Νομικό χρονικό των υποθέσεων για αξιώσεις αποζημιώσεων κατά του για εγκλήματα των στρατευμάτων κατοχής : Οι αποφάσεις Αρείου Πάγου Γερμανικού Δημοσίου, 11/2000 και Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου 6/2002

 

Γράφει ο  Χρήστος Βασματζίδης

1. Η νομική βάση για την ικανοποίηση ατομικών αξιώσεων προς αποζημίωση των θυμάτων στην υπόθεση του Διστόμου Βοιωτίας.

Η σύμβαση της Χάγης IV της 18.10.1907 «περί των Νόμων και Εθίμων του κατά ξηράν πολέμου και ο προσαρτημένος Kανονισμός», ορίζει στο άρ. 3 τα εξής «Ο παραβαίνων τις διατάξεις του ρηθέντος Κανονισμού εμπόλεμος ευθύνεται, ενδεχομένως, σε αποζημίωση. Ευθύνεται δε διά πάσας τας πράξεις τας ενεργηθείσας υπό των προσώπων των αποτελούντων μέρος της στρατιωτικής αυτού δυνάμεως». Στον προσαρτημένο Κανονισμό περιλαμβάνονται διατάξεις του Διεθνούς Ανθρωπιστικού Δικαίου (ή Δικαίου του Πολέμου), οι οποίες προβλέπουν περιορισμούς στην πολεμική δραστηριότητα των ενόπλων δυνάμεων των εμπολέμων και στην συμπεριφορά τους κατά την άσκηση της εξουσίας σε καταληφθείσα χώρα και από τις οποίες θα μπορούσαν να προκύψουν δικαιώματα για τους μάχιμους, τους αιχμαλώτους και τους αμάχους. Στο άρθρο 46 του εν λόγω Κανονισμού προβλέπεται ειδικότερα ότι «Η τιμή και τα οικογενειακά δίκαια, η ζωή των ατόμων ως και η ιδιοκτησία αυτών, αι θρησκευτικαί πεποιθήσεις και η άσκησις της λατρείας είναι σεβαστά. Η ιδιωτικής κτήσις δεν δύναται να δημευθεί». Στο άρθρο 25 του Κανονισμού ορίζονται τα εξής: «Απαγορεύεται η προσβολή ή ο βομβαρδισμός ανυπεράσπιστων πόλεων, χωριών, κατοικιών ή κτιρίων με οποιοδήποτε μέσο»

Ο συνδυασμός του άρ. 3 της σύμβασης της Χάγης IV και της διάταξης του άρ. 46 του προσαρτημένου σ’ αυτήν Κανονισμού, χρησιμοποιήθηκαν ως νομική βάση προς ικανοποίηση ατομικών αξιώσεων προς αποζημίωση των θυμάτων στην υπόθεση του Διστόμου Βοιωτίας.

Σημειωτέον ότι την παραπάνω σύμβαση επικύρωσε η Γερμανία από 27.11.1909, ενώ η Ελλάδα δεν την έχει επικυρώσει. Η δέσμευση ωστόσο των μερών, δεν αμφισβητείται, γιατί η σύμβαση απηχεί κανόνες εθιμικού διεθνούς δικαίου (που ισχύουν δεσμευτικά για όλα τα κράτη) δηλαδή γενικώς παραδεδεγμένους κανόνες του διεθνούς δικαίου, οι οποίοι ισχύουν άμεσα στο εσωτερικό του κράτους σύμφωνα με το άρ. 28 παρ. 1 του Συντάγματος, που ορίζει ότι «Οι γενικά παραδεγμένοι κανόνες του διεθνούς δικαίου, καθώς και οι διεθνείς συμβάσεις, από την επικύρωση τους με νόμο και τη θέση τους σε ισχύ σύμφωνα με τους όρους καθεμιάς, αποτελούν αναπόσπαστο μέρος του εσωτερικού ελληνικού δικαίου και υπερισχύουν από κάθε άλλη αντίθετη διάταξη νόμου. Η εφαρμογή των κανόνων του διεθνούς δικαίου και των διεθνών συμβάσεων στους αλλοδαπούς τελεί πάντοτε υπό τον όρο της αμοιβαιότητας».

2. Το νομικό χρονολόγιο των υποθέσεων που αφορούν αξιώσεις αποζημιώσεων κατά του Γερμανικού Δημοσίου, για την συμπεριφορά του Γ΄ Ράιχ στη διάρκεια της γερμανικής κατοχής στην Ελλάδα.

Στις 30.10.1997 το Πρωτοδικείο της Λιβαδειάς εξέδωσε απόφαση κατά της Γερμανίας για τις ανθρωποκτονίες και τις καταστροφές ιδιωτικής περιουσίας που διέπραξαν οι γερμανικές κατοχικές δυνάμεις σε βάρος Ελλήνων αμάχων στις 10.6.1944 στο Δίστομο της Βοιωτίας. Οι αξιώσεις αυτές είναι κάτι το εντελώς διαφορετικό από τις τυχόν προκύπτουσες αξιώσεις από καταστροφές που προκλήθηκαν σε δημόσια πράγματα, ή από τα έξοδα συντήρησης του κατοχικού στρατού ή από το περίφημο κατοχικό δάνειο. Την παραπάνω αγωγή άσκησαν η Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Βοιωτίας και συγγενείς των θυμάτων κατά του Γερμανικού κράτους. Από την αρχή το κύριο νομικό πρόβλημα της υπόθεσης αυτής ήταν η λεγόμενη ετεροδικία (ασυλία) που αναγνωρίζεται σ’ ένα κυρίαρχο κράτος ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων άλλου κράτους. Το Πρωτοδικείο απέρριψε την ένσταση του Γερμανικού Δημοσίου περί ετεροδικίας με το επιχείρημα ότι, όταν ένα Κράτος παραβιάζει κανόνες jus cogens, χάνει το δικαίωμά του να επικαλεστεί το προνόμιο της ετεροδικίας.

Επίσης δέχθηκε ότι οι κανόνες του Διεθνούς Ανθρωπιστικού Δικαίου που ρυθμίζουν τα ζητήματα πολεμικής κατοχής συνιστούν κανόνες jus cogens. Βάσει των προαναφερθέντων άρθρων 3 της Σύμβασης της Χάγης IV και του άρ. 46 του προσαρτημένου Κανονισμού αποφάνθηκε ότι η αγωγή ήταν νόμιμη και επιδίκασε αποζημίωση. Κατόπιν αναίρεσης του Γερμανικού Δημοσίου, η υπόθεση έφτασε ενώπιον του αρμοδίου Α΄ Τμήματος του ΑΠ, το οποίο με την υπ’ αρ. 1357/1999 παρέπεμψε το θέμα λόγω γενικότερου ενδιαφέροντος στην Ολομέλεια του ίδιου δικαστηρίου όπου και εκδόθηκε η με αρ. 11/2000 Απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου. Η παραπάνω απόφαση αν και με άλλη αιτιολογία δέχθηκε την άποψη του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λειβαδιάς περί μη υπάρξεως ετεροδικίας στη συγκεκριμένη περίπτωση, απορρίπτοντας την αναίρεση του Γερμανικού Δημοσίου, επικαλούμενη γενικά παραδεδεγμένους κανόνες του Διεθνούς Δικαίου κατ΄ άρθρο 28 παρ. 1 Συντάγματος.

Εκείνη την εποχή ασκήθηκαν επίσης αγωγές με ανάλογο περιεχόμενο συγγενών θύματος μίας μαζικής σφαγής από ναζιστικά στρατεύματα στο Λιδωρίκι Φθιώτιδας. Οι αγωγές έγιναν δεκτές με την απόφαση 1122/1999 Εφετείου Αθηνών. Κατόπιν εκ νέου υποβολής αιτήσεως αναιρέσεως του εναγόμενου αλλοδαπού δημοσίου κι αφού είχε μεσολαβήσει η προαναφερθείσα απόφαση της Ολομέλειας ΑΠ 11/2000, το ζήτημα έφτασε εκ νέου στο αρμόδιο Τμήμα του Αρείου Πάγου, το οποίο με την υπ’ αρ. 131/2001 απόφασή του, επικαλούμενο διχογνωμία και αμφισβήτηση επί του κρινόμενου ζητήματος, όπως αυτό κατεφάνη στην αντιπαράθεση πλειοψηφίας- μειοψηφίας στην απόφαση ΟλΑΠ 11/2000, η οποία αφορούσε το ζήτημα «περί του χαρακτηρισμού κανόνων του Δημοσίου Διεθνούς Δικαίου ως γενικά παραδεδεγμένων κατ’ άρθρο 28 παρ. 1 Συντάγματος, έκανε χρήση του άρ. 100 παρ. 1 στοιχείο στ΄ του Συντάγματος και παρέπεμψε το θέμα στο Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο, απευθύνοντας σχετικό ερώτημα. Επί του παραπεμπτικού αυτού ερωτήματος εξεδόθη η απόφαση ΑΕΔ 6/2002.

Η απόφαση ωστόσο της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου με αρ. 11/2000, ήταν σε ισχύ και έπρεπε να εκτελεστεί. Βασικός κανόνας εκτελέσεως είναι η διάταξη του άρ. 923 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας που ορίζει ότι «Αναγκαστική εκτέλεση κατά αλλοδαπού δημοσίου δεν μπορεί να γίνει χωρίς προηγούμενη άδεια του Υπουργού Δικαιοσύνης». Η Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Βοιωτίας, στην υπόθεση του Διστόμου, μετά την άρνηση του Υπουργού Δικαιοσύνης να παράσχει άδεια προς αναγκαστική εκτέλεση προσέφυγε στο Συμβούλιο της Επικρατείας, το οποίο έκρινε ότι η άρνηση του Υπουργού Δικαιοσύνης να παράσχει άδεια εκτελέσεως κατά του αλλοδαπού δημοσίου, συνιστά κυβερνητική πράξη, που εκφεύγει του ακυρωτικού ελέγχου (Ολομέλεια Συμβουλίου της Επικρατείας 3669/2006).

Ενάγοντες της υπόθεσης του Διστόμου, προσέφυγαν και στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου κατά της Ελλάδας και της Γερμανίας (υπόθεση Καλογερόπουλου και άλλοι), αλλά η προσφυγή τους δεν ευδοκίμησε (ΕΔΔΑ, 12.12.2002, αρ. προσφ. 59021/00). Οι ενάγοντες, ωστόσο προσέφυγαν και στα γερμανικά δικαστήρια, ζητώντας την εκτέλεση της εκδοθείσας απόφασης που είχε επικυρωθεί από την ΟλΑΠ, αλλά εκεί το Γερμανικό Ακυρωτικό Δικαστήριο απεφάνθη στις 26.6.2003, ότι δεν μπορούσε ν’ αναγνωρίσει την απόφαση του ελληνικού δικαστηρίου της Λιβαδειάς, με την αιτιολογία ότι η Ελλάδα δεν είχε διεθνή δικαιοδοσία ένεκα της υφιστάμενης υπέρ του Γερμανικού Κράτους ετεροδικίας (BGHZ 155, σελ. 279 επ.). Οι ενάγοντες προσέφυγαν στον Γερμανικό Ομοσπονδιακό Συνταγματικό Δικαστήριο (BVERFG, EuGRZ 2006, σελ. 105 επ.), όπου ωστόσο ούτε εκεί δικαιώθηκαν.

Παρόμοιου περιεχομένου αγωγές ασκήθηκαν και στην Ιταλία. Έτσι το Ακυρωτικό Δικαστήριο της Ιταλίας κατά την 11.3.2004 υπόθεση Luigi Ferrini κατά Γερμανίας αρνήθηκε ν’ αναγνωρίσει σ’ αυτήν το προνόμιο της ετεροδικίας. Ο ενάγων ζήτησε αποζημίωση έναντι του Γερμανικού Δημοσίου, καθώς κατά την διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου εκτοπίστηκε και υποβλήθηκε σε καταναγκαστική εργασία από τους Ναζί. Η αγωγή του απορρίφθηκε αρχικά στο πρωτοβάθμιο και δευτεροβάθμιο Ιταλικό Δικαστήριο, αναγνωρίζοντας στο Γερμανικό Δημόσιο το προνόμιο της ετεροδικίας. Αυτές όμως οι αποφάσεις ακυρώθηκαν από το ανώτατο ιταλικό δικαστήριο που έκρινε ότι αν και ο κανόνας της ετεροδικίας είναι πλέον θεσμός του εθιμικού διεθνούς δικαίου, υπόκειται σε συνεχείς εξαιρέσεις (Ολομέλεια του Cassazione, 5044/2004). Το παραπάνω δικαστήριο τόνισε ότι ένα κράτος δεν δικαιούται να επικαλείται το προνόμιο της ετεροδικίας, όταν η συμπεριφορά του προσβάλλει κανόνες αναγκαστικού δικαίου (jus cogens), επειδή το τελευταίο είναι ανώτερο και κατισχύει του εθιμικού δικαίου σχετικά με την ετεροδικία των κρατών.

Αυτή την απόφαση εκμεταλλεύθηκαν οι συγγενείς των θυμάτων του Διστόμου και ζήτησαν από το Εφετείο της Φλωρεντίας να επιτρέψει την εκτέλεση πλέον της απόφασης με αρ. 11/2000 της ΟλΑΠ. Το ως άνω δικαστήριο, με βάση τον Κανονισμό (ΕΚ) αρ. 44/2001 του Συμβουλίου της 22.12.2000 για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις δέχθηκε στις 6.2.2007 την αίτηση και απέρριψε την ένσταση περί ετεροδικίας της Γερμανίας, επικαλούμενο την απόφαση του Ανωτάτου Ακυρωτικού στην υπόθεση Louigi Ferrini (Εφετείο Φλωρεντίας, Απόφαση 6 Φεβρουαρίου 2007). Με την απόφαση αυτή κρίθηκε επίσης ότι η κατά το άρθρο 923 Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας απαιτούμενη έγκριση του Έλληνα Υπουργού Δικαιοσύνης για να επισπευθεί αναγκαστική εκτέλεση εναντίον αλλοδαπού Δημοσίου επί ελληνικού εδάφους, δεν είναι προϋπόθεση για την κήρυξη επί ιταλικού εδάφους της εκτελεστότητας ελληνικής απόφασης, που είναι εκτελεστή ως τελεσίδικη. Μετά απ’ αυτή την απόφαση επιβαρύνθηκε με υποθήκη η Villa Vigoni, κτίριο (πολιτιστικό κέντρο) ιδιοκτησίας της Γερμανίας.

Η παραπάνω εγγραφή χαρακτηρίστηκε από τον Δικηγόρο που εκπροσώπησε την Ελλάδα στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης (παρακάτω υπό 3.) κ. Στέλιο Περράκη, ατυχής καθώς αφορούσε κτίριο μη εμπορικού χαρακτήρα, που σύμφωνα με τη νομοθεσία δεν επιτρέπονται βάρη για αλλοδαπά ακίνητα με χρήση μη εμπορικού χαρακτήρα.

Το Ακυρωτικό Δικαστήριο της Ιταλίας επικύρωσε την απόφαση του Εφετείου Φλωρεντίας στις 29.5.2008 με επίκληση της απόφασης Luigi Ferrini, στηριζόμενο ωστόσο όχι στον ως άνω Κανονισμό, αλλά σε ιταλικό νόμο.

3. Η απόφαση της 3.2.2012 του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης

Μετά την στάση αυτή του Ακυρωτικού Δικαστηρίου της Ιταλίας, η Γερμανία προσέφυγε ενώπιον του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης κατά της Ιταλίας για παραβίαση του διεθνούς δικαίου λόγω της εκδίκασης από τα ιταλικά δικαστήρια υποθέσεων που αφορούν αποζημιώσεις για αδικοπραξίες του Γ΄ Ράιχ. Η Ελλάδα άσκησε το ένδικο μέσο της παρέμβασης ενώπιον του Δικαστηρίου. Στην απόφασή του το Δικαστήριο, σημείωσε πως δεν καλείται να δικάσει το εάν η Γερμανία έχει καθήκον αποκατάστασης έναντι των θυμάτων της Ιταλίας για τα εγκλήματα που διαπράχθηκαν από το Γερμανικό Ράιχ, αλλά να αποφασίσει αν η παραβίαση υποχρέωσης Κράτους να εκπληρώσει πλήρως την υποχρέωση αποκατάστασης έχει έννομες συνέπειες ως προς την ύπαρξη και το πεδίο της ετεροδικίας του κράτους σε αλλοδαπά δικαστήρια. Το Δικαστήριο συμπέρανε ότι το διεθνές εθιμικό δίκαιο συνεχίζει να επιβάλλει το σεβασμό της κρατικής ετεροδικίας σε διαδικασίες που αφορούν αδικοπραξίες που φέρονται ότι τελέστηκαν στο έδαφος άλλου κράτους από τις ένοπλες δυνάμεις και άλλα όργανά του στο πλαίσιο της διεξαγωγής μίας ένοπλης σύγκρουσης. Επίσης σημαντικό σκέλος της απόφασης υπήρξε η κρίση περί του αν οι κανόνες που παραβίασε η Γερμανία κατά την περίοδο 1943-1945, είναι κανόνες αναγκαστικού δικαίου (jus cogens). Το Δικαστήριο παρατήρησε ότι η Ιταλική πλευρά υποστηρίζει ότι υπάρχει σύγκρουση μεταξύ του αναγκαστικού δικαίου περί ένοπλων συρράξεων και του δικαιώματος της ετεροδικίας της Γερμανίας και ότι ως αναγκαστικού δικαίου, οι παραπάνω κανόνες υπερέχουν κάθε αντίθετου κανόνα του διεθνούς δικαίου, και ιδίως ο κανόνας της ετεροδικίας που δεν είναι κανόνα αναγκαστικού δικαίου. Σ’ αυτή την αιτίαση το Δικαστήριο έκρινε ότι ακόμη και αν γίνει αποδεκτό ότι οι κανόνες του δικαίου των ένοπλων συρράξεων που απαγορεύουν το φόνο, την εκτόπιση και την καταναγκαστική εργασία είναι αναγκαστικού δικαίου, δεν υπάρχει σύγκρουση μεταξύ αυτών και των κανόνων της κρατικής ετεροδικίας, καθώς τα δύο αυτά κανονιστικά σύνολα ρυθμίζουν διαφορετικό θέμα. Οι κανόνες της ετεροδικίας αφορούν το εάν τα δικαστήρια ενός Κράτους μπορούν ή όχι ν’ ασκήσουν δικαιοδοσία όσον αφορά υπόθεση άλλου κράτους. Δεν απαντούν στο ερώτημα εάν μία συμπεριφορά είναι παράνομη ή όχι.

Το Δικαστήριο ασχολήθηκε τέλος και με τα εκτελεστικά μέτρα που ελήφθησαν όσον αφορά την Villa Vigoni, ιδιοκτησίας του Γερμανικού Δημοσίου που βρίσκεται στην Φλωρεντία, κατόπιν των αποφάσεων εκτέλεσης των ιταλικών δικαστηρίων, των ελληνικών δικαστικών αποφάσεων που επιβάλλουν στην Γερμανία την καταβολή αποζημιώσεων. Το Δικαστήριο έκρινε λοιπόν ότι πρέπει να συντρέχει τουλάχιστον ένας όρος προκειμένου ν’ ασκηθεί μέτρο εκτέλεσης εναντίον της περιουσίας που ανήκει σε αλλοδαπό κράτος. Η εν λόγω περιουσία πρέπει να είναι προορισμένη για δραστηριότητα που δεν επιδιώκει κυβερνητικούς μη εμπορικούς σκοπούς, ή ότι το Κράτος ιδιοκτήτης έχει εκφράσει ρητά την συγκατάθεσή του για την λήψη μέτρων ή ότι το Κράτος έχει υποδείξει την εν λόγω ιδιοκτησία για ικανοποίηση δικαστικής αξίωσης. Το Δικαστήριο έκρινε ότι το κτίριο της Villa Vigoni, χρησιμοποιείται για κυβερνητικούς σκοπούς εξ’ ολοκλήρου μη εμπορικούς και συνεπώς συνιστά παραβίαση η εγγραφή νομικού βάρους της Γερμανικής ετεροδικίας.

Τέλος γίνεται αναφορά στο επιτρεπτό από την πλευρά των ιταλικών δικαστηρίων της εκτελεστότητας στο έδαφος της Ιταλίας, των ελληνικών αποφάσεων κατά κτιρίων που ανήκουν σε τρίτο κράτος, όπως στην προκειμένη περίπτωση της Γερμανίας. Το Δικαστήριο επισημαίνει ότι ένα δικαστήριο που επιλαμβάνεται της αίτησης για κήρυξη της εκτελεστότητας της αλλοδαπής απόφασης που εκδόθηκε κατά τρίτου πρέπει να διερευνήσει αν, στην περίπτωση που το ίδιο έκρινε την ουσία μία πανομοιότυπης διαφοράς, θα ήταν αυτό το ίδιο υποχρεωμένο βάσει του διεθνούς δικαίου να παραχωρεί ασυλία για το εναγόμενο κράτος. Υπό αυτή την σκοπιά το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι τα ιταλικά δικαστήρια παραβίασαν την δικαιοδοτική ασυλία του Γερμανικού κράτους, επιτρέποντας την λήψη μέτρων εκτέλεσης στο έδαφός τους κατά ακινήτων ιδιοκτησίας του Γερμανικού κράτους, βάσει αποφάσεων ελληνικών δικαστηρίων εναντίον της Γερμανίας.

4. Τα κριθέντα με την απόφαση της Ολομελείας του Αρείου Πάγου με αρ. 11/2000

Στην παραπάνω απόφαση κρίθηκε το ζήτημα της ετεροδικίας ως κανόνος του διεθνούς εθιμικού δικαίου που εφαρμόζεται άμεσα δυνάμει του άρ. 28 παρ. 1 του Συντάγματος. Συγκεκριμένα κρίθηκε ότι αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα του ελληνικού δικαίου με αυξημένη τυπική ισχύ, δυνάμει του άρ. 28 παρ. 1 Συντάγματος, η ετεροδικία ή κυριαρχική ασυλία των δικαστηρίων του forum. Υπό την σύγχρονη εκδοχή του ο θεσμός αποτελεί συνέπεια της κυριαρχίας, ανεξαρτησίας και ισότητας μεταξύ των κρατών, αποσκοπεί δε στην αποφυγή διαταραχής τν διεθνών σχέσεων.

Επικρατεί όμως στη διεθνή έννομη τάξη η άποψη ότι η ετεροδικία των αλλοδαπών κρατών δεν καλύπτει όλες τις πράξεις τους (σύστημα της απόλυτης ετεροδικίας), αλλά μόνο εκείνες τις πράξεις που συνιστούν άσκηση της κυριαρχικής εξουσίας έναντι τρίτων (acta jure imperii), ενώ δεν ισχύει για εκείνες τις πράξεις που ενεργεί το αλλοδαπό δημόσιο ως fiscus στα πλαίσια των ιδιωτικού δικαίου (acta jure gestionis) σχέσεών του (σύστημα σχετικής ή περιορισμένης ετεροδικίας). Η διάκριση μεταξύ των πράξεων jure imperii και jure gestionis γίνεται με βάση το δίκαιο του forum και με βασικό κριτήριο τη φύση της πράξης της αλλοδαπής πολιτείας, αν δηλαδή αυτή ενέχει άσκηση κυριαρχικής εξουσίας.

Εξάλλου η διεθνής τάση για περαιτέρω περιορισμό της ετεροδικίας των αλλοδαπών κρατών οδήγησε, στα πλαίσια του Συμβουλίου της Ευρώπης, στην υπογραφή (στη Βασιλεία στις 16.5.1972) της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Ετεροδικία των Κρατών. Η εν λόγω Σύμβαση ενέχει κωδικοποίηση προϊσχύοντος εθιμικού δικαίου της Ηπειρωτικής Ευρώπης και έχει επικυρωθεί από οκτώ κράτη μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης: το Ηνωμένο Βασίλειο, την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, την Αυστρία, το Βέλγιο, την Κύπρο, το Λουξεμβούργο, την Ολλανδία και τη Σουηδία. Η μη επικύρωση μέχρι σήμερα της Σύμβασης αυτής από άλλα ευρωπαϊκά κράτη δεν σημαίνει, χωρίς άλλο, διαφωνία προς τις βασικές αρχές αυτής, αφού οι ευρωπαϊκές χώρες στο σύνολό τους αποδέχονται και εφαρμόζουν εθιμικά το σύστημα της περιορισμένης ετεροδικίας και μάλιστα ορισμένες από αυτές είναι και πρωτοπόροι στην εφαρμογή του εν λόγω συστήματος.

Κατά το άρθρο 11 της κωδικοποιητικής αυτής Σύμβασης ένα συμβαλλόμενο κράτος δεν μπορεί να επικαλεστεί την ετεροδικία του στο δικαστήριο ενός άλλου συμβαλλόμενου κράτους σχετικά με την αστική του ευθύνη για την αποκατάσταση της ζημίας (στην οποία περιλαμβάνεται και η χρηματική ικανοποίηση) που προκλήθηκε από αδικοπραξίες σε βάρος προσώπου ή περιουσίας (από πρόθεση ή αμέλεια σωματική βλάβη, ανθρωποκτονία, φθορά ξένης ιδιοκτησίας, εμπρησμός κλπ), ανεξάρτητα από το αν η αδικοπραξία τελέστηκε από το συμβαλλόμενο κράτος jure imperii ή jure gestionis. Απαραίτητη προϋπόθεση για τη στοιχειοθέτηση της αδικοπρακτικής ευθύνης του αλλοδαπού κράτους είναι η ύπαρξη συνδέσμου με το κράτος του forum και συγκεκριμένα απαιτείται σωρευτικά α) η τέλεση της πράξης ή παράλειψης να έχει λάβει χώρα στο έδαφος του κράτους forum και β) ο δράστης να ήταν παρών στο ίδιο έδαφος κατά το χρόνο τέλεσης.

Καταλήγει λοιπόν η παραπάνω απόφαση ότι «Ενόψει τούτων διαπιστώνεται γενική πρακτική των κρατών της διεθνούς κοινότητας που γίνεται δεκτή ως δίκαιο, δηλ. η διαμόρφωση διεθνούς εθίμου που αποτελεί, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, αναπόσπαστο μέρος του εσωτερικού δικαίου με αυξημένη τυπική ισχύ, κατά το οποίο τα εγχώρια δικαστήρια, κατ’ εξαίρεση από την αρχή της ετεροδικίας, έχουν διεθνή δικαιοδοσία να εκδικάζουν αγωγές αποζημίωσης (στην οποία περιλαμβάνεται και η χρηματική ικανοποίηση) για αδικοπραξίες που τελέστηκαν σε βάρος προσώπων και της περιουσίας αυτών σε έδαφος του forum από όργανα αλλοδαπού κράτους που ήταν παρόντα στο ίδιο έδαφος κατά τον χρόνο τέλεσης των αδικοπραξιών τούτων και αν ακόμη πρόκειται για πράξεις κυριαρχικής εξουσίας (acta jure imperii)».

5. Τα κριθέντα με την απόφαση του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου με αρ. 6/2002

Η προαναφερθείσα παραπεμπτική υπ’ αρ. 131/2001 Απόφαση Α΄ Τμήματος Αρείου Πάγου, που αφορούσε όπως είδαμε παραπάνω τις αγωγές εναγόντων του Λιδωρικίου Φθιώτιδας αμφέβαλε ότι μπορεί η εξαίρεση από την ετεροδικία για πράξεις κυριαρχικής εξουσίας, να αποτελεί κανόνα του διεθνούς εθιμικού δικαίου, αμέσως εφαρμοζόμενου στην εσωτερική έννομη τάξη. Συνεπώς, έθεσε στο Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο το ερώτημα εάν η διάταξη του άρ. 11 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την ετεροδικία των Κρατών του 1972, που προβλέπει την εξαίρεση από την ετεροδικία για αδικήματα που τελέστηκαν στο έδαφος του κράτους forum από δράστη ευρισκόμενο στο έδαφος αυτό, ως πράξεις κυριαρχίας (jus imperii), αποτυπώνει γενικά παραδεδεγμένο κανόνα του Δημοσίου Διεθνούς Δικαίου κατ’ άρ. 28 παρ. 1 Συντάγματος, καθώς και το ζήτημα αν η εξαίρεση αυτή καλύπτει, σύμφωνα με το διεθνές έθιμο, αξιώσεις αποζημιώσεων από αδικήματα, που πηγάζουν μεν από καταστάσεις στις οποίες εμπλέκονται ένοπλες συγκρούσεις, πλήττουν όμως άτομα περιορισμένου κύκλου και συγκεκριμένου τύπου, που δεν έχουν σχέση με τις ένοπλες συρράξεις και δεν μετέχουν στις πολεμικές επιχειρήσεις.

Το Δικαστήριο έκρινε λοιπόν, αντίθετα με την προηγούμενη απόφαση του Αρείου Πάγου, ως εξής: «Το Δικαστήριο, από την εξέταση όλων των στοιχείων, συνάγει ότι στο παρόν στάδιο εξελίξεως του διεθνούς δικαίου δεν έχει σχηματισθεί γενικώς παραδεγμένος κανόνας του δικαίου αυτού, που να επιτρέπει, κατ` εξαίρεση από την αρχή της ετεροδικίας, να εναχθεί παραδεκτώς ένα Κράτος ενώπιον δικαστηρίου άλλου Κράτους για αποζημίωση από κάθε είδους αδικοπραξία που έλαβε χώρα στο έδαφος του forum και στην οποία εμπλέκονται με οποιονδήποτε τρόπο ένοπλες δυνάμεις του εναγομένου Κράτους, είτε σε καιρό πολέμου είτε σε καιρό ειρήνης, η απάντηση δε αυτή αρκεί για την αντιμετώπιση των ζητημάτων που εκτίθενται στην παραπεμπτική απόφαση. Αντιθέτως, από όλα ανεξαιρέτως τα στοιχεία, προκύπτει ότι το αλλοδαπό Κράτος εξακολουθεί να απολαύει του προνομίου της ετεροδικίας, όταν ενάγεται για πράξεις, οι οποίες έλαβαν χώρα στο έδαφος του forum και στις οποίες είχαν κατά οποιονδήποτε τρόπο εμπλοκή οι ένοπλες δυνάμεις του, χωρίς να γίνεται διάκριση αν οι πράξεις αυτές παραβιάζουν το ius cogens ή αν οι ένοπλες δυνάμεις ενεπλάκησαν ή όχι σε σύρραξη με άλλα ένοπλα τμήματα.

Άλλωστε και η σχετική διάταξη του άρθρου 31 της Συμβάσεως της Βασιλείας έχει απόλυτη διατύπωση και δεν είναι επιδεκτική διακρίσεων. (Το άρ. 31 ορίζει ότι «καμία διάταξη της συμβάσεως δεν θίγει οποιαδήποτε προνόμια ή ασυλίες συμβαλλόμενου κράτους εν σχέσει προς οποιαδήποτε πράξη ή παράλειψη που έγινε από ή σε σχέση με τις ένοπλες δυνάμεις του, ενόσω αυτές βρίσκονται στο έδαφος άλλου συμβαλλόμενου κράτους»). Ο κανόνας αυτός δικαιολογείται από την ανάγκη σεβασμού της κυριαρχίας του αλλοδαπού Κράτους, κύρια εκδήλωση της οποίας είναι η δράση των ενόπλων δυνάμεών του, ο σεβασμός δε αυτός απoτελεί τo θεμέλιo της ισότητας των Κρατών και, εντεύθεν, της ομαλότητας των διεθνών σχέσεων στην οποία κατατείνουν όλες οι αρχές κανόνες του διεθνούς δικαίου. Εξ άλλου, η αναγνώριση του προνομίου της ετεροδικίας υπέρ αλλοδαπού Κράτους εναγομένου για αδικήματα οποιασδήποτε φύσεως που έχουν διαπραχθεί από τις ένοπλες δυνάμεις του στο έδαφος ξένου Κράτους, δεν σημαίνει ότι αίρεται η διεθνής ευθύνη του για αποζημίωση, αν συντρέχει νόμιμη περίπτωση. Η ευθύνη αυτή παραμένει, είναι δε διάφορο το ζήτημα αν το σχετικό δικαίωμα θα ασκηθεί από το Κράτος του οποίου πολίτες είναι οι ζημιωθέντες ή ευθέως από τους ίδιους, αν η άσκηση του δικαιώματος θα επιχειρηθεί δικαστικά ως ή μέσω διεθνούς συμφωνίας και αν, σε περίπτωση προσφυγής, αυτή θα επιχειρηθεί στο δικαστήριo της Χώρας όπου διεπράχθη το αδίκημα με παραίτηση στην περίπτωση αυτή του εναγομένου Kράτoυς από το προνόμιο της ετεροδικίας, ή σε δικαστήριο του εναγομένου Κράτους ή σε άλλο ειδικό δικαστήριο».

Βέβαια στην παραπάνω απόφαση υπήρξε και ισχυρή μειοψηφία που συντάχθηκε με την άποψη ότι ο κανόνας του άρθρου 11 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την ετεροδικία των κρατών του 1972, στον οποίο προβλέπεται μη εφαρμογή της ετεροδικίας, και σε κάθε περίπτωση θεσπίζεται έλλειψη διεθνούς υποχρέωσης ενός κράτους να παραχωρεί κυριαρχική ασυλία (ετεροδικία) σε ένα άλλο κράτος, για αδικήματα που τελέστηκαν στο έδαφος του κράτους του forum από δράστη ευρισκόμενο στο έδαφος αυτό (ανεξαρτήτως αν πρόκειται ή όχι για πράξεις κυριαρχίας του εναγομένου κράτους), αποδίδει γενική διεθνή πρακτική που γίνεται δεκτή ως κανόνας, δικαίου, δηλαδή εθιμικό κανόνα του διεθνούς δικαίου ο οποίος είναι γενικά παραδεγμένος. Ο πιο πάνω κανόνας δεν κάμπτεται όταν κρίνονται πράξεις των ενόπλων δυνάμεων ή σχετιζόμενες με τις ένοπλες δυνάμεις που αποτελούν εγκλήματα πολέμου και σε καμιά περίπτωση οι πράξεις αυτές δεν εντάσσονται στην έννοια των ενόπλων συγκρούσεων».

6. Συμπερασματικά.

-Κρατεί διεθνώς η αρχή της «σχετικής ετεροδικίας», όπως αυτή έχει καθορισθεί ως γενικά παραδεδεγμένος κανόνας του Διεθνούς Δικαίου, άρα εφαρμόζεται άμεσα στην εσωτερική έννομη τάξη δυνάμει του άρ. 28 παρ. 1 Σ.

-Παρά το γεγονός ότι τόσο σε πολυμερείς συνθήκες (Διεθνής Σύμβαση της Βασιλείας του 1972 μεταξύ οχτώ χωρών για την ετεροδικία των κρατών) όσο και μεμονωμένα (νομοθεσία των Ηνωμένων Πολιτειών, Foreign Sovereign Immunities ActFSIA 1976, άρθρο 1760, του Ηνωμένου Βασιλείου Sovereign Immunitz Act SIA του 1978, του Καναδά SIA του 1982 άρ. 6, της Αυστραλίας FSIA του 1985 άρθρο 13, της Ν. Αφρικής FSIA του 1981 άρ. 6 και της Σιγκαπούρης SIA του 1979 άρ. 7), υφίστανται αποκλίσεις, απ’ αυτό τον κανόνα, με την μορφή της άρσης της ετεροδικίας του εναγόμενου κράτους σε περιπτώσεις αδικοπραξιών στο έδαφος του κράτους forum με τον δράστη παρόντα στον τόπο τελέσεως του αδικήματος, ανεξάρτητα αν οι πράξεις γίνονται de jure imperii ή de jure gestionis, οι αποκλίσεις αυτές δεν έχουν οικουμενικό χαρακτήρα και δεν έχουν οδηγήσει ακόμη στην δημιουργία γενικά παραδεδεγμένου κανόνα του Διεθνούς Δικαίου.

Την άποψη αυτή πιστοποίησε και το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου στην υπόθεση Al Adsani κατά Ηνωμένου Βασιλείου, που αναγνώρισε ότι η απαγόρευση βασανιστηρίων είναι απόλυτη και έχει χαρακτήρα διεθνούς αναγκαστικού δικαίου (jus cogens), ωστόσο δεν αίρεται η ετεροδικία (αφορά περίπτωση αγωγής αποζημιώσεως κατά του Κουβέιτ ενώπιον των βρετανικών δικαστηρίων). Η εφαρμογή της ετεροδικίας δεν παραβιάζει το άρ. 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, που κατοχυρώνει το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη.

-Σε κάθε περίπτωση η ετεροδικία δεν αίρεται σε περίπτωση που η άδικη πράξη τελέστηκε κατά την με οποιοδήποτε τρόπο εμπλοκή των ενόπλων δυνάμεων του κράτους, του οποίου το όργανο προέβη σ’ αυτή, είτε σε καιρό πολέμου, είτε σε καιρό ειρήνης, ανεξάρτητα αν η πράξη συνιστά παραβίαση jus cogens, ή τελέστηκε κατά τη διάρκεια σύρραξης μεταξύ ενόπλων τμημάτων ή μεταξύ ενόπλων τμημάτων και αμάχων.

Η αιτιολόγηση της άποψης αυτής βρίσκεται στο άρ. 31 της Σύμβασης για την ετεροδικία των Κρατών, που έχει απόλυτη διατύπωση και δεν επιδέχεται διακρίσεων, ενώ η αντίθετη άποψη δεν βρίσκει έρεισμα σε καμία πηγή του διεθνούς δικαίου. Η κρίση αυτή του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου αποτελεί θέση αντίκρουσης στην προγενέστερη απόφαση της ολομέλειας του Αρείου Πάγου με αρ. 11/2000, η οποία κατέληξε ότι υπάρχει γενικός παραδεδεγμένος κανόνας του διεθνούς δικαίου περί εξαίρεσης από το προνόμιο της ετεροδικίας, στις περιπτώσεις ενόπλων συρράξεων που γίνονται από ένοπλα τμήματα της κατέχουσας δύναμης κατά αμάχων και κατά κατάχρηση εξουσίας των δραστών και πέραν της προβλεπόμενης και ανατεθειμένης σ’ αυτούς εντολής, οι οποίες συνιστούν όχι μόνο παράβαση των κανόνων του Δικαίου του Πολέμου, αλλά και εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας.

Πηγές:

-Χρήστος Σατλάνης, «Οι προς αποζημίωση ατομικές αξιώσεις των θυμάτων εγκλημάτων πολέμου», Δωδεκανησιακή Νομολογία, Τόμος 14/2010, σελ. 1221 επ.

-Χαράλαμπος Τσιλιώτης, «Οι γενικά παραδεδεγμένοι κανόνες του Δημοσίου Διεθνούς Δικαίου μέσα από την νομολογία του ΑΕΔ με αφορμή το ζήτημα της ετεροδικίας κράτους, ενώπιον των αλλοδαπών δικαστηρίων», Δικαιώματα του Ανθρώπου, Τόμος ΙΙ 2004 (τόμος εκτός σειράς), σελ. 307 επ., Εκδόσεις Αντ. Σάκκουλα.

– Χαράλαμπος Τσιλιώτης, «Η απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου υπ’ αρ. 11/2000 και το ζήτημα της ετεροδικίας του Γερμανικού Δημοσίου σε σχέση προς το άρ. 28 παρ. 1 Συντάγματος», Νομικό Βήμα 2001, σελ. 189.

-Κρατερός Ιωάννου, «Γνωμοδότηση σχετικά με τις γερμανικές επανορθώσεις, τις αξιώσεις των Ελλήνων πολιτών έναντι της Γερμανίας για ζημιές κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής και την αρμοδιότητα των ελληνικών δικαστηρίων», Ελληνική Δικαιοσύνη 1996, σελ. 1526-1531.

-Γεώργιος Μίντσης, «Εγκλήματα πολέμου και αποζημιώσεις. Η Γερμανική κατοχή στην Ελλάδα. Οι αξιώσεις αποζημιώσεως κατά το Διεθνές Δίκαιο, 1998.

-Philipp Stammler, «Der Anspruch von Kriegsopfen auf Schadensersatz, Eine Darstellung der völkerrechtlichen Grundlagen sowie der Praxis internationaler Organisationen und verschiedener Staaten zur Anerkennung individueller Wiedergutmachungsansprüche bei Verstössen gegen humanitäres Völkerrecht», Berlin, 2009.

-Τα δικαιοκρατικά θεμέλια της δικαστικής προστασίας έναντι ξένου κράτους, Δίκη 38 2007, σελ. 872-921

-Η από 15 Νοεμβρίου 2001 νομική πληροφορία του Ελληνικού Ινστιτούτου Διεθνούς και Αλλοδαπού Δικαίου, Δικαιώματα του Ανθρώπου, Τόμος ΙΙ 2004 (τόμος εκτός σειράς), σελ. 307 επ., Εκδόσεις Αντ. Σάκκουλα.

-Βασίλης Σωτηρόπουλος, Η απόφαση του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης (Γερμανία κατά Ιταλίας σε http://elawyer.blogspot.gr/2012/02/blog-post_03.html)

* ο  Χρήστος Βασματζίδης είναι  Δικηγόρος &  ΜΔ Δημοσίου Δικαίου ΔΠΘ

Share This Post

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Captcha * Time limit is exhausted. Please reload the CAPTCHA.