Μικρός οδηγός αγγλικής νομικής ορολογίας

10811586_10205347193505562_1608819538_nΓράφει η Μαγδαληνή Δέδε*

Όλοι ανεξαιρέτως αναγνωρίζουμε τη σημασία της άριστης γνώσης μίας (τουλάχιστον) ξένης γλώσσας, η οποία κατά κοινή ομολογία, πρέπει να είναι τα αγγλικά. Εμείς οι νέοι νομικοί παρά το γεγονός ότι ξέρουμε «πιστοποιημένα» άριστα αγγλικά, από το γυμνάσιο κιόλας, όταν ερχόμαστε σε επαφή με την εξειδικευμένη νομική ορολογία τα βρίσκουμε ΄΄σκούρα΄΄ , μέχρι να εξοικειωθούμε με τους όρους.

Πήρα λοιπόν την πρωτοβουλία να παραθέσω έναν πίνακα με τη βασικότερη αγγλική νομική ορολογία, που θα μπορούσε να αποτελέσει ένα καλό αρχικό βοήθημα για όσους αντιμετωπίζουν νομικά θέματα που σχετίζονται με ξένους πελάτες και απαιτούν μεταφράσεις ξενόγλωσσων νομικών κειμένων, καλώντας συγχρόνως και άλλους συναδέλφους να κάνουν κάτι αντίστοιχο για τα γαλλικά, τα γερμανικά αλλά και οποιαδήποτε άλλη ξένη γλώσσα γνωρίζουν.

 

  • Act = νόμος
  • Action = αγωγή
  • Action for judicial review / application for annulment = αίτηση ακύρωσης
  • Abolish = καταργώ
  • Abuse of power = κατάχρηση εξουσίας
  • Allege = προβάλλω
  • Amend – amendment = τροποποιώ- τροποποίηση
  • Annul = ακυρώνω (πράξεις της διοίκησης)
  • Appeal = έφεση / εφεσιβάλλω
  • Appellant = εκκαλών
  • Appoint = διορίζω
  • Apply = εφαρμόζω, ισχύω
  • Arbitration = διαιτησία
  • Be administered = διοικούμαι
  • Bring an action = ενάγω
  • Bring the action before the court = ενάγω ενώπιον δικαστηρίου
  • Bring the proceedings = κινώ τις διαδικασίες
  • Breach of contract = παραβίαση σύμβασης
  • Brokerage = μεσιτεία
  • Burdensome = επιβαρυντικός
  • Challenge a decision = προσβάλλω (με ένδικο μέσο) μία απόφαση
  • Claim predicated on = αγωγή / αίτημα βασισμένο σε
  • Companies merger = συγχώνευση εταιριών
  • Competence = αρμοδιότητα
  • Counter performance = αντιπαροχή
  • Contractual obligation = συμβατική υποχρέωση
  • Creditors’ defrauding = καταδολίευση δανειστών
  • Legally bound = νομικά δεσμευτικός
  • Come into force = ισχύω
  • Condemn = καταδικάζω
  • Contradicted provisions = αντίθετες διατάξεις
  • Decree = διάταγμα
  • Define = ορίζω
  • Discrimination – distinction = διάκριση
  • Directive = οδηγία
  • Default of due action = παράλειψη οφειλόμενης ενέργειας
  • Draw = εκδίδω συναλλαγματική (drawee = αποδέκτης συν/κής)
  • Eligible for = πληροί τις προϋποθέσεις για
  • Enforce = επιβάλλω
  • Executive power = εκτελεστική εξουσία
  • Financial institution = χρηματοπιστωτικό ίδρυμα
  • Fine = πρόστιμο
  • Fulfill the conditions = πληρώ τις (νόμιμες) προϋποθέσεις
  • Fundamental provisions = θεμελιώδεις διατάξεις
  • Hire of labour = σύμβαση εργασίας
  • Impartiality = αμεροληψία
  • In favor of = υπέρ
  • In proportion to = ανάλογα με
  • In witness whereof = εις πίστωσιν του παρόντος
  • Inferior to # superior to = κατώτερος από # ανώτερος από
  • Infringe the law = παραβαίνω το νόμο
  • Inheritance = κληρονομιά
  • Institution = θεσμικό όργανο
  • Intellectual property rights = δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας
  • Invoice = τιμολόγιο
  • Judgment = απόφαση
  • Judicial power – judiciary = δικαστική εξουσία
  • Jurisdiction = δικαιοδοσία
  • Jury = ένορκος
  • Life imprisonment = ισόβια κάθειρξη
  • Litigant = διάδικος
  • Legislate = νομοθετώ
  • Legislative power = νομοθετική εξουσία
  • Notarial deed = συμβολαιογραφική πράξη
  • Oath = όρκος
  • Objection= ένσταση / objection is overruled = η ένσταση απορρίπτεται
  • Observance of rights = τήρηση δικαιωμάτων
  • Opposition = αντιπολίτευση
  • On the merits = επί της ουσίας
  • Penalty = ποινή, κύρωση
  • Plaintiff – claimant = ενάγων / Defendant = εναγόμενος
  • Power of attorney = πληρεξούσιο (specific = ειδική, limited= περιορισμένη)
  • Preamble of the law = προοίμιο- εισηγητική έκθεση νόμου
  • Premises = προαναφερόμενες προϋποθέσεις
  • Prescribe = ορίζω
  • Prevail = υπερισχύω
  • Provide = προβλέπω
  • Provision = διάταξη
  • Ratify – ratification = επικυρώνω – επικύρωση
  • Registration number = αριθμός μητρώου
  • Restricted by the law = περιορισμένο από το νόμο
  • Restriction = περιορισμός
  • Real property = ακίνητη περιουσία
  • Section = διάταξη
  • self defense = αμυνόμενος
  • stamped = επικυρωμένο
  • spontaneous agency = διοίκηση αλλοτρίων
  • substantially burdensome = ουσιωδώς επαχθής
  • territorial integrity = εδαφική ακεραιότητα
  • Trade union = εργατικό σωματείο
  • Trial = δίκη
  • Violation = παραβίαση
  • are introduced = εισάγονται
  • are conferred upon = απονέμονται
  • uncausable promise or recognition of debt = αφηρημένη υπόσχεση ή αναγνώριση χρέους
  • unilateral contract = μονομερής δικαιοπραξία
  • unjust enrichment = αδικαιολόγητος πλουτισμός
  • under the statute = σύμφωνα με το νόμο
  • at his discretion = στη διακριτική του ευχέρεια
  • willful act = πράξη εκ προθέσεως τελεσθείσα

 

 

Αδιαμφισβήτητα, τα αγγλικά χρειάζονται στη δουλειά μας και μόνο με τη συνεχή, καθημερινή τριβή, ομιλία και εργασία θα καταφέρουμε να εξοικειωθούμε. Στην παραπάνω ενδεικτική αναφορά μου στους πλέον συνήθεις και βασικούς αγγλικούς νομικούς όρους, με βοήθησε το βιβλίο του κ. Χ. Σταμέλου «Αγγλική νομική ορολογία» καθώς και το «ΑΓΓΛΟ-ΕΛΛΗΝΙΚΟ / ΕΛΛΗΝΟ-ΑΓΓΛΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ ΝΟΜΙΚΩΝ ΟΡΩΝ» των Χ. Σταμέλου και Δ. Χατζημανώλη (και τα δύο εκδόσεων Νομικής Βιβλιοθήκης), τα οποία προτείνω ως άκρως βοηθητικά για όλους.

Επίσης, μην ξεχνάμε και τα σεμινάρια που διοργανώνει η Νομική Βιβλιοθήκη, καθώς και πολλά φροντιστήρια, μεταφραστικά κέντρα, αλλά και το σπουδαστήριο του ΕΚΠΑ για εκμάθηση αγγλικής νομικής ορολογίας, η οποία κατά τη γνώμη μου κρίνεται απαραίτητη και ιδιαιτέρως χρήσιμη για την πορεία του νομικού, από την αρχή της άσκησης (καθώς από τα πρώτα πράγματα που κάνουμε σαν ασκούμενοι είναι η μετάφραση κάποιας ξένης αγωγής, σύμβασης, μειλ ξένου πελάτη κλπ) μέχρι και την καθαρή άσκηση δικηγορίας.

 

*Μαγδαληνή Δέδε, ασκούμενη δικηγόρος.

 

Share This Post

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Captcha * Time limit is exhausted. Please reload the CAPTCHA.