Ο Κανονισμός Βρυξέλλες Ι (44/2001 ΕΚ) και οι συμβατικές ρήτρες επιλογής δικαστηρίου (παρέκτασης αρμοδιότητας)

Γράφει ο Κοκκινογέννης Ιωάννηςeuropean-law

Δυνάμει του Κανονισμού Βρυξέλλες Ι, οι συμβατικές ρήτρες επιλογής δικαστηρίου τυγχάνουν σεβασμού, ο σεβασμός τούτος δεν πρέπει να είναι και ούτε είναι απόλυτος.

Εισαγωγή

Η παρούσα μελέτη πραγματεύεται ότι οι συμβατικές ρήτρες επιλογής δικαστηρίου τυγχάνουν σεβασμού στις περιπτώσεις όπου αυτός απαιτείται αλλά και ότι ο σεβασμός αυτός δεν είναι – ούτε πρέπει να είναι – απόλυτος στις περιπτώσεις των αδυνάμων συμβαλλομένων μερών, κατά τις επιταγές του Κανονισμού Βρυξέλλες Ι αλλά και από το δεδικασμένο των αποφάσεων του ΔΕΕ.

Στα περισσότερα σύγχρονα δικαιϊκά συστήματα απαντώνται κανόνες σχετικά με την προστασία των αδυνάμων συμβαλλόμενων όπως είναι ο ασφαλισμένος, ο καταναλωτής και ο εργαζόμενος ως τα αδύναμα μέρη μιας συμβατικής σχέσης. Οι λόγοι προστασίας τους ανάγονται στην αντίληψη ότι αυτοί βρίσκονται σε μια διαπραγματευτική ανισότητα σε σχέση με τον αντισυμβαλλόμενο τους, καθώς δεν διαθέτουν την απαραίτητη εμπειρία και τα μέσα για να συμβληθούν επί ίσοις όροις με τις σύγχρονες μονάδες. Έτσι, το παραδοσιακό αστικό δίκαιο, το οποίο βασίζεται στην ιδέα ότι οι συμβαλλόμενοι είναι ισότιμοι, κρίνεται ανεπαρκές να ανταποκριθεί στις υφιστάμενες κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες.

Το ζήτημα της προστασίας του αδύναμου στο Ιδιωτικό Διεθνές δίκαιο, αποτελεί αντικείμενο συζήτησης και εξακολουθεί να συνιστά προβληματισμό σε σχέση με το ζήτημα της απονομής της διεθνούς δικαιοδοσίας. Το κατεξοχήν πεδίο εφαρμογής είναι οι συμβατικές ρήτρες επιλογής δικαστηρίου που αποτυπώνονται στο άρθρο 23 (5) του Κανονισμού Βρυξέλλες Ι, και που αποτελεί παράγοντα περιορισμού, δηλαδή την δυνατότητα των αδυνάμων συμβαλλομένων να επιλέξουν τον τόπο του δικαστηρίου. Και αυτό αποσκοπεί την ευνοϊκότερη μεταχείριση ορισμένων κατηγοριών, των οποίων η συναλλακτική θέση επιβάλλει ακριβώς την απόκλιση από την καταρχήν ισχύουσα θέση περί ισότητας των συμβαλλομένων.

Η ιδιαιτερότητα των συμβατικών ρητρών επιλογής δικαστηρίου, έγκειται στο γεγονός ότι υπάρχουν αρκετές περιπτώσεις όπου η ανισότητα των συμβαλλομένων είναι εκ των υστέρων δεδομένη, και συνεπώς ανεξάρτητη της ιδιαιτερότητας της εκάστοτε συναλλαγής. Έτσι λοιπόν, κρίνεται επιβεβλημένη η υιοθέτηση ρυθμίσεων που να τείνουν στην κατάλληλη κανονιστική διαμόρφωση της συναλλακτικής πραγματικότητας και ορθότερα στην αποκατάσταση της ισότητας των συμβαλλομένων μερών.

Κεφάλαιο 1ο – Ο κανονισμός 44/2001 ΕΚ και το σύστημα διεθνούς δικαιοδοσίας του.

Ι. Ο κανονισμός 44/2001 ΕΚ

Το νομοθέτημα τούτο είναι ένας μηχανισμός της ΕΕ που έχει σκοπό την πραγμάτωση της πλήρους και αρμονικής ελευθερίας κίνησης των προσώπων, των αγαθών, των υπηρεσιών και των κεφαλαίων της. Μια από τις συνέπειες της ανάπτυξης των συναλλαγών και των μετακινήσεων εντός της ΕΕ είναι ότι αυξάνεται η πιθανότητα για έναν ευρωπαίο πολίτη ή μια επιχείρηση εγκατεστημένη σε κράτος μέλος να εμπλακούν σε σύγκρουση, τα στοιχεία της οποίας δεν περιορίζονται όλα στο εσωτερικό του κράτους μέλους όπου έχουν την συνήθη διαμονή τους ή εγκατάσταση τους. Είναι γεγονός όμως ότι στην ΕΕ δεν μπορεί να υπάρξει πραγματική εσωτερική αγορά με ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων, των προσώπων, των αγαθών και των κεφαλαίων, χωρίς να υπάρχει ένας κοινός χώρος δικαιοσύνης, όπου κάθε ενδιαφερόμενος να μπορεί να διεκδικήσει τα δικαιώματα του είτε στο κράτος διαμονής του είτε σε άλλα κράτη μέλη[1].

Η κυκλοφορία των δικαστικών αποφάσεων μεταξύ των κρατών μελών της Ένωσης, πέτυχε με την ύπαρξη μιας σύμβασης[2] που βασίζεται σε ενιαίους κανόνες άμεσης δικαιοδοσίας, η τήρηση των οποίων δεν πρέπει να ελέγχεται από τον δικαστή κράτους μέλους όπου ζήτησε την εκτέλεση της και την αυτόματη αναγνώριση του δεδικασμένου.

Αποτελεί, θεμελιώδες βήμα της δημιουργίας ενός πραγματικού ευρωπαϊκού δικαιοδοτικού χώρου όπου δεν θα υπάρχουν φραγμοί μεταξύ κρατών μελών. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε, ότι η σύμβαση των Βρυξελλών, έχει χαρακτηριστεί ως μια πράξη ομοσπονδιακής εμβέλειας[3].

Ο κανονισμός εφαρμόζεται σε όλα τα κράτη μέλη, με εξαίρεση τη Δανία. Αφορά τις εν γένει αστικές και εμπορικές υποθέσεις και παρά τα οριζόμενα από το άρθρο 1 εδάφιο πρώτο ότι εφαρμόζεται ανεξάρτητα από το είδος του δικαστηρίου, περιέχονται σε αυτόν εξαιρέσεις, τις οποίες προβλέπει η παράγραφος 2 του ίδιου άρθρου. Γενικά όμως περιορίζεται από διατάξεις περί διεθνούς δικαιοδοσίας, αναγνώρισης και εκτέλεσης των δικαστικών αποφάσεων που περιέχονται σε άλλες συμβάσεις περί ειδικών θεμάτων, οι οποίες περιέχονται σε άλλες συμβάσεις περί ειδικών θεμάτων.

ΙΙ. Το σύστημα διεθνούς δικαιοδοσίας

Το σύστημα διεθνούς δικαιοδοσίας που ορίζει ο Κανονισμός στηρίζεται σε ένα γενικό κριτήριο και σε ορισμένα κριτήρια που είναι εναλλακτικά προς το γενικό, σε δωσιδικίες λεγόμενες προστασίας. Προβλέπεται, η δικαιοδοσία την οποία δύναται να επεκτείνουν τα συμβαλλόμενα μέρη και τέλος, αναφέρει τις αποκλειστικές δωσιδικίες.

Το γενικό κριτήριο εισάγεται  με το άρθρο 2 του Κανονισμού, που είναι η κατοικία του εναγομένου σε ένα κράτος μέλος. Τα πρόσωπα μπορούν να εναχθούν ενώπιον των δικαστηρίων άλλου κράτους μέλους μόνο στις περιπτώσεις που ορίζει ο Κανονισμός. Παρόλο που η κατοικία του εναγομένου αποτελεί θεμελιώδης κριτήριο για τη διεθνή δικαιοδοσία, δεν διέπεται η εδαφική ή καθ’ύλην αρμοδιότητα των δικαστηρίων του εν λόγω κράτους μέλους, η τελευταία καθορίζεται βάσει του εθνικού δικαίου.

Ακόμη, η κατοικία του εναγομένου αποτελεί και κριτήριο καθορισμού του πεδίου εφαρμογής των κανόνων περί δωσιδικίες τους οποίους ευθέως καθιερώνει ο Κανονισμός. Το άρθρο 4 του Κανονισμού, ρυθμίζει την δωσιδικία μόνο εμμέσως παραπομπής στο δίκαιο κάθε κράτους μέλους, με την εξαίρεση των κανόνων περί αποκλειστικής δικαιοδοσίας και περί παρέκτασης της διεθνούς δωσιδικίας στα άρθρα 22 και 23 του Κανονισμού αντιστοίχως.

Δίδεται επίσης, στον ενάγων η δυνατότητα, να έχει στη διάθεση του εναλλακτικώς προς το γενικό φόρουμ της κατοικίας του εναγομένου σε ένα κράτος μέλος, μια σειρά από άλλα ειδικά φόρουμ τα οποία αναγράφονται στα άρθρα 5 έως 7 του Κανονισμού, τα οποία μεταξύ άλλων του επιτρέπει να ασκήσει αγωγή και σε άλλο κράτος μέλος. Τα φόρουμ αφορούν τις διαφορές που προκύπτουν εκ συμβάσεως, τις υποχρεώσεις διατροφής, τις αδικοπραξίες, την αποκατάσταση της προτέρας καταστάσεως που θεμελιώνεται σε αξιόποινη πράξη, τις διαφορές που σχετίζονται με την εκμετάλλευση υποκαταστήματος κτλ (άρθρο 5 του Κανονισμού).

Προβλέπονται και ορισμένες κατηγορίες, οι οποίες χαρακτηρίζονται από συμβάσεις που συνήθως παρουσιάζουν μια κοινωνικοοικονομική ανισορροπία μεταξύ των διαδίκων, με αποτέλεσμα τα κριτήρια δικαιοδοσίας που αναλύθηκαν παραπάνω, να προσφέρουν στον ισχυρότερο διάδικο ένα ακόμη πλεονέκτημα. Αυτό συμβαίνει κυρίως στις περιπτώσεις της γενικής δωσιδικίας όταν η αγωγή εγείρεται από τον αδύναμο διάδικο βάσει αυτής, αλλά και στις περιπτώσεις των ειδικών δωσιδικιών, δεδομένου ότι ο ισχυρότερος διάδικος έχει την δυνατότητα να ορίζει με την σύμβαση τον τόπο της εκπλήρωσης της επίδικης παροχής. Περιλαμβάνονται στον κανονισμό, κανόνες περί δωσιδικίας που τείνουν στο αποτέλεσμα η δίκη να διεξάγεται κατά προτίμηση ενώπιον δικαστηρίου στο οποίο ο αδύναμος διάδικος έχει ευκολότερη προσβασιμότητα και αυτό για να εξασφαλίσει στον αδύναμο διάδικο την πρόσφορη δικονομική προστασία του. Στην κατηγορία αυτή εμπίπτουν οι ασφαλιστικές συμβάσεις, οι καταναλωτικές συμβάσεις και οι συμβάσεις που συνάπτονται από εργαζόμενους, που αποτελούν και το κύριο μέρος της παρούσης μελέτης.

Στην περίπτωση των ασφαλισμένων επιτυγχάνεται να απονέμεται η διεθνής δικαιοδοσία στο δικαστήριο όπου αυτός κατέχει την ευκολότερη πρόσβαση, με το να προσφέρεται στον ενάγοντα η επιλογή να ασκήσει αγωγή ενώπιον του δικαστηρίου του τόπου κατοικίας του. Το άρθρο 9, τονίζει ότι στην περίπτωση που ο ασφαλιστής δεν έχει την κατοικία του σε κράτος μέλος αλλά διαθέτει υποκατάστημα ή κέντρο δραστηριοτήτων σε κράτος μέλος, θεωρείται ως έχων την κατοικία του στο εν λόγω κράτος για τις διαφορές που είναι εφάμιλλες με τη δραστηριότητα τους. Στον ασφαλιζόμενο παρέχεται η δυνατότητα να ενάγει τον ασφαλιστή ενώπιον του δικαστηρίου του τόπου όπου επήλθε το ζημιογόνο γεγονός, στις περιπτώσεις της αστικής ευθύνης ή ασφάλισης ακινήτων. Αντιθέτως ο ασφαλιστής, μπορεί να χρησιμοποιήσει μόνο τη γενική δωσιδικία και οφείλει να ασκήσει την αγωγή του ενώπιον του δικαστηρίου της κατοικίας του αντισυμβαλλομένου, του ασφαλισμένου ή του δικαιούχου.

Η ίδια εναλλακτική επιλογή να αχθεί η διαφορά ενώπιον του δικαστηρίου της κατοικίας τους αντί εκείνου του εναγομένου δίδεται από τον ευρωπαίο νομοθέτη, στους καταναλωτές. Αλλά, οι καταναλωτές δύνανται να εναχθούν από τον αντισυμβαλλόμενο τους, μόνο ενώπιον των δικαστηρίων του κράτους όπου έχουν την κατοικία τους. Η προστασία λειτουργεί μόνο όταν η εμπορική ή επαγγελματική δραστηριότητα του συμβαλλομένου με τον καταναλωτή αναπτύσσεται στο κράτος μέλος όπου έχει την κατοικία του ο τελευταίος ή απευθύνεται προς αυτό το κράτος με οποιοδήποτε μέσο. Ο κανόνας αυτός σκοπεί στο να καλύπτονται και οι περιπτώσεις του ηλεκτρονικού εμπορίου, αρκεί να υπάρχει μια δραστηριότητα που να απευθύνεται ειδικά προς το κράτος όπου εδράζεται η κατοικία του καταναλωτή.

Το νομοθέτημα αφουγκράζεται και τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι εργαζόμενοι ως συμβαλλόμενα μέρη, και στις περιπτώσεις των συμβάσεων ατομικής εργασίας, ενώ ο εργοδότης διαθέτει μόνο την επιλογή του γενικού φόρουμ της κατοικίας δηλαδή του εναγομένου, ο εργαζόμενος έχει επιλογή μεταξύ αυτού του φόρουμ και ενός άλλου πλησιέστερου προς τον ίδιο, το οποίο δεν είναι το φόρουμ της κατοικίας του, αλλά ο τόπος όπου εκτελεί ή εκτελούσε συνήθως την εργασία του ή στην περίπτωση εργασίας που εκτελείτο σε περισσότερες της μίας χώρας, το φόρουμ του τόπου στον οποίο ευρίσκεται ή ευρισκόταν η έδρα των δραστηριοτήτων που προσελήφθη στην εργασία.

Οι αδύναμοι συμβαλλόμενοι προστατεύονται και από τον κίνδυνο μιας συμβατικής παρέκκλισης από τη δικαιοδοσία που θα μπορούσε να τους επιβληθεί από τον αντισυμβαλλόμενο κατά τη σύναψη μιας σύμβασης. Πράγματι η παρέκκλιση είναι έγκυρη μόνο αν είναι μεταγενέστερη από την έγερση της διαφοράς, αν επιτρέπει στους αδύναμους συμβαλλόμενους να έχουν στην διάθεση τους και άλλα φόρουμ πέραν εκείνων που ορίζει ο κανονισμός ή τέλος για τους ασφαλισμένους και του καταναλωτές, αν απονέμει δικαιοδοσία στα δικαστήρια του κράτους όπου και οι δύο διάδικοι έχουν την κατοικία τους ή τη συνήθη διαμονής τους.

Πέραν των περιορισμών που αναφέρθησαν παραπάνω, ο κανονισμός επιμελείται τον ρόλο της αυτονομίας των μερών σχετικά με τον καθορισμό της διεθνούς δικαιοδοσίας. Ο ρόλος αυτός καθιερώνεται στο άρθρο 23 και επιτρέπει στα μέρη, αν ένα τουλάχιστον από αυτά έχει την κατοικία του σε κράτος μέλος, να ορίσουν το δικαστήριο ενός κράτους μέλους ως εκείνο ενώπιον του οποίου θα φέρονται οι ενδεχόμενες μελλοντικές διαφορές τους. Ο κανονισμός επαναλαμβάνοντας το τελευταίο κείμενο της σύμβασης και επιβεβαιώνοντας με τον τρόπο αυτό την έννοια της εγκυρότητας υπέρ της ρήτρας, διευκρίνισε ότι στον γραπτό τύπο περιλαμβάνεται κάθε είδους επικοινωνία με ηλεκτρονικά μέσα η οποία επιτρέπει τη μόνιμη καταγραφή της ρήτρας που απονέμει δικαιοδοσία και έκανε πιο ελαστική κατά κάποιο τρόπο τη διάταξη που απονέμει αποκλειστική δικαιοδοσία στο οριζόμενο δικαστήριο θεσπίζοντας ότι η αποκλειστικότητα ισχύει εκτός αν τα μέρη συμφωνήσουν άλλως.

Η παρέκταση της δικαιοδοσίας δύναται να προέρχεται από συμφωνία των μερών και από την εξυπακουόμενη αποδοχή της, στην περίπτωση που ο εναγόμενος παρίσταται στη δίκη χωρίς να προβάλλει ενστάσεις αναρμοδιότητας του δικάζοντος δικαστηρίου με το πρώτο δικόγραφο[4]. Επειδή πρόκειται για παρέκταση μεταγενέστερη της γένεσης της διαφοράς ισχύει αντιθέτως από ότι συμβαίνει με την παρέκταση που προβλέπεται με τη ρήτρα, και κατά παρέκκλιση των δικαιοδοσιών προστασίας, υπερισχύουν δε αυτής μόνο οι αποκλειστικές αρμοδιότητες(άρθρο 24).

Κεφάλαιο 2ο – Η προστασία των αδυνάμων συμβαλλομένων μερών και για ποιους λόγους ο σεβασμός των συμβατικών ρητρών επιλογής δικαστηρίου δεν πρέπει να είναι απόλυτος.

Ι. Η προστασία των αδυνάμων συμβαλλομένων μερών σε μια συμβατική σχέση και η ιδιαιτερότητα του άρθρου 23 του Κανονισμού ως προς αυτά τα μέρη.

            Είναι χαρακτηριστικό του Κανονισμού σχετικά με την διεθνή δικαιοδοσία όσο και των Κανονισμών σχετικά με το εφαρμοστέο δίκαιο να περιλαμβάνουν μια σειρά από τίτλους που έχουν στόχο να παρέχουν προστατευτικά μέτρα προς όφελος αυτών που θεωρούνται ασθενέστερα συμβαλλόμενα μέρη. Οι προστατευόμενες κατηγορίες έχουν πλέον καταστεί «ευρωπαϊκές» προστατευόμενες κατηγορίες, αφού η ίδια η ευρωπαϊκή πολιτική τις θεωρεί ασθενέστερες κατηγορίες που πρέπει να προστατεύονται έναντι των καταχρήσεων που θα προκύψουν από τις τυποποιημένες ρήτρες των συμβάσεων που τους επιβάλλεται από το ισχυρότερο συμβαλλόμενο μέρος.

Ο ευρωπαίος νομοθέτης ήδη από τις αιτιολογικές σκέψεις του Κανονισμού κάνει ρητή αναφορά στην προστασία των αδυνάμων συμβαλλομένων μερών σε μία συμβατική σχέση.

Στην δεύτερη αιτιολογική σκέψη, τονίζεται ότι «ορισμένες διαφορές μεταξύ των εθνικών κανόνων για τη δικαιοδοσία και την αναγνώριση αποφάσεων δυσχεραίνουν τη εύρυθμη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς. Η ουσιώδης θέσπιση διατάξεων σχετικά με την ενοποίηση των κανόνων σύγκρουσης δικαιοδοσίας στις αστικές και εμπορικές υποθέσεις καθώς και σχετικά με την απλούστευση των διατυπώσεων για την ταχεία και απλή αναγνώριση και εκτέλεση των αποφάσεων κρατών μελών που δεσμεύονται από τον ανά χείρας κανονισμό».

Στην ενδέκατη αιτιολογική σκέψη, υπογραμμίζεται ότι «οι κανόνες δικαιοδοσίας πρέπει να παρουσιάζουν υψηλό βαθμό προβλεψιμότητας και να βασίζονται στην αρχή της γενικής δωσιδικίας του εναγομένου και η δωσιδικία αυτή πρέπει πάντοτε να ισχύει, εκτός από μερικές συγκεκριμένες περιπτώσεις όπου το επίδικο αντικείμενο ή η αυτονομία των μερών δικαιολογεί άλλο συνδετικό παράγοντα. Η κατοικία των νομικών προσώπων πρέπει να καθορίζεται αυτοτελώς ώστε να αυξάνεται η διαφάνεια των κοινών κανόνων και να αποφεύγονται οι συγκρούσεις δικαιοδοσίας». Αναφέρεται ακόμη ότι « η δωσιδικία της κατοικίας του εναγομένου πρέπει να συμπληρωθεί από εναλλακτικές δωσιδικίες που θα ισχύουν λόγω του στενού συνδέσμου μεταξύ του δικαστηρίου και της διαφοράς ή για την διευκόλυνση του έργου της δικαιοσύνης».

Επισημαίνεται στην δεκάτη τρίτη αιτιολογική σκέψη , ότι « στις συμβάσεις ασφάλισης, καταναλωτών και εργασίας [….] είναι σκόπιμο να προστατεύεται ο αδύναμος διάδικος με ευνοϊκότερους για τα συμφέροντα του κανόνες δικαιοδοσίας».

Όπως αναφέρεται στην δεκάτη τετάρτη  αιτιολογική σκέψη, «η αυτονομία των μερών μιας σύμβασης όσον αφορά τον καθορισμό του αρμόδιου δικαστηρίου πρέπει να τηρείται με την επιφύλαξη των αποκλειστικών βάσεων δικαιοδοσίας που προβλέπονται από τον ανά χείρας κανονισμό, εκτός εάν πρόκειται για συμβάσεις ασφάλισης, καταναλωτών, και εργασίας, όπου επιτρέπεται μόνον περιορισμένη αυτονομία».

Εν προκειμένω, άκυρες κρίνονται οι συμβατικές ρήτρες επιλογής δικαστηρίου, όταν περιορίζουν την δυνατότητα επιλογής ασφαλισμένων, καταναλωτών και εργαζόμενων κατά τρόπο που δεν επιτρέπεται από τις σχετικές πρόνοιες του Κανονισμού ή όταν αποκλείουν δικαστήριο που έχει αποκλειστική δικαιοδοσία του άρθρου 22 όπου θεωρείται ότι ερμηνεύεται στενά (περιορίζει δηλαδή την ελευθερία των μερών να επιλέγουν το δικαστήριο όπου θα εκδικάζονται οι διαφορές τους).

Προκύπτει από τα παραπάνω λεχθέντα, ότι στο δικαστικό πλαίσιο του ΔΕΚ, διατηρείται το πνεύμα του σεβασμού της αρχής τόσο της ισοδυναμίας όσο και της αποτελεσματικότητας.

Η καινοτομία του κοινοτικού δικαίου, είναι ότι εισάγονται ρυθμίσεις προσώπων που εξ ορισμού θεωρούνται οικονομικά αδύνατα και κοινωνικά λιγότερο έμπειρα από τους αντισυμβαλλόμενους τους. Τα δικαιώματα αυτά κατοχυρώνονται, κυρίως με τη δημιουργία ειδικού πλέγματος προνομιακών δικαιοδοτικών βάσεων και με δραστικούς περιορισμούς στις συμφωνίες παρεκτάσεως, που περιέχονται σε συμφωνίες με καταναλωτές, ασφαλισμένες και εργαζόμενους αλλά και μέσω αποφάσεων του ΔΕΚ, ιδίως στο πλαίσιο της προστασίας του καταναλωτή από καταχρηστικές ρήτρες σε συμβάσεις[5].

Η αρχή της ισότητας των διαδίκων επιτυγχάνεται στο κοινοτικό δίκαιο κυρίως με τη μορφή της απαγορεύσεως των διακρίσεων λόγω ιθαγένειας και οδηγεί σε μη εφαρμογή των διατάξεων που εξαρτούν από την ιθαγένεια του ενάγοντος. Η δικονομική μεταχείριση του κοινοτικού δικαίου έχει οδηγήσει σε πλούσια νομολογία από πλευράς του ΔΕΚ, ειδικά στον τομέα της προστασίας των καταναλωτών, για παράδειγμα η αυτεπάγγελτη λήψη του καταχρηστικού χαρακτήρας μιας ρήτρας παρεκτάσεως αρμοδιότητας που επιβλήθηκε από τον αντισυμβαλλόμενο του καταναλωτή, χωρίς να προηγηθεί διαπραγμάτευση, αποτελεί κατά το ΔΕΚ το μοναδικό τρόπο να προστατευθούν τα δικαιώματα του καταναλωτή και να επιτευχθεί ο σκοπός της οδηγίας 93/13[6].

Η ασφάλεια του δικαίου, έτσι όπως αυτή εκφράζεται με την δεσμευτικότητα που απορρέει από το δεδικασμένο, αποτελεί για τη νομολογία του ΔΕΚ βασική προϋπόθεση εύρυθμης λειτουργίας της κοινοτικής έννομης τάξης. Φαίνεται τέλος, ότι η κοινοτική έννομη τάξη και ειδικότερα η δικαστική συνεργασία σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις έχει περάσει σε ένα καινούργιο προωθημένο στάδιο ενοποιήσεως, στο πλαίσιο της οποίας περιορίζεται, σε ορισμένους βέβαια τομείς, το πεδίο δράσης των εθνικών δικονομικών δικαίων, ενώ αυξάνονται οι περιπτώσεις αυτόνομης ερμηνείας του κοινοτικού δικαίου.

ΙΙ. Η δικαστική κατοχύρωση των λόγων όπου οι συμβατικές ρήτρες επιλογής δικαστηρίου δεν πρέπει να τυγχάνουν σεβασμού στις περιπτώσεις των ασφαλισμένων, των καταναλωτών και των εργαζομένων.

Α. Νομολογία από ασφαλιστικές συμβάσεις

Στην υπόθεση, Gebietskrankenkasse κατά Allgemeine Versicherung, C-347/08, αποσαφηνίστηκε ότι η αναφορά του άρθρου 11(2) του Κανονισμού Βρυξέλλες Ι με το άρθρο 9(1) (β) πρέπει να ερμηνευτεί υπό την έννοια ότι ο φορέας κοινωνικής ασφαλίσεως, ο οποίος ενεργεί ως νόμιμος εκδοχέας των δικαιωμάτων του άμεσα ζημιωθέντος, δεν μπορεί να ασκήσει άμεση προσφυγή ενώπιον των δικαστηρίων του κράτους μέλους εγκατάστασης του κατά του ασφαλιστή του φερόμενου ως υπεύθυνου για το ατύχημα, όταν ο ασφαλιστής είναι εγκατεστημένος σε άλλο κράτος μέλος.

Στην υπόθεση, GIE c.s. κατά Zurich, C-77/04, τονίστηκε ότι η προσεπίκληση δικονομικού εγγυητή μεταξύ ασφαλιστών, που βασίζεται σε πολλαπλή ασφάλιση, δεν υπόκειται στους κανόνες της ειδικής δικαιοδοσίας σε υποθέσεις ασφαλίσεων του τμήματος 3 του τίτλου ΙΙ της Συμβάσεως των Βρυξελλών του 1968 ( άρθρο 3 του τίτλου ΙΙ του Κανονισμού Βρυξέλλες Ι). Συγκεκριμένα, παρέχοντας στον ασφαλισμένο ευρύτερη δυνατότητα επιλογής διεθνούς δικαιοδοσίας από εκείνη που παρέχεται στον ασφαλιστή και αποκλείοντας κάθε δυνατότητα συνομολογήσεως ρήτρας περί παρεκτάσεως διεθνούς δικαιοδοσίας υπέρ του ασφαλιστή, οι διατάξεις του εν λόγω τμήματος διαπνέονται από τη μέριμνα προστασίας του ασφαλισμένου, ο οποίος στις περισσότερες περιπτώσεις βρίσκεται αντιμέτωπος με προκαθορισμένη σύμβαση, οι ρήτρες της οποίας δεν είναι πλέον διαπραγματεύσιμες, και είναι οικονομικώς ασθενέστερο μέρος. Καμία ιδιαίτερη προστασία δικαιολογείται δεδομένου ότι τα ενδιαφερόμενα μέρη είναι επαγγελματίες στον τομέα των ασφαλίσεων, κανένας από τους οποίους μπορεί να θεωρηθεί ότι βρίσκεται σε ασθενέστερη θέση σε σχέση με τους άλλους( βλ. αιτιολογικές σκέψεις, 17, 24, 20).

Στην υπόθεση, FBTO κατά Odenbreit, C-463/06, λέχθηκε ότι η αναφορά στο άρθρο 11 (2) του Κανονισμού Βρυξέλλες Ι με το άρθρο 9(1) (β) του εν λόγω Κανονισμού πρέπει να ερμηνευθεί ότι επιτρέπει στον ζημιωθέντα να ασκήσει ευθεία αγωγή κατά του ασφαλιστή ενώπιον του δικαστηρίου του τόπου σε ένα κράτος μέλος, όταν ο ζημιωθείς διάδικος έχει την κατοικία του, υπό την προϋπόθεση ότι η ευθεία αγωγή επιτρέπεται και ο ασφαλιστής να έχει την κατοικία του σε κράτος μέλος. Η εν λόγω παραπομπή οδηγεί στη διεύρυνση του πεδίου εφαρμογής του κανόνα περί διεθνούς δικαιοδοσίας των δικαστηρίων του τόπου όπου ο ενάγων έχει την κατοικία που προβλέπεται από το άρθρο 9 (1) (β) του εν λόγω κανονισμού σε ορισμένες κατηγορίες εναγόντων στρεφόμενων κατά του ασφαλιστή, εκτός από τον ασφαλιζόμενο της ασφαλιστικής σύμβασης, χωρίς άλλωστε η φύση της άμεσης δράσης του ζημιωθέντος κατά του ασφαλιστή στο εθνικό δίκαιο να έχει σημασία για την εν λόγω εφαρμογή. Η ερμηνεία αυτή στηρίζεται επίσης στον σκοπό του κανονισμού, που αποσκοπεί στην εξασφάλιση ευνοϊκότερων κανόνων για την προστασία του αδυνάμου μέρους από τους γενικούς κανόνες περί δικαιοδοσίας που προβλέπονται από τον Κανονισμό Βρυξέλλες Ι.

Στην υπόθεση, Peloux κατά Axa Belgium, C-112/03, το δικαστήριο απεφάνθη ότι μια ρήτρα δικαιοδοσίας, σύμφωνα με το άρθρο 13, σημείο 3 του κανονισμού Βρυξέλλες Ι, είναι μια διάταξη που επιτρέπει μια πολιτική – κάτοχος και ένας ασφαλιστής ο οποίος, όταν η σύμβαση συνάπτεται, έχουν την κατοικία ή τη συνήθη διαμονή τους στο ίδιο συμβαλλόμενο κράτος να απονείμουν διεθνή δικαιοδοσία στα δικαστήρια του κράτους αυτού, ακόμη και αν το ζημιογόνο γεγονός συμβεί στην αλλοδαπή, δεν μπορεί να αντιταχθεί έναντι του δικαιούχου εκ της συμβάσεως ασφαλίσεως ο οποίος δεν προσυπέγραψε ρητώς την εν λόγω ρήτρα και είναι η κατοικία του σε συμβαλλόμενο κράτος άλλο από εκείνο του αντισυμβαλλομένου και του ασφαλιστή. Πρώτον η δυνατότητα επιβολής μιας τέτοιας ρήτρας θα στερούσε την εν λόγω δικαιούχο τη δυνατότητα να ασκήσει προσφυγή ενώπιον των δικαστηρίων του τόπου όπου συνέβη το ζημιογόνο γεγονός ή να ασκήσει προσφυγή ενώπιον των δικαστηρίων του τόπου κατοικίας του, εξαναγκάζοντας τον να συνεχίσει την εκτέλεση του, τα δικαιώματα έναντι του ασφαλιστή ενώπιον του δικαστηρίου του τόπου της κατοικίας του τελευταίου, και αφετέρου θα επέτρεπε στον ασφαλιστή στο πλαίσιο αγωγής κατά του δικαιούχου, να προσφύγει στα δικαστήρια του τόπου κατοικίας του. Το αποτέλεσμα μιας τέτοιας ερμηνείας θα ήταν να γίνει δεκτή παρέκταση της διεθνούς δικαιοδοσίας υπέρ του ασφαλιστή και να μη ληφθεί υπόψη ο σκοπός της προστασίας του οικονομικώς ασθενέστερου μέρους, σε αυτή την περίπτωση ο δικαιούχος, ο οποίος θα πρέπει να έχει το δικαίωμα να ασκήσει προσφυγή και να υπερασπιστεί τον εαυτό του πριν από τα δικαστήρια του τόπου κατοικίας του.

Β. Νομολογία από καταναλωτικές συμβάσεις

Στην υπόθεση, Johann Gruber κατά Bay Wa AG, C-464/01, λέχθηκε ότι ένα πρόσωπο που συνάπτει σύμβαση για τα εμπορεύματα που προορίζονται για σκοπούς οι οποίου είναι εν μέρει εντός και εν μέρει εκτός εμπορικής ή επαγγελματικής του δραστηριότητας δεν μπορούν να επικαλεστούν τους ειδικούς κανόνες διεθνούς δικαιοδοσίας που προβλέπονται στα άρθρα 15 ως 17 του Κανονισμού Βρυξέλλες Ι, εκτός αν η επαγγελματική χρήση είναι τόσο περιορισμένη ώστε να είναι αμελητέα στο γενικό πλαίσιο της προμήθειας, το γεγονός ότι το ιδιωτικό στοιχείο είναι κυρίαρχο είναι άνευ σημασίας εν προκειμένω. Είναι για το επιληφθέν δικαστήριο να αποφασίσει αν η επίμαχη σύμβαση είχε συναφθεί με σκοπό να ικανοποιήσει, σε μη αμελητέο μέτρο, ανάγκες της επιχείρησης του ενδιαφερόμενου ή αν αντιθέτως, η επαγγελματική χρήση είναι αμελητέα. Για το σκοπό αυτό, το εν λόγω δικαστήριο πρέπει να λάβει υπόψη το σύνολο των σχετικών πραγματικών στοιχείων αντικειμενικά περιέχονται στο αρχείο. Από την άλλην πλευρά, δεν πρέπει να λαμβάνει υπόψη τα γεγονότα ή τις περιστάσεις από τις οποίες το άλλο συμβαλλόμενο μέρος της σύμβασης μπορεί να γνωρίζει όταν συνήφθη η σύμβαση, εκτός εάν το πρόσωπο που επικαλείται την ιδιότητα του καταναλωτή συμπεριφέρθηκε με τέτοιο τρόπο ώστε να δοθεί στο άλλο συμβαλλόμενο μέρος της σύμβασης η νόμιμη εντύπωση ότι ενεργούσε για τις ανάγκες της επιχείρησης του.

Στην υπόθεση, Benincasa κατά Dentalkit, C-269/95, υποστηρίχθηκε ότι στο πλαίσιο του ειδικού καθεστώτος που θεσπίζεται από το άρθρο 15 επ. του Κανονισμού Βρυξέλλες Ι, μόνον οι συμβάσεις που συνάπτονται για την κάλυψη ιδίων καταναλωτικών αναγκών ενός ατόμου σε ιδιωτικό επίπεδο εμπίπτουν στις διατάξεις που αποσκοπούν στην προστασία του καταναλωτή, ο οποίος θεωρείται ότι είναι το οικονομικώς ασθενέστερο μέρος. Από την άλλην πλευρά, η ειδική προστασία που επιδιώκεται να παρέχεται από τις διατάξεις αυτές είναι αδικαιολόγητη στην περίπτωση των συμβάσεων με σκοπό την εμπορική ή επαγγελματική δραστηριότητα, έστω και αν αυτή έχει προγραμματιστεί μόνο για το μέλλον, δεδομένου ότι το γεγονός ότι μια δραστηριότητα είναι η φύση της μελλοντικής δραστηριότητας δεν εκχωρήσει με οποιονδήποτε τρόπο των συναλλαγών του ή του επαγγελματικού του χαρακτήρα. Επομένως, το εν λόγω καθεστώς εφαρμόζεται μόνο για τις συμβάσεις που συνάπτονται εκτός και ανεξάρτητα από οποιαδήποτε εμπορική ή επαγγελματική δραστηριότητα ή σκοπό, αν στο παρόν ή στο μέλλον, έτσι ώστε ο ενάγων που έχει συνάψει σύμβαση με σκοπό την επιδίωξη μιας επαγγελματικής δραστηριότητας, όχι το παρόν αλλά στο μέλλον δεν μπορεί να θεωρηθεί ως καταναλωτής κατά την έννοια της παραγράφου 1 σημείο 1 του άρθρου 15 και του άρθρου 16 του Κανονισμού.

Γ. Νομολογία από εργατικές συμβάσεις

Τα δικαστήρια παλιότερα είχαν διεθνή δικαιοδοσία επί δικαστηρίων κράτους μέλους που κατοικεί ο εναγόμενος, ο ειδικός κανόνας διεθνούς δικαιοδοσίας για τις συμβάσεις, εφόσον ο τόπος αυτός βρίσκεται σε κατάσταση διαφορετική από εκείνη που έχει την κατοικία του ο εναγόμενος, με ειδική φόρμουλα για τις συμβάσεις εργασίας για τον προσδιορισμό του τόπου εκπληρώσεως της εν λόγω υποχρεώσεως και κάθε δικαστήριο στο οποίο έχουν οι διάδικοι δεχθεί ρητώς ή σιωπηρώς. Στην περίπτωση της διαδικασίας που βασίζεται στην αδικοπραξία διαπράχθηκε όταν η ζημιογόνος πράξη, θα μπορούσε επίσης να εφαρμοστεί.

Η διαδικασία τώρα συγκεντρώνει όλες τις σχετικές διατάξεις σχετικά με τις συμβάσεις εργασίας σε ένα τμήμα. Στην υπόθεση Mahamdia, ένας πρώην οδηγός που εργαζόταν για την πρεσβεία της Αλγερίας, είχε κατά τη στιγμή της έναρξης της συμβάσεως εργασίας, συνάψει συμφωνία μεταξύ την πρεσβεία η οποία όριζε ότι τα δικαστήρια της Αλγερίας είχαν αποκλειστική δικαιοδοσία. Το δικαστήριο πρωτίστως, χρησιμοποίησε την Σύμβαση της Βιέννης για τις Διπλωματικές Σχέσεις και έπειτα έκρινε ότι η πρεσβεία ενεργεί σπάνια iure gestionis και όχι iure imperri. Και ότι σύμφωνα με τους κανόνες τις Βιέννης, η ΕΕ έχει κάθε δικαίωμα να εφαρμόσει τη διεθνή δικαιοδοσία, δεδομένου ότι εφαρμόζεται σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις. Υπό αυτό το πνεύμα, η πρεσβεία μπορεί κάλλιστα να θεωρηθεί ως εγκατάσταση κατά την έννοια του άρθρου 18(2).

Ακράδαντα λοιπόν, αποδεικνύεται ότι ο σεβασμός των συμβατικών ρητρών επιλογής δικαστηρίου δεν είναι – αλλά ούτε πρέπει  να είναι – απόλυτος. Και τούτο γιατί όπως πολλάκις αναφέρθηκε παραπάνω, υπάρχουν συμβαλλόμενα μέρη σε συμβατικές σχέσεις τα οποία εκ ορισμού είναι αδύναμα.

Επίλογος

            Ο Κανονισμός Βρυξέλλες Ι δεν πρέπει να αποτελεί αντικείμενο αρνητικής κριτικής καθώς το ευρωπαϊκό δικαιϊκό σύστημα, καλείται να λάβει υπόψη του ποικίλα συμφέρονται και να επιτύχει τον συμβιβασμό αυτών ή πάντως την ομαλή συνύπαρξη τους. Στην περίπτωση που οι λύσεις του Κανονισμού για την διεθνή δικαιοδοσία της προστασίας των αδυνάμων συμβαλλομένων μερών χρήζουν βελτιώσεως, δεν οφείλεται κατά κύριο λόγο στον μη απόλυτο χαρακτήρα της παρεχόμενης προστασίας αλλά στην ενδεχομένως προβληματική φύση του επιχειρούμενου συνδυασμού του στοιχείου αυτού προς άλλα δεδομένα του Ιδιωτικού Διεθνούς Δικαίου όπως για παράδειγμα οι κανόνες περί εφαρμοστέου δικαίου του Κανονισμού Ρώμη Ι.

Πάντως, αξίζει μνείας ότι τον Κανονισμό 44/2001 ΕΚ θα τον διαδεχθεί ο Κανονισμός 1215/2012 ΕΚ. Και οι κανόνες που αφορούν την προστασία των αδυνάμων συμβαλλομένων μερών θα τροποποιηθούν προς το καλύτερο. Το ευρωπαϊκό διεθνές δίκαιο εξελίσσεται με το πέρας των χρόνων. Άλλωστε όπως πολλάκις αναφέρθηκε παραπάνω, ο βασικός στόχος του είναι να καταστεί η κυκλοφορία των αποφάσεων ευκολότερη και ταχύτερη στην Ένωση. Η αναδιατύπωση του Κανονισμού Βρυξέλλες Ι, αδιαμφισβήτητα αποτελεί ένα τεράστιο βήμα του ευρωπαϊκού διεθνούς δικαίου, λαμβάνοντας υπόψη ότι λόγω της ανομοιογένειας των εθνικών νομοθεσιών, η απονομή της δικαιοσύνης δεν ήταν δίκαιη και ικανοποιητική σχετικά με τις διαφορές που προέκυπταν από εναγόμενους που κατοικούσαν σε τρίτα κράτη. Η Επιτροπή έκρινε λοιπόν, ότι για την προάσπιση της ενίσχυσης της νομικής προστασίας των πολιτών της Ένωσης και των οικονομικών φορέων της καθώς και την προστασία των εξωτερικών σχέσεων της, να αναδιατυπώσει τον Κανονισμό Βρυξέλλες Ι.

Βασική βιβλιογραφία

1)      Brussels I Regulation: Ulrich Magnus, Peter Mankowski, European Commentaries on Private International Law, Sellier European Law publishers, 2007.

2)      Pragmatism in the European Union: Recasting the Brussels Regulation to ensure the effectiveness of exclusive choice of courts agreements, Justin P. Cook. http://www.abdn.ac.uk/law/documents/Pragmatism_in_the_European_Union.pdf

3)      Ιδιωτικό Διεθνές Δίκαιο, Σ. Βρέλλης, Νομική Βιβλιοθήκη, 3η εκδ., 2008, σελ. 646.

4)      Practical Handbook on European Private International law, http://ec.europa.eu/justice/civil/files/practical_handbook_eu_international_law_en.pdf.

5)      “Party autonomy in the Brussels I Regulation and Rome I Regulation and the European Court of Justice” Jan – Jaap Kruipers, http://www.germanlawjournal.com/pdfs/Vol10-No11/PDF_Vol_10_No_11_1505-1525_Developments_JK.pdf

[1]http://eurlex.europa.eu/Notice.do?mode=dbl&lang=en&ihmlang=en&lng1=en,el&lng2=el,en,es,fi,fr,it,nl,pt,sv,&val=278252:cs

[2] Βλ. Σύμβαση των Βρυξελλών

[3] VB Goldman “Un traite federateur: La convention entre les etats membres de la CEE sur La reconnaissance et lexecution des decisions en matiere civile et commercial στην Riv Trim, Droit Europeen 1971, σελ 1 επ.

[4] Βλ. απόφαση της 24ης Ιουνίου 1981 στην υπόθεση 150/80 Elefanten Schuh

[5] Οδηγία 93/13 για τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές.

[6] Βλ. ΔΕΚ, 27.6.2000, Oceano Grupo, C – 240/98.

Share This Post

One Response to Ο Κανονισμός Βρυξέλλες Ι (44/2001 ΕΚ) και οι συμβατικές ρήτρες επιλογής δικαστηρίου (παρέκτασης αρμοδιότητας)

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Captcha * Time limit is exhausted. Please reload the CAPTCHA.