ΜΠρ Πειραιά 1993/2011 – Κριτήρια επιλογής απολυτέων σε απόλυση που γίνεται για οικονομοτεχνικούς λόγους για να μην είναι αυτή καταχρηστική

ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ ΜΕ JUDEX 1Περίληψη: Απόλυση για οικονομοτεχνικούς λόγους – Κριτήρια επιλογής απολυτέων -. Για να μην είναι καταχρηστική η απόλυση που οφείλεται σε οικονομοτεχνικούς λόγους, θα πρέπει ο εργοδότης, προκειμένου να επιλέξει τους μισθωτούς που θα απολυθούν, να λάβει υπόψη του και να συνεκτιμήσει τα κοινωνικά και οικονομικά κριτήρια της αρχαιότητας, της ηλικίας, της απόδοσης και της οικονομικής και κοινωνικής κατάστασης του κάθε εργαζόμενου.

Σύντομος σχολιασμός: Πρέπει να σημειωθεί ότι αυτό αποτελεί και πάγια νομολογία του Αρείου Πάγου. Σχετικά πρόσφατα με την υπ’ αριθ. 31/2013 απόφαση του ο ΑΠ έκρινε ότι τα κοινωνικά και υπηρεσιακά κριτήρια της αρχαιότητας, της προϋπηρεσίας στον ίδιο εργοδότη, της ηλικίας, της οικογενειακής κατάστασης, της αποδοτικότητας καθώς και της δυνατότητας εξεύρεσης νέας εργασίας θα πρέπει να συνεκτιμώνται από τον εργοδότη, πριν την καταγγελία μιας σύμβασης εργασίας. Ειδικότερα, σύμφωνα με τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης, η αναιρεσείουσα υποστήριξε ότι η απόλυσή της ήταν καταχρηστική καθώς με βάση αντικειμενικά υπηρεσιακά κριτήρια, θα έπρεπε να απολυθούν συνάδελφοί της με μικρότερη ηλικία, με λιγότερα χρόνια προϋπηρεσίας και με περιορισμένα οικογενειακά βάρη. Το Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο πράγματι δέχθηκε ότι η καταγγελία της σύμβασής της ήταν καταχρηστική και έκρινε ότι σε περιπτώσεις αναγκαίων απολύσεων λόγω της οικονομικής κατάστασης μιας επιχείρησης θα πρέπει να προτιμώνται οι νεαρότεροι εργαζόμενοι και να προστατεύονται οι παλαιότεροι, ακόμα κι αν υστερούν σε τυπικά προσόντα. Ο Άρειος Πάγος, με την επίμαχη απόφαση, διευκρίνισε ότι τα δικαστήρια δεν μπορούν να ελέγξουν την αναδιοργάνωση των εταιρειών και τη μείωση του προσωπικού που επιβάλλουν οι τρέχουσες οικονομικές συνθήκες αλλά έχουν τη δυνατότητα να ελέγξουν αν η απόλυση ως έσχατο μέσο αντιμετώπισης των οικονομικών προβλημάτων μιας επιχείρησης έγινε με αντικειμενικά κριτήρια και σύμφωνα με τα συναλλακτικά ήθη και την καλή πίστη.  Ο Άρειος Πάγος επεσήμανε ότι εν προκειμένω, η απόλυση δε βασίστηκε σε κοινωνικά και υπηρεσιακά κριτήρια και τόνισε ότι θα έπρεπε να απολυθεί κάποιος από τους νεαρότερους υπαλλήλους, του οποίου η επαγγελματική αποκατάσταση θα ήταν πιο εύκολη.

Οι απολύσεις που γίνονται για οικονομοτεχνικούς λόγους ΔΕΝ θεωρούνται καταχρηστικές αφού το εργοδοτικό κίνητρο δικαιολογείται απόλυτα από το καλώς νοούμενο επαγγελματικό συμφέρον του εργοδότη. Για να μπορέσει όμως η οικονομικοτεχνική απόλυση να διατηρήσει το νόμιμο χαρακτήρα της και να μην θεωρηθεί καταχρηστική για την επιλογή του απολυτέου μεταξύ των εργαζομένων που ανήκουν στην αυτή επαγγελματική κατηγορία και ειδικότητα, θα πρέπει να ληφθούν υπόψη η αποδοτικότητα, η αρχαιότητα, η ηλικία, τα οικογενειακά βάρη, η οικονομική κατάσταση του μισθωτού, η δυνατότητα εξεύρεσης από αυτόν και άλλης εργασίας κτλπ (αντικειμενικά κριτήρια). H λήψη υπόψη των παραπάνω κριτηρίων από τον εργοδότη επιβάλλεται από το καθήκον προνοίας που τον βαρύνει σύμφωνα με τα άρθρα 651, 657, 658, 662,662,667, 200 και 281 του Αστικού Κώδικα και τις συναφείς διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας και το οποίο επιτάσσει την απόλυση εκείνων για τους οποίους το μέτρο αυτό θα είναι λιγότερο επαχθές. Τα αντικειμενικά αυτά κριτήρια για να γίνει οικονομοτεχνική απόλυση χωρίζονται σε 2 κατηγορίες : α) υπηρεσιακά και β) κοινωνικά κίνητρα. Κατά την νομολογία των δικαστηρίων της χώρας μας ο εργοδότης υποχρεούται να διατηρεί στην επιχείρηση του τους αποδοτικότερους, τους αρχαιότερους καθώς και αυτούς που έχουν περισσότερες οικονομικές και κοινωνικές υποχρεώσεις ή αυτούς που έχουν περισσότερα οικογενειακά βάρη και τους οικονομικά ασθενέστερους, όπως ακόμα αυτούς που λόγω και της ηλικίας τους δύσκολα μπορούν να βρουν εργασία σε άλλο εργοδότη.

Αξίζει πάντως να σημειωθεί ότι η ιεράρχηση των κριτηρίων επιλογής αποδίδει στο στοιχείο της υπηρεσιακής απόδοσης γενικό και απόλυτο προβάδισμα υπό την έννοια ότι προϋπόθεση για τη διατήρηση στην επιχείρηση σε περίπτωση απολύσεων για οικονομικοτεχνικούς λόγους, του αρχαιότερους, μεγαλύτερου σε ηλικία και έχοντος μεγαλύτερα οικονομικά βάρη είναι η ύπαρξη ίσων όρων, δηλαδή προεχόντως ίση υπηρεσιακή/εργατική απόδοση του απολυθέντος προς την απόδοση των διατηρηθέντων . Άρα ως συμπέρασμα θα μπορούσε να λεχθεί ότι τα λεγόμενα κοινωνικά κριτήρια για την επιλογή των απολυτέων λαμβάνονται κατά το άρθρο 281 του Αστικού Κώδικα υπόψη μόνο επί περιπτώσεων εργαζομένων που εμφανίζουν την αυτή υπηρεσιακή απόδοση και δεν είναι δυνατόν να προβληθούν προς σύγκριση από εργαζόμενο που έχει παρουσιάσει χαμηλή αποδοτικότητα στην εργασία του σε σχέση με τους συγκρινόμενους.

Κείμενο απόφασης:

ΜονΠρΠειρ 1993/2011

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας έγινε λόγω ύπαρξης από την πλευρά της εναγομένης δικαιολογημένου συμφέροντος, το οποίο αναγόταν σε οικονομικοτεχνικούς λόγους λόγω της μεγάλης κάμψης που παρουσιάστηκε εξαιτίας της οικονομικής κρίσης στην αγορά, που είχε ως άμεση επίπτωση την κάμψη της εμπορικής δραστηριότητας της εναγομένης και την αύξηση των λειτουργικών της εξόδων.

Κατόπιν αυτού, λαμβανομένων υπόψη των δεδομένων της αγοράς και της διάρθρωσης της εταιρίας, κρίθηκε αναγκαίος από τους ιθύνοντες, προκειμένου να καταστεί αυτή βιώσιμη, ο περιορισμός της οικονομικής της δραστηριότητας και η μείωση του προσωπικού της, ώστε να μειωθούν και τα λειτουργικά της έξοδα και για τον λόγο αυτόν η εναγομένη προέβη σε απολύσεις εργαζομένων της.

Η εναγομένη, κατά την επιλογή του απολυτέου υπαλλήλου της, συγκρίνοντας μεταξύ εκείνων που ανήκουν στην ίδια κατηγορία και ειδικότητα με την ενάγουσα, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε τα κοινωνικά και οικονομικά κριτήρια της αρχαιότητας, ηλικίας, οικονομικής και οικογενειακής καταστάσεως, καθώς και της αποδοτικότητας στην εργασία, όπως επιβάλλεται από το καθήκον προνοίας που βαρύνει τον εργοδότη. Ειδικότερα η ενάγουσα κατά τον χρόνο απόλυσης ήταν 42 ετών, κάτοχος πτυχίου ΑΕΙ οικονομικών, έγγαμη με ένα τέκνο, προϋπηρεσία στην εναγομένη 7 ετών και 6 μηνών και συνολική προϋπηρεσία 15 ετών και 6 μηνών και εργαζόταν στο τμήμα πιστωτικού ελέγχου της εναγομένης στον Πειραιά, ως υπάλληλος ταμείου. Κατά τον ίδιο χρόνο εργάζονταν στο ίδιο με την ενάγουσα τμήμα της εναγομένης οι εξής υπάλληλοι Η Α.Π., η οποία ήταν 55 ετών, κάτοχος πτυχίου ΑΕΙ διοίκησης επιχειρήσεων, διαζευγμένη, χωρίς τέκνα, με προϋπηρεσία στην εναγομένη 7 ετών και 8 μηνών και συνολική προϋπηρεσία 29 ετών και 4 μηνών και εργαζόταν ως προϊσταμένη του ως άνω τμήματος, η Δ.Κ, η οποία ήταν 52 ετών, απόφοιτος λυκείου, έγγαμη με δύο τέκνα, με προϋπηρεσία 7 ετών και 8 μηνών και συνολική προϋπηρεσία 32 ετών και 8 μηνών και εργαζόταν ως υπάλληλος οικονομικής διαχείρισης, ο Χ.Σ., ο οποίος ήταν 47 ετών, κάτοχος πτυχίου ΤΕΙ διοίκησης – οικονομίας, έγγαμος με δύο τέκνα, με προϋπηρεσία 24 ετών και 11 μηνών και εργαζόταν ως υπάλληλος ταμείου.

Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω προκύπτει ότι υφίσταται αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της επιλογής και της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας της ενάγουσας και ότι λήφθηκαν υπόψη αντικειμενικά στοιχεία, συνδεόμενα με την προσωπική κατάσταση αυτής, καθώς και η εναγομένη επέλεξε την ενάγουσα έναντι των συναδέλφων της, εκ των οποίων η Α.Π. προί’στατο του ενλόγω τμήματος, έχουσα επιφορτισθεί με αυξημένα καθήκοντα, γεγονός που καθιστούσε την εξακολούθηση της εργασίας της αναγκαία για την εξακολούθηση ομαλής λειτουργίας του τμήματος, ενώ ήταν και μεγαλύτερη από την ενάγουσα, η Δ.Κ. ήταν μεγαλύτερη από την ενάγουσα, είχε περισσότερα οικογενειακά βάρη από αυτήν, καθώς ήταν μητέρα δύο τέκνων έναντι της ενάγουσας, η οποία είχε ένα, ενώ ο XI. ήταν ομοίως μεγαλύτερος από την ενάγουσα, είχε περισσότερα οικογενειακά βάρη από αυτήν, καθώς ήταν πατέρας δύο τέκνων έναντι της ενάγουσας, η οποία είχε ένα, και είχε προϋπηρεσία στην εναγομένη 20 ετών, ενώ η ενάγουσα είχε 7 ετών, όλοι δε οι ως άνω υπάλληλοι είχαν συνολικά μεγαλύτερη προϋπηρεσία από την ενάγουσα. Σημειωτέον ότι ο ισχυρισμός της ενάγουσας, ότι από το τμήμα της τύγχανε η πλέον χαμηλόμισθη, δεν δύναται να ανατρέψει την ως άνω κρίση του δικαστηρίου, καθώς η επιλογή του κριτηρίου αυτού ως βασικού θα καταργούσε ουσιαστικά τα λοιπά οικογενειακά και κοινωνικά κριτήρια.

Κατά συνέπεια, η εναγομένη κατά την άσκηση του δικαιώματος της για καταγγελία της συμβάσεως εργασίας της ενάγουσας δεν υπερέβη τα αξιολογικά όρια που θέτει το άρθρο 281 ΑΚ, δηλαδή τα όρια που επιβάλλονται από την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και τον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό αυτού και, συνεπώς, η καταγγελία αυτή δεν είναι άκυρη ως καταχρηστική. Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, η υπό κρίση αγωγή πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη και να υποχρεωθεί η ενάγουσα στην καταβολή της δικαστικής δαπάνης της εναγομένης, λόγω της ήττας της (άρθρο 176 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα κατωτέρω στο διατακτικό της.

Νομικός σχολιασμός: Καδήρ Αϊκούτ

Share This Post

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Captcha * Time limit is exhausted. Please reload the CAPTCHA.