Ο όρος του αθέμιτου ανταγωνισμού

Η έννοια του ανταγωνισμού είναι ιδιαιτέρως συνδεδεμένη με την ελεύθερη οικονομία και την ραγδαία τεχνολογική εξέλιξη που βιώνουμε τις τελευταίες δεκαετίες παγκοσμίως. Η πληθώρα των προσφερόμενων αγαθών και υπηρεσιών έχει ως συνέπεια εκείνοι που προσφέρουν παρόμοιου τύπου αγαθά και υπηρεσίες να καταβάλουν προσπάθειες συνεχούς βελτίωσης της ποιότητας, των τιμών, των όρων προσφοράς. Ειδάλλως, κινδυνεύουν να εξαφανισθούν από την αγορά από τους άλλους ανταγωνιστές.

Το άρθρο 1 του ν. 146/1914 (η λεγόμενη γενική ρήτρα) προβλέπει ότι: «Απαγορεύεται κατά τας εμπορικάς, βιομηχανικάς ή γεωργικάς συναλλαγάς πάσα προς τον σκοπόν ανταγωνισμού γινομένη πράξις, αντικειμένη εις τα χρηστά ήθη. Ο παραβάτης δύναται να εναχθή προς παράλειψιν και προς ανόρθωσιν της προσγενομένης ζημίας». Σκοπός της διάταξης είναι οι ανταγωνιστές να λειτουργούν εντός συγκεκριμένων ορίων, να σέβονται τους ανταγωνιστές τους και να μην προβαίνουν σε ενέργειες που κατά πάσα πιθανότητα είναι βλαπτικές για τις επιχειρήσεις των άλλων.

Αναλύοντας τη σχετική διάταξη και τις προϋποθέσεις της ελαστικής γενικής ρήτρας επικεντρωνόμαστε στο ότι μια πράξη είναι αθέμιτη όταν: α) είναι πράξη ανταγωνισμού, δηλαδή  ενισχύει τη θέση εκείνου που την πραγματοποιεί εις βάρος άλλου ανταγωνιστή που δραστηριοποιείται στην ίδια αγορά. Γενικά, αποδεκτό είναι ότι σχέση ανταγωνισμού υπάρχει τόσο μεταξύ αυτών που προσφέρουν όμοια προϊόντα όσο και αυτών που ανήκουν σε παρεμφερή οικονομική βαθμίδα ή ακόμη και αυτών που αποσκοπούν στην απόσπαση του ίδιου κύκλου αγοραστών, προμηθευτών και εργαζομένων. Σύμφωνα με τη νομολογία, σχέση ανταγωνισμού αντικειμενικά πρόσφορη υπάρχει και όταν προωθούνται συμφέροντα  τρίτου χωρίς να υπάρχει πρόθεση βλάβης του θιγόμενου. β) υπάρχει σκοπός ανταγωνισμού, δηλαδή να υπάρχει υποκειμενικώς σκοπός ενίσχυσης του ενεργούντος  προς όφελος του ή προς όφελος τρίτου. Ο σκοπός ανταγωνισμού δεν απαιτείται να είναι ο μόνος και αποκλειστικός σκοπός της πράξης, καθώς μπορεί να συνυπάρχει και με άλλους σκοπούς  που θέτει η επιχείρηση. Απαραίτητο, όμως, είναι να υπάρχει, καθώς είναι ζήτημα πραγματικό και δεν ελέγχεται αναιρετικά. γ) είναι αντίθετη στα χρηστά ήθη, δηλαδή πράξη που για τον μέσο λογικά σκεπτόμενο άτομο είναι ηθικά κατακριτέα. Λόγω  του ότι τα χρηστά ήθη είναι αόριστη νομική έννοια, είναι δύσκολο να συγκεκριμενοποιηθούν  τα κριτήρια τους. Κριτήριο εξειδίκευσης τους αποτελούν οι γενικές ιδέες του εκάστοτε κατά τη γενική αντίληψη και σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας και εμπειρίας με χρηστότητα και σωφροσύνη σκεπτόμενου κοινωνικού ανθρώπου με βάση τις οποίες κρίνεται μια συγκεκριμένη συμπεριφορά αξιολογούμενη πάντα στα πλαίσια ενός συναλλακτικού κύκλου όπου εκδηλώνεται. Ο δικαστής καλείται να κρίνει και να αξιολογήσει αν μια πράξη υπερβαίνει τα χρηστά ήθη ή όχι λαμβάνοντας υπόψη του τα σχετικά συμφέροντα και τις ιδιαιτερότητες της κάθε περίπτωσης. δ) τελείται σε ορισμένες συναλλαγές, δηλαδή η πράξη ανταγωνισμού πρέπει να έχει ως πεδίο αναφοράς εμπορικές, βιομηχανικές ή γεωργικές συναλλαγές.

Στην περίπτωση που κάποιος επιχειρηματίας θεωρεί ότι η πράξη ενός ανταγωνιστή του είναι αθέμιτη και βλάπτει τα συμφέροντα του-όχι μόνο λόγω της γενικής ρήτρας για την οποία δεν απαιτείται υπαιτιότητα- έχει το δικαίωμα να καταφύγει στην αστική και ποινική δικαιοσύνη για να προστατεύσει τα δικαιώματά του. Όσον αφορά την αστική προστασία προβλέπονται τα εξής: α) η άσκηση αγωγής με αξίωση άρσης της προσβολής κατά του διενεργήσαντα πράξη, β) αν η πράξη αυτή συνεχίζεται, άσκηση αγωγής με αξίωση την παράλειψη της προσβολής στο μέλλον, γ) άσκηση αγωγής με αξίωση αποζημίωσης, όταν υπάρχει κίνδυνος προσβολής στο μέλλον, εφόσον έχει ήδη υπάρξει ζημία και ο προσβολέας βαρύνεται με υπαιτιότητα (δόλο ή αμέλεια). Για τη γένεση της αξίωσης για αποζημίωση χρειάζεται να υπάρχουν: παράνομο, υπαιτιότητα, ζημία, αιτιώδης συνάφεια. Η παραγραφή για την αξίωση της άρσης προσβολής και για την παράλειψη της προσβολής στο μέλλον είναι εξάμηνη και ο χρόνος ξεκινά να υπολογίζεται από τη στιγμή που ο θιγόμενος πληροφορήθηκε την προσβολή. Συνολικά, όμως, η αξίωση παραγράφεται σε τρία χρόνια από τη στιγμή που πραγματοποιήθηκε η προσβολή ακόμη κι αν ο θιγόμενος δεν πληροφορήθηκε για αυτήν. Ουσιαστικό είναι να αναφερθεί ότι στην περίπτωση της άσκησης της αγωγής για αποζημίωση μόνο ο ζημιωθείς νομιμοποιείται ενεργητικά.

Η ποινική προστασία  χωρεί μόνο σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, όπως η κοινοποίηση εμπορικών ή βιομηχανικών απορρήτων (άρθρα 16-18), η συκοφαντική δυσφήμιση (άρθρο 12), η μη τήρηση προκαθορισμένων μονάδων πώλησης (άρθρο 9) κ.ά.  Μόνο στις περιπτώσεις των άρθρων 6,8 και 9 η ποινική δίωξη ασκείται αυτεπαγγέλτως, καθώς ο γενικός κανόνας είναι ότι μόνο ο δικαιούχος δικαιούται  να ασκήσει έγκληση επιδιώκοντας την ποινική τιμωρία αυτού που πραγματοποιεί αθέμιτες πράξεις εις βάρος του. Η ποινή μπορεί να είναι είτε χρηματική αποζημίωση είτε φυλάκιση είτε ο συνδυασμός των δυο, όπως για παράδειγμα στην περίπτωση του άρθρου 14 , δηλαδή όταν ο δράστης με πρόθεση χρησιμοποιεί αλλότριο διακριτικό γνώρισμα (φυλάκιση μέχρι έξι μήνες και χρηματική ποινή). Μόνο στην  περίπτωση του άρθρου 4, δηλαδή όταν ο δράστης εν γνώσει του χρησιμοποιεί τη ψευδή δημόσια ανακοίνωση με στόχο τη δημιουργία μιας ευνοϊκότερης προσφοράς στο κοινό, προβλέπεται η δυνατότητα άσκησης έγκλησης από οποιονδήποτε ανταγωνιστή και από επαγγελματικές ενώσεις που στοχεύουν στην προστασία ορισμένων κλάδων. Γενικά, οι προϋποθέσεις προστασίας είναι: α) η παράνομη προσβολή  από τρίτον, β) ο δόλος του τρίτου και γ) έγκληση του προσβαλλόμενου (εκτός από τις προαναφερθείσες περιπτώσεις).

Εν κατακλείδι μια πράξη ανταγωνισμού χαρακτηρίζεται αθέμιτη, όταν τελείται στις συγκεκριμένες αναφερόμενες συναλλαγές και με αυτήν θίγονται συμφέροντα τρίτων με μέσα και τρόπους που δεν είναι αποδεκτοί στο ευρύ κοινό, ενώ αξιολογούνται συγχρόνως τόσο η ένταση και η διάρκεια της (αντικειμενικά κριτήρια) όσο και τα κίνητρα του ενεργούντος (υποκειμενικά κριτήρια). Ο θιγόμενος έχει τη δυνατότητα να καταφύγει στην αστική και ποινική προστασία όταν πληρούνται οι προϋποθέσεις των άρθρων για έννομη προστασία. Οι προϋποθέσεις του άρθρου 1 είναι ευρύτερες, με συνέπεια το άρθρο αυτό να καλύπτει περιπτώσεις που δεν καλύπτουν άλλα άρθρα. Κατά την εκδίκαση της υπόθεσης, ο δικαστής  δεν κρίνει το αποτέλεσμα, το αν δηλαδή η πράξη αυτή επέφερε όντως βλάβη στο θιγόμενο, αλλά τον σκοπό, τα χρησιμοποιούμενα μέσα, τη δράση του ενεργούντος και το γενικότερο πλαίσιο της κάθε περίπτωσης.

 

Ιωάννα Ζαχαράκη, Φοιτήτρια Νομικής στη  Νομική  Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Share This Post

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Captcha * Time limit is exhausted. Please reload the CAPTCHA.