Νομικά ζητήματα για την παρέμβαση της Ρωσίας στην Ουκρανία

_73413690_rrv05whnΓράφει η Χρυσάνθη Καρβουνιάρη

Η συνεχιζόμενη κρίση στην Ουκρανία, η οποία έχει αντιμετωπίσει τη ρωσική εισβολή και προσάρτηση της Κριμαίας, έχει δημιουργήσει δύο σημαντικά νομικά ζητήματα.

Tο πρώτο νομικό ζήτημα σχετίζεται με το εάν η Ρωσία έχει παραβιάσει το διεθνές δίκαιο σχετικά με την εδαφική ακεραιότητα και την πολιτική ανεξαρτησία της Ουκρανίας. Το δεύτερο νομικό ζήτημα σχετίζεται με τη νομιμότητα του δημοψηφίσματος στην Κριμαία, δια μέσω του οποίου η τελευταία επέλεξε να αποτελέσει μέρος της Ρωσίας. Όσον αφορά στο πρώτο ζήτημα, ο Χάρτης των Ηνωμένων Εθνών επιβάλλει μέσω του άρθρου 2 (3) την υποχρέωση των εθνών να επιλύουν τις διεθνείς διαφορές με ειρηνικά μέσα. Το άρθρο 2 (4) απαγορεύει στα κράτη τη χρήση βίας ή την απειλή βίας κατά της εδαφικής ακεραιότητας και της πολιτικής ανεξαρτησίας άλλου κράτους. Η χρήση βίας, ωστόσο, επιτρέπεται σε κατάσταση κατά την οποία το Συμβούλιο Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών έχει εγκρίνει την εν λόγω πράξη για να διατηρηθεί ή να αποκατασταθεί η διεθνής ειρήνη και ασφάλεια ή στην περίπτωση κατά την οποία ένα κράτος εξασκεί το εγγενές δικαίωμα της αυτοάμυνας, το οποίο αναγνωρίζεται από το άρθρο 51 του Χάρτη.

Πέραν της παραβίασης των όρων του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών, έχει υποστηριχθεί πως η Ρωσία βρίσκεται σε καθεστώς παραβίασης των Συμφωνιών του Ελσίνκι ( HelsinkiAccords ή HelsinkiFinalAct ή HelsinkiDeclaration, όπως είναι εξίσου γνωστές) του 1975 της Διάσκεψης για την Ασφάλεια και τη Συνεργασία στην Ευρώπη, οι οποίες επιβεβαίωσαν την υποχρέωση των υπογραψάντων να σεβαστούν την εδαφική ακεραιότητα οι μεν των δε και τα σύνορα ως απαραβίαστα , καθώς επίσης και να απέχουν από τη χρήση απειλής ή τη χρήση ένοπλης βίας. Οι ανωτέρω αποτελούν δεσμεύσεις που υιοθετήθηκαν από το Μνημόνιο Διαβεβαιώσεων Ασφαλείας του 1994 σε σχέση με την ένταξη της Ουκρανίας στη Σύμβαση για τη μη διάδοση των πυρηνικών όπλων (NPT, TreatyontheNonProliferationofNuclearWeapons) και από τη Σύμβαση Φιλίας, Συνεργασίας και Συνεταιρισμού μεταξύ Ουκρανίας και Ρωσικής Ομοσπονδίας. Επιπλέον, η Ουκρανία εκφράζει πως η Ρωσία έχει παραβιάσει τις Συμφωνίες για το στόλο στη Μαύρη Θάλασσα και τη Συμφωνία του 1999 μεταξύ των Υπουργών του Υπουργικού Συμβουλίου για τη Χρήση του Εναέριου Χώρου της Ουκρανίας και του Εναέριου Χώρου της Μαύρης Θάλασσας, οι οποίες περιορίζουν τα επίπεδα των ρώσικων στρατευμάτων στην Κριμαία και θέτουν ως προϋπόθεση έγκριση από τις αρχές της Ουκρανίας, πριν προβεί η Ρωσία σε οποιαδήποτε κίνηση στρατευμάτων.

H Ρωσία δεν είχε εξουσιοδότηση Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών για την υπόθεση της Κριμαίας και επικαλέστηκε για τη δράση της το επιχείρημα της ανθρωπιστικής παρόρμησης για να προστατέψει μειονότητες στο εξωτερικό. Το άρθρο 12 της Συνθήκης Φιλίας μεταξύ Ουκρανίας και Ρωσίας, το οποίο απαιτεί ιδιαιτέρως την προστασία ρωσικής καταγωγής εθνοτικών μειονοτήτων, παρέχει στη Μόσχα μερική νομική κάλυψη για τις πράξεις της. Η προστασία των πολιτών ήταν μια αρχή που χρησιμοποιήθηκε από τις Η.Π.Α. για να παρέμβουν στον Παναμά και τη Γρενάδα. Το ΝΑΤΟ βασίστηκε στην αρχή αυτή, για να προστατέψει μειονότητες στο Κόσσοβο. Το επιχείρημα του ΝΑΤΟ κατά της Ρωσίας, η οποία προβάλλει το προηγούμενο παράδειγμα του Κοσσόβου για να παρέμβει στην Ουκρανία, είναι ότι το Κόσσοβο ήταν κάτι διαφορετικό εξαιτίας των πολλών ανθρώπινων ζωών που χάθηκαν πριν την παρέμβασή του.

Το επιχείρημα αυτό έχει καταρριφθεί από τον Putin για το λόγο ότι απαιτεί τα έθνη να περιμένουν για τη σφαγή και το αιματοκύλισμα αθώων πριν την παρέμβαση. Σε ποιο βαθμό υπήρξε απειλή για τους Ρώσους, είναι ζήτημα κερδοσκοπίας και όχι νομικό. Αυτό είναι παρόμοιο με το ζήτημα της ρωσικής παραβίασης των συμφωνιών του Στόλου της Μαύρης Θάλασσας, τις οποίες η Ρωσία ισχυρίζεται πως ουδέποτε καταπάτησε. Σε σχέση με το Μνημόνιο της Βουδαπέστης, η Ρωσία έχει κατηγορήσει τη Δύση ότι παραβιάζει την εθνική κυριαρχία της Ουκρανίας με το να ενθαρρύνει το πραξικόπημα που ανέτρεψε ο Πρόεδρος Yanukovych.

Νομιμότητα του Ουκρανικού δημοψηφίσματος

Όσον αφορά στο δεύτερο ζήτημα. Η δεδηλωμένη θέση της Ουκρανίας, η οποία υποστηρίζεται από τις Η.Π.Α., είναι πως η ρωσική προσάρτηση της Κριμαίας δεν είναι σύμφωνη με τις θεμελιώδεις αρχές και τους κανόνες του διεθνούς δικαίου, καθώς το δημοψήφισμα παραβίασε τους εθνικούς νόμους της Ουκρανίας και κατέστη αντισυνταγματικό. Αυτό το επιχείρημα είναι ανεδαφικό για δυο λόγους. Πρώτον, ο Ουκρανός Πρόεδρος διαθέτει τη δύναμη που του παρέχει το άρθρο 137 του Ουκρανικού Συντάγματος να αναστείλει τις νομικές πράξεις που ψηφίστηκαν από την κυβέρνηση της Κριμαίας, βασιζόμενος στην ασυνέπειά τους με τους ουκρανικούς νόμους. Αυτό μπορεί να επιτευχθεί ζητώντας από το ουκρανικό Συνταγματικό Δικαστήριο να αποφανθεί σχετικά με τη συνταγματικότητα του νόμου.

Ενώ η πράξη απόσχισης της Κριμαίας κηρύχθηκε αντισυνταγματική, οι συνθήκες που οδήγησαν στη λήψη της απόφασης θέτουν υπό αμφισβήτηση την εγκυρότητά της, καθώς το δικαστικό σώμα εξαναγκάστηκε να υιοθετήσει αυτή την πορεία δράσης. Αυτό συμβαίνει σε ένα περιβάλλον, όπου σοβαρά ερωτήματα έχουν ανακύψει σχετικά με την ανεξαρτησία του ουκρανικού δικαστικού σώματος.

Ένα σημαντικότερο πρόβλημα, ωστόσο, σχετίζεται με τη νομιμότητα της ίδιας της ουκρανικής κυβέρνησης, λαμβανομένης υπόψη της ρωσικής θέσης πως η κυβέρνηση απέκτησε την εξουσία δια πραξικοπήματος και πως ο νόμιμος Πρόεδρος της Ουκρανίας κάλεσε τη Ρωσία να σταθεροποιήσει την Ουκρανία. Αυτό είναι προφανές και από τη δήλωση του μόνιμου πρεσβευτή της Μόσχας στα Ηνωμένα Έθνη, VitalyChurkin: «Είναι ξεκάθαρο πως η εκτέλεση του δικαιώματος της αυτοδιάθεσης με τη μορφή της αποχώρησης από το υπάρχον κράτος είναι ένα έκτακτο μέτρο. Στην Κριμαία μια τέτοια περίπτωση ολοφάνερα παρουσιάστηκε σαν αποτέλεσμα νομικού κενού, το οποίο ανέκυψε ως αποτέλεσμα αντισυνταγματικού, βίαιου πραξικοπήματος που διενεργήθηκε στο Κίεβο από ριζοσπαστικούς εθνικιστές , καθώς επίσης και άμεσες απειλές από τους τελευταίους να επιβάλουν τις διαταγές τους σε ολόκληρο το έδαφος της Ουκρανίας».

Το επιχείρημα αυτό έχει ισχύ από τότε που το άρθρο 108 του ουκρανικού Συντάγματος ορίζει πως ο Πρόεδρος δύναται να χάσει τη θέση του μόνο σε τέσσερις περιπτώσεις: παραίτηση, ιατρική ανικανότητα, μομφή ή θάνατο. Από τεχνικής άποψης, το ουκρανικό Κοινοβούλιο δεν μετακίνησε τον Yanukovych από τη θέση του, αλλά απλώς ψήφισε να δεχτούν την ˝εθελοντική αποποίηση καθηκόντων˝ του Yanukovych. Το γεγονός ότι 328 ψήφοι πετάχτηκαν σε μια συνέλευση 449 μελών απαιτώντας 337 ψήφους για μομφή , καθιστά αδιαμφισβήτητο το γεγονός αυτό.

Τέλος, ανεξάρτητα από τους ισχυρισμούς της Δύσης σε οποιοδήποτε άλλο σημείο, το γεγονός είναι πως ο Yanukovych εξελέγη στην εξουσία μέσω εκλογών που ανακηρύχθηκαν δίκαιες από τις ίδιες τις οθόνες της Δύσης. Όπως σχολίασε ο ΚymBergman, ανεξαρτήτως πολιτικού αναστήματος, δεν παρουσιάζουν καμία απολύτως δικαιολογία στο να μετακινήσουν έναν συνταγματικώς εκλεγμένο Πρόεδρο από την εξουσία του. Το δεύτερο πρόβλημα είναι ότι έως τώρα, όσον αφορά στο διεθνές δίκαιο, δεν υπάρχει απαγόρευση για τις μονομερείς διακηρύξεις ανεξαρτησίας, όπως κατέστη σαφές από το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο στη συμβουλευτική του γνώμη για τη διακήρυξη ανεξαρτησίας του Κοσσόβου. Ο Putin έχει παραθέσει τις υποβολές της Αμερικής ενώπιον του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου που επαναλαμβάνει την ίδια θέση, « Οι διακηρύξεις ανεξαρτησίας ίσως, και συχνά όντως, παραβιάζουν την εθνική νομοθεσία. Ωστόσο, αυτό δεν τις καθιστά και παραβιάσεις διεθνούς δικαίου».

Πηγή: International Policy Digest

Share This Post

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Captcha * Time limit is exhausted. Please reload the CAPTCHA.