κ.ε.

 

▪ Παρασκευόπουλου Ν., Ενδεχόμενος δόλος, ενσυνείδητη αμέλεια και κατ’ ιδέαν συρροή: το ελληνικό ποινικό δίκαιο προβληματίζεται σοβαρά, ΠοινΔικ. 2005, σελ. 317 κ.ε.

 

▪ Παρασκευόπουλου Ν., Οι πλειοψηφίες στο στόχαστρο, Τρομοκρατία και κράτος δικαίου, 2003.

 

▪ Παρασκευόπουλου Ν., Τα θεμέλια του Ποινικού Δικαίου, 2008.

 

▪ Παρασκευόπουλου Ν., Φρόνημα και καταλογισμός στο Ποινικό Δίκαιο, 1987.

 

▪ Παύλου Σ., Οι αρχές της φαινομενικής συρροής, Τόμος 1ος, 2003.

 

▪ Πλάτωνος, Νόμοι Θ’, στη σειρά Αρχαία Ελληνική Γραμματεία «οι Έλληνες», Πλάτων, Νόμοι, Τόμος 5, 1992.

 

▪ Πουλή Γ., Η επίγεια κόλαση: Το κυρωτικό σύστημα της Εκκλησίας, στη συλλογή Έγκλημα και τιμωρία στο Βυζάντιο, επιμ. Τρωιανός Σ., 1997, σελ. 97 κ.ε.

 

▪ Πουλή Γ.,  Ο ακούσιος φόνος κατά το Εκκλησιαστικό δίκαιο, 1993.

 

▪ Πρακτικά Συνεδριάσεων των Αναθεωρητικών Επιτροπών του Σχεδίου Ποινικού Κώδικος, Τεύχος  Δεύτερον, Επιμελεία Γ. Καφετζή, 1963.

 

▪ Πρακτικά Συνεδριάσεων των Αναθεωρητικών Επιτροπών επί του Σχεδίου Ποινικού Κώδικος, Τεύχος Πρώτον, Επιμελεία Γ. Καφετζή, 1962.

 

▪ Σατλάνη Χ., Αποκωδικοποίηση των εννοιών του ενδεχόμενου δόλου και της ενσυνείδητης αμέλειας κυρίως με παραδείγματα, στο σύγγραμμα Ενδεχόμενος δόλος – Ενσυνείδητη Αμέλεια- Τρίτη μορφή υπαιτιότητας; του Τομέα Ποινικών και εγκληματολογικών Επιστημών ΔΠΘ, 2006, σελ. 128 κ.ε.

 

▪ Σοφού Θ., Ενδεχόμενος δόλος και βαρειά αμέλεια, Ηαξιολογική σχέση διαβάθμισης των δυο μορφών υπαιτιότητας, 2008.

 

▪ Σπινέλλη Δ., Μετάδοση του AIDS και ποινικό δίκαιο, ΝοΒ 1989, σελ. 1173 κ.ε.

 

▪ Σταμάτη Κ., Η θεμελίωση των νομικών κρίσεων. Ένα κριτικά πρακτικό πρότυπο ερμηνείας του δικαίου, ζ’ έκδοση, 2006.

 

▪ Σταμάτη Κ., Η θεμελίωση των νομικών κρίσεων, Επιτομή, 2009.

 

▪ Συμεωνίδη Δ., Δικονομικές παράμετροι της συζήτησης για την οριοθέτηση ενδεχόμενου δόλου και ενσυνείδητης αμέλειας και δυνατότητα επιβολής προσωρινής κράτησης σε περίπτωση συρροής ανθρωποκτονιών από αμέλεια (άρθρο 11 ν. 3346/2005), ΠοινΔικ. 2006, σελ. 451 κ.ε.

 

▪ Συμεωνίδου- Καστανίδου Ε., Εγκλήματα κατά προσωπικών αγαθών, 2006.

 

▪ Συμεωνίδου- Καστανίδου, Εγκλήματα κατά της ζωής (α. 299-307 ΠΚ), 1995.

 

▪ Συμεωνίδου- Καστανίδου Ε., Εγκλήματα κατά της ζωής ( Άρθρα 299-307), 2η έκδοση, 2001.

 

▪ Συμεωνίδου- Καστανίδου Ε., Εμβάθυνση στο ουσιαστικό ποινικό δίκαιο, 2008

 

▪ Συμεωνίδου- Καστανίδου Ε., Θέματα ουσιαστικού ποινικού δικαίου στο νομοσχέδιο για την επιτάχυνση της διαδικασίας ενώπιον των πολιτικών και ποινικών δικαστηρίων, ΠοινΔικ. 2005, σελ. 189 κ.ε.

 

▪ Συμεωνίδου- Καστανίδου Ε., Παρατηρήσεις υπό την ΑΠ 1661/2004, ΠοινΔικ. 2004, σελ. 1123.

 

▪ Τζωρτζή Γ., Εννοιολογική διάκριση και κριτήρια του ενδεχόμενου δόλου και της συνειδητής αμέλειας, Αρμ. 1979, σελ. 244 κ.ε.

 

▪ Τζωρτζόπουλου Χ. , Εγχερίδιον του Ουσιαστικού Ποινικού Δικαίου, Τόμος Α’, Γενικός μέρος, 1936.

 

▪ Τριανταφύλλου Α., Η έννοια του κινδύνου στα εγκλήματα συγκεκριμένης διακινδύνευσης, ΠΧρ. ΜΔ’ σελ. 12 κ.ε.

 

▪ Τρωιανού Σ., Κεφάλαια Βυζαντινού Ποινικού Δικαίου, 1996.

 

▪ Τσάτσου Κ., Το πρόβλημα της ερμηνείας του δικαίου, 2η εκδ., 1978.

 

▪ Τσίνα Κ., Απαγορευμένη αναλογία & επιτρεπτή ερμηνεία του ποινικού νόμου. Μια συμβολή στη μεθοδολογία του ποινικού δικαίου, 2010.

 

▪ Τσιρίδη Π., Ο ενδεχόμενος δόλος- θεωρία και πρακτική, ΠΧρ. ΝΒ’, σελ.961 κ.ε.

 

▪ Φιλιππίδη Τ., Μαθήματα Ποινικού Δικαίου, Ειδικό μέρος, τεύχος α’, 1979.

 

▪ Χαραλαμπάκη Α., Διάγραμμα Ποινικού Δικαίου, Γενικό μέρος, 5η έκδοση, 2003.

 

▪ Χαραλαμπάκη Α., Δόλος- Αμέλεια: Ένα πρόβλημα πέρα από το ποινικό δίκαιο, ΠΧρ. ΜΕ’ σελ. 1189 κ.ε.

 

▪ Χαραλαμπάκη Α., Η απόπειρα στα εγκλήματα παραλείψεως, 1996.

 

▪ Χαραλαμπάκη Α., Η υπαιτιότητα ως « εργαλείο» αντεγκληματικής πολιτικής, ΠΧρ. ΝΔ’, σελ. 681 κ.ε.

 

▪ Χαραλαμπάκη Α., Ποινικός Κώδικας, ερμηνεία κατ’ άρθρο, Τόμος δεύτερος (α. 207-473), 2011.

 

▪ Χαραλαμπάκη Α.- Γιαννίδη Ι., Ποινικός Κώδικας & Νομολογία, 2009

 

▪ Χαραλαμπάκη Α., Σύνοψη Ποινικού Δικαίου, Γενικό μέρος I, Το έγκλημα, 2010.

 

▪ Χωραφά Ν., Εισήγηση στη διάλεξη του Welzel H., H θεωρία περί της πράξεως ως σκοπίμου δράσεως και η μεταρρύθμιση του Ποινικού Δικαίου εν Ελλάδι και Γερμανία, ΠΧρ. Ε’ σελ. 265 κ.ε.

 

▪ Χωραφά Ν., Ελληνικόν Ποινικόν Δίκαιον, Τόμος Πρώτος, Γενικό μέρος, 1943.

 

▪ Χωραφά Ν., Περί της έννοιας του δόλου εν τω Ποινικώ Δικαίω, Τεύχος Α’, 1922.

 

▪ Χωραφά Ν., Περί της έννοιας του δόλου εν τω Ποινικώ Δικαίω, Τεύχος Β’, 1923.

 

▪ Χωραφά Ν., Ποινικόν Δίκαιον, Τόμος Πρώτος, 9η έκδοση, 1978

 

Ξενόγλωσση

 

▪ Kenny’s Outlines of Criminal Law, 1966

 

▪ Smith & Hogan, Criminal Law, 11th edition, 2006.

Πίνακας νομολογίας

Ελληνική

 

Αποφάσεις- Βουλεύματα

Αρείου Πάγου

52/1982, ΠοινΧρ 1982 σελ. 774

440/1982, ΠοινΧρ. 1982 σελ. 942

1797/1987, ΝοΒ 1988, σελ. 146

418/1999 (βούλευμα), ΠοινΧρ. Ν’, σελ. 41 κ.ε.

332/2000, ΠοινΧρ. Ν’, σελ. 891 κ.ε.

1206/2000, ΠοινΧρ. ΝΑ’, σελ. 415 κ.ε.

1369/2001 (βούλευμα), ΠοινΧρ. ΝΒ’, σελ. 595 κ.ε.

1441/2002, ΠοινΧρ. ΝΓ’, σελ. 149 κ.ε.

1503/2002, ΠοινΛογ. 2002, σελ. 1520 κ.ε

1630/2002, ΠοινΔικ. 2002, σελ. 1256 κ.ε.

500/2003 (βούλευμα), ΠοινΧρ. ΝΓ’, σελ. 122 κ.ε.

1661/2004 (βούλευμα), ΠοινΧρ. ΝΕ’, σελ. 328 κ.ε., ΠοινΔικ. 2004, σελ. 1120 κ.ε.

2032/2004 (βούλευμα), ΠοινΔικ. 2005, σελ. 812 κ.ε.

2313/2004 (βούλευμα), ΠοινΧρ. ΝΕ’, σελ. 796 κ.ε.

272/2005 (βούλευμα), ΠοινΔικ. 2006, σελ. 1127 κ.ε.

65/2007 (βούλευμα), ΠοινΔικ. 2008, σελ. 149

447/2008, ΠοινΛογ. 2008 σελ. 329

1530/2008, ΠοινΔικ. 2008, σελ. 1148 κ.ε.

4/2010 (ολομέλεια), ΠοινΧρ. Ξ’, σελ. 727 κ.ε.

1034/2010, δημοσιευμένη στη Νόμος

2/2012, δημοσιευμένη στη νόμος

210/2012, δημοσιευμένη στη Νόμος

384/2012, δημοσιευμένη στη Νόμος

 

Εφετείων

 

290-292, 295, 359, 360/1998 ( Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών), ΠοινΧρ. Ν’, σελ. 172.

323/2000 ( βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς), ΠοινΧρ. ΝΑ’, σελ. 76 κ.ε.

71/2002 ( βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αιγαίου), ΠοινΔικ. 2002, σελ. 856 κ.ε.

2512/2002 ( βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών), ΠοινΧρ. ΝΓ’, σελ. 154 κ.ε.

88/2003 ( βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αιγαίου)

572/2003 ( βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών)

122/2004 ( βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αιγαίου), ΠοινΧρ. ΝΕ’, σελ. 337 κ.ε.

179/2004 ( βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Λάρισας), ΠοινΔικ. 2004, σελ. 793 κ.ε.

368, 396, 449, 450, 458, 518, 570/2005, 2, 45, 54, 100, 142, 143/2006 (Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Πειραιώς), ΠοινΛογ. 2005, σελ. 294

15/2007 (Μικτό Ορκωτό Εφετείο Λάρισας)

 

Πλημμελειοδικείων

 

340/1995 (Πλημμελειοδικείο Χαλκιδικής), Υπερ. 1999, σελ. 148

3772/2001 (βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών), ΠοινΧρ. ΝΒ’, σελ. 737

130/2004 (βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Λάρισας), ΠοινΔικ. 2004, σελ. 642 κ.ε.

140/2005 (βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Ηρακλείου), ΠοινΧρ. 2007, σελ. 172

223/2005  (Πλημμελειοδικείου Λευκάδας) , δημοσιευμένη στη Νόμος

2161/2005 ( Πλημμελειοδικείο Αθηνών), ΠοινΧρ. ΝΕ’, σελ. 1031

3297/2009 (Πλημμελειοδικείο Αθηνών), ΠοινΧρ. 2011, σελ. 299

664/2010 (Πλημμελειοδικείου Αθηνών), ΠοινΧρ. 2011 σελ. 380

 

Γερμανική

BGH 20.6.2000- 2 StR 135/00, NStZ2000, ΠοινΧρ. Ν’, σελ. 883 κ.ε.

BGH 22.11.2001- 1StR 369/01, NStZ2002, ΠοινΧρ. ΝΒ’, σελ. 561 κ.ε.


[1]       Βλ. Μανωλεδάκη, Ποινικό Δίκαο, επιτομή γενικού μέρους, 6η αναθεωρημένη έκδοση, 2001, σελ. 486-492.

 

[2]       Βλ. Μανωλεδάκη, ό.α.π., σελ. 179-181,  225-226,. Αντικείμενο του καταλογισμού, σύμφωνα με την ορθότερη άποψη, είναι η ενοχή για τη μεμονωμένη άδικη πράξη που τέλεσε ο δράστης. Οποιαδήποτε άλλη αξιολόγηση της προσωπικότητας ή του τρόπου ζωής είναι επιτρεπτή μόνο για την επιμέτρηση της ποινής και όχι για την κατάφαση του καταλογισμού, Μανωλεδάκης, ό.α.π., σελ. 568 υποσημ. 4. Αντίθετος ο Μαγκάκης (Διάγραμμα γενικού μέρους, γ’ έκδοση, 1984) , ο οποίος ορίζει τον καταλογισμό ως κρίση που αφορά την προσωπικότητα του δράστη (σελ. 273), ως αποδοκιμασία και έκφραση μομφής εις βάρος του δράστη ως ψυχοπνευματικής προσωπικότητας ( σελ. 279). Σύμφωνα με τον Ανδρουλάκη ( Ποινικό Δίκαιο, γενικό μέρος Ι, 2006, σελ. 471) αντικείμενο του καταλογισμού αποτελεί κατά κανόνα η προσωπικότητα του δράστη σε συγκεκριμένες εκδηλώσεις της, δηλ. σε συγκεκριμένη συμπεριφορά και κατ’ εξαίρεση σε ένα σύνολο συμπεριφοράς που συγκροτεί έναν τρόπο ζωής, ενώ σύμφωνα με τον Παρασκευόπουλο ( Φρόνημα και καταλογισμός στο Ποινικό Δίκαιο, 1987, σελ. 117-118 και 121-125, Τα θεμέλια του Ποινικού Δικαίου, Γενικό μέρος: Το έγκλημα, 2008 σελ. 220 ), αντικείμενο του καταλογισμού είναι το έμπρακτα εκδηλωμένο με την τέλεση της άδικης πράξης αντικοινωνικό φρόνημα του δράστη.

 

[3]       Η αναγνώριση της δυνατότητας του αλλιώς πράττειν προϋποθέτει βεβαίως την παραδοχή ότι η ανθρώπινη βούληση είναι ελεύθερη. Για το ζήτημα της ελευθερίας της βούλησης βλ. αναλυτικά Ανδρουλάκη Ν., ό.α.π., σελ. 472 κ.ε., Κατσαντώνη Α., Ποινικόν Δίκαιον, Γενικό μέρος, τόμος Α’, 1972, σελ. 244-250, Κοτσαλή Λ., Ελευθερία  βούλησης και Ποινικό Δίκαιο, στη σειρά Ποινικά, Ελευθερία βούλησης, determinismus indeterminismus, 2005, Μανωλεδάκη Ι., ό.α.π., σελ. 571-572, Μαγκάκη Γ.-Α., ό.α.π., σελ. 282 κ.ε., Μπιτζιλέκη Ν., Η ελεύθερη βούληση στην υπαναχώρηση από την απόπειρα και στην έμπρακτη μετάνοια, 1995.

 

[4]       Βλ. Μαγκάκη Γ.Α., ό.α.π., σελ. 274

 

[5]       Βλ. Ν. Ανδρουλάκη, ό.π. 2006, σελ. 471-472, Γ. Μαγκάκη, ό.π., σελ. 274, του ιδίου, Ποινικό δίκαιο, Διάγραμμα Γενικού Μέρους, Τεύχος δεύτερο, 1981, σελ. 249-251, Μανωλεδάκη Ι, μελέτες για εμβάθυνση στο Ποινικό Δίκαιο 1978-1999, Β’ έκδοση, 2001 σελ. 145-147, Κατσαντώνη Α., Ποινικόν Δίκαιον, ό.α.π., σελ. 243-244, Παρασκευόπουλου Ν., Θεμέλια,  ό.π. σελ. 225-226.

[6]       Μανωλεδάκης Ι, Ποινικό Δίκαιο, Γενική Θεωρία, 2004 σελ. 915-916. Επίσης βλ. Κοτσαλή Λ., Ελευθερία  βούλησης και Ποινικό Δίκαιο, ό.π., 2005 σελ. 48.

 

[7]       Βλ. Μαγκάκης Γ.-Α., Ποινικό δίκαιο, Διάγραμμα, ό.π. 1981 σελ. 251, του ιδίου Ποινικό Δίκαιο, Διάγραμμα ό.π. 1984, σελ. 275, Μανωλεδάκη Ι., Ποινικό Δίκαιο, ό.π., 2004 σελ. 916, Παρασκευόπουλου, Φρόνημα και καταλογισμός, ό.π., σελ. 96.

 

[8]       Βλ. Μαγκάκη Γ.-Α., Ποινικό Δίκαιο, Διάγραμμα, ό.π., 1984, σελ. 275-276.

 

[9]       Βλ. Γεωργάκη Ι., Ποινικό Δίκαιο, διδασκαλία, ό.π. 1991 σελ. 110, Μαγκάκη Γ.-Α., Ποινικό Δίκαιο, Διάγραμμα, ό.π., 1981 σελ. 252, Παρασκευόπουλου Ν., Φρόνημα και καταλογισμός στο Ποινικό Δίκαιο, ό.π. 1987 σελ. 96.

[10]     Μανωλεδάκη Ι., Ποινικό Δίκαιο, ό.π., 2004, σελ. 917.

 

[11]     Για τη θεωρία αυτή βλ. αναλυτικά Ανδρουλάκη Ν., Ποινικό Δίκαιο, ό.π., 2006, σελ. 477, Ζησιάδου Ι., Το εξ’ αμελείας έγκλημα, 1950, σελ. 120 κ.ε., Κατσαντώνη Α.,Η αμέλεια εν τω ποινικώ δικαίω, 1963, σελ. 43 κ.ε..

 

[12]     Στην ελληνική επιστήμη η ψυχολογική θεωρία υποστηρίχθηκε από τον Ηλιόπουλο Τ. (βλ. Σύστημα Ελληνικού Ποινικού Δικαίου, τόμος Α’, 1923) υπό την επίδραση του οποίου αποτυπώθηκε στο Σχέδιο του Ελληνικού Ποινικού Κώδικα του 1924. Το α. 11 του εν λόγω Σχεδίου προέβλεπε ότι: « αξιόποινος πράξις δεν υφίσταται άνευ υπαιτιότητος του πράξαντος, υπαιτιότης δε υπάρχει, όταν η πράξις διεπράχθη εκ δόλου ή εξ’ αμελείας». Και ο ίδιος ο Χωραφάς ταύτιζε αρχικά την ενοχή με την υπαιτιότητα (βλ. Περί της έννοιας του δόλου εν τω Ποινικώ Δικαίω, τεύχος Β’, 1923, σελ. 1, 2). Ομοίως ο Τζωρτζόπουλος Χ. (βλ. Εγχειρίδιον του Ουσιαστικού Ποινικού Δικαίου, Τόμος Α’, Γενικός Μέρος, 1936, σελ 245), σύμφωνα με τον οποίο «λέγοντες εν τω ουσιαστικώ ποινικώ δικαίω ότι ο δράστης έπραξε ενόχως νοούμεν ότι η τυπική και άδικος αυτού πράξις ετελέσθη εκ δόλου ή ότι ετελέσθη εξ’ αμελείας. Ουδέν πλέον».

[13]     Βλ. Κοτσαλή Λ., Η αξιολογική αντίληψη περί ενοχής στο Ποινικό Δίκαιο, ΠοινΧρ. ΝΒ’/2002 σελ. 673.

 

[14]     Βλ. Κατσαντώνη Α., ό.α.π., σελ. 45.

 

[15]     Βλ. Ανδρουλάκη Ν., Γενικό μέρος, ό.π., 2006, σελ. 477-478.

 

[16]     Βλ. το υπ’ αριθμ. 664/2010 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών.

[17]     Αναλυτικά βλ. Κατσαντώνη Α., Αμέλεια, ό.π., 1963, 49 κ.ε.

 

[18]     Βλ. Μαγκάκη Γ.-Α., ό.α.π., σελ. 289, 291, Χωραφά Ν., ό.α.π., σελ. 86.

 

[19]     Πρόκειται για το δεοντολογικό στοιχείο της ενοχής, το άλλως δύνασθαι πράττειν ή το ανθρωπίνως φευκτόν της υπαιτιότητας κατά τη διατύπωση του Χωραφά Ν. βλ. Ελληνικόν Ποινικόν Δίκαιον, Τόμος Πρώτος, Γενικό μέρος, 1943, σελ. 109 επ. «Υπάρχουν περιπτώσεις κατά τας οποίας ο ικανός προς καταλογισμό και υπαιτίως πράξας ευρέθη εις τοιαύτην κατάστασιν συνειδήσεως κατά το χρόνο της πράξης, ώστε δε δυνάμεθα ανθρωπίνως να αναμένωμεν και επομένως νομικώς να αξιώσωμεν από αυτόν συμμόρφωσιν προς τας προσταγάς του δικαίου. Τούτο δύναται να συμβεί είτε α) διότι ο δράστης δεν είχε και δεν ηδύνατο να έχει συνείδησιν του αδίκου χαρακτήρος της πράξεώς του, είτε β) διότι είχε μεν συνείδησιν της αντικοινωνικής σημασίας της πράξεώς του, αλλ’ αι εξαιρετικαί συνθήκαι, υπό τας οποίας ενήργει, ήσκησαν επ’ αυτού τοιαύτην ψυχολογικήν πίεσιν, ώστε να υπερτείνη το δύνασθαι του μέσου κοινωνικού ανθρώπου η συμμόρφωσις του δράστου προς τα προσταγάς του δικαίου». Με την άποψη αυτή συντάσσονται οι Ανδρουλάκης Ν, (βλ. Ποινικό Δίκαιο, γενικό μέρος, ό.π., 2006 σελ. 478,479, 509 κ.ε.) και Κατσαντώνης Α., (βλ. Ποινικόν Δίκαιον, ό.π. 1972, σελ. 256, του ιδίου, Αμέλεια, ό.α.π. σελ. 62). Αντίθετος ο Μανωλεδάκης Ι. (βλ. Ποινικό Δίκαιο, επιτομή, ό.π., 2001, σελ. 605 υποσημ. 51), σύμφωνα με τον οποίο στην ανθρώπινη δυνατότητα αποφυγής του αδίκου συμπεριλαμβάνεται μόνο η δυνατότητας επιλογής του δράστη να συμπεριφερθεί σύννομα και όχι  η συνείδηση του αδίκου ή η ασύγγνωστη άγνοιά του, που κρίνεται ξεχωριστά και ανεξάρτητα από τις συνθήκες επιλογής. Σύμφωνοι οι Μαγκάκης Γ.-Α. (βλ. Ποινικό Δίκαιο, ό.π., 1984, σελ. 289) και Γάφος Η., Ποινικόν Δίκαιον, Γενικό μέρος, τόμος Β’, 1975, σελ. 329 κ.ε.

[20]       Βλ. Μανωλεδάκη Ι., Επιτομή γενικού μέρους, ό.π. 2001, σελ. 177-178, Ανδρουλάκη Ν., ποινικό Δίκαιο, ό.π. 2006 σελ. 253-4, Βαθιώτη Κ., Στοιχεία Ποινικού Δικαίου, Γενικό μέρος,2007 σελ. 233, Παρασκευόπουλου Ν., Θεμέλια, ό.π. 2008 σελ 228, Μ. Καϊάφα- Γκμπάντι, Το Ποινικό Δίκαιο μεταξύ προστασίας των εννόμων αγαθών και ελευθερίας των πολιτών, 2005, σελ. 10.

 

[21]       Σύμφωνα με τον Χωραφά ( βλ. Δόλος, ό.π., 1923, σελ. 3-4, του ιδίου, Ποινικόν Δίκαιον, ό.π., 1943, σελ. 94-95) η υπαιτιότητα δεν αποτελεί ψυχικό σύνδεσμο, αλλά ψυχική στάση του δράστη προς το αποτέλεσμα. Ο κρατούν για την υπαιτιότητα ορισμός είναι στενότερος του δέοντος, διότι δεν συμπεριλαμβάνει εννοιολογικά τις περιπτώσεις της άνευ συνειδήσεως αμέλειας, κατά τις οποίες ουδείς ψυχικός σύνδεσμος μεταξύ του δράστη και του αποτελέσματος υφίσταται, αντιθέτως, το αξιόμεμπτο έγκειται στην έλλειψη οποιασδήποτε ψυχικής σχέσης με το εγκληματικό γεγονός, ήτοι στη μη πρόβλεψη αυτού. Έτσι και ο Μαγκάκης Γ.-Α., Ποινικό Δίκαιο, ό.π., 1984, σελ. 303.

 

[22]     Βλ. Μανωλεδάκη Ι, ό.α.π., σελ. 179-180, Ανδρουλάκη Ν., ό.α.π., σελ. 254.

 

[23]     Βλ. Χωραφά Ν., Ποινικόν Δίκαιον, ό.π., 1943, σελ. 98, Βαθιώτη Κ., Δόλος, Θεμελίωση και Αποκλεισμός του στο Ποινικό Δίκαιο, 2003, σελ. 20, Μαγκάκη Γ.-Α., Ποινικό Δίκαιο, ό.π., 1984, σελ. 305.

 

[24]     Βλ. Χωραφά Ν., ό.α.π., σελ. 99.

 

[25]     Βλ. Ανδρουλάκη, Ποινικό Δίκαιο, ό.π., 2006, σελ. 273.

 

[26]     Βλ. Μανωλεδάκη Ι., ό.α.π., σελ. 183, Ανδρουλάκη Ν., ό.α.π., σελ. 266-267.

 

[27]     Βλ. Μανωλεδάκη Ι., ό.π., σελ. 181-182.

 

[28]       Βλ. Ανδρουλάκη Ν., ό.π., σελ. 325.

 

[29]     Βλ. Χωραφά Ν., Ποινικό Δίκαιο, ό.π. 1943, σελ. 103, του ιδίου, Ποινικό Δίκαιο, ό.π., 1978, σελ. 277.

 

[30]     Βλ. Γάφου Η., Ποινικό Δίκαιο, ό.π., 1975, σελ. 284, Μαγκάκη Γ.-Α., Ποινικό Δίκαιο, ό.π., 1984, σελ. 304.

 

[31]     Ζησιάδου Ι, Το εξ’ αμελείας έγκλημα, ό.π., σελ. 5.

 

[32]     Βλ. Αριστοτέλους, Ηθικά Νικομάχεια, Γ’ βιβλίο, 1109β, στίχους 30-35, στη σειρά Αρχαία Ελληνική Γραμματεία «οι Έλληνες», Αριστοτέλης, Άπαντα, Τόμος 7, 1993, σελ. 144, Χωραφά Ν., Δόλος, ό.π., 1923, σελ. 20, Αλεξιάδου Γ., Αρχαίον Ελληνικόν Δίκαιον, Θεμελιώδεις έννοιαι, Πρώιμοι νομοθεσίαι, 1989, σελ. 36.

 

[33]     βλ. Πλάτωνος, Νόμους Θ’, στίχους 866b-e και 867, στη σειρά Αρχαία Ελληνική Γραμματεία «οι Έλληνες», Πλάτων, Νόμοι, Τόμος 5, 1992, σελ. 62-65, Κυριακόπουλου Παναγιώτη, Αρχαίο Ελληνικό Δίκαιο, σελ. 501. βλ. επίσης, Παπαγεωργίου- Γονατά Σ., Ενδεχόμενος δόλος- Ενσυνείδητη αμέλεια, Μια Τρίτη μορφή υπαιτιότητας ;, σελ. 19, Φιλιππίδη Τ., Μαθήματα Ποινικού Δικαίου, Ειδικό μέρος, τεύχος α’, 1979, σελ. 29, Αλεξιάδου Γ., ό.α.π., σελ. 36, Νάκου Γ., Ιστορία Ελληνικού και Ρωμαϊκού Δικαίου, 1991, σελ. 137-138.

 

[34]     Βλ. Αριστοτέλους, Ρητορική Α’, 1374α, στίχοι, 10-17, 1377β, στίχοι 3-6. στη σειρά Αρχαία Ελληνική Γραμματεία «οι Έλληνες», Αριστοτέλης, Άπαντα, τόμος 28, 1995, σελ. 197.

 

[35]     Βλ. Χωραφά Ν., Δόλος, ό.π., σελ. 22.

 

[36]     Βλ. Χωραφά Ν., ό.α.π., σελ. 25.

[37]     Βλ. Χωραφά Ν., ό.α.π., σελ. 11 υποσημ. 1, Ζησιάδου Ι., Το εξ’ αμελείας έγκλημα, ό.π., σελ. 13, Παπαγεωργίου- Γονατά Σ., Ενδεχόμενος δόλος- ενσυνείδητη αμέλεια, ό.π., σελ. 20.

 

[38]     Χωραφάς Ν., ό.α.π., σελ. 16.

 

[39]     Βλ. Χωραφά Ν., ό.α.π., σελ. 17, Ζησιάδου Ι., ό.π., σελ. 14.

 

[40]     Βλ. Παπαγερωγίου- Γονατά Σ., ό.π., σελ. 21.

 

[41]     Βλ. Τρωιανού Σ., Κεφάλαια Βυζαντινού Ποινικού Δικαίου, 1996, σελ. 24.

 

[42]     Βλ. Τρωιανού Σ., ό.α.π., σελ. 87.

 

[43]     Βλ. Τρωιανού Σ., ό.α.π., σελ. 59.

 

[44]     «ουδείς άκων αδικοπραγήσας λογίζεται ανεύθυνος διά τας πράξεις αυτού…διότι ουδέν το γινόμενον εν τη ανθρωπίνη ζωή παράγεται εκ τύχης, μοιραίως, αλλά πάντα, αγαθά ή κακά, κατά δύναμιν και παραχώρησιν της ανεξιχνιάστου βουλής της Θείας Προνοίας, τίκτονται», βλ. Πουλή Γ., Η Επίγεια Κόλαση: Το κυρωτικό σύστημα της Εκκλησίας, στο βιβλίο, Έγκλημα και τιμωρία στο Βυζάντιο, σελ. 123 υποσημ. 87, του ιδίου Ο ακούσιος φόνος κατά το Εκκλησιαστικό δίκαιο, 1993, σελ. 99 κ.ε.

[45]     Βλ. Πουλή Γ., Η Επίγεια Κόλαση, ό.α.π., σελ. 130-131.

[46]     Βλ. Χωραφά, Δόλος, ό.π., σελ. 31-34, ιδίως 34, Παπαγεωργίου-Γονατά Σ., Δόλος- Αμέλεια, ό.π., σελ. 22.

 

[47]     Βλ. Χωραφά, ό.α.π., σελ. 35-36, Παπαγεωργίου- Γονατά Σ., ό.α.π., σελ. 22-23, Βαθιώτη Κ., Δόλος, Θεμελίωση και αποκλεισμός του στο Ποινικό Δίκαιο, 2003, σελ. 207-208.

 

[48]     Για όλα τα παραπάνω βλ. αναλυτικά Χωραφά, ό.α.π., σελ. 36-37, Παπαγεωργίου- Γονατά Σ., ό.α.π., σελ. 23.

 

[49]     Βλ. Χωραφά, ό.α.π., σελ. 38.

[50]     Βλ. Χωραφά, ό.α.π., σελ. 40.

 

[51]     Βλ. Παπαγεωργίου- Γονατά Σ., ό.α.π., σελ. 28, του ιδίου, Νομικές και κοινωνικές παράμετροι των διάφορων θεωριών για το ζήτημα της διάκρισης μεταξύ αμελούς συμπεριφοράς, μεγάλης αδιαφορίας και ενδεχόμενου δόλου, στο βιβλίο του τομέα Ποινικών και εγκληματολογικών Επιστημών Δ.Π.Θ. – Ενδεχόμενος δόλος – Ενσυνείδητη αμέλεια – Τρίτη μορφή υπαιτιότητας;, Πρακτικά Διημερίδας στο Δικηγορικό Σύλλογο Ρόδου, 3-4 Ιουνίου 2005, σελ. 52-53.

 

[52]     Βλ. ΑΠ 2/2012, δημοσιευμένη στη Νόμος, ΑΠ 210/2012, δημοσιευμένη στη Νόμος, ΠλημμΑθ. 664/2010, ΠοινΧρ. 2011 σελ. 380, ΠλημμΛευκ. 223/2005, δημοσιευμένη στη Νόμος,  ΑΠ 52/1982, ΠοινΧρ 1982 σελ. 774, ΑΠ 440/1982, ΠοινΧρ. 1982 σελ. 942.

 

[53]     Σε υπόθεση εμπορίας ναρκωτικών ως υποδομή, που ενδεικνύει τη πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης με σκοπό τον πορισμό εισοδήματος, κρίθηκε η μίσθωση διαμερισμάτων προς αποθήκευση των ουσιών, η χρήση ηλεκτρονικής ζυγαριάς ακριβείας και η κατοχή μεγάλης ποσότητας βλ. ΑΠ 2/2012, δημοσιευμένη στη νόμος. Βλ. επίσης Μυλωνόπουλου Χ., Διαθετικές έννοιες και Ποινικό Δίκαιο, Υπεράσπιση 1993, σελ. 245, 246, 248.

 

[54]     ΑΠ 384/2012, δημοσιευμένη στη Νόμος, ΑΠ 1034/2010, δημοσιευμένη στη Νόμος, ΑΠ 447/2008, ΠοινΛογ. 2008 σελ. 329

 

[55]       Για όλα τα παραπάνω βλ. αναλυτικά Μυλωνόπουλου Χ., ό.π., Υπεράσπιση 1993, σελ. 245, 246, 248.

 

[56]     Καϊάφα- Γκμπάντι Μ., Εξωτερική και εσωτερική αμέλεια στο ποινικό δίκαιο, 1994, σελ. 172, 187, Μυλωνόπουλου Χ., ό.α.π., σελ. 247-248. Εν προκειμένω αξίζει να σημειωθεί ότι από διαθετικούς προσδιορισμούς συνοδεύονται όχι μόνον οι ανθρώπινες ιδιότητες, αλλά και οι ιδιότητες πραγμάτων και καταστάσεων, π.χ. η επικίνδυνη για τη ζωή των εργατών λειτουργία εγκαταστάσεων (α. 275 ΠΚ), η εκρηκτικότητα της ύλης (α. 272 ΠΚ), αναλυτικά βλ. Μυλωνόπουλου Χ., ό.α.π., σελ. 249, Καϊάφα- Γκμπάντι Μ., ό.α.π., σελ. 172 υποσημ. 135, Σοφού Θ., Ενδεχόμενος δόλος και βαρειά αμέλεια, Η αξιολογική σχέση διαβάθμισης των δυο μορφών υπαιτιότητας, 2008 σελ. 87κ.ε.

 

[57]     Καϊάφα- Γκμπάντι Μ., ό.α.π., σελ. 193- 194 υποσημ. 193, 240.

 

[58]     Καϊάφα- Γκμπάντι Μ., η οποία διακρίνει δυο κατηγορίες διαθετικών εννοιών, τις διαθετικές έννοιες υπό στενή έννοια, που αποτυπώνουν μια ενυπάρχουσα γενικότερη τάση του προσώπου να συμπεριφέρεται με συγκεκριμένο τρόπο, και τις διαθετικές έννοιες υπό ευρεία έννοια, που αποτυπώνουν την ψυχική στάση του ατόμου απέναντι σε μια συγκεκριμένη πράξη του, βλ. ό.α.π., σελ. 188. Αντίθετος ο Μυλωνόπουλος, ο οποίος στο γένος των διαθετικών εννοιών εντάσσει μόνο όσες αποδίδουν γενικότερες ιδιότητες των προσώπων, θεωρώντας γι’ αυτό ως απαραίτητο στοιχείο τους μια πρόγνωση, βλ. ό.α.π., Υπεράσπιση, 1993, σελ. 244, 246, 262. Βλ. όμως και την παλαιότερη θέση του, όταν ενέτασσε το σκοπό, τη γνώση, τη θέληση και την προσοχή στην ευρύτερη έννοια των διαθετικών εννοιών, στο άρθρο Γεγονότα και προσωπικές κρίσεις στη μαρτυρική κατάθεση, ΠοινΧρ. ΛΘ’/1989, σελ. 688-689.

 

[59]     Καϊάφα- Γκμπάντι Μ., ό.α.π., σελ. 186-187.

 

[60]     Καϊάφα- Γκμπάντι Μ., ό.α.π., σελ. 210-211.

 

[61]     Βλ. σελ. 17.

[62]     Ενδεικτικά βλ. Δημήτραινα Γ., Η λειτουργία των εγκλημάτων διακινδύνευσης και «εκ του αποτελέσματος» στην ορθή διάκριση του ενδεχόμενου δόλου από την ενσυνείδητη αμέλεια, στο βιβλίο του τομέα Ποινικών και Εγκληματολογικών Επιστημών Δ.Π.Θ., -Ενδεχόμενος δόλος- Ενσυνείδητη αμέλεια- Τρίτη μορφή υπαιτιότητας;, ό.π., σελ. 89, Καϊάφα- Γκμπάντι Μ., ό.α.π., σελ. 242.

 

[63]     Βλ. Κατσαντώνη Α., Ποινικό Δίκαιο, ό.π., 1972, σελ. 303, Βαθιώτη Κ., Δόλος, ό.π., σελ. 58.

 

[64]     Βλ. Χωραφά, Ποινικό Δίκαιο, ό.π., 1943, σύμφωνα με τον οποίο « αληθώς βούλησις είναι τάσις εσωτερική προς τι, η τάσης δε αυτή υπάρχει μόνον, οσάκις ο δράστης επιδιώκει το αποτέλεσμα, οσάκις ενεργεί διά να το παραγάγη», σελ. 96, «ορθότερον είναι να είπωμεν ότι βούλησις υπάρχει μόνον εις τας περιπτώσεις καθ’ ας ο δράστης επιδιώκει το αποτέλεσμα ουχί δε και εις τας περιπτώσεις καθ’ ας το θεωρεί ως αναγκαίαν συνέπειαν της ενεργείας του», σελ. 97, «Ακριβέστερον μάλιστα θα ήτο να διακρίνωμεν αφ’ ενός μεν εγκληματικήν βούλησιν (περιπτώσεις επιδιώξεως του αποτελέσματος υπό του δράστου) και αφ’ ετέρου εγκληματικήν αποδοχήν ( ήτοι α) περιπτώσεις προβλέψεως του αποτελέσματος ως αναγκαίου και β) περιπτώσεις ενδεχόμενου δόλου», σελ. 100, Βαθιώτη Κ., Δόλος, ό.π., σελ. 63-64, 68. Ο ποινικός κώδικας, όταν κάνει λόγο για θέληση, αναφερόμενος τα δυο πρώτα είδη του δόλου, υπολαμβάνει αυτήν υπό την ευρεία του όρου έννοια και όχι κατά κυριολεξία. Κατ’ ακριβολογία, και σύμφωνα με το κοινό γλωσσικό αισθητήριο, θέληση υπάρχει μόνο στις περιπτώσεις της επιδίωξης. Για βούληση γίνεται λόγος, οσάκις ένας άνθρωπος με διαυγή συνείδηση και πλήρη εσωτερική κατάφαση αποφασίζει την επιδίωξη ή μη ορισμένου σκοπού, βλ. Ανδρουλάκη Ν., Ποινικό Δίκαιο, ό.π., 2006, σελ. 269, ιδίως υποσημ. 6. βλ. όμως και Αιτιολογική Έκθεση Σχ. 1933, υπό τα α. 11-15, εκδ. Ζαχαρόπουλου, σελ  9, σύμφωνα με την οποία «το αναγκαίον της πράξεως αποτέλεσμα αποτελεί εν τη συνειδήσει του πράττοντος εν αδιάσπαστον σύνολον μετά του επιδιωχθέντος και δεν δύναται ούτος να ισχυρισθεί ότι θέλησε το εν χωρίς να θέλη και το έτερον».

 

[65]     Βλ. Εννοιολογική διάκριση και κριτήρια του ενδεχόμενου δόλου και της ενσυνείδητης αμέλειας, Αρμ. 1979, σελ. 247.

 

[66]     Επιδοκιμασία σημαίνει εσωτερική συμφωνία του δράστη με την επέλευση του εγκληματικού αποτελέσματος, όχι όμως υπό την ψυχολογική, αλλά υπό τη νομική του όρου έννοια, ήτοι του συμβιβασμού. Σχετικά βλ. Κατσαντώνη Α., Ποινικό Δίκαιο, ό.π., 1972, σελ. 307-308.

 

[67]     Η μειωμένη ένταση του βουλητικού στοιχείου για την πραγμάτωση του εγκληματικού αποτελέσματος στον αναγκαίο και στον ενδεχόμενο δόλο συμπληρώνεται, τρόπον τινά, από από το βαθμό ιδιοτέλειας και έντασης, από τον οποίο διακατέχεται ο δράστης για την επίτευξη του απώτερου στόχου του. Βλ. Παπαγεωργίου- Γονατά Σ., Ενδεχόμενος δόλος- Ενσυνείδητη αμέλεια, ό.π., 2008, σελ. 115, ο οποίος όμως δέχεται τα παραπάνω μόνο για την περίπτωση του ενδεχόμενου δόλου.

 

[68]     Βλ. ό.α.π., σελ. 242.

 

[69]     Βλ. Ποινικόν Δίκαιον, ό.π., 1943, σελ. 7.

 

[70]     Βλ. Διάγραμμα, ό.π., 1984, σελ. 309.

 

[71]     Βλ. Θεμέλια, ό.π., 2008, σελ. 241.

 

[72]     Βλ. Καϊάφα- Γκμπάντι Μ., Αμέλεια, ό.π., σελ. 242, Μαγκάκη Α., Ποινικό δίκαιο, ό.π., 1984, σελ. 313, Ανδρουλάκη Ν., Η εξωτερική αμέλεια, ΠοινΧρ. Κ’/1970, σελ. 93.

 

[73]     Βλ. Ανδρουλάκη Ν., Πώς διακρίνεται ο ενδεχόμενος δόλος από την ενσυνείδητη αμέλεια, ΠοινΧρ. ΜΑ’, σελ. 19, ο οποίος, όμως, θέτει ως προϋπόθεση για την ύπαρξη φιλικής στάσης του δράστη απέναντι στο έννομο αγαθό την μη επιλογή της κινδυνώδους ενέργειας χάριν εξυπηρέτησης ιδιοτελών σκοπών. Αντίθετη η Καϊάφα- Γκμπάντι ( βλ. Αμέλεια, ό.π., σελ. 243, ιδίως υποσημ. 83), η οποία θεωρεί ότι στο μέτρο που ο νομοθέτης τιμωρεί την ενσυνείδητη αμέλεια δεν μπορεί να γίνει λόγος για φιλική στάση του δράστη προς το κινδυνεύον αγαθό, αλλά για έμμεσα αρνητική. Ο Μανωλεδάκης (βλ. Επιτομή, ό.π., 2001, σελ. 191) σημειώνει ότι η διάθεση του δράστη προς το έννομο αγαθό δεν είναι ούτε θετική ούτε αρνητική, αλλά αδιάφορη. Σύμφωνος και ο Μαγκάκης, (βλ. Ποινικό Δίκαιο, ό.π., 1984, σελ. 317).

 

[74] Ενδεικτικά βλ. Καϊάφα- Γκμπάντι Μ., ό.α.π., σελ. 242, 244, Δημήτραινα Γ., Η λειτουργία των εγκλημάτων διακινδύνευσης,  ό.π., σελ. 89.

[75]     Η έλλειψη επιμέλειας κατά τον Δέδε, βλ. Τα κριτήρια της αμέλειας στο αστικό και στο ποινικό δίκαιο, ΝοΒ 1994, σελ. 1104.

 

[76]     Βλ. Χωραφά Ν., ό.π., σελ. 97, Μαγκάκη, ό.α.π., σελ. 317.

 

[77]     Παπαγεωργίου- Γονατάς Σ., Ενδεχόμενος Δόλος- Ενσυνείδητη αμέλεια, ό.π., σελ. 39.

 

[78]     Χωραφάς Ν., Δόλος, ό.π., σελ. 78-79.

 

[79]     Βλ. Χωραφά Ν. ό.α.π., σελ. 90, Βαθιώτη Κ., Δόλος, ό.π., σελ. 74, του ιδίου Στοιχεία, ό.π., σελ. 242,  Δημήτραινα Γ., ό.π., σελ. 93, Τσιρίδη Π., Ο ενδεχόμενος δόλος- Θεωρία και πρακτική, ΠοινΧρ. ΝΒ’, σελ. 962.

 

[80]     Βλ. Χωραφά, ό.α.π., σελ. 84, Κατσαντώνη Α.,  Η διάκρισης ενδεχόμενου δόλου και εν συνειδήσει αμελείας εν όψει της «αποδοχής προϊόντων εγκλήματος» (άρθρ. 394 ΠΚ) και η δικονομική απόδειξις της υπαιτιότητας του δράστου ταύτης, ΠοινΧρ. Κ’, σελ. 328.

 

[81]     Βλ. Παπαγεωργίου- Γονατά Σ., Ενδεχόμενος δόλος- ενσυνείδητη αμέλεια, ό.π.,2008, σελ. 40-41.

 

[82]     Βλ. Χωραφά Ν., Δόλος, ό.π., 1923, σελ. 90 υποσημ. 15, Ζησιάδου Ι., Το εξ’ αμελείας έγκλημα, ό.π., 1950, σελ. 137.

[83]     Βλ. Παπαγεωργίου- Γονατά Σ., Ενδεχόμενος δόλος- ενσυνείδητη αμέλεια. Μια Τρίτη μορφή υπαιτιότητας; Νομολογιακές αναζητήσεις &δογματικές επαναπροσεγγίσεις, 2008, σελ. 43-44,  Βαθιώτη Κ., ό.α.π., σελ. 74-75.

 

[84]     Βλ.  Χαραλαμπάκη Α., Σύνοψη Ποινικού Δικαίου, Γενικό μέρος I, Το έγκλημα, 2010, σελ. 365, του ιδίου, Η υπαιτιότητα ως « εργαλείο» αντεγκληματικής πολιτικής, ΠΧρ. ΝΔ (2004), σελ. 686,του ιδίου, Δόλος- Αμέλεια: Ένα πρόβλημα  πέρα από το ποινικό δίκαιο, ΠοινΧρ. ΜΕ’, σελ. 1191, Ανδρουλάκη Ν., ό.π., ΠΧρ. ΜΑ, σελ. 17, Κ. Βαθιώτη, Το ποινικό δίκαιο μέσα από 20 προβλήματα εφαρμοσμένης θεωρίας- Γενικό μέρος, 2005, σελ. 109-110, του ιδίου Στοιχεία Ποινικού Δικαίου, ό.π., σελ. 242.

 

[85]     Βλ. αναλυτικά Παπαγεωργίου- Γονατά Σ., Ενδεχόμενος δόλος- ενσυνείδητη αμέλεια, ό.π., σελ. 45-47.

 

[86]     Βλ. Παπαγεωργίου- Γονατά, ό.α.π., σελ. 47.

 

[87]     Βλ. Παπαγεωργίου- Γονατά Σ., ό.α.π., σελ. 48, Βαθιώτη Κ., Δόλος, ό.π., σελ. 75.

 

[88]     Συμεωνίδου- Καστανίδου Ε., Εγκλήματα κατά της ζωής ( Άρθρα 299-307), 2η έκδοση, 2001, σελ. 357-358. Βλ. επίσης Βαθιώτη Κ., ό.α.π., σελ. 76 και Τσιρίδη Π., Ο ενδεχόμενος δόλος- θεωρία και πρακτική, ΠΧρ. ΝΒ’ (2002), σελ. 964.

 

[89]     Βλ. Βαθιώτη Κ., Δόλος, ό.π. σελ. 75 υποσημ. 298.

 

[90]     Βαθιώτης Κ., ό.α.π., σελ. 74, του ιδίου, Στοιχεία Ποινικού Δικαίου, ό.π., σελ. 242.

 

[91]     Βλ. Παπαγεωργίου- Γονατά Σ., Ενδεχόμενος δόλος- Ενσυνείδητη αμέλεια, ό.π., σελ. 50.

 

[92]     Δόλος, ο.π., σελ. 90-91. Ηλιόπουλος Τ., Σύστημα Ελληνικού Ποινικού Δικαίου, 1ος τόμος, 1919, σελ. 218.  Βλ. επίσης, Παπαγεωργίου- Γονατά, ό.α.π., σελ. 41.

 

[93]     Βλ. Παπαγεωργίου- Γονατά Σ, ό.α.π., σελ. 42.

 

[94]     Βλ. Παπαγεωργίου- Γονατά Σ., ό.α.π., σελ. 51.

 

[95]     Βλ. Χαραλαμπάκη Α., ό.π., ΠΧρ. ΝΔ’, σελ. 686, του ιδίου, ό.π., ΠΧρ. ΜΕ’ σελ. 1192, Μυλωνόπουλου Χ., Ποινικό Δίκαιο, Γενικό μέρος, τόμος Ι, 2007, σελ. 250.

 

[96]     Βλ. Βαθιώτη Κ., Δόλος, ό.π., σελ. 76.

 

[97]     Παπαγεωργίου- Γονατάς Σ., ό.α.π., σελ. 53.

 

[98]     Βλ. Χαραλαμπάκη Α., Σύνοψη Ποινικού Δικαίου, ό.π., σελ. 366, του ιδίου ό.π., ΠΧρ. ΝΔ’, σελ. 686.

 

[99]     Βαθιώτης Κ., Δόλος, ό.π. σελ. 77. Βλ. επίσης Παπαγεωργίου- Γονατάς Σ., ενδεχόμενος δόλος- ενσυνείδητη αμέλεια, ό.π. σελ. 54

 

[100]    Βλ. Παπαγεωργίου- Γονατά Σ., ό.α.π., Χαραλαμπάκη Α., Σύνοψη ποινικού δικαίου, ό.π. 366, του ιδίου ό.π., ΠΧρ. ΝΔ’, σελ. 687.

 

[101]    Βλ. Κατσαντώνη Α., Η αμέλεια εν τω ποινικώ δικαίω, ό.π., σελ. 132.

 

[102]    Βαθιώτης Κ., Ναυάγιο «ΕΞΠΡΕΣ ΣΑΜΙΝΑ» : Η αρχή του τέλους (ή το τέλος μιας νέας αρχής) για τον ενδεχόμενο δόλο ; , ΠΧρ. ΝΕ’ (2005), σελ. 366. Βλ. επίσης Μανωλεδάκη Ι., Ποινικό Δίκαιο, άρθρα 1-49 ΠΚ, επιτομή γενικού μέρους, ό.π., 2001, σελ. 191, ο οποίος κατακρίνει τη νομολογιακή τάση να ασκούνται ποινικές διώξεις για το έγκλημα της ανθρωποκτονίας με ενδεχόμενο δόλο σε υποθέσεις θανατηφόρων αυτοκινητικών ατυχημάτων με κύριο κριτήριο την εμμονή του δράστη στην επικίνδυνη συμπεριφορά.

 

[103]    Βλ. Χαραλαμπάκη Α., ό.π., ΠΧρ. ΝΔ’,σελ. 687, του ιδίου ό.π., ΠΧρ. ΜΕ’, σελ. 1192.

[104]    Βλ.  Παπαγεωργίου- Γονατά Σ., Ο ενδεχόμενος δόλος: δογματικές ιδιαιτερότητες και κοινωνικές παράμετροι, ΠΧρ. ΝΓ’ (2003), σελ. 167-169.

 

[105]    Βλ. Μυλωνόπουλου Χ., Ποινικό Δίκαιο, ό.π., 2007, σελ. 250, Παπαγεωργίου- Γονατά Σ., Νομικές και κοινωνικές παράμετροι των διάφορων θεωριών για το ζήτημα της διάκρισης μεταξύ αμελούς συμπεριφοράς, μεγάλης αδιαφορίας και ενδεχόμενου δόλου, ό.π., 2005, σελ. 56.

 

[106]    Βλ. Παπαγεωργίου- Γονατά Σ., ενδεχόμενος δόλος- ενσυνείδητη αμέλεια, ό.π., σελ. 57

[107]    Βλ. Παπαγεωργίου- Γονατά Σ., ό.α.π. υποσημ. 191.

 

[108]    Βλ. Μυλωνόπουλο, ό.α.π., του ιδίου, Εφαρμογές Ποινικού δικαίου, 1997, σελ. 59.

 

[109]    Βλ. Παπαγεωργίου- Γονατά Σ., ό.α.π. , σελ. 58-60.

 

[110]    Ό.π., ΠοινΧρ. ΜΑ’, σελ. 14.

 

[111]    Βλ. BGHSt. 36, σε μετάφραση Βαθιώτη Κ., Δόλος, ό.π., σελ. 154 επ., όπου το Γερμανικό Ακυρωτικό αξιοποίησε συνετά την υπό συζήτηση θεωρία, εκλαμβάνοντας το γεγονός της έκθεσης του εννόμου αγαθού από το δράστη σ’ έναν απροκάλυπτο κίνδυνο ως μαχητό τεκμήριο, συνεκτιμώμενο δίπλα σε άλλα για την κατάφαση ενδεχόμενου δόλου.

 

[112]    Όσο σπουδαιότερο είναι το έννομο αγαθό, τόσο ευκολότερα γίνεται δεκτός ενδεχόμενος δόλος προσβολής του. Πρόκειται για ένα αξίωμα που άλλοτε ισχύει και άλλοτε όχι.

[113]    Αναλυτικά βλ. Παπαγεωργίου- Γονατά Σ,, ενδεχόμενος δόλος- ενσυνείδητη αμέλεια,ό.π., σελ. 60-62.

 

[114]    Βλ. Τζωρτζή Γ., ό.π., Αρμ. 1979, σελ. 254, σύμφωνα με τον οποίο η σπουδαιότητα του εννόμου αγαθού αποτελεί αντένδειξη του ενδεχόμενου δόλου.

 

[115]    Βλ. Παπαγεωργίου- Γονατά Σ., ό.α.π., σελ. 62.

 

[116]    Βλ. Βαθιώτη Κ., Δόλος, ό.π., σελ. 80, υποσημ. 317. Σύμφωνος και ο  Παπαγεωργίου- Γονατάς, ό.α.π., σελ. 61.

 

[117]    Βαθιώτης Κ., ό.α.π., σελ. 80.

 

[118]    Βλ. Κατσαντώνη Α., Αμέλεια, ό.π., σελ. 134. Βλ. επίσης ΜΟΕφΑΘ 290-292, 295, 359, 360/ 1998, ΠοινΧρ. Ν., σελ. 172 κ.ε., ΑΠ 1206/2000, ΠοινΧρ. ΝΑ’, σελ. 415 κ.ε.

 

[119]    βλ. Ανδρουλάκη Ν., Ποινικό Δίκαιο, Γενικό μέρος, τόμος Ι, ό.π. σελ. 278-279, Βαθιώτη Κ., ό.α.π. σελ. 82, Σ. Παπαγεωργίου- Γονατά, ό.α.π. ,σελ. 32. Με τη θεωρία της επιδοκιμασίας συντάσσεται ο Τσιρίδης Π., ό.π., ΠΧρ. ΝΒ’ σελ. 964.

 

[120]    Έτσι Μυλωνόπουλος Χ., Ποινικό Δίκαιο, γενικό μέρος, τόμος Ι, ό.π., σελ. 251. Βλ. επίσης  Ανδρουλάκη Ν., ΠοινΧρ. ΜΑ’, ό.π., σελ. 9, του ιδίου, Ποινικό Δίκαιο, ό.α.π., σελ. 279, σύμφωνα με τον οποίο αποδοχή της θεωρίας αυτής συνεπάγεται πρόδηλα σημαντικό περιορισμό της έκτασης του ενδεχόμενου δόλου προς όφελος της ενσυνείδητης αμέλειας.

[121]    Μυλωνόπουλος Χ., Ποινικό Δίκαιο, ό.π., σελ. 252. Βλ. επίσης Ανδρουλάκη Ν, ό.π., ΠοινΧρ. ΜΑ’, σελ. 9 υποσημ. 7.

 

[122]    Σύμφωνα με τον Welzel, ιδρυτή της θεωρίας περί της πράξεως ως σκοπίμου δράσεως, κάθε ανθρώπινη πράξη δεν αποτελεί απλά εκούσια ενέργεια ή αποχή από ενέργεια, εκ της οποίας παράγεται ορισμένη μεταβολή στον εξωτερικό κόσμο, αλλά πραγμάτωση της βούλησης του ατόμου που κατατείνει στην επίτευξη ορισμένου σκοπού, η οποία επίτευξη επέρχεται διαμέσου των επιλεχθέντων προς αυτήν αναγκαίων μέσων. Αναλυτικά βλ. Χωραφά Ν., Ποινικόν Δίκαιον, Τόμος Πρώτος, ό.π., σελ. 235-237, του ιδίου, Εισήγηση στη διάλεξη του Welzel H., H θεωρία περί της πράξεως ως σκοπίμου δράσεως και η μεταρρύθμιση του Ποινικού Δικαίου εν Ελλάδι και Γερμανία, ΠΧρ. Ε’ σελ. 265-266,  Κατσαντώνη Α., Η αμέλεια εν τω ποινικώ δικαίω, 1963, σελ. 153-158, Ανδρουλάκη Ν., Ποινικό Δίκαιο, γενικό μέρος, ό.π., σελ. 154, 310 υποσημ. 4, 514 υποσημ. 16.

 

[123]    Βλ. Παπαγερωγίου- Γονατά Σ., ενδεχόμενος δόλος- ενσυνείδητη αμέλεια, ό.π., 2008, σελ. 63, Βαθιώτη Κ., Δόλος, ό.π., 2003, σελ. 85, του ιδίου, Στοιχεία, ό.π., 2007, σελ. 243, Χαραλαμπάκη Α., Σύνοψη, ό.π., 2010, σελ. 368, Δημήτραινα Γ., Η λειτουργία των εγκλημάτων διακινδύνευσης και εκ του αποτελέσματος, ό.π., 2006, σελ. 96.

 

[124]    Βλ. Χαραλαμπάκη Α., Σύνοψη Ποινικού Δικαίου, ό.π., σελ. 368, Παπαγεωργίου- Γονατά, ενεδόμενος δόλος- ενσυνείδητη αμέλεια, ό.π., σελ. 62-66,  Ανδρουλάκη Ν., ό.α.π., σελ. 282 υποσημ. 45, ο οποίος επισημαίνει ότι πίστη στην αποφυγή του αποτελέσματος μπορεί κατεξοχήν  να συντρέχει όταν ο δράστης έλαβε σοβαρά αποτρεπτικά του κινδύνου μέτρα, και όχι όταν προέβην στη λήψη οποιουδήποτε αποτρεπτικού μέτρου.

 

[125]    Βαθιώτη Κ., Δόλος, ό.π., σελ. 86-88.

[126]    Ανδρουλάκης Ν., Ποινικό Δίκαιο, γενικό μέρος, ό.π., σελ. 280-282, του ιδίου , ό.π., ΠΧρ. ΜΑ’, σελ. 9-12.  Σύμφωνοι οι  Χαραλαμπάκης Α., ό.π., ΠΧρ. ΝΔ’, σελ 687- 688, του ιδίου Σύνοψη Ποινικού Δικαίου, ό.π., σελ. 370-373, Χαραλαμπάκη Α.- Γιαννίδη Ι., Ποινικός Κώδικας & Νομολογία, 2009, σελ. 158, Κοτσαλής Λ., Ποινικό Δίκαιο, Γενικό μέρος, τόμος Ι, 2005, σελ. 527-529, Ναμίας Ο., Ρώσσικη Ρουλέτα: Ενσυνείδητη αμέλεια ή ενδεχόμενος δόλος ;, ΠΧρ. ΜΔ’ σελ. 1198-1199, Βαθιώτης Κ, Δόλος,ό.π., σελ. 88-106, του ιδίου, Δυστυχήματα και ενδεχόμενος δόλος: magna culpa dolus est ;, Συνήγορος, 2003, σελ. 208.  Η θεωρία αυτή αποτελεί ουσιαστικά αποτύπωση του β’ τύπου του Frank, σύμφωνα με τον οποίο με ενδεχόμενο δόλο ενεργεί ο δράστης που σκέφτεται « όπως και να ‘χουν τα πράγματα, ό, τι και να γίνει, εγώ εν πάση περιπτώσει θα πράξω».

 

[127]    Σύμφωνα με τον Ανδρουλάκη η έννοια του κινδύνου συνίσταται σε μία « ασυνήθιστη, μη- κανονική κατάσταση, που δρομολογεί την επέλευση βλάβης του εννόμου αγαθού, προκαλώντας έτσι αβεβαιότητα και ανασφάλεια. Η δρομολόγηση αυτή υφίσταται όταν από το σύνολο των όρων που πρέπει να συντρέξουν για να επέλθει η βλάβη, έχουν ήδη πραγματωθεί κάποιοι, κατά τρόπο ώστε να υπολείπεται μόνον η κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων πιθανή ή και βέβαιη επέλευση των άλλων, προκειμένου να προκληθεί το αποτέλεσμα», Ποινικό Δίκαιο, γενικό μέρος, ό.α.π., σελ. 172.

 

[128]    Βλ. Ανδρουλάκη Ν., ό.α.π., σελ. 283

[129]    Ανδρουλάκης Ν., Ποινικό Δίκαιο, ό.α.π., σελ. 288.

[130]    Βλ. Ανδρουλάκη Ν., ό.α.π., σελ. 289, του ιδίου, ό.π., ΠοινΧρ. ΝΑ’, σελ. 21.

 

[131]    Καϊάφα- Γκμπάντι Μ., ό.α.π., σελ. 251.

 

[132]    Βλ. Μπαμπινιώτη Γ., Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, β’ έκδοση, 2005, Μαρκαντωνάτου Γ. – Μοσχόπουλου Θ.- Χωραφά Ε., Μικρό λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής, 1999.

 

[133]    Βλ. Γεωργοπαπαδάκου Α., Το εύχρηστο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας, β’ έκδοση, 1998.

 

[134]    Βλ. Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής, 1998, Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών/ Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη.

 

[135]    Βλ. Μπαμπινιώτη Γ., ό.π. Ως αποφυγή δε ορίζεται η σκόπιμη αποχή, αποστασιοποίηση ή απομάκρυνση από κάτι, η σκόπιμη ακύρωση δυσάρεστης ή ανεπιθύμητης κατάστασης πριν από την εκδήλωσή της, ώστε να μην υπάρξουν αρνητικές επιπτώσεις: της σύγκρουσης/ ενός κινδύνου.

 

[136]    Βλ. Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής, ό.π. βλ. επίσης την έννοια της αδιαφορίας, η οποία αποδίδεται ως συναισθηματική ουδετερότητα.

 

[137]    Κατά τον Engisch τα κενά είναι απροσχεδίαστα ελαττώματα του θετικού δικαίου, που γίνονται αισθητά ως ελλείψεις νομικών ρυθμίσεων εκεί όπου αναμένονται τέτοιες ρυθμίσεις για ορισμένα πραγματικά γεγονότα και επιτρέπουν ή αξιώνουν την άρση τους διαμέσου μιας συμπληρωματικής του δικαίου δικαστικής απόφασης. Κατά τον Klug η έννοια του κενού αποδίδεται με τον κάτωθι γενικότερο ορισμό: « Για κενό σε δεδομένο σύστημα κανόνων Ν γίνεται λόγος όταν υπάρχει μια κατηγορία πραγματικών Σ που δεν ρυθμίζεται από το Ν, μολονότι θα αναμενόταν από το Ν η ρύθμισή της, βλ. Τσίνα Κ., Απαγορευμένη αναλογία & επιτρεπτή ερμηνεία του ποινικού νόμου. Μια συμβολή στη μεθοδολογία του ποινικού δικαίου, 2010, σελ. 124-125, Αραβαντινού Κ., Στοιχεία μεθοδολογίας του δικαίου, 1978, σελ. 21 κ.ε..

 

[138]    Βλ. Τσίνα Κ., ό.α.π., σελ. 93, 126, Σταμάτη Κ., Η θεμελίωση των νομικών κρίσεων. Ένα κριτικά πρακτικό πρότυπο ερμηνείας του δικαίου, ζ’ έκδοση, 2006, σελ. 490, του ιδίου,  Η θεμελίωση των νομικών κρίσεων, Επιτομή, 2009, σελ. 234, Μανιτάκη Α., Η νομική φύση και ο πολιτικός χαρακτήρας της ερμηνείας του Συντάγματος, το Σ 1985, σελ. 494, Μαργαρίτη Λ., Παρατηρήσεις στο ΒουλΣυμβΠλημΕδεσ. 88/1982,  Αρμενόπουλος ΛΖ’, 1983, σελ. 416, του ιδίου, Παρατηρήσεις στην ΔιατΕισαγΠλημΘεσ. 134/1978, Αρμενόπουλος ΛΒ’, 1978, σελ. 992. Αντίθετος ο Μανωλεδάκης, σύμφωνα με τον οποίο η malam partem διασταλτική ερμηνεία είναι απαγορευμένη σε κάθε περίπτωση, βλ. ό.π., Επιτομή, 2001, σελ. 76. Έτσι και ο Δημήτραινας Γ., βλ. Η λειτουργία των εγκλημάτων διακινδύνευσης και «εκ του αποτελέσματος» στην ορθή διάκριση του ενδεχόμενου δόλου από την ενσυνείδητη αμέλεια», ό.π., σελ. 101.

 

[139]    Κρατούσα ωστόσο είναι η αντικειμενικά τελολογική ερμηνεία, σύμφωνα με την οποία η ratio legis πρέπει να ανευρίσκεται  ανεξάρτητα από τη βούληση του ιστορικού νομοθέτη, με βάση τις ρυθμιστικές ανάγκες της κοινωνικής ζωής του παρόντος, βλ. Τσάτσου Κ., Το πρόβλημα της ερμηνείας του δικαίου, 2η εκδ., 1978, σελ. 138 κ.ε.. Βλ. επίσης Σταμάτη Κ., ό.α.π., Επιτομή, σελ. 210, ο οποίος αποδέχεται έναν συνδυασμό υποκειμενικής και αντικειμενικής τελολογικής ερμηνείας.  Παρά τα αξιολογότατα επιχειρήματα των αντικειμενιστών θεωρώ ότι η ρητώς εκπεφρασμένη βούληση του νομοθέτη, ειδικά όσον αφορά τη θεμελίωση και την έκταση του αξιοποίνου, δεν μπορεί να ξεπεραστεί, έτσι και ο Ανδρουλάκης Ν., βλ. ποινικό δίκαιο, ό.π., 2006, σελ.107.

 

[140]    Βλ. Πρακτικά Συνεδριάσεων των Αναθεωρητικών Επιτροπών επί του Σχεδίου Ποινικού Κώδικος, Τεύχος Πρώτον, Επιμελεία Γ. Καφετζή, 1962, σελ. 97-98. Βλ. επίσης Χωραφά Ν., Δόλος, ό.π., 1922, 169, όπου εκφράζει την άποψη ότι υπό τους όρους του β’ τύπου του Frank συντρέχει αποδοχή του αξιόποινου αποτελέσματος, σημειώνοντας περαιτέρω ότι «η πράξης των ελληνικών δικαστηρίων θα έπρεπε μετά περισσοτέρας προσοχής να περιβάλη τας ενώπιον αυτών εισαγόμενας περιπτώσεις ανθρωποκτονιών ή τραυμάτων δι’ αυτοκινήτων και να μη χαρακτηρίζει πάσας ταύτας κατά σύστημα πάντοτε ως εξ’ αμελείας πηγάζουσας, άνευ εγγυτέρας εξετάσεως του ζητήματος. Διότι αληθώς προσεκτικοτέρα εξέτασις των καθ’ έκαστον περιπτώσεων θα έφερε πολλάκις εις την παραδοχήν τουλάχιστον τραυμάτων εκ δόλου (ενδεχομένου), δεδομένου ότι αναμφισβήτως δεν ελλείπουσι και περιπτώσεις, καθ’ ας τα επισημβαίνοντα αδικήματα δεν οφείλονται εις απλήν απερισκεψίαν (αμέλειαν) του δράστου, αλλ’ εις μεγίστην αδιαφορίαν αυτού ενεργούντος, έστω και αν πρόκειται να παραχθή το ως ενδεχόμενον παρ’ αυτού προβλεφθέν αποτέλεσμα του τραυματισμού» (ο τονισμός δικός μου). Βλ. επίσης Τζωρτζόπουλου Χ., Εγχειρίδιον του Ουσιαστικού Ποινικού δικαίου, ό.π., σελ. 177 και υπος. 6, ο οποίος προσπαθώντας να αναλύσει την έννοια του αποδέχομαι καταλήγει στο συμπέρασμα ότι αυτός δε σημαίνει ούτε θέλω ούτε δε θέλω, στερώντας του κάθε βουλητική χροιά.

 

[141]    Βλ. Σταμάτη Κ., ό.π., Επιτομή, σελ. 206.

 

[142]    Βλ. Πρακτικά Συνεδριάσεων των Αναθεωρητικών Επιτροπών του Σχεδίου Ποινικού Κώδικος, Τεύχος  Δεύτερον, Επιμελεία Γ. Καφετζή, 1963, σελ. 20.

 

[143]    Βλ. Πρακτικά Συνεδριάσεων, ό.π., 1962, σελ. 97.

 

[144]    Για τη θεωρία της βουλήσεως βλ. αναλυτικά Χωραφά Ν, Δόλος, 1923,  σελ. 43 κ.ε.

 

[145]    Βλ. Αιτιολογική Έκθεσις του Σχεδίου Ελληνικού Ποινικού Κώδικος, εκ του Εθνικού Τυπογραφείου, 1933, σελ. 15-17.

 

[146]    Για την απαγορευμένη αναλογία και τη σχέση της με τη διασταλτική ερμηνεία βλ. Ανδρουλάκη Ν, γενικό μέρος, ό.π., σελ. 112 κ.ε., Σταμάτη Κ., ό.π., 2009, σελ. 233-234,  Τσίνα Κ., Απαγορευμένη αναλογία και επιτρεπτή ερμηνεία ό.π., σελ. 175 κ.ε., Μαγκάκη Α., Ποινικό δίκαιο, ό.π., 1984, σελ. 89-93.

 

[147]    Για το παράδειγμα αυτό βλ. Ανδρουλάκη Ν., ό.α.π., σελ. 110.

 

[148]    Βλ. Καϊάφα- Γκμπάντι Μ., Αμέλεια, ό.π., σελ. 251.

 

[149]    Βλ. Παπαγεωργίου- Γονατά Σ., Ενδεχόμενος Δόλος- Ενσυνείδητη αμέλεια, ό.π., 2008, σελ. 79.

 

[150]    Βλ. Καϊάφα- Γκμπάντι Μ., ό.α.π., σελ. 251-253. Για το παράδειγμα της μητέρας βλ. Ανδρουλάκη Ν., ό.π., ΠοινΧρ. ΜΑ’, σελ. 19.

 

[151]    Παπαγεωργίου- Γονατάς Σ., Νομικές και κοινωνικές παράμετροι των διάφορων θεωριών για το ζήτημα της διάκρισης μεταξύ αμελούς συμπεριφοράς, μεγάλης αδιαφορίας και ενδεχόμενου δόλου, ό.π., σελ. 60.

 

[152]    Συμεωνίδου- Καστανίδου Ε., εγκλήματα κατά της ζωής, ό.π., σελ. 357-358, Καϊάφα-Γμπάντι Μ. , Εμβάθυνση στην Ποινική Νομολογία, β’ έκδοση, 2009, σελ. 108, Μυλωνόπουλου Χ., Εφαρμογές, ό.π., σελ. 58, Παπαγεωργίου- Γονατάς Σ.,Υπάρχει τρίτη μορφή υπαιτιότητας;,   ΠοινΧρ. ΝΓ’, σελ. 1062,  του ιδίου, ό.π., ΠΧρ. ΝΓ’, σελ. 166.

 

[153]    Βλ. Ανδρουλάκης, ό.α.π., σελ. 286.

 

[154]    Βλ. Βαθιώτη Κ., Δόλος, ό.π., σελ. 106.

 

[155]    Βλ. ό.π., ΠΧρ. ΜΕ’, σελ. 1194

 

 

[156]    Βλ. ό.π., ΠΧρ. ΜΑ’, σελ. 12, του ιδίου, Ποινικό δίκαιο, γενικό μέρος, ό.π., σελ. 282

 

[157]    Βλ. ό.π., ΝοΒ 1989, σελ. 1180 υποσημ. 34.

 

[158]    Βλ. Ποινικό δίκαιο, γενικό μέρος, τόμος Ι, ό.π., σελ. 255.

 

[159]    Βλ. Δόλος, ό.π., σελ. 113-116.

 

[160]    Μανωλεδάκης Ι, Η αδιαφορία δεν είναι δόλος, ΠοινΔικ 2/2004, σελ. 188, Παρασκευόπουλος Ν., ό.π., ΠοινΔικ. 2005,σελ. 320.

 

[161]    Παρασκευόπουλος Ν., Τα θεμέλια του ποινικού δικαίου, ό.π., σελ. 241-242.

 

[162]    Βλ. Μανωλεδάκη Ι., Επιτομή, ό.π., σελ. 182, του ιδίου, Η αδιαφορία δεν είναι δόλος, ΠοινΔικ. 2004, σελ. 188, Συμεωνίδου- Καστανίδου Ε., Εμβάθυνση στο ουσιαστικό ποινικό δίκαιο, 2008, σελ. 479-480, Παρασκευόπουλου Ν., Θεμέλια, ό.π., σελ. 241, του ιδίου, Ενδεχόμενος δόλος, ενσυνείδητη αμέλεια και κατ’ ιδέαν συρροή: το ελληνικό ποινικό δίκαιο προβληματίζεται σοβαρά, ΠοινΔικ. 2003, σελ. 320, Καϊάφα- Γκμπάντι Μ., Αμέλεια, ό.π., σελ. 248 κ.ε., της ίδιας, Εμβάθυνση, ό.π., σελ. 109 κ.ε., Μαγκάκη Γ., Ποινικό δίκαιο, ό.π., 1984, σελ. 307-309, Σπινέλλη Δ., ό.π., ΝοΒ 37, σελ. 1180,   Παπαγεωργίου- Γονατά Σ., Ενδεχόμενος δόλος- ενσυνείδητη αμέλεια, ό.π., 2008, σελ. 84, του ιδίου,  Μυλωνόπουλου Χ., Ενδεχόμενος δόλος και Fuzzy Logic, Ποινικός Λόγος 2003, σελ. 455, Δημήτραινα Γ., Η λειτουργία των εγκλημάτων διακινδύνευσης, ό.π., σελ. 98.

[163]    Συμεωνίδου- Καστανίδου Ε., Εμβάθυνση στο ουσιαστικό ποινικό δίκαιο, 2008, σελ. 478

 

[164]    Βλ. Παρασκευόπουλου Ν., ό.π., ΠοινΔικ. 2003, σελ. 320, Καϊάφα- Γκμπάντι Μ., ό.α.π., σελ. 251, Δημήτραινα Γ., ό.α.π., σελ. 102, Μπέκα Γ., Εγκλήματα κατά της ζωής και της υγείας, 2002, σελ. 78.

 

[165]    Βλ. Συμεωνίδου- Καστανίδου Ε., Παρατηρήσεις στην ΠοινΔικ 2002, σελ. 1124, της ιδίας, Εγκλήματα κατά της ζωής, ό.π., σελ. 577.

 

[166]    Βλ. Λεξικό της κοινής Νεοελληνικής,ο.π.

 

[167]    Βλ. Λεξικό της κοινής Νεοελληνικής ό.α.π.

 

[168]    Βλ. Μπαμπινιώτη Γ., Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, ό.π.

[169]    Βλ. Παπαγεωργίου- Γονατά Σ., Παρατηρήσεις υπό την ΑΠ 1530/2008, ΠοινΔικ. 2008, σελ. 1159, Χαραλαμπάκη Α., ό.π., ΠοινΧρ. ΝΔ’, σελ. 688, του ιδίου, Σύνοψη Ποινικού Δικαίου, ό.π., σελ. 374, Μυλωνόπουλου Χ., ό.π., ΠοινΛογ. 2003, σελ. 452, Βαθιώτη Κ., Το ποινικό δίκαιο μέσα από 20 προβλήματα εφαρμοσμένης θεωρίας, ό.π., σελ. 119, BGH 20.6.2000- 2 StR 135/00, NStZ2000, ΠοινΧρ. Ν’, σελ. 583, BGH 22.11.2001- 1StR 369/01, NStZ 2002 σελ. 312, ΠοινΧρ. ΝΒ’ σελ. 561, Τσιρίδη Π., ό.π.,ΠοινΧρ. ΝΒ’, σελ. 963, ΑΠ 1661/2004, ΠοινΔικ. 2004 σελ. 1120, με σύμφωνες παρατηρήσεις της Συμεωνίδου- Καστανίδου, σελ. 1123, Συμβ ΑΠ 2032/2004, ΠοινΔικ. 2005, σελ. 812 με παρατηρήσεις Βαθιώτη, σελ. 815.

 

[170]    Βλ. Σατλάνη Χ., Αποκωδικοποίηση των εννοιών του ενδεχόμενου δόλου και της ενσυνείσητης αμέλειας κυρίως με παραδείγματα, στο σύγγραμμα Ενδεχόμενος δόλος- Ενσυνείδητη αμέλεια- Τρίτη μορφή υπαιτιότητας; του Τομέα Ποινικών και Εγκληματολογικών Επιστημών ΔΠΘ, 2006, σελ. 134.

[171]    BGH NStZ 1992, 125, ΠοινΧρ. ΜΒ’ σελ. 341. Για το κριτήριο της ιδιοτέλειας του σκοπού στην ελληνική βιβλιογραφία και νομολογία βλ. Μυλωνόπουλου Χ., Ποινικό δίκαιο, γενικό μέρος Ι, ό.π., σελ. 259, Συμεωνίδου- Καστανίδου Ε., Εμβάθυνση στο ουσιαστικό ποινικό δίκαιο, ό.π., σελ. 57, Κατσαντώνη Α., Η αμέλεια εν τω ποινικώ δικαίω, ό.π., σελ. 141, Μπουρμά., Παρατηρήσεις υπό την ΣυμβΑΠ 65/2007, ΠοινΔικ. 2008 σελ. 151, σύμφωνα με τον οποίο «σημαντικότατο ενδείκτη για την κατάφαση του ενδεχόμενου δόλου αποτελεί η εμμονή του δράστη στην κινδυνώδη ενέργεια από ιδιοτελείς σκοπούς. Εφόσον ο δράστης εν ανάγκη, δηλαδή αν δεν μπορούσε να πετύχει το σκοπό του διαφορετικά, προτίμησε να εμείνει στην τέλεση της επικίνδυνης πράξης, καίτοι γνωρίζει τη δυνατότητα πρόκλησης του ανεπιθύμητου αποτελέσματος, προκειμένου να μην παραιτηθεί από τον επιδιωκόμενο σκοπό του, μπορούμε να συνάγουμε ότι συμβιβάστηκε με την επέλευση του εγκληματικού αποτελέσματος», ΣυμβΕφΑθ 2512/2002, ΠοινΧρ. ΝΓ’ σελ. 154, ΣυμβΕφΑθ. 572/2003, ΣυμβΕφΛαρ. 179/2004, ΠοινΔικ. 2004, σελ. 794, σύμφωνα με την οποία « η ιδιοτέλεια των σκοπών το δράστη είναι όντως ενδείκτης του ενδεχόμενου δόλου. Αντίκειται όμως στη λογική του έμφρονος ανθρώπου να επιλέξει μια καταστροφική γι’ αυτόν συμπεριφορά αντί κάποιου κέρδους, λ.χ. από τη μη συντήρηση ή την υπερφόρτωση του αυτοκινήτου του».

 

[172]    Βαθιώτης Κ., Δόλος, ό.π., σελ. 127.

 

[173]      Ό.α.π., σελ. 129.

 

[174]    Βλ. Παπαγεωργίου- Γονατά, ό.π., ΠοινΧρ. ΝΓ’, σελ. 1066.

 

[175]    Σατλάνη Χ., ό.α.π., σελ. 136.

[176]    Βλ. Βαθιώτη Κ., Δόλος, ό.π., σελ. 131.

 

[177]    Βλ. Καϊάφα- Γκμπάντι Μ., Αμέλεια, ό.π., σελ. 283-284.

 

[178]    Καϊάφα- Γκμπάντι Μ., ό.α.π., σελ. 285.

 

[179]    Βαθιώτη Κ., ό.π., ΠοινΧρ. ΝΓ’, σελ. 179.

 

[180]    Βλ. Παπαγεωργίου- Γονατά Σ., Ενδεχόμενος δόλος- Ενσυνείδητη αμέλεια, ό.π., 2008, σελ. 209.

[181]    Βλ. Μυλωνόπουλου Χ., Γενικό μέρος Ι, ό.π., σελ. 260.

[182]    Για το παράδειγμα αυτό βλ. Σατλάνη, ό.α.π., σελ. 136, υποσημ. 19.

 

[183]    Βλ. Συμεωνίδου- Καστανίδου Ε., Εμβάθυνση στο ουσιαστικό ποινικό δίκαιο, ό.π., σελ. 57, Βαθιώτη Κ., ό.π., ΠοινΧρ. ΝΓ’, σελ. 178-179, του ιδίου, Δόλος, ό.π., σελ. 143 κ.ε., Παπαγεωργίου- Γονατά Σ., ό.α.π., σελ. 208, Μυλωνόπουλου Χ., ό.α.π., σελ. 261-262, του ιδίου, Εφαρμογές, ό.π., σελ. 61, Καϊάφα- Γκμπάντι Μ., Αμέλεια, ό.π., σελ. 292-293, της ιδίας, Εμβάθυνση την Ποινική Νομολογία, ό.π., σελ. 118, της ιδίας Προβληματικές της σύγχρονης νομολογίας του Αρείου Πάγου στο χώρο του ουσιαστικού ποινικού δικαίου, ΠοινΔικ. 2003 σελ. 1270, Αποστολίδου Α., ό.α.π., ΣυμβΠλημμΑθ. 3772/2001, ΠοινΧρ. ΝΒ’, σελ. 737, Βαθιώτη Κ., Παρατηρήσεις υπό την ΣυμβΕφΑθ. 911/2002, ΠοινΧρ. ΝΒ’, σελ. 734, ΣυμβΕφΑιγ. 71/2002, ΠοινΔικ. 2002, σελ. 868, ΠλημμΑθ. 2161/2005, ΠοινΧρ. ΝΕ’, σελ. 1031.

 

[184]    Βλ. ΒαθιώτηΚ., ό.α.π. ΠοινΧρ. ΝΓ’, σελ. 179, Μυλωνόπουλου Χ., ό.π., ΠοινΛογ. 2003, σελ. 457.

 

[185]    Βλ. Βαθιώτη Κ., ό.π., Δόλος, σελ. 147.

 

[186]    Βαθιώτης Κ., ό.α.π., ΠοινΧρ. ΝΓ’.

 

[187]    Βλ. Ανδρουλάκη Ν., ό.π., ΠοινΧρ. ΜΑ’, σελ. 13.

 

[188]    Μυλωνόπουλος Χ., Ποινικό Δίκαιο, γενικό μέρος, ό.π., σελ. 263

 

[189]    Παπαγεωργίου- Γονατάς Σ., ενδεχόμενος δόλος- ενσυνείδητη αμέλεια, ό.π., σελ. 209.

 

[190]    Βλ. Καϊάφα- Γκμπάντι Μ., Αμέλεια, ό.π., σελ. 291.

[191]    Για το παράδειγμα αυτό βλ. Σατλάνη Χ., ό.π., σελ. 137-138.

 

[192]    Βλ. Βαθιώτη Κ., Η (μη) διαρκώς τεταμένη προσοχή των οδηγών: μια «εύκολη» αλλά επικίνδυνη λύση ελλείψει προσδιορισμού της «ακριβούς ταχύτητας», ΠοινΧρ. ΝΒ’, σελ. 381.

 

[193]    Καϊάφα- Γκμπάντι Μ.,,ό.α.π., σελ. 287.

[194]    Αποστολίδου Α., Η θεσμική πορεία και ταυτότητα της ποινικής καταστολής στο χώρο της οικοδομικής, Υπερ. 2000, σελ. 781, ΣυμβΕφΛαρ., 179/2004, ΠοινΔικ. 2004, σελ. 794, ΜΟΔΑθ 334-335/2004, ΠοινΔικ. 2005, σελ. 288, ΑΠ 2125/2002 σελ. 47, ΑΠ 500/2003, ΠοινΧρ. ΝΓ’ σελ. 122.

 

[195]    Βλ. Παπαγεωργίου- Γονατά Σ., ενδεχόμενος δόλος- ενσυνείδητη αμέλεια, ό.π., σελ. 208, Βαθιώτη Κ., Ο «κολοβός» ενδεχόμενος δόλος στην ελληνική νομολογία, ΠοινΧρ. ΝΓ’, σελ. 177. Ως τέτοιες μορφές συμπεριφοράς μπορούν να θεωρηθούν η προσπάθεια ανάνηψης του θύματος, η κατάσβεση της φωτιάς  κ.α, βλ. Μυλωνόπουλου Χ., ό.π., ΠοινΛογ. 2003, σελ. 458.

 

[196]    Καίάφα- Γμπάντι Μ., Εμβάθυνση στην ποινική νομολογία, ό.π., σελ. 118.

 

[197]    Βλ. Καϊάφα- Γκμπάντι Μ., ό.α.π., σελ. 132, Παπαγεωργίου- Γονατά, ενδεχόμενος δόλος, ενσυνείδητη αμέλεια, ό.π., σελ. 213.

 

[198]    Στην επιχειρηματολογία αυτή βασίστηκε η υπ’ αριθμ. 3082/11.12.1995 παραγγελία του εισαγγελέα του ΑΠ προς τον προϊστάμενο της εισαγγελίας πρωτοδικών Αθηνών, επ’ αυτής βλ. Μυλωνόπουλου Χ., εφαρμογές ποινικού δικαίου, ό.π., σελ. 55 κ.ε.

 

[199]    Βλ. προς αυτήν την κατεύθυνση κινήθηκε το υπ’ αριθμ. 418/1999 βούλευμα του ΑΠ, ΠοινΧρ. Ν’, σελ. 41 κ.ε., σύμφωνα με το οποίο «για τον ενδεχόμενο δόλο ανθρωποκτονίας δεν αρκεί η προηγούμενη επανειλημμένη οδήγηση υπό την επήρεια οινοπνεύματος και η καταδίκη για συναφείς παραβάσεις και ανθρωποκτονία από αμέλεια».

 

[200]    Βλ. Smith & Hogan, Criminal Law, 11th edition, 2006, σελ. 102-104, Kenny’s Outlines of Criminal Law, 1966, σελ. 36, Παπαγεωργίου- Γονατά Σ., ενδεχόμενος δόλος- ενσυνείδητη αμέλεια, ό.π., σελ. 131, Βαθιώτη Κ., Recklessness, αδιαφορία, υπαιτιότητα, ΠΧρ. ΝΣΤ’, σελ. 8.

 

[201]    Βλ. Smith & Hogan, ό.α.π., σελ. 102,  “Not all risks taking constitutes recklessness. Sometimes it is justifiable to take a risk of causing harm to another’ s property or his person or even causing his death…If D forces V’s car off the road, cannot be reckless driving if it was reasonable to use that degree of force lawfully to arrest V.” , Παπαγεωργίου- Γονατά Σ., ό.α.π., σελ. 131

 

[202]    [202] Βλ Smith & Hogan, ό.α.π., σελ. 104-105.

 

[203]    Βλ. Παπαγεωργίου- Γονατά Σ., ό.α.π., σελ. 131, Βαθιώτη Κ., ό.α.π., σελ. 9.

 

 

[204]    Πρόκειται για έναν πρότυπο Ποινικό Κώδικα που συντάχθηκε με την προοπτική να υιοθετηθεί από το εσωτερικό δίκαιο της εκάστοτε Πολιτείας, χωρίς όμως να έχει υιοθετηθεί μέχρι σήμερα από όλες τις Πολιτείες.

 

[205]    Βλ. Βαθιώτη Κ., ό.π., ΠοινΧρ. ΝΣΤ’, σελ. 7-8, Μυλωνόπουλου Χ., Ποινικό Δίκαιο, γενικό μέρος, ό.π., σελ. 275, Παπαγεωργίου-Γονατά Σ., ενδεχόμενος δόλος- ενσυνείδητη αμέλεια, ό.π., σελ. 129.

 

[206]    Βλ. Παπαγεωργίου-Γονατά, ό.α.π., σελ. 130.

 

[207]    Αναλυτικά βλ. Χωραφά Ν., Δόλος, ό.π., 1923, σελ. 119 κ.ε.

[208]    Βλ. ό.π., ΠοινΧρ. ΝΓ’, σελ. 1067-1068.

[209]    Βλ. το άρθρο του με τίτλο «Η φονική Κοινωνική ασυνειδησία και η ποινική της αντιμετώπιση», ΝοΒ 2004, σελ. 1670-1672. Σύμφωνος υπήρξε παλαιότερα και ο Χαραλαμπάκης, στο έργο του Διάγραμμα Ποινικού Δικαίου, 2003, σελ. 181,  αργότερα όμως αναθεώρησε τις απόψεις του, βλ. ό.π., ΠοινΧρ. ΝΔ’, σελ. 692.

[210]    Μαγκάκης Γ.-Α., ό.α.π, σελ. 1670,1671, Παπαγεωργίου- Γονατάς, ενδεχόμενος δόλος- ενσυνείδητη αμέλεια, ό.π., σελ. 167.

 

[211]    Παπαγεωργίου- Γονατάς, ΠοινΧρ. ΝΓ’ σελ. 1064.

 

[212]    Παπαγεωργίου- Γονατάς, ενδεχόμενος δόλος- ενσυνείδητη αμέλεια, ό.π., σελ. 154.

 

[213]    Βλ. Παπαγεωργίου- Γονατά, ό.α.π., σελ. 152, του ιδίου, ό.π., ΠοινΧρ. ΝΓ’ , σελ. 1064-1065.

 

[214]    Χωραφάς, Δόλος, ό.π., σελ. 129. Σύμφωνος ο Παρασκευόπουλος Ν., ό.π., ΠοινΔικ 2005, σελ. 321,  Δημήτραινα Γ., ό.π., σελ. 114.

 

[215]    Βλ. Δημήτραινα Γ., ό.α.π., σελ. 115, Παρασκευόπουλου Ν., Οι πλειοψηφίες στο στόχαστρο, Τρομοκρατία και κράτος δικαίου, 2003, σελ. 154.

 

[216]    Χαραλαμπάκης Α., ό.π., ΠοινΧρ. ΝΔ’, σελ. 692, Δημήτραινα, ό.α.π., Μπέκα Γ., Παρέμβαση στη διημερίδα του δικηγορικού συλλόγου Ρόδου, στο σύγγραμμα Ενδεχόμενος δόλος- Ενσυνείδητη αμέλεια- Τρίτη μορφή υπαιτιότητας ; του Τομέα Ποινικών και Εγκληματολογικών Επιστημών ΔΠΘ, 2006, σελ. 181, Αποστολίδου Α., Παρέμβαση, ο.α.π., σελ. 161.

 

[217]    Βλ. Μυλωνόπουλου Χ., Ενδεχόμενος δόλος και Fuzzy Logic, ΠοινΛογ. 2003, σελ. 465. Σύμφωνος ο Παπαγεωργίου- Γονατάς, ενδεχόμενος δόλος- ενσυνείδητη αμέλεια, ό.π., σελ. 146-147. Βλ. επίσης Βαθιώτη Κ., ό.π., ΠοινΧρ. ΝΣΤ’ σελ. 16, «Θα μπορούσε να τεθεί υπό συζήτηση η αυστηρότερη τιμώρηση αμελών δραστών που έχουν παραβιάσει ένα καθήκον ιδιαίτερης επιμέλειας. Διότι, αν σταχυολογήσει κανείς τις προβληματικές περιπτώσεις που απασχόλησαν από τη σκοπιά του ενδεχόμενου δόλου την επιστήμη και τη νομολογία μας, θα διαπιστώσει ότι ο κοινός παρονομαστής τους είναι η παραβίαση ενός τέτοιου καθήκοντος επιμελείας εκ μέρους π.χ. του οδηγού, του πλοιάρχου, του μηχανικού».

 

[218]    Μυλωνόπουλος Χ., ό.α.π., του ιδίου, Ποινικό Δίκαιο, γενικό μέρος, ό.π., σελ. 272.

 

[219]    Μυλωνόπουλος Χ., Ποινικό δίκαιο, ό.α.π., σελ. 274.

 

[220]    Βλ. Μυλωνόπουλου Χ., ό.α.π., σελ. 279.

 

[221]    Μυλωνόπουλος, ό.α.π., σελ. 274.

 

[222]    Βλ. Χαραλαμπάκη Α., ό.π.,  ΠοινΧρ. ΝΔ’,σελ. 692.

 

[223]    Π.χ. 264 περ. γ’, 380 παρ. 2, 277 περ. γ’, 290 περ. β’, 291 περ. γ’. Βλ. επίσης Παρασκευόπουλου Ν., ό.π.,  ΠοινΔικ. 2005, σελ. 321.

 

[224]    Χαραλαμπάκης Α., ό.α.π.

[225]    Για τις διακρίσεις της συρροής βλ. Μαργαρίτη Λ.- Παρασκευόπουλου Ν., Ποινολογία, ζ’ έκδοση, 2005, σελ. 355 κ.ε., Παύλου Σ., Οι αρχές της φαινομενικής συρροής, Τόμος 1ος, 2003, σελ. 5 κ.ε., Μαγκάκη Γ.- Α., Διάγραμμα, ό.π., σελ. 424 κ.ε.

 

[226]    Βλ. Συμεωνίδου- Καστανίδου Ε., Θέματα ουσιαστικού ποινικού δικαίου στο νομοσχέδιο για την επιτάχυνση της διαδικασίας ενώπιον των πολιτικών και ποινικών δικαστηρίων, ΠοινΔικ. 2005, σελ. 190, Δημητράτου Ν., Παρατηρήσεις επί της εφαρμογής του νόμου 3346/2005 για την επιτάχυνση της ποινικής δίκης, ΠοινΔικ. 2006, σελ. 461, Μαργαρίτη Λ.-  Παρασκευόπουλου Ν., ό.α.π. σελ. 366, Βλ. όμως και Παρασκευόπουλου Ν., Τα θεμέλια του ποινικού δικαίου, ό.π., σελ. 243, του ιδίου ό.π., ΠοινΔικ. 2005 σελ. 322, σύμφωνα με τον οποίο το άδικο του δράστη που πλήττει για παράδειγμα τρεις ανθρώπινες ζωές  είναι το ίδιο, είτε το αποτέλεσμα επέλθει με μία κίνηση είτε με περισσότερες. Η δε ενοχή  τόσο στην πραγματική όσο και στην κατ’ ιδέαν συρροή, είναι βαρύτερη σε σχέση με το μοναδικό έγκλημα, αφού η απροσεξία όταν κινδυνεύουν περισσότεροι άνθρωποι έχει βαρύτερη απαξία από τις περιπτώσεις διακινδύνευσης ενός ανθρώπου. Επομένως, η πρόβλεψη δυνατότητας επιβολής βαρύτερης ποινής σε περιπτώσεις τέλεσης περισσότερων ανθρωποκτονιών σε σχέση με αυτήν που προβλέπεται για την τέλεση μιας ανθρωποκτονίας είναι δικαιολογημένη.

 

[227]    Ποινικόν Δίκαιον, Γενικό μέρος, Τόμος III, 1986, σελ. 216, του ιδίου, Ποινικό Δίκαιο, γενικό μέρος, Τόμος ΙΙΙ, Συρροή- Παραγραφή, 2008, σελ. 86.

 

[228]      ό.π., ΠοινΧρ. ΝΔ’, σελ. 693.

 

[229]    Βλ. όμως Παρασκευόπουλου Ν., Τα θεμέλια του ποινικού δικαίου, ό.π., σελ. 243, σύμφωνα με τον οποίο «η βαρύτερη αντιμετώπιση ενός είδους εγκλήματος σε σχέση με άλλα στο στάδιο της ποινής δε δημιουργεί ανισότητα, αλλά αντίθετα μπορεί να προκύπτει κατ’ εφαρμογή της αρχής της αναλογικότητας. Ποιος διαφωνεί ότι το άδικο της προσβολής της ζωής αξίζει να εξαρθεί σε σχέση με άλλα;».

[230]    Βλ. ό.π., ΠοινΔικ. 2005, σελ. 190.

 

[231]   Βλ. και την παρ. 35 της Αιτιολογικής Έκθεσης του Σχεδίου του Νέου ΠΚ, σύμφωνα με την οποία «Καταργείται η διάκριση μεταξύ αληθινής πραγματικής και κατ’ ιδέα συρροής κατά την επιμέτρηση της ποινής. Η τέλεση των εγκλημάτων με μία πράξη λαμβάνεται υπόψη ως στοιχείο που λειτουργεί υπέρ του υπαιτίου».

[232]    Συμεωνίδη Δ., Δικονομικές παράμετροι της συζήτησης για την οριοθέτηση ενδεχόμενου δόλου και ενσυνείδητης αμέλειας και δυνατότητα επιβολής προσωρινής κράτησης σε περίπτωση συρροής ανθρωποκτονιών από αμέλεια (άρθρο 11 ν. 3346/2005), ΠοινΔικ. 2006, σελ. 455. Αναλυτική παράθεση της νομοθετικής διαδρομής του θεσμού σε Δαλακούρα Θ., Προσωρινή κράτηση και περιοριστικοί όροι, Θεωρητικά πρότερα και νομοθετικά ύστερα, 1998, σελ. 19 κ.ε.

 

[233]    Η παρ. 1 του α. 282 παραπέμπει στο α. 296 ΚΠΔ.

 

[234]    Μαργαρίτη Λ., Κώδικας Ποινικής Δικονομίας, Ερμηνεία κατ’ άρθρο, Τόμος Πρώτος (1-304), 2010, σελ. 1016. Βλ. επίσης Καλφέλη Γ., Οι τελευταίες τροποποιήσεις στο καθεστώς της προσωρινής κράτησης – και ιδιαίτερα στο μέγεθος της επικινδυνότητας- με το Ν. 3811/2009, ΠοινΔικ. 2009, σελ. 1360.

 

[235]    Βλ. Συμεωνίδη Δ., ό.α.π., σελ. 455, ιδίως υποσημείωση 24 και 25.

 

[236]    Βλ. Συμεωνίδη Δ., ό.α.π., σελ. 457, Δαλακούρα Θ., ό.π., σελ. 384 κ.ε.

 

[237]    Βλ. Συμεωνίδη Δ., ό.ά.π, 455,  Ζαχαριάδη Α., Οι δικονομικές διατάξεις του νομοσχεδίου «για την επιτάχυνση της διαδικασίας ενώπιον των πολιτικών και ποινικών δικαστηρίων και άλλες διατάξεις, ΠοινΔικ. 2005, σελ. 199.

 

[238]    Βλ. Δημητράτου Ν., ό.π., ΠοινΔικ. 2006, σελ. 460.

 

[239]    Βλ. Συμεωνίδου- Καστανίδου Ε.,  ΠοινΔικ. 2005, ό.π., σελ. 191, Συμεωνίδη Δ., ό.α.π. , σελ. 455, Ζαχαριάδη Α., ό.π., σελ.199.

 

[240]    Συμεωνίδου- Καστανίδου Ε., ό.α.π., σελ. 191.

[241]    Βλ. την Αιτιολογική Έκθεση του Ν. 3346/2005, υπό το άρθρο 23.

 

[242]    Βλ. Δημητράτου Ν., ό.α.π., Ζαχαριάδη Α., ό.α.π.

[243]    Συμεωνίδου- Καστανίδου Ε., Εμβάθυνση, ό.π., σελ. 19.

 

[244]    Βλ. Καϊάφα- Γκμπάντι Μ., Κοινώς επικίνδυνα εγκλήματα, (α. 264-289 ΠΚ), γ’ έκδοση, 2005, σελ. 22.

 

[245]    Αμιγώς υποκειμενική υπήρξε η προσέγγιση του Ν. Χωραφά για την έννοια του κινδύνου, βλ. Ποινικόν Δίκαιον,

 

[246]    Συμεωνίδου- Καστανίδου Ε., ό.α.π., σελ. 20, Καϊάφα- Γκμπάντι Μ., ό.α.π., σελ. 20.

 

 

[247]    Ποινικό Δίκαιο, γενικό μέρος, Ι, ό.π.,2006, σελ. 172.

 

[248]    Βλ. Ποινικό Δίκαιο, Διάγραμμα, ό.π., σελ. 202.

 

[249]    Βλ. Ποινικό Δίκαιο, επιτομή, ό.π., σελ. 275.

[250]    Βλ. Έννοιες και θεσμοί του ποινικού δικαίου, 2001, σελ. 309.

 

[251]    Βλ. Διάγραμμα Ποινικού Δικαίου, γενικό μέρος, 2003, σελ. 118.

 

[252]    Βλ. Θεμέλια, ό.π., σελ. 153.

 

[253]    Βλ. Κοινώς επικίνδυνα εγκλήματα, ό.π., 2005, σελ. 81-82.

[254]    Βλ. Η έννοια του κινδύνου στα εγκλήματα συγκεκριμένης διακινδύνευσης, ΠοινΧρ. ΜΔ’, σελ. 18.

 

[255]    Βλ. Κοινώς επικίνδυνα εγκλήματα, ό.α.π., σελ. 26-27.

 

[256]    Βλ. Εγκλήματα κατά της ζωής, 1995, σελ. 655-656.

 

[257]    Βλ. Εμβάθυνση, ο.α.π., σελ. 21.

 

[258]    Βλ. Εμβάθυνση, ό.π., σελ. 26, της ιδίας, Εγκλήματα κατά της ζωής, ό.α.π., σελ. 656.

 

[259]    Ανάλογη είναι και η θέση του Μπέκα, σχετικά βλ. Η προστασία της ζωής και της υγείας στον ποινικό κώδικα, 2004, σελ. 213.

 

[260]    Αναλυτικά, βλ. Συνεωνίδου- Καστανίδου, Εμβάθυνση, ό.π., σελ. 24 επ.

 

[261]    Καϊάφα- Γκμπάντι Μ., Κοινώς επικίνδυνα εγκλήματα, ό.α.π., σελ. 37.

 

[262]    Συμεωνίδου- Καστανίδου Ε., ό.α.π., σελ. 30.

[263]    Συμεωνίδου- Καστανίδου Ε., ό.α.π., σελ. 30-31.

[264]    Βλ. Συμεωνίδου- Καστανίδου Ε., ό.α.π., σελ. 31 κ.ε.

 

[265]    Συμεωνίδου- Καστανίδου Ε., ό.α.π., σελ. 35.

 

[266]    Σχετικά βλ. Δέδε Χ., Ποινικό Δίκαιο, Ειδικό μέρος, Εγκλήματα κοινού κινδύνου (α. 264-298 ΠΚ), 1979, σελ. 31.

 

[267]    Αναλυτικά βλ. Καϊάφα- Γκμπάντι Μ., έννοια και προβληματική των κοινώς επικίνδυνων εγκλημάτων, 1987, σελ. 164, 167-168.

 

[268]    Βλ. Ανδρουλάκη Ν., Γενικό μέρος, Ι, ό.π., 2006 σελ. 178, Δέδε Χ., ό.α.π.

 

[269]    Βλ. Καϊάφα- Γκμπάντι Μ., ό.α.π., σελ. 169

 

[270]    Βλ. Καϊάφα- Γκμπάντι Μ., ό.α.π., σελ. 170.

 

[271]    Καϊάφα- Γμπάντι Μ., ό.α.π., σελ. 173-174. βλ. επίσης, Χαραλαμπάκη Α., Ποινικός κώδικας ερμηνεία κατ’ άρθρο, Τόμος δεύτερος (α. 207-473), 2011, σελ. 801.

 

[272]    Καϊάφα- Γκμπάντι Μ, ό.α.π., σελ. 175-176, Χαραλαμπάκης Α., ό.α.π., σελ. 801.

 

[273]    Καϊάφα- Γκμπάντι Μ., ό.α.π., σελ. 176, Χαραλαμπάκης Α., ό.α.π., σελ. 802.

 

[274]    Καϊάφα- Γκμπάντι Μ., ό.α.π., σελ. 179, Χαραλαμπάκης Α., ό.α.π., σελ. 802.

[275]    Καϊάφα- Γκμπάντι Μ., ό.α.π., σελ. 183.

 

[276]    Βλ. Δέδε Χ., ό.α.π., σελ. 113.

 

[277]    Βλ. Καϊάφα- Γκμπάντι Μ., Κοινώς επικίνδυνα εγκλήματα, ό.π. 1999, σελ. 354-355, της ιδίας, κοινώς επικίνδυνα εγκλήματα, ό.π., 2005, σελ. 367.

 

[278]    Βλ. Καϊάφα- Γκμπάντι Μ., ό.α.π., 1999, σελ. 356-357, της ιδίας, ό.α.π., 2005, σελ. 368-369, Δέδε Χ., ό.α.π., σελ. 115.

 

[279]    Βλ. Καϊάφα- Γκμπάντι Μ., ό.α.π., σελ. 357- 358.

 

[280]    Συμεωνίδου- Καστανίδου Ε., Εμβάθυνση, ό.π., σελ. 31, 473.

 

[281]    Βλ. Δέδε Χ., ό.α.π., σελ. 114.

[282]    Αναλυτικά βλ. Καϊάφα- Γκμπάντι, ό.α.π., 2005, σελ. 372 κ.ε.

 

[283]    Συμεωνίδου- Καστανίδου Ε., Εμβάθυνση στο ουσιαστικό ποινικό δίκαιο, ό.π., σελ. 467, Μπρακουμάτσος Π., Εγκλήματα διακινδύνευσης- Εγκλήματα κοινού κινδύνου. Διατάραξη της ασφάλειας των συγκοινωνιών και της υδάτινης ασφάλειας, ΠοινΔικ. 2008, σελ. 766, ΠλημΑθ. 3297/2009, ΠοινΧρ. 2011, σελ. 299.

 

[284]    Βλ. Δέδε Χ., ό.π., σελ. 196.

[285]    Βλ. Χαραλαμπάκη Α. – Γιαννίδη Ι., Ποινικός Κώδικας, ό.π., σελ. 1103

 

[286]    Βλ. Μαργαρίτη Μ., Ποινικός Κώδικας, 2η έκδοση, 2009, σελ. 762.

 

[287]    Συμεωνίδου- Καστανίδου, ό.α.π., σελ. 467, 472, Χαραλαμπάκης Α., Ποινικός Κώδικας, ό.π., σελ. 774, Κονταξής Α., Ποινικός Κώδικας, Τόμος Β’, άρθρα  253-473, 2000, σελ. 2433.

 

[288]    Βλ. Χαραλαμπάκη, ό.α.π., σελ. 775

 

[289]    Βλ. ΣυμβΠλημΗρ. 140/2005, ΠοινΧρ. 2007, σελ. 172.

 

[290]    Βλ. Κονταξή, ποινικός κώδικας, ό.π., σελ. 2433.

 

[291]      Βλ. ΠλημΧαλκιδικ. 340/1995, Υπερ. 1999, σελ. 148

 

[292]      Βλ. ΑΠ 1797/1987, ΝοΒ 1988, σελ. 146.

 

[293]    Βλ. Δέδε Χ., ό.α.π., σελ. 197.

 

[294]    Βλ. Δέδε Χ., ό.α.π.

 

[295]            [295] βλ. Συμεωνίδου- Καστανίδου Ε., ό.α.π., σελ. 468, Χαραλαμπάκη Α., ό.α.π., σελ. 780, Μαργαρίτη Μ., ποινικός κώδικας, ό.π., σελ. 763.

 

[296]    βλ. Συμεωνίδου- Καστανίδου, ό.α.π., σελ. 468, Χαραλαμπάκη, ό.α.π., σελ. 782, Μαργαρίτη Μ, ό.α.π., σελ. 763.

[297]    Βλ. Χαραλαμπάκη Α, ό.α.π., σελ. 782

 

[298]    Βλ. Συμεωνίδου- Καστανίδου Ε., Εμβάθυνση, ό.π., σελ.  482, Χαραλαμπάκη Α., ό.α.π., σελ. 797.

 

[299]    Βλ. Δέδε Χ., ό.α.π.

 

[300]    Βλ. Χαραλαμπάκη Α., ό.α.π., σελ. 808, Μαργαρίτη Μ., Ποινικός Κώδικας, ό.π., σελ. 766.

 

[301]    Αναλυτικά βλ. το άρθρο του «Να πληρώσουν οι υπεύθυνοι όσο ψηλά κι αν βρίσκονται»- Οι ανύπαρκτες 453 «εκθέσεις» (α. 306 παρ. 1α’ ΠΚ) επιβατών από τους «έχοντες δικαίωμα υπογραφής» για την πλοιοκτήτρια εταιρεία και η «διατάραξη της ασφάλειας της υδάτινης συγκοινωνίας», ΠοινΧρ. ΝΒ’, σελ. 489 κ.ε.

 

[302]    Βλ. Συμεωνίδου- Καστανίδου Ε., Εγκλήματα κατά της ζωής, ό.π., σελ. 588, Ζαχαριάδη Α., ό.π., ΠοινΔικ. 2005, σελ. 199 υποσημ. 17. Βλ. όμως και Βαθιώτη Κ., παρατηρήσεις υπό την ΟλΑΠ 4/2010, ΠοινΧρ. Ξ’, σελ. 727, σύμφωνα με τον οποίο εφαρμοστέα είναι η αρχή της ειδικότητας.

 

[303]    Βλ. Συμεωνίδου- Καστανίδου Ε., ό.α.π., σελ. 590

 

[304]      Καϊάφα- Γκμπάντι, Κοινώς επικίνδυνα εγκλήματα, ό.π.,2005, σελ. 378.

[305]    Βλ. Αιτιολογική Έκθεση ΣχΠΚ 1933, σελ. 464.

 

[306]    Βλ. Χωραφά Ν., Ποινικόν Δίκαιον, ό.π., 1978, σελ. 174.

 

[307]    Ενδεικτικά βλ. ΑΠ 332/2000, δημοσιευμένη στα ΠοινΧρ. Ν’, σελ. 891 κ.ε., ΑΠ 1503/2002, δημοσιευμένη στον ΠοινΛογ. 2002, σελ. 1520 κ.ε.

 

[308]    Για την άποψη αυτή βλ. Συμεωνίδου- Καστανίδου Ε., Εγλήματα κατά της ζωής, ό.π., 1995, σελ. 628-629, της ιδίας, Εγκλήματα κατά προσωπικών αγαθών, 2006, σελ. 89, Μπέκα Γ., Εγκλήματα κατά της ζωής, ό.π., 2004, σελ. 206.

 

[309]    Βλ. Συμεωνίδου- Καστανίδου Ε., Εγκλήματα κατά της ζωής, ό.α.π., σελ. 630, της ιδίας, Εγκλήματα κατά προσωπικών αγαθών, ό.α.π., Μπέκα Γ., ό.α.π., Μαργαρίτη Λ., Μελέτες Ποινικού Δικαίου, 1996, σελ. 227.

 

[310]    Βλ. Χαραλαμπάκη Α., Η απόπειρα στα εγκλήματα παραλείψεως, 1996, σελ. 179 κ.ε.

[311]    Βλ. Συμεωνίδου- Καστανίδου Ε., Εγκλήματα κατά της ζωής, ό.α.π., σελ. 635, Μπέκα Γ., ό.α.π., σελ. 207.

 

[312]    Βλ. Συμεωνίδου- Καστανίδου Ε., Εγκλήματα κατά προσωπικών αγαθών, ό.α.π., σελ. 90.

 

[313]    Βλ. Συμεωνίδου- Καστανίδου Ε., ό.α.π., Μπέκα Γ., ό.α.π., Μαργαρίτη Λ., ό.α.π., σελ. 226.

 

[314]    Βλ. Συμεωνίδου- Καστανίδου Ε., ό.α.π., σελ. 92, της ιδίας, Εγκλήματα κατά της ζωής, ό.π., σελ.  662.

 

[315]    Ανδρουλάκη Ν, ό.π., ΠοινΧρ. ΝΘ’, σελ. 484, Μπέκα Γ., ό.α.π., σελ. 214-215

 

[316]    Βλ. Συμεωνίδου- Καστανίδου Ε., Εγκλήματα κατά της ζωής, ό.α.π., σελ. 672.

 

[317]    Αναλυτικά, βλ. Συμεωνίδου- Καστανίδου Ε., εγκλήματα κατά προσωπικών αγαθών, ό.α.π., σελ. 93.

 

[318]    Βλ. Χαραλαμπάκη Α., Απόπειρα, ό.π., σελ. 184.

 

[319]    Βλ. Χωραφά Ν., Ποινικόν Δίκαιον, ό.π., 1978, σελ. 423, Μπέκα Γ., ό.α.π., σελ. 223.

 

[320]    Συμεωνίδου- Καστανίδου Ε., Εγκλήματα κατά της ζωής, ό.α.π., σελ. 672.

 

[321]    Βλ. Συμεωνίδου- Καστανίδου Ε., Εγκλήματα κατά προσωπικών αγαθών, ό.π., σελ. 95.

[322]            Βλ. Συμεωνίδου- Καστανίδου Ε., ό.α.π., 1995, σελ. 684, Μπέκα Γ., ό.α.π., σελ. 224-225.

[323]            Βλ. Μπέκα Γ., ό.α.π., σελ. 235.

[324]            Μπέκας Γ., ό.α.π., σελ. 287.

[325]    Δημοσιευμένο στα ΠοινΧρ. ΝΒ’, σελ. 595 κ.ε.

 

[326]    Δημοσιευμένο στα ΠοινΧρ. ΝΑ’ σελ. 76 κ.ε.

 

[327]    Βλ. Παπαγεωργίου- Γονατά, ενδεχόμενος δόλος- ενσυνείδητη αμέλεια, ό.π., σελ. 242.

 

[328]    Δημοσιευμένη στην ΠοινΔικ. 2002, σελ. 1256 κ.ε.

[329]    Δημοσιευμένη στα ΠοινΧρ. ΝΓ’ σελ. 149 κ.ε.

 

[330]    Βλ. Βαθιώτη Κ., ΠοινΧρ. ΝΓ’ ό.π., σελ. 176.

[331]    Δημοσιευμένο στην ΠοινΔικ. 2002 σελ. 856 κ.ε.

[332]    Δημοσιευμένο στα ΠοινΧρ. ΝΓ’ σελ. 122 κ.ε.

 

[333]    Επ’ αυτου βλ. Παπαγεωργίου- Γονατά Σ., ενδεχόμενος δόλος- ενσυνείδητη αμέλεια, ό.π., σελ. 8-9.

 

[334]    Δημοσιευμένο στα ΠοινΧρ. ΝΕ’, σελ. 328 κ.ε.

 

[335]    Βλ. Παπαγεωργίου- Γονατά Σ., Παρατηρήσεις υπό την ΑΠ 1661/2004, ΠοινΧρ. ΝΕ’ σελ. 331 κ.ε.

 

[336]    Δημοσιευμένο στα ΠοινΧρ. ΝΕ’, σελ. 337 κ.ε.

[337]    Δημοσιευμένη στον ΠοινΛογ. 2005, σελ. 294.

 

[338]    Βλ. στην ΠοινΔικ. 2006, σελ. 1127 κ.ε., την εισαγγελική πρόταση του Αντεισαγγελέα Μπρακουμάτσου, η οποία έγινε αποδεκτή.

 

[339]    Δημοσιευμένη στην ΠοινΔικ. 2008, σελ. 1148 κ.ε.

 

[340]    Δημοσιευμένη στα ΠοινΧρ. 2010, σελ. 719 κ.ε.

 

[341]    Δημοσιευμένο στην ΠοινΔικ. 2004, σελ. 642 κ.ε.

[342]    Δημοσιευμένο στην ΠοινΔικ. 2004, σελ. 793 κ.ε.

 

[343]    Δημοσιευμένο στα ΠοινΧρ. ΝΕ’, σελ. 796 κ.ε.

 

[344]    Βλ. ΜΟΕΛαρ. 51/2007, Δημοσιευμένη στη Νόμος.

 

[345]    Μανωλεδάκης Ι.,  Ποινικό Δίκαιο, Γενική Θεωρία, ό.π., σελ. 146.

Share This Post

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Captcha * Time limit is exhausted. Please reload the CAPTCHA.