Μέτρα έκτακτης ανάγκης και «συνταγματική δικτατορία»

european-lawγράφει η Ελεάννα Ιωαννίδου

Η πολύπλευρη κρίση που μαστίζει την ελληνική κοινωνία αναπόφευκτα αποτυπώνεται στις αποφάσεις των ελληνικών δικαστηρίων, τα οποία έχουν κληθεί να κρίνουν εξαιρετικά κομβικές επιλογές των κυβερνήσεων ή/και της τρόικας. Οι περισσότερες από αυτές έχουν προκαλέσει έντονες συζητήσεις στο νομικό κόσμο και αποτέλεσαν αντικείμενο προβληματισμού στο ετήσιο κοινό σεμινάριο των μεταπτυχιακών του συνταγματικού δικαίου των πανεπιστημίων Αθήνας και Θεσσαλονίκης, το οποίο συνδυάστηκε με ημερίδα του Ομίλου «Αριστόβουλος Μάνεσης» στο τέλος Απριλίου στις Ροβιές Εύβοιας…

Παρακολούθησα τις εργασίες του μετά από πολύχρονη αποχή από τα ακαδημαϊκά δρώμενα, αν και έχω μοιραστεί με τους αναγνώστες μου στο πρόσφατο παρελθόν τους σχετικούς μου προβληματισμούς. Όπως ήταν αναμενόμενο, το θέμα ήταν άρρηκτα συνδεδεμένο με τα μεγάλα διλήμματα της ελληνικής κοινωνίας: “Η αντανάκλαση των νέων οικονομικών συνθηκών στην νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας.

Ο νέος εθνικός διχασμός γύρω από το ποιες οφείλουν να είναι οι προτεραιότητες στην πολιτική διακυβέρνηση της χώρας, το πώς θα βγούμε από το αδιέξοδο και το τι μπορούμε να θυσιάσουμε γι αυτό, βρήκαν τη συνταγματική τους αντανάκλαση σε μία συζήτηση που αφορούσε στα έννομα αγαθά που το Σύνταγμα προστατεύει, τις σταθμίσεις που κάνουν τα ανώτατα δικαστήρια τη χώρας, την προβληματική γύρω από τον έλεγχο συνταγματικότητας των νόμων και το έλλειμμα σαφούς προσδιορισμού της έννοιας της έκτακτης ανάγκης που δικαιολογεί την αναστολή δικαιωμάτων και σταθερών του δικαιικού μας συστήματος. Ερμηνεύοντας την έννοια του δημοσίου συμφέροντος στον καιρό της δημοσιονομικής κρίσης, οι συνταγματολόγοι χωρίστηκαν σε αυτούς που φρονούν πως ο δημοσιονομικός εκτροχιασμός της χώρας αποτελεί λόγο έκτακτης ανάγκης που επιβάλει τον επαναπροσδιορισμό των προτεραιοτήτων στη δικαστική στάθμιση των εννόμων αγαθών και σε αυτούς που δίνουν έμφαση στα συνταγματικά κεκτημένα.

Ο διχασμός ήταν παγιωμένος, είτε συζητούσαμε για το μνημόνιο και την έκτακτη εισφορά στο λογαριασμό της ΔΕΗ, είτε για τη θυσία του περιβάλλοντος στο βωμό της ανάπτυξης στις Σκουριές Χαλκιδικής, είτε για την αντίφαση της νέας εργατικής νομοθεσίας με το ευρωπαϊκό κεκτημένο. Αυτή η συζήτηση θα μπορούσε να είναι μια διαρκής ανακύκλωση πολιτικών, στην ουσία, επιχειρημάτων, αν δεν υπήρχαν κάποιες ψύχραιμες φωνές, που υπενθύμιζαν πως το δίκαιο δεν είναι α λα καρτ, πως φτιάχνεται σε καιρό νηνεμίας, για να αντιμετωπίσει τον καιρό της καταιγίδας, και πως ο δικαστής δεν είναι ούτε λογιστής ούτε πολιτικός. Εκτίμησα, επίσης, ιδιαίτερα απόψεις που, ενώ αποδέχονταν την ανάγκη να αναγνωριστεί η κατάσταση του δημοσιονομικού εκτροχιασμού ως κατάσταση έκτακτης ανάγκης,εντούτοις, χαρακτήριζαν την σημερινή κατάσταση ως “συνταγματική δικτατορία” και θεωρούσαν απαραίτητο οι νέες συνθήκες να αποτυπωθούν ρητά στο Σύνταγμα και να μην επαφίεται στο δικαστή η ερμηνεία του Συντάγματος κόντρα στο γράμμα του.

Για εμένα, το πρόβλημα είναι πως στην πρόσφατη νομολογία δεν μπορούμε να διακρίνουμε πότε ο δικαστής αποφασίζει με βάση τα οικονομικά δεδομένα στην πραγματική τους διάσταση και πότε με βάση τις προαντιλήψεις ή την ιδεολογία του ιδίου ή των φορέων της πολιτικής εξουσίας. Δυστυχώς, μία επίκαιρη απόφαση που συζητήθηκε στις Ροβιές ήταν και αυτή που έκρινε το ζήτημα της ιθαγένειας των παιδιών, όπου το πολύπλευρο οικονομικό συμφέρον που θα προέκυπτε για τη χώρα από την εφαρμογή του σχετικού νόμου μπήκε σε δεύτερη μοίρα, προκειμένου να προταχθούν πολιτικές σκοπιμότητες και ιδεολογικές αγκυλώσεις. Στην περίπτωση αυτή, το Σ.τ.Ε όχι μόνο δεν λειτούργησε σαν λογιστής, αλλά αντικατέστησε τον ίδιο το νομοθέτη. Ήταν η στιγμή, όπου η επίφαση του δικαστικού ρεαλισμού έδωσε τη θέση της στον ωμό πολιτικό εναγκαλισμό. Η απόφαση αυτή συμπληρώνει το παζλ της νομολογίας-στον-καιρό-της-κρίσης δίπλα στην απόφαση του πέμπτου τμήματος του ιδίου δικαστηρίου για τους περιβαλλοντικούς όρους στις Σκουριές, όπου, ενώ επίσης το διακύβευμα δεν είναι άμεσα δημοσιονομικό, εντούτοις, απέναντι στην περιβαλλοντική και κοινωνική βιωσιμότητα, προτάσσεται ως υπέρτερο δημόσιο συμφέρον η έννοια της βραχυπρόθεσμης “ανάπτυξης”, όπως αυτή προωθείται από τις κυβερνητικές επιλογές.

Κάπως έτσι, ερμηνεύοντας το δημόσιο συμφέρον σύμφωνα με τις κρατούσες πολιτικές σκοπιμότητες, είχε νομολογήσει και στο παρελθόν το Συμβούλιο της Επικρατείας, στα λεγόμενα “Ολυμπιακά Έργα”, όπου η ανάγκη προστασίας του περιβάλλοντος είχε αμβλυνθεί για χάρη της σκοπιμότητας διεξαγωγής των αγώνων. Κρίνοντας εκ του αποτελέσματος, όλοι πλέον γνωρίζουμε πως για εκείνα τα “Ολυμπιακά Έργα” θυσιάσαμε πολλά για πολύ λίγα, με τη Δικαιοσύνη να αποφαίνεται πάνω σε πλαστά διλήμματα.

Με ένα πολιτικό σύστημα που αμφισβητεί τη μεταπολιτευτική κοινωνική συμφωνία που εκφραζόταν στο Σύνταγμά μας, ο δικαστής βρίσκεται συχνά μπροστά σε ένα σταυροδρόμι. Μόνο που πρέπει διαρκώς να έχει το νου του, γιατί οι πινακίδες δεν είναι βέβαιο πως οδηγούν εκεί, όπου γράφουν. Γι αυτό πιστεύω πως, για να μην χάσουμε το δρόμο μας, το άμεσο αίτημα της κοινωνίας δεν είναι η αναθεώρηση, αλλά η τήρηση του Συντάγματος (και από τους δικαστές).

Υ.Γ. Την ώρα, όπου γράφονται αυτές οι γραμμές, σύμφωνα με πληροφορίες, το Συμβούλιο της Επικρατείας στην Ολομέλειά του φέρεται να αποφάσισε πως ο νόμος με τον οποίο νομιμοποιήθηκαν τα αυθαίρετα το 2011 προσκρούει στο άρθρο 24 του Συντάγματος. Μια απόφαση που υπενθυμίζει πως οι δικαστές μπορούν να αποτελέσουν ανάχωμα για την προστασία της χώρας που θα κληροδοτήσουμε στις επόμενες γενεές.

Share This Post

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Captcha * Time limit is exhausted. Please reload the CAPTCHA.