Ο ιδιωτικός βίος των δημοσίων προσώπων στο ‘’φως’’ της δημοσιότητας – υπόθεση Van Hannover κατά Ολλανδίας

mme1«Ο ιδιωτικός βίος δημοσίων προσώπων στο φως της δημοσιότητας».

Σχολιασμός της απόφασης του ΕΔΔΑ Von Hannover v Germany (2012)

του Κωνσταντίνου Γιαλλουρίδη[1]

 

Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (εφεξής, ΕΔΔΑ), στις 7 Φεβρουαρίου του 2012 παρέδωσε την ομόφωνη απόφασή του στην υπόθεση Von Hannover(no2)[2]. Η απόφαση αυτή έγινε ιδιαιτέρως δεκτή από τον αγγλικό Τύπο[3] καθώς σε μια υπόθεση σχετική με την σύγκρουση της προστασίας του ιδιωτικού βίου, όπως κατοχυρώνεται στο άρθρο 8 της Ευρωπαϊκής Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου[4]  (εφεξής, ΕΣΔΑ) και της ελευθερίας του τύπου (άρθρο 10 της ΕΣΔΑ), η απόφαση έκλινε προς την ελευθερία του τύπου.

Στην υπόθεση αυτή εξετάστηκαν παρόμοια ζητήματα με αυτά που αναπτύχθηκαν κατά την προηγηθείσα υπόθεση Von Ηannover[5] κατά την οποία η πριγκίπισσα Καρολίνα του Μονακό προσέφυγε στο ΕΔΔΑ ζητώντας την καταδίκη της Γερμανίας καθώς τα γερμανικά δικαστήρια, αρνούμενα να διατάξουν ασφαλιστικά μέτρα για την απαγόρευση δημοσίευσης των φωτογραφιών της προσφεύγουσας, απέτυχαν να προστατέψουν επαρκώς το δικαίωμά της για προστασία της ιδιωτικής της ζωής όπως θεμελιώνεται στο αρ.8 της ΕΣΔΑ. Τα γερμανικά δικαστήρια στην αιτιολογία τους, κατηγοριοποιούσαν την πριγκίπισσα ως «δημόσιο πρόσωπο της απόλυτης επικαιρότητας» (public figure par excellence) συνεπώς η επέμβαση του Τύπου σε θέματα του ιδιωτικού της βίου, κρίθηκε δικαιολογημένη.

Το ΕΔΔΑ στην από 2004 απόφασή του έκρινε την αιτιολογία αυτή ως εσφαλμένη, καθώς εξαιρούσε έμμεσα τη δυνατότητα ενός δημοσίου προσώπου να υπερασπιστεί την δημοσίευση φωτογραφιών του. Το ΕΔΔΑ έκρινε ότι το επιθυμητό αποτέλεσμα κατά την στάθμιση των δύο ισοδύναμων δικαιωμάτων[6], παρεχόμενων από τα αρ.8 και 10 της ΕΣΔΑ, θα προέκυπτε βάσει του εάν η δημοσίευση συνέβαλε ή όχι σε μια “συζήτηση γενικού ενδιαφέροντος” (debate of general interest).  Και επειδή το τι κάνει ένα άτομο στην σφαίρα του ιδιωτικού του βίου, προφανώς δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο συζήτησης δημοσίου  ενδιαφέροντος, η από 2004 απόφαση του ΕΔΔΑ έκλινε υπέρ της προσφυγούσης.

Η επίμαχη φωτογραφία

Η φωτογραφία που συζητήθηκε στα πλαίσια της δεύτερης υπόθεσης Von Ηannover (2012) απεικόνιζε την πριγκίπισσα Καρολίνα και τον σύζυγό της να περπατούν σε ένα πολυσύχναστο δρόμο(St Moritz) κατά τη διάρκεια των διακοπών τους. Η φωτογραφία αυτή είχε δημοσιευτεί σε τρία γερμανικά περιοδικά τα οποία έκαναν λόγο για τις διακοπές της πριγκιπικής οικογένειας τη στιγμή που ο 78χρονος πατέρας της πριγκίπισσας ήταν κατάκοιτος ένεκα των σοβαρών προβλημάτων υγείας του. Τα γερμανικά δικαστήρια αρνήθηκαν να διατάξουν την απαγόρευση δημοσίευσης της εν λόγω φωτογραφίας με το αιτιολογικό αυτή τη φορά να είναι ότι η φωτογραφία αυτή σε συνδυασμό με το σχετικό άρθρο αποτελούσε ένα «σύγχρονο κοινωνικό γεγονός» (event of contemporary society)  το οποίο ο Τύπος είχε κάθε δικαίωμα να αναφέρει. Αφού η υπόθεση εξάντλησε όλους τους βαθμούς δικαιοδοσίας ενώπιον των γερμανικών δικαστηρίων, οδηγήθηκε στο ΕΔΔΑ.

Το ΕΔΔΑ ομόφωνα απέρριψε τους ισχυρισμούς των προσφυγόντων περί παραβίασης του αρ.8 της ΕΣΔΑ. Την απόφασή του αυτή στήριξε στις βασικές αρχές που χαρακτηρίζουν αφενός μεν, την προστασία του ιδιωτικού βίου και αφετέρου, την ελευθερία της έκφρασης:

Σχετικά με τον ιδιωτικό βίο:

Ο πρωταρχικός σκοπός του άρθρου 8 της Συνθήκης είναι να διασφαλίσει την ανάπτυξη, χωρίς οποιαδήποτε παρεμβολή, της προσωπικότητας κάθε ατόμου στις σχέσεις του με τους υπολοίπους ανθρώπους. Υπάρχει, λοιπόν μια ζώνη συναναστροφής ενός ατόμου με άλλα άτομα (zone of interaction of a person with others) η οποία μπορεί να εμπίπτει στην σφαίρα του ιδιωτικού βίου. Συνεπώς η δημοσίευση μιας φωτογραφίας μπορεί να παρεισφρέει στον ιδιωτικό βίο ενός ατόμου ακόμα κι αν το πρόσωπο αυτό είναι δημόσιο πρόσωπο.

Αναφορικά με τις φωτογραφίες, το δικαστήριο απεφάνθη ότι:

«…η φωτογραφία ενός προσώπου αποτελεί ένα από τα πιο σημαντικά στοιχεία της προσωπικότητάς του, αφού αποκαλύπτει τα ατομικά χαρακτηριστικά του γνωρίσματα και το διαχωρίζει από τους υπόλοιπους ανθρώπους. Το δικαίωμα στην προστασία της ατομικής εικόνας ενός προσώπου είναι από τα σημαντικότερα στοιχεία της προσωπικής του ανάπτυξης. Γεννιέται λοιπόν το δικαίωμα ενός προσώπου να ελέγχει το πώς χρησιμοποιείται μια φωτογραφία  του ως επίσης και το δικαίωμα να αρνηθεί την οποιαδήποτε δημοσίευσή της».[7]

Σχετικά με την ελευθερία της έκφρασης:

Η ελευθερία της έκφρασης καλύπτει όχι μόνο τις «πληροφορίες» ή τις «ιδέες» που μπορεί να θεωρηθούν ως μη προσβλητικές αλλά και αυτές που προσβάλλουν, σοκάρουν ή ενοχλούν. Έτσι επιβάλλουν οι αρχές του πλουραλισμού και  της ανεκτικότητας χωρίς τις οποίες δεν μπορεί να υπάρξει «δημοκρατική κοινωνία». Όπως ορίζεται στο άρθρο 10, η ελευθερία της έκφρασης υπόκειται σε εξαιρέσεις οι οποίες , ωστόσο, πρέπει να ερμηνεύονται στενά και η ανάγκη για οποιουσδήποτε περιορισμούς πρέπει να θεμελιώνεται πειστικά.

«Το Δικαστήριο έχει επανειλημμένα τονίσει τον θεμελιώδη ρόλο του Τύπου σε μια δημοκρατική κοινωνία. Παρόλο που ο Τύπος δεν πρέπει να υπερβαίνει συγκεκριμένα όρια, σχετικά με την προστασία της εικόνας, της τιμής και της υπόληψης κάποιου προσώπου, ο ρόλος του είναι, ωστόσο, να μεταδίδει – έτσι  ώστε να ανταποκρίνεται στις υποχρεώσεις και στις ευθύνες του – πληροφορίες και ιδέες σε όλα τα ζητήματα δημοσίου ενδιαφέροντος. Και αντίστροφα: ο Τύπος έχει το δικαίωμα να μεταδίδει τέτοιες πληροφορίες και ιδέες, αλλά και το κοινό έχει το δικαίωμα να τις λαμβάνει…»

Η ελευθερία της έκφρασης συμπεριλαμβάνει την δημοσίευση φωτογραφιών. Σημειωτέον, ωστόσο, πως στο πεδίο αυτό, “…η προστασία της υπόληψης των απεικονιζόμενων προσώπων ενέχει εξίσου σημαντικό ρόλο, καθώς οι εν λόγω φωτογραφίες εμπεριέχουν προσωπικές πληροφορίες για ένα πρόσωπο ή την οικογένειά του…»[8]

«…φωτογραφίες οι οποίες εμφανίζονται σε «σκανδαλοθηρικά» περιοδικά , τα οποία γενικά τείνουν στο να ικανοποιούν την «κοινωνική περιέργεια» για την προσωπική ζωή ενός προσώπου, συχνά λαμβάνονται σε κλίμα παρατεταμένης παρενόχλησης η οποία μπορεί να δημιουργήσει στο θιγόμενο πρόσωπο ένα ισχυρό αίσθημα παραβίασης της προσωπικής του ζωής, μέχρι και καταδίωξης».[9]

Το Δικαστήριο τονίζοντας ότι τα δικαιώματα των άρθρων 8 και 10 της Συνθήκης κατέχουν την ίδια ιεραρχική θέση και κανένα δεν υπερτερεί του άλλου, απαρίθμησε τα κριτήρια που πρέπει να ληφθούν υπόψη κατά την στάθμιση αυτών των δυο συγκρουόμενων δικαιωμάτων:

1.Συμβολή σε συζήτηση γενικού ενδιαφέροντος(debate of general interest).

Ο ορισμός του γενικού ενδιαφέροντος  εξαρτάται από τα πραγματικά περιστατικά της κάθε υπόθεσης και εκτείνεται πέραν των πολιτικών ζητημάτων ή εγκληματικών πράξεων. Μια συζήτηση γενικού ενδιαφέροντος μπορεί να αφορά αθλητικά ή καλλιτεχνικά γεγονότα, δεν μπορεί, ωστόσο, να αφορά  για παράδειγμα φήμες για τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει στο γάμο του ο Πρόεδρος μιας δημοκρατίας ή τις οικονομικές δυσκολίες ενός διάσημου τραγουδιστή.[10]

2.Πόσο γνωστό ήταν το θιγόμενο πρόσωπο  και ποιο είναι το περιεχόμενο της δημοσίευσης;

Ένα πρόσωπο άγνωστο στο ευρύ κοινό μπορεί δικαιολογημένα να διεκδικήσει αυξημένη προστασία της ιδιωτικής του ζωή – δεν ισχύει το ίδιο όμως στην περίπτωση των δημοσίων προσώπων. Ακόμα και στην τελευταία περίπτωση όμως, πάντοτε θα πρέπει να υπάρχει ένα όριο το οποίο θα καθορίζεται από την δυνατότητα της εν λόγω δημοσίευσης να συμβάλει σε μια συζήτηση στα πλαίσια μιας δημοκρατικής κοινωνίας (debate in a democratic society). Ο ρόλος του τύπου ως «φύλακας του δημοσίου συμφέροντος» παραμένει σημαντικός ωστόσο ο ρόλος αυτός είναι άσχετος με την δημοσίευση φωτογραφιών και άρθρων τα οποία συνδέονται αποκλειστικά με την προσωπική ζωή ενός ατόμου, ανεξάρτητα από το πόσο γνωστό αυτό το πρόσωπο είναι, και αποσκοπούν  στην ικανοποίηση της κοινωνικής περιέργειας.[11]

3. Προηγούμενη συμπεριφορά του θιγόμενου προσώπου.

Παρ’ όλο που η συνεργασία με τον Τύπο σε κάποιες περιπτώσεις δεν σημαίνει ότι επιτρέπεται άνευ όρων η παραβίαση του ιδιωτικού βίου, η προηγούμενη συμπεριφορά ενός προσώπου και το εύρος των πληροφοριών που έχουν ήδη δημοσιευτεί με την άδεια του προσώπου αυτού ενέχει ιδιαίτερο ρόλο στην διαμόρφωση της κρίσης του δικαστηρίου.[12]

4.Περιεχόμενο, διαμόρφωση και συνέπειες της δημοσίευσης.

Όχι μόνο η δημοσίευση εν γένει, αλλά και ο τόπος που επιλέγεται να δημοσιευτεί το συγκεκριμένο περιστατικό, (π.χ. στο εξώφυλλο δημοφιλούς περιοδικού) πρέπει να λαμβάνεται υπόψη.

5.Συνθήκες κάτω υπό τις οποίες πάρθηκαν οι φωτογραφίες.

 Εάν οι φωτογραφίες πάρθηκαν μετά από παρακολούθηση ή καταδίωξη του απεικονιζόμενου προσώπου, θα λαμβάνεται σοβαρά υπόψη καθώς στην περίπτωση υπάρχει σημαντική παραβίαση της ιδιωτικής σφαίρας. Το αντίκτυπο, βέβαια, θα είναι μεγαλύτερο σε ένα απλό πρόσωπο σε σχέση με κάποιο που αποτελεί ήδη δημόσιο πρόσωπο.

Από το αιτιολογικό του δικαστηρίου προκύπτει καθαρά ότι ο σκοπός του δεν ήταν να υπαγάγει τα προαναφερθέντα κριτήρια  στα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης έτσι ώστε να καταλήξει σε μια δική του απόφαση στην οποία θα σταθμίζει τα δυο συγκρουόμενα δικαιώματα. Αντίθετα, το ΕΔΔΑ ηθέλησε απλά να επιβεβαιώσει ότι θα γερμανικά δικαστήρια έλαβαν υπόψη τους τα κριτήρια αυτά κατά την διαμόρφωση της δικής τους κρίσης. Συνεπώς, το ΕΔΔΑ παρατήρησε ότι:

«Το γεγονός ότι το Γερμανικό Ομοσπονδιακό Δικαστήριο αξιολόγησε την πληροφοριακή αξία της επίμαχης φωτογραφίας με κριτήριο το περιεχόμενο του δημοσιογραφικού σχολιασμού που τη συνόδευε, δεν μπορεί να κατακριθεί σύμφωνα με την ΕΣΔΑ. Σχετικά με το χαρακτηρισμό της αρρώστιας του Πρίγκιπα Ρανιέρ ως ένα σύγχρονο κοινωνικό γεγονός  (event of contemporary society), το ΕΔΔΑ θεωρεί ότι, λαμβάνοντας υπόψη την αιτιολογία των Γερμανικών Δικαστηρίων, αυτή η ερμηνεία είναι δικαιολογημένη».[13]

Η προσέγγιση αυτή πιθανό να έπαιξε ρόλο στον χαρακτηρισμού του πριγκιπικού ζεύγους ως δημοσίων προσώπων, παρά σαν ιδιωτικών. Το ΕΔΔΑ παραδέχτηκε πως τα γερμανικά δικαστήρια θεμελίωσαν την αιτιολογία τους στο γεγονός ότι οι αιτούντες πολύ δημοφιλή πρόσωπα στο ευρύ κοινό και που πολύ συχνά είχαν προσελκύσει τα φώτα της δημοσιότητας στο παρελθόν. Το επιχείρημα αυτό όμως, δεν στηρίχτηκε σε κανένα είδος απόδειξης ή περεταίρω αιτιολόγησης. Παρ’ όλα αυτά το ΕΔΔΑ παραδέχτηκε ότι, «δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι οι προσφυγόντες, οι οποίοι αδιαμφισβήτητα είναι πολύ δημοφιλείς στο ευρύ κοινό, αποτελούν απλά ιδιωτικά πρόσωπα».[14]

Τέλος, το ΕΔΔΑ αναγνώρισε ότι τα Γερμανικά δικαστήρια έλαβαν υπόψη τους τις συνθήκες κάτω υπό τις οποίες λήφθηκε η φωτογραφία, ενώ σημείωσε ότι επειδή ότι οι φωτογραφίες λήφθηκαν  στην μέση ενός πολυσύχναστου δημόσιου δρόμου δεν μπορούν να κριθούν αυτό καθεαυτό παράνομες έτσι ώστε να μπορεί να απαγορευτεί η δημοσίευσή τους.

Σχολιασμός:   

Οποιοσδήποτε ήλπιζε ότι το ΕΔΔΑ θα έκανε εξονυχιστική ανάλυση του νόμου περί της προστασίας του ιδιωτικού βίου ή θα ανέλυε τις παραβιάσεις που αυτή υφίσταται όταν λαμβάνονται φωτογραφίες ενός πρόσωπου και στην συνέχεια δημοσιεύονται χωρίς την προηγούμενη συναίνεσή του, θα απογοητευόταν οικτρά. Παρά το γεγονός ότι το ΕΔΔΑ διαμόρφωσε τα κριτήρια που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά την in-concreto στάθμιση των άρθρων 8 και 10 της ΕΣΔΑ, φαίνεται ότι ηθελημένα απέφυγε την χάραξη κόκκινων γραμμών μεταξύ των άρθρων αυτών.

Επιπλέον, ακόμα κι αν ένα άτομο δεν ασκεί πολιτικά καθήκοντα, μόνο το γεγονός ότι είναι δημοφιλές στο ευρύ κοινό είναι αρκετό για να το κατηγοριοποιήσει ως δημόσιο πρόσωπο παρά σαν ιδιωτικό. Εκ πρώτης όψεως, η άποψη αυτή φαίνεται να έρχεται σε  αντίφαση σε σχέση με την άποψη που διατυπώθηκε επί της προηγηθείσας  υπόθεσης Von Hannover[15].  Παρ’ όλα αυτά, αν λάβουμε υπόψη ότι το ΕΔΔΑ στην πρώτη υπόθεση έκρινε εσφαλμένη την κατηγοριοποίηση από τα γερμανικά δικαστήρια των αιτούντων ως δημόσια πρόσωπα’ το γεγονός ότι στην πρώτη υπόθεση τα γερμανικά δικαστήρια στηρίχτηκαν αποκλειστικά στα κριτήρια του Γερμανικού Δικαίου ενώ στην παρούσα υπόθεση υιοθέτησαν την νομολογία του ΕΔΔΑ, εξηγεί αυτή την εμφανή  αντίφαση.

Παρομοίως, το κριτήριο αναφορικά με το ότι η δημοσίευση θα πρέπει να συμβάλει σε μια συζήτηση γενικού ενδιαφέροντος, δεν αναλύθηκε από το ΕΔΔΑ το οποίο απλά ενέκρινε την προσέγγιση του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Συνταγματικού Δικαστηρίου:

“Η έκφραση «σύγχρονη κοινωνία» (contemporary society) καθώς και ο όρος “πληροφοριακή αξία» ( information value) πρέπει να ερμηνεύονται ευρέως και με γνώμονα πάντοτε την ύπαρξη δημοσίου συμφέροντος. Σύγχρονο κοινωνικό γεγονός αποτελεί κάθε γεγονός κοινωνικού ενδιαφέροντος συμπεριλαμβανομένων δημοσιεύσεων με ψυχαγωγικό σκοπό, οι οποίες θα μπορούσαν  να παίξουν ρόλο στην διαμόρφωση απόψεων…»[16]       

Γεννήθηκε βεβαίως ερώτημα, κατά πόσον οι προσωπικές ασχολίες του πριγκιπικού ζεύγους και η αρρώστια του πρίγκιπα Ρανιέρ, ήταν ζητήματα γενικού κοινωνικού ενδιαφέροντος. Το ΕΔΔΑ εγκρίνοντας την άποψη των Γερμανικών δικαστηρίων, απεφάνθη θετικά[17].

Αυτό που φρόντισε να κάνει φανερό το ΕΔΔΑ, είναι ότι ασκώντας καθαρά εποπτική λειτουργία (supervisory jurisdiction), το κύριο ενδιαφέρον του ήταν να διασφαλίσει ότι πρώτον, τα εγχώρια δικαστήρια  ακολούθησαν την σωστή διαδικασία και δεύτερον, ότι έλαβαν υπόψη τους την νομολογία του ΕΔΔΑ. Συνεπώς, αν ένα εγχώριο δικαστήριο έχει εφαρμόσει τα κριτήρια στάθμισης, όπως έχουν διαμορφωθεί μέσα από την νομολογία του ΕΔΔΑ, τότε, το τελευταίο θα αποφύγει να αμφισβητήσει το βάρος που δόθηκε στα επιμέρους πραγματικά περιστατικά από το εγχώριο δικαστήριο κατά την εκπόνηση της απόφασής του.[18] Κατά τη άσκηση της εποπτικής του δικαιοδοσίας, το ΕΔΔΑ δεν προορίζεται στο να αντικαταστήσει τα εγχώρια δικαστήρια αλλά να ελέγξει για το εάν οι αποφάσεις τους συμβαδίζουν με τις πρόνοιες της ΕΣΔΑ και στην προκειμένη περίπτωση, η ερμηνεία των γερμανικών δικαστηρίων, στα πλαίσια πάντα της διακριτικής ευχέρειας που τους παρέχεται, δεν θα ήταν δυνατό να θεωρηθεί παράνομη.[19]

Αυτό ενισχύεται από το γεγονός ότι παρ’ όλο που το ΕΔΔΑ, αποδεχόμενο την πιθανότητα  εφαρμογής του κριτηρίου περί της ύπαρξης «γεγονότος σύγχρονου κοινωνικού ενδιαφέροντος» και το πώς το γεγονός αυτό μπορεί να δικαιολογήσει την δημοσίευση των φωτογραφιών των αιτούντων, δεν πήρε θέση και δεν παραδέχτηκε ρητώς πως το κριτήριο αυτό πληρούταν στην υπό κρίση υπόθεση. Αρκέστηκε στο να παραδεχτεί ότι τα εγχώρια δικαστήρια έλαβαν το συγκεκριμένο ζήτημα υπόψη και συνεπώς το συμπέρασμά τους επ’ αυτού πρέπει να γίνει σεβαστό. Άφησε βεβαίως ανοικτή την πιθανότητα παραβίασης του αρ.8 της ΕΣΔΑ,  εάν από τα πραγματικά περιστατικά προέκυπτε ότι οι φωτογραφίες λήφθηκαν υπό καθεστώς συνεχούς καταδίωξης και παρενόχλησης ή με τη χρησιμοποίηση κρυφών καμερών.

Η απόφαση του ΕΔΔΑ φαίνεται μάλιστα να επικυρώνει την πάγια νομολογία του Ηνωμένου Βασιλείου. Στο Ηνωμένο Βασίλειο, η σύγκρουση μεταξύ του αρ.8 και αρ.10, είχε επισημανθεί στις απόψεις της Βουλής των Λόρδων στην υπόθεση Campbell v MGN Ltd[20] μέσα από την οποία έγινε αντιληπτή η διαμόρφωση τεσσάρων κριτηρίων: Πρώτον, κανένα άρθρο της ΕΣΔΑ δεν έχει προτεραιότητα έναντι του άλλου. Δεύτερον, στην περίπτωση που τα προστατευόμενα, υπό τα εν λόγω άρθρα, έννομα αγαθά, έρχονται σε σύγκρουση, πρέπει να γίνεται διεξοδικός έλεγχος και in-concreto σύγκριση των συγκεκριμένων δικαιωμάτων αφού ληφθούν υπόψη τα πραγματικά περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Τρίτον, πρέπει να υπάρχει σαφής αιτιολογία για κάθε περιορισμό που τυχόν επιβληθεί σε κάθε δικαίωμα. Τέλος, η τήρηση της αρχής της αναλογικότητας πρέπει να ελέγχεται σε κάθε περίπτωση. Στην νομολογία, για σκοπούς συντομίας, οι η συλλογιστική αυτή πορεία είναι γνωστή ως «ο απόλυτος έλεγχος στάθμισης ή εξισορρόπησης» (the ultimate balancing test).[21]

Δεν υπάρχει η παραμικρή αμφιβολία ότι θα υπάρξουν δικαιοδοτικές κρίσεις, οι οποίες θα αποκλίνουν επί ομοίων πραγματικών περιστατικών και αυτό θα οφείλεται στην μικρή ή μεγάλη έμφαση που μπορεί να αποδίδεται στο κάθε κριτήριο κατά την προσπάθεια εξισορρόπησης των δυο δικαιωμάτων. Συνεπώς, θα υπάρξουν περιπτώσεις στις οποίες ένας δικαστής θα καταλήγει σε διαφορετικά συμπεράσματα από έναν συνάδελφό του, παρ’ όλο που και οι δύο ακολούθησαν την ίδια προσέγγιση και εφήρμοσαν την ίδια μέθοδο εξισορρόπησης. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι ένας εκ των δύο δικαστών πρέπει οπωσδήποτε να σφάλλει. Όπως γίνεται αντιληπτό μέσα από την ανάλυση των πέντε προαναφερθέντων κριτηρίων, όπως αυτά διαμορφώθηκαν στη νομολογία του ΕΔΔΑ, υπάρχει έδαφος για ερμηνεία άρα και για διαφορετικές απόψεις. Άλλωστε, αυτό που ενέχει θεμελιώδη σημασία στην προσπάθεια στάθμισης των υπό κρίση αντικρουόμενων δικαιωμάτων, είναι πρωτίστως  η τήρηση της ορθής συλλογιστικής πορείας και δευτερευόντως το αποτέλεσμα.



[1] Το παρών άρθρο βασίζεται σε γραπτή εργασία η οποία υποβλήθηκε από του συγγραφέα στα πλαίσια του μαθήματος «Critical Legal Thinking and Scholarship» στο Πανεπιστήμιο του Αμπερντίν (2012).

[2] Von Hannover v Germany [2012] EMLR 16

[3] See e.g. Owen Bowcott, The Guardian, 7 February 2012; Wil Longbottom, Daily Mail, 8 February 2012.

[4] Council of Europe, European Convention for the Protection of Human Rights and Fundamental Freedoms, as amended by Protocols Nos. 11 and 14, 4 November 1950, ETS 5, arts 8,10.

[5] Von Hannover v Germany [2004] EMLR 21

[6] Resolution 1165 (1998)of the PACE on the right to privacy, [para 11]   <http://assembly.coe.int/main.asp?Link=/documents/adoptedtext/ta98/eres1165.htm> accessed 13 December 2012

[7] Von Hannover v Germany [2012] EMLR 16 [paras 95-96]

[8] Ibid [paras 100-103]

[9] Von Hannover v Germany [2012] EMLR. 16 [paras 100-103]

[10] Ibid [para 109]

[11] Ibid [para 110]

[12] Von Hannover v Germany [2012] EMLR 16 [para 111]

[13] Ibid [para 118]

[14] Ibid [para 120]

[15] Von Hannover v Germany [2004] EMLR 21

[16] Von Hannover v Germany [2012] E.M.L.R. 16 [para 31]

[17] Ibid [para 124];

[18] Ibid [para 107]

[19] Ibid [para 118]

[20] Campbell v MGN Ltd [2004] 2 AC 457

[21] Re S (A Child) [2004] 1 AC 593 per Lord Steyn [para 17].

Share This Post

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Captcha * Time limit is exhausted. Please reload the CAPTCHA.