ΜΠρ Αθ 93/2012 – Παρουσίαση του έργου στο κοινό σύμφωνα με το ν. 2121/1993 νοείται και η τοποθέτηση τηλεοράσεων σε δωμάτεια ξενοδοχείου / εύλογη αμοιβή για χρήση οπτικοακουστικού έργου

ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ ΜΕ JUDEX 1Περίληψη: Εύλογη αμοιβή για τη χρησιμοποίηση οπτικοακουστικού έργου -Παρουσίαση έργου στο κοινό – Τηλεοράσεις σε δωμάτια ξενοδοχείου – Οργανισμοί Συλλογικής Διαχείρισης Δικαιωμάτων -. Η απλώς και μόνο τοποθέτηση από τον ξενοδόχο στα δωμάτια του ξενοδοχείου συσκευών τηλεόρασης και η σύνδεσή τους με εγκατεστημένη στο ξενοδοχείο κεντρική κεραία, χωρίς καμμία άλλη ενέργεια ή μεσολάβηση ή παρέμβαση του ξενοδόχου αποτελούν παρουσίαση του έργου στο κοινό. Δεκτή η αγωγή του οργανισμού συλλογικής διαχείρισης και προστασίας συγγενικών δικαιωμάτων των ιδιωτικών τηλεοπτικών οργανισμών ως παραγωγών οπτικοακουστικών έργων κατά ανώνυμης εταιρίας που εκμεταλλεύεται ξενοδοχείο, στα δωμάτια του οποίου έχει τοποθετήσει συσκευές τηλεόρασης συνδεδεμένες με την κεντρική κεραία, μέσω των οποίων οι πελάτες είχαν τη δυνατότητα να παρακολουθούν τα εκπεμπόμενα τηλεοπτικά προγράμματα μεταξύ των οποίων και αυτά μελών του οργανισμού, χωρίς όμως η εταιρία να έχει λάβει την άδειά τους και να έχει καταβάλει την ελάχιστη εύλογη αμοιβή, βάσει του καταρτισθέντος αμοιβολογίου. Παράνομη και υπαίτια προσβολή συγγενικών δικαιωμάτων. Η εναγομένη υποχρεούται σε αποζημίωση που ανέρχεται στο διπλάσιο της αμοιβής η οποία συνήθως καταβάλλεται για το είδος αυτό εκμετάλλευσης, δηλ. βάσει του αμοιβολογίου.

Σύντομος σχολιασμός της απόφασης: Πάνω στο θέμα υπάρχουν πολλές αντικρουόμενες αποφάσεις δικαστηρίων και το πρόβλημα εντοπίζεται στην αδιακρίτως παραδοχή από τα δικαστήρια της δημόσιας εκτέλεσης και επομένως, της υποχρέωσης λήψης άδειας και καταβολής ποσοστιαίας αμοιβής στους δικαιούχους πνευματικής ιδιοκτησίας (άρθρο 3 παρ. 2 του Ν 2121/1993 ), αφετέρου δε, όσον αφορά τους δικαιούχους συγγενικών δικαιωμάτων , στην παραδοχή του πραγματικού του άρθρου 49 παρ. 1 του Ν 2121/1993 ακόμα και σε περιπτώσεις που δεν γίνεται χρήση υλικού φορέα ήχου. Αποφάσεις όπως η ΕφΘεσ 1286/2007 κ ΕφΑθ 7196/2007 δέχεται τη δημόσια εκτέλεση εφόσον διαπιστώνεται χρήση, καθ’ οιονδήποτε τρόπο, μουσικών έργων σε καταστήματα ή επιχειρήσεις, όπου έχουν πρόσβαση ομάδες προσώπων ευρύτερες από το στενό κύκλο της οικογένειας και το άμεσο κοινωνικό περιβάλλον του χρήστη επιχειρηματία. Άλλες αποφάσεις όπως οι ΤρΠλημΘεσ 1144/2007, ΜΠρΠειρ 1340/2006 και ΕφΘεσ 1988/2000 (…) αρνήθηκαν την ύπαρξη δημόσιας εκτέλεσης σε περιπτώσεις όπου διαπιστώθηκε χρήση ραδιοφώνου σε εμπορικά καταστήματα/επιχειρήσεις, δεχόμενες ότι οι προϋποθέσεις του άρθρου 3 παρ. 2 του Ν 2121/1993 συντρέχουν μόνο στην περίπτωση κατά την οποία η χρήση μουσικής γίνεται για την προώθηση των σκοπών της επιχείρησης (προσέλκυση πελατείας) και είναι οικονομικά επωφελής για τον χρήστη επιχειρηματία.  Σύμφωνα με κάποιες αποφάσεις για την παραδοχή της δημόσιας εκτέλεσης δεν αρκεί η απλή διάθεση συσκευών ραδιοφώνου και τηλεόρασης στη διάθεση των πελατών αλλά απαιτείται η ένταξη της εκμετάλλευσης των μουσικών έργων, εκ μέρους του χρήστη επιχειρηματία, στο πλαίσιο της εν γένει επιχειρηματικής δραστηριότητάς του. Προϋπόθεση λοιπόν για την παραδοχή της δημόσιας εκτέλεσης μουσικών έργων είναι η μετάδοσή τους να γίνεται με ίδια πρωτοβουλία και συντονισμό του χρήστη επιχειρηματία και κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να είναι οικονομικά επωφελής και αποδεδειγμένα να μπορεί να συμβάλλει στην αύξηση των εσόδων του, μέσω της προσέλκυσης πελατείας. Αντιθέτως, δεν απαιτείται άδεια του δημιουργού και καταβολή αμοιβής στις περιπτώσεις εκείνες που το είδος και η οικονομική άνθιση της εμπορικής επιχείρησης δεν προϋποθέτουν τη χρήση και μετάδοση μουσικών έργων, ενδεχόμενη χρήση των οποίων δεν θα είχε επιρροή στην προσέλκυση πελατείας, αλλά ούτε και οικονομικό όφελος για τον επιχειρηματία. Για το ίδιο θέμα σε υποθέσεις που είχαν ως εναγόμενους ξενοδοχειακές επιχειρήσεις εκδόθηκαν οι ΕιρΑθ 7593/05, ΕιρΑθ7595/05 αποφάσεις που δέχονται ότι η διάθεση συσκεύων τηλεόρασης από ξενοδοχεία και η χρήση στην οποία προβαίνουν οι πελάτες δεν δημιουργεί τις προϋποθέσεις ώστε να κριθεί ότι πρόκειται για δημόσια εκτέλεση του έργου, η οποία δημιουργεί υποχρέωση του προσβολέα να ζητήσει άδεια και να πληρώσει εύλογη αποζημίωση. Το δωμάτιο ξενοδοχείου δεν είναι δημόσιος χώρος αλλά αποτελεί προσωρινή κατοικία του προσώπου που κάνει χρήση του δωματιου ξενοδοχείου ο οποίος επιλέγει τις εκπομπές που θα παρακολουθεί (χωρίς να εμπλέκονται οι υπεύθυνοι του ξενοδοχείου). Η λήψη του μεταδιδόμενου έργου από τον εκάστοτε χρήστη δεν αποτελεί προσβολή της εξουσίας μετάδοσης, αφού η δυνατότητα λήψης του προγράμματος είναι φυσικό αποτέλεσμα της διαδικασίας εκπομπής και ως εκ τούτου είναι πράξη ελεύθερη από σκοπιά της πνευματικής ιδιοκτησίας.   Υπήρξαν αποφάσεις και για τους οδηγούς ταξί που δέχθηκαν ότι οι περιπτώσεις αυτές δεν εμπίμπτουν στην έννοια της δημόσιας εκτέλεσης αφού οι οδηγοί κατά τη διάρκεια μίας μίσθωσης, είναι δυνατόν, για προσωπική ψυχαγωγία ή ενημέρωση, να ακούν από το ραδιόφωνο κάποιο ενημερωτικό πρόγραμμα με μουσικά διαλλείματα ή κάποιο μουσικό πρόγραμμα ή να κάνουν χρήση υλικού φορέα ήχου (π.χ. cd).

Αριθμός Απόφασης 93/2012

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

Αποτελούμενο από τη Δικαστή Δέσποινα Ιωσηφίδου, Πρωτοδίκη, την οποία όρισε ο Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Πρωτοδικείου και το Γραμματέα Ηλία Ηλιάδη.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του στις 23 Νοεμβρίου 2011, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της ενάγουσας: ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «Οργανισμός Συλλογικής Διαχείρισης και Προστασίας Συγγενικών Δικαιωμάτων-Τηλεοπτικά Δικαιώματα Ανώνυμη Εταιρία» και το διακριτικό τίτλο «Τηλεοπτικά Δικαιώματα» που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τις πληρεξούσιες δικηγόρους της Μαρία Μπάρλα και Ευαγγελία Κοκοτσάκη.

Της εναγομένης: ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «Ανώνυμος Εταιρία Ξενοδοχειακών και Τουριστικών Επιχειρήσεων ΓΕΚΕ», που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Η ενάγουσα ζητεί να γίνει δεκτή η από 6-9-2011 αγωγή της, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου με αριθμό κατάθεσης 150728/11785/2011 προσδιορίστηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αΡΧή τΠζ παρούσας και γράφτηκε στο πινάκιο.

Κατά την συζήτηση της αγωγής, οι πληρεξούσιες δικηγόροι της ενάγουσας, αφού ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους, ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και στις έγγραφες προτάσεις τους.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από την υπ’ αριθ. 4802 Γ/16-9-2011 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Πολυζώη Αργυρόπουλου, που προσκομίζει και επικαλείται η ενάγουσα, προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση αγωγής με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την στην αρχή της παρούσας αναφερομένη δικάσιμο, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στην εναγόμενη εταιρία. Η τελευταία όμως δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο στην δικάσιμο αυτή, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε νόμιμα από τη σειρά του πινακίου και συνεπώς πρέπει να δικαστεί ερήμην (άρθρο 271 παρ.1 και 2 εδ. β’ του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την τροποποίηση του από το άρθρο 29 του ν. 3994/2011).

Το άρθρο 3 της οδηγίας 2001/29/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 22ας Μαΐου 2001 για την εναρμόνιση ορισμένων πτυχών του δικαιώματος του δημιουργού και συγγενικών δικαιωμάτων στην κοινωνία της πληροφορίας ορίζει: «1. Τα κράτη μέλη παρέχουν στους δημιουργούς το αποκλειστικό δικαίωμα να επιτρέπουν ή να απαγορεύουν κάθε παρουσίαση στο κοινό των έργων τους, ενσυρμάτως ή ασυρμάτως, καθώς και να καθιστούν προσιτά τα έργα τους στο κοινό κατά τρόπο ώστε οποιοσδήποτε να έχει πρόσβαση σε αυτά όπου και όταν επιλέγει ο ίδιος. 2. Τα κράτη μέλη παρέχουν το αποκλειστικό δικαίωμα να επιτρέπουν ή να απαγορεύουν τη διάθεση στο κοινό, ενσυρμάτως ή ασυρμάτως, κατά τρόπο ώστε οποιοσδήποτε να έχει πρόσβαση σε αυτά όπου και όταν επιλέγει ο ίδιος: α) στους καλλιτέχνες ερμηνευτές ή εκτελεστές, όσον αφορά την εγγραφή σε υλικό φορέα των ερμηνειών ή εκτελέσεων τους, β) στους παραγωγούς φωνογραφημάτων, όσον αφορά τα φωνογραφήματα τους, γ) στους παραγωγούς της πρώτης υλικής ενσωμάτωσης ταινιών, όσον αφορά το πρωτότυπο και τα αντίγραφα των ταινιών τους, δ) στους ραδιοτηλεοπτικούς οργανισμούς, όσον αφορά την υλική ενσωμάτωση των εκπομπών τους, που μεταδίδονται ενσυρμάτως ή ασυρμάτως, συμπεριλαμβανομένης της καλωδιακής ή δορυφορικής αναμετάδοσης». Η εν λόγω διάταξη αποσκοπεί στη δημιουργία ενός αποτελεσματικού και αυστηρού συστήματος προστασίας του δικαιώματος του δημιουργού και των συγγενικών δικαιωμάτων, προκειμένου να εξασφαλιστούν οι αναγκαίοι πόροι και να διασφαλιστούν η αυτονομία και η αξιοπρέπεια των δημιουργών και των ερμηνευτών. Ήτοι για να συνεχίσουν τη δημιουργική και καλλιτεχνική τους εργασία, οι δημιουργοί ή οι ερμηνευτές και εκτελεστές καλλιτέχνες, όπως και οι παραγωγοί, για να μπορούν να χρηματοδοτούν αυτές τις δημιουργίες, πρέπει να λαμβάνουν εύλογη αμοιβή για τη χρήση των έργων τους και χρειάζεται κατάλληλη έννομη προστασία των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας προκειμένου να εξασφαλιστεί η εύλογη αμοιβή και η ικανοποιητική απόδοση των σχετικών επενδύσεων (βλ. σχετ. αριθμούς 10 και 11 αιτιολογικές σκέψεις της οδηγίας 2001/29/ΕΚ). Εν συνεχεία, χρησιμοποίηση ενός οπτικοακουστικού έργου για «παρουσίαση στο κοινό» κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης (παρ. 1) της οδηγίας συντρέχει και στην περίπτωση της διανομής σήματος από ξενοδοχειακό συγκρότημα μέσω συσκευών τηλεοράσεως σε πελάτες που διαμένουν στα δωμάτια του, ασχέτως της τεχνικής μεταδόσεως του χρησιμοποιούμενου σήματος και ανεξαρτήτως του ιδιωτικού χαρακτήρα των δωματίων του συγκροτήματος αυτού (βλ. απόφαση ΔΕΚ της 7ης Δεκεμβρίου 2006, C-306/05, SGAE κατά Rafael, ΧρΙΔ 2007.250, ΕφΑΘ 7196/2007 ΔΕΕ 2008.702). Και τούτο διότι, ο δημιουργός, όταν επιτρέπει την εκμετάλλευση του έργου του, λαμβάνει υπόψη του μόνον το κοινό της πρωτότυπης παρουσιάσεως του έργου, ήτοι τους άμεσους χρήστες, τους κατόχους συσκευών λήψεως οι οποίοι, μεμονωμένα ή στο πλαίσιο του ιδιωτικού ή οικογενειακού τους περιβάλλοντος, λαμβάνουν τις εκπομπές. Από τη στιγμή όμως που η λήψη γίνεται για να μεταδοθεί σε ακροατήριο μεγαλύτερης κλίμακας, και ενίοτε με κερδοσκοπικό σκοπό, ένα νέο τμήμα του κοινού ή αποκτά πρόσβαση στην ακρόαση ή στη θέαση του έργου, η δε παρουσίαση της εκπομπής μέσω μεγαφώνου ή αναλόγου μέσου παύει να αποτελεί απλή λήψη αυτής καθαυτής της εκπομπής, αλλά ανεξάρτητη πράξη με την οποία το εκπεμπόμενο έργο παρουσιάζεται σε ένα νέο κοινό. Η δημόσια αυτή λήψη ενεργοποιεί το αποκλειστικό δικαίωμα του δημιουργού να παράσχει τη σχετική άδεια. ’λλωστε, η διανομή του εκπεμπόμενου έργου στην πελατεία του ξενοδοχειακού συγκροτήματος μέσω συσκευών τηλεοράσεως δεν αποτελεί απλώς τεχνικό μέσο για την εξασφάλιση ή τη βελτίωση της λήψεως του πρωτοτύπου της εκπομπής εντός της ζώνης καλύψεως της. Αντιθέτως, το ξενοδοχειακό συγκρότημα είναι ο οργανισμός που παρεμβάλλεται, με πλήρη επίγνωση των συνεπειών της συμπεριφοράς του, για να δώσει στους πελάτες του πρόσβαση στο προστατευόμενο έργο. Συγκεκριμένα, ελλείψει της παρεμβάσεως αυτής, οι συγκεκριμένοι πελάτες, ευρισκόμενοι εντός της ζώνης αυτής, δεν θα μπορούσαν, κατ’ αρχήν, να έχουν πρόσβαση στο μεταδιδόμενο έργο. Συναφώς, δεν είναι κρίσιμο το ότι οι πελάτες που δεν έθεσαν σε λειτουργία τη συσκευή τηλεοράσεως δεν είχαν πραγματική πρόσβαση στα έργα, καθώς αρκεί να τεθεί το έργο στη διάθεση του κοινού με αποτέλεσμα τα πρόσωπα που το συνθέτουν να έχουν πρόσβαση σε αυτό (σκέψεις 41-43 απόφαση ΔΕΚ C-306/05, SGAE κατά Rafael). Εξάλλου, η μεσολάβηση του ξενοδοχειακού συγκροτήματος από όπου παρέχεται στους πελάτες του πρόσβαση στο μεταδιδόμενο έργο πρέπει να θεωρηθεί ως παροχή πρόσθετης υπηρεσίας η οποία πραγματοποιείται με σκοπό τον προσπορισμό ορισμένου οφέλους. Δεν μπορεί, πράγματι, να αμφισβητηθεί σοβαρά ότι η προσφορά της υπηρεσίας αυτής δεν επηρεάζει την ποιοτική κατάταξη του ξενοδοχείου και, επομένως, την τιμή των δωματίων. Συναφώς, με την υπ’ αριθ. 161/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου, υποβλήθηκε προδικαστικό ερώτημα στο ΔΕΚ, διότι διατυπώθηκε αμφιβολία ως προς αν το νομικό ζήτημα της επίδικης ενώπιον του υπόθεσης είχε επιλυθεί από το ΔΕΚ, με την ανωτέρω από 7-12-2006 απόφαση του. Το ερώτημα είχε το εξής περιεχόμενο: αν απλώς και μόνο η τοποθέτηση από τον ξενοδόχο στα δωμάτια του ξενοδοχείου συσκευών τηλεόρασης και η σύνδεση τους με εγκατεστημένη στο ξενοδοχείο κεντρική κεραία, χωρίς καμία άλλη ενέργεια ή μεσολάβηση ή παρέμβαση του ξενοδόχου αποτελούν παρουσίαση του έργου στο κοινό, κατά την έννοια του άρθρου 3 παρ.1 της οδηγίας 2001/29/ΕΚ και ειδικότερα αν με την προαναφερθείσα απόφαση του ΔΕΚ υπάρχει εν προκειμένω διανομή σήματος, μέσω συσκευών τηλεόρασης στους πελάτες που διαμένουν στα δωμάτια του ξενοδοχείου, με σχετική τεχνική παρέμβαση του ξενοδόχου. Κατόπιν των ανωτέρω, εκδόθηκε η από 18-3-2010 διάταξη του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην Υπόθεση C-136/09-ΟΣΔΔΘΟΕ κατά Διβάνη Ακρόπολις ΑΞΤΕ, σύμφωνα με την οποία ο ξενοδόχος που τοποθετεί στα δωμάτια του ξενοδοχείου συσκευές τηλεοράσεως και τις συνδέει με την κεντρική κεραία του ξενοδοχείου προβαίνει, εξ αυτού του γεγονότος και μόνο, σε παρουσίαση του έργου στο κοινό, κατά την έννοια του άρθρου 3 παρ. 1 της οδηγίας 2001/29/ΕΚ (σκέψη 41 της εν λόγω διάταξης). Έτσι, με τη διάταξη του αυτή το ΔΕΚ, παραπέμποντας κατ’ ουσίαν στην προηγούμενη απόφαση του, επιβεβαίωσε ότι δεν αναγνωρίζεται οποιαδήποτε ειδοποιός διαφορά ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή των προρρηθεισών διατάξεων και δη ως προς την έννοια της παρουσίασης στο κοινό κατ’ άρθρο 3 παρ. 1 της οδηγίας 2001/29/ΕΚ. Συνεπώς, σε περίπτωση που το ως άνω θέμα τεθεί εκ νέου ενώπιον Ελληνικού Δικαστηρίου, αυτό οφείλει κατ’ εφαρμογή του άρθρου 234 παρ. 2 ΣυνθΕΚ να επιλύσει απευθείας την επίδικη διαφορά βασιζόμενο στην προεκτεθείσα νομολογία του ΔΕΚ και στην παρά του ΔΕΚ γενόμενη ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου – το οποίο άλλωστε, έχει μεταφερθεί στην ημεδαπή έννομη τάξη με την ανωτέρω αναφερόμενη διάταξη του άρθρου 3 παρ. 1 στοιχ. η του Ν. 2121/1993 -, δεδομένου ότι η ως άνω διάταξη της Συνθήκης ΕΚ σκοπεί στην παρεμπόδιση της δημιουργίας νομολογίας των εθνικών δικαστηρίων μη συμφώνου προς τη νομολογία του ΔΕΚ και την ενοποίηση της νομολογίας στο άνω πεδίο (βλ. ΕφΑΘ 915/2010 ΔΕΕ 2011/306, ΕφΑΘ 3095/2009, ΕφΘεσ 1636/2009, ΕφΑΘ 7196/2007, όλες δημ. ΤΝΠ Νόμος). Περαιτέρω, το άρθρο 47 Ν. 2121/1993, όπως ισχύει μετά τις τροποποιήσεις που επέφερε το άρθρο 81 παρ. 4 Ν. 3057/2002, αναφορικά με την προστασία των συγγενικών δικαιωμάτων των παραγωγών υλικών φορέων ήχου και εικόνας, ορίζει τα εξής: «1. Οι παραγωγοί οπτικοακουστικών έργων έχουν το δικαίωμα να επιτρέπουν ή απαγορεύουν: α) την άμεση ή έμμεση, προσωρινή ή μόνιμη αναπαραγωγή με οποιοδήποτε μέσο και μορφή, εν όλω ή εν μέρει, όσον αφορά τα πρωτότυπο και τα αντίγραφα των ταινιών τους, β) τη διανομή στο κοινό των ως άνω υλικών φορέων που έχουν παραγάγει με πώληση ή με άλλους τρόπους …, δ) τη διάθεση στο κοινό, ενσυρμάτως ή ασυρμάτως, κατά τρόπο ώστε οποιοσδήποτε να έχει πρόσβαση όπου και όταν ο ίδιος επιλέγει, όσον αφορά το πρωτότυπο και τα αντίγραφα των ταινιών τους. Το δικαίωμα αυτό δεν αναλώνεται με οποιαδήποτε πράξη διάθεσης στο κοινό με την έννοιας της παρούσας ρύθμισης…, στ) τη ραδιοτηλεοπτική μετάδοση με οποιονδήποτε τρόπο, συμπεριλαμβανομένης της δορυφορικής μετάδοσης ή καλωδιακής αναμετάδοσης των ως άνω υλικών φορέων, καθώς και την παρουσίαση αυτών στο κοινό». Τα ως άνω γενόμενα δεκτά από το ΔΕΚ περί της έννοιας «παρουσίαση στο κοινό» είναι κρίσιμα, όχι μόνον για την προστασία της πνευματικής ιδιοκτησίας, αλλά και για την ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 47 παρ. 2 στοιχ. δ και στ του Ν. 2121/1993 για την προστασία των συγγενικών δικαιωμάτων (εν προκειμένω των παραγωγών), ενόψει του ότι με αυτές τις διατάξεις μεταφέρθηκαν στην ελληνική έννομη τάξη τα άρθρα 2, 3 παρ. 2 και 3, 4 της οδηγίας 2001/29/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 22ας Μαΐου 2001 και 7,-8 και 9 της οδηγίας 92/100/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 19ης Νοεμβρίου 1992 (ήδη άρθρα 7, 8 και 9 της κωδικοποιητικής οδηγίας 2006/115/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 12ης Δεκεμβρίου 2006) ως προς το συγγενικό δικαίωμα των παραγωγών οπτικοακουστικών έργων (βλ. και άρθρο 71 παρ. 2 και 6 Ν. 2121/1993) και (ενόψει του ότι) η προπαρατιθέμενη κοινοτική νομοθεσία αποσκοπεί στην εναρμόνιση των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με τα δικαιώματα του δημιουργού και με τα συγγενικά δικαιώματα. Εξάλλου, η προστασία αυτή συγκεκριμενοποιείται στη διάταξη του άρθρου 49 παρ. 1 του νόμου αυτού, σύμφωνα με την οποία, όταν ο υλικός φορέας ήχου ή εικόνας ή ήχου και εικόνας που έχει νόμιμα εγγραφεί, χρησιμοποιείται για ραδιοτηλεοπτική μετάδοση με οποιοδήποτε τρόπο, όπως ηλεκτρομαγνητικά κύματα, δορυφόροι, καλώδια ή για την παρουσία στο κοινό, ο χρήστης οφείλει εύλογη χρειάζεται, επομένως, να διευκρινίζουν κάθε φορά την ειδικότερη σχέση wou_’^feA τους συνδέει με τον καθένα από τους δικαιούχους, ημεδαπούς ή αλλοδαπούς (βλ.ΕφΘεσ 843/2010, ΕφΘεσ 2187/2008 δημ. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΠΠΘεσ 10947/2008 Αρμ 2008.1494, ΠΠΘεσ 3953/2008 Αρμ 2008.1509, Δ. Καλλινίκου, Πνευματική ιδιοκτησία και συγγενικά δικαιώματα, 2008, 3η έκδ., σελ. 334-336).

Στην προκείμενη περίπτωση, η ενάγουσα εκθέτει με την υπό κρίση αγωγή της ότι είναι ο μόνος και πλέον αντιπροσωπευτικός οργανισμός συλλογικής διαχείρισης και προστασίας συγγενικών δικαιωμάτων των ιδιωτικών τηλεοπτικών οργανισμών ως παραγωγών οπτικοακουστικών έργων. Ότι έχει καταρτίσει αμοιβολόγιο, που γνωστοποιήθηκε νομότυπα στο κοινό με δημοσιεύσεις σε εφημερίδες. Ότι η εναγόμενη ανώνυμη εταιρία εκμεταλλεύεται το ξενοδοχείο με τον διακριτικό τίτλο «PRESlDENT», που κατατάσσεται στην κατηγορία των 4 αστέρων και διαθέτει 516 δωμάτια, στα οποία έχει τοποθετήσει συσκευές τηλεόρασης, συνδεδεμένες με την εγκατεστημένη στο ξενοδοχείο κεντρική κεραία (κεντρικός διανεμητικός δέκτης). Ότι με τον τρόπο αυτό οι πελάτες της είχαν κατά τα έτη 2007-2010 την δυνατότητα να παρακολουθήσουν τα εκπεμπόμενα τηλεοπτικά προγράμματα, μεταξύ των οποίων και τα αναφερόμενα δειγματοληπτικώς στην αγωγή έργα, παραγωγής των άνω μελών της, χωρίς όμως να έχει λάβει την άδεια τους και να έχει μέχρι σήμερα καταβάλει σε αυτούς την ελάχιστη εύλογη αμοιβή που προβλέπει ο νόμος, βάσει του καταρτισθέντος από την ενάγουσα αμοιβολογίου. Ότι εξαιτίας της παράνομης και υπαίτιας προσβολής των προστατευόμενων από την ενάγουσα συγγενικών δικαιωμάτων, η εναγομένη υποχρεούται σε αποζημίωση, η οποία ανέρχεται στο διπλάσιο της αμοιβής η οποία συνήθως καταβάλλεται για το είδος αυτό της εκμεταλλεύσεως και δη βάσει του αναφερόμενου αμοιβολογίου, η οποία ανέρχεται στο ποσόν των 9.804 ευρώ για κάθε έτος. Ζητεί δε: α) να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει ως αποκατάσταση της περιουσιακής ζημίας το διπλάσιο της οφειλόμενης αμοιβής για τα έτη 2007 έως και 2010, ήτοι το συνολικό ποσό των 78.432 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, β) να κηρυχθεί η απόφαση προσωρινά εκτελεστή και γ) να καταδικασθεί η εναγομένη στην δικαστική της δαπάνη.

Με το περιεχόμενο αυτό και αιτήματα η κρινόμενη αγωγή, παραδεκτώς και αρμοδίως, καθ’ ύλην και κατά τόπον, φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (άρθρα 7, 9, 14 παρ. 2 και 25 παρ. 2 ΚΠολΔ, 3 παρ. 26α Ν. 2479/1997 σε συνδυασμό με Απόφαση Γ.Γ. Υπ. Δικ/νης 50726 Φ.Ε.Κ. Β’ 739/20.6.2006), κατά την προκειμένη τακτική διαδικασία, είναι δε ορισμένη και νόμιμη στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 71 και 346 ΑΚ, 1, 2, 47,49, 54, 55, 56, 58 και 65 παρ. 2 Ν. 2121/1993, 907, 908 τταρ.1 και 176 ΚΠολΔ. Πρέπει, επομένως, η αγωγή να ερευνηθεί περαιτέρω, για να ελεγχθεί αν είναι βάσιμη και από ουσιαστική άποψη, δεδομένου ότι έχει καταβληθεί το αναλογούν νόμιμο τέλος δικαστικού ενσήμου με τα ανάλογα ποσοστά υπέρ τρίτων (βλ. τα υπ’ αριθ. 191672, 563707, 100648, 100649, 100650 αγωγόσημα με τα επικολληθέντα επ’ αυτών ένσημα). Κατά της αγωγής δεν υπάρχει ένσταση που να εξετάζεται αυτεπαγγέλτως και για τα γεγονότα που αναφέρονται στο δικόγραφο της επιτρέπεται η ομολογία. Πρέπει, κατά συνέπεια, να γίνει δεκτή ως βάσιμη και κατ’ ουσίαν, διότι εφόσον η εναγόμενη εταιρία ερημοδικεί, αποδεικνύονται πλήρως οι πραγματικοί ισχυρισμοί που περιέχονται στο δικόγραφο της ενάγουσας εταιρίας, δεδομένου ότι θεωρούνται ομολογημένοι εκ μέρους της ερημοδικαζόμενης εναγομένης (άρθρο 271 παρ.3 σε συνδυασμό με άρθρο 352 παρ.1 του ΚΠολΔ). Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, η αμοιβή την οποία η εναγόμενη όφειλε να καταβάλει στην ενάγουσα για την χορήγηση της αδείας για την παρουσίαση των έργων παραγωγής των τηλεοπτικών σταθμών -μελών της στα δωμάτια των ξενοδοχείων αυτής για τα τέσσερα έτη, 2007, 2008, 2009 και 2010 ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 39.216 ευρώ [(516 δωμάτια Χ 19 ευρώ ανά δωμάτιο) = 9.804 ευρώ κατ’ έτος Χ 4 έτη]. Συνεπώς, η αποζημίωση την οποία δικαιούται η ενάγουσα από την ως άνω παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά της εναγομένης ανέρχεται στο ποσόν των (39.216 ευρώ Χ 2 =) 78.432 ευρώ. Επομένως, η αγωγή πρέπει να γίνει δεκτή ως κατ’ ουσία βάσιμη, να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα για την ως άνω αιτία το ποσόν των 78.432 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από της επιδόσεως της αγωγής μέχρις εξοφλήσεως. Περαιτέρω, το αίτημα της αγωγής περί προσωρινής εκτελεστότητας της απόφασης πρέπει ν’ απορριφθεί κατ’ ουσίαν, διότι, κατά την κρίση του Δικαστηρίου η καθυστέρηση στην εκτέλεση δεν θα προκαλέσει σημαντική ζημία στην ενάγουσα. Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί η εναγομένη στη δικαστική δαπάνη της ενάγουσας λόγω της ήττας της (άρθρο 176 ΚΠολΔ), ενώ πρέπει να οριστεί το προκαταβλητέο παράβολο για την περίπτωση της άσκησης ανακοπής ερημοδικίας κατά της παρούσας απόφασης από μέρους της εναγομένης (άρθρα 501, 502 παρ. 1 και 505 παρ. 2 του ΚΠολΔ), κατά το διατακτικό της παρούσας.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ ερήμην της εναγομένης.

ΟΡΙΖΕΙ παράβολο ερημοδικίας διακοσίων (200) ευρώ.

ΔΕΧΕΤΑΙ την αγωγή.

ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ την εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των εβδομήντα οκτώ χιλιάδων τετρακοσίων τριάντα δύο (78.432) ευρώ, με το νόμιμο τόκο από της επιδόσεως της αγωγής μέχρις εξοφλήσεως.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την εναγομένη στη δικαστική δαπάνη της ενάγουσας, την οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στο ακροατήριο του, σε δημόσια έκτακτη συνεδρίαση, στην Αθήνα, με απόντες τους διαδίκους και τους πληρεξούσιους δικηγόρους της ενάγουσας, στις 11.1.2012.

Share This Post

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Captcha * Time limit is exhausted. Please reload the CAPTCHA.