Λαθρομετανάστευση : ένα παγκόσμιο ζήτημα

Γράφει η Σωτήρχου Δάφνη

39AD4F857938097CD81474FC68664444Στον απόηχο των εξελίξεων από το πολύνεκρο ναυάγιο στη Λαμπεντούζα της Ιταλίας και    έπειτα από το νέο ατύχημα που σημειώθηκε στα χωρικά ύδατα της Μάλτας,λίγα ναυτικά μίλια   μακριά από τη Λαμπεντούζα, το πολύπλοκο ζήτημα της λαθρομετανάστευσης, έρχεται ξανά   στο πολιτικό προσκήνιο, καθώς τα κράτη-μέλη της  Ε.Ε όπως η Μάλτα και η Ιταλία κάνουν   έκκληση για την ενίσχυση μιας κοινής ευρωπαϊκής μεταναστευτικής πολιτικής. Το ζήτημα της   λαθρομετανάστευσης αναμένεται να συζητηθεί στην επικείμενη  Σύνοδο Κορυφής των ηγετών της Ε.Ε στις 24 και 25 Οκτωβρίου.

Η υπουργός αρμόδια για την ένταξη των μεταναστών, η πρώτη μαύρη υπουργός, Σεσίλ Κιένγκε, δήλωσε πως ο νόμος περι μετανάστευσης στην Ιταλία πρέπει να τροποποιηθεί. Η δήλωση αυτή έγινε μετά από τη γνωστοποίηση πως οι εισαγγελικές αρχές θα ασκήσουν αυτεπαγγέλτως ποινικές διώξεις για παράνομη μετανάστευση στους επιζήσαντες της Λαμπεντούζα, αδίκημα που επισύρει χρηματικά πρόστιμα εως και 5.000 ευρώ.

Την ίδια στιγμή, ο Ιταλός Πρωθυπουργός Ενρίκο Λέτα, προτείνει μια ‘προσωρινή’ λύση στο πρόβλημα της μεταναστευτικής κρίσης ειδικά με ό,τι συμβαίνει στη Βόρεια Αφρική, τη Σομαλία, την Ερυθραία και τη Συρία, με τη στρατιωτικοποίηση του «καναλιού της Σικελίας», έτσι ώστε να αποφευχθούν περισσότερες τραγωδίες. Παράλληλα, η Επίτροπος Ευρωπαικών Εσωτερικών υποθέσεων, Σεσίλια Μάλστρομ, απηύθυνε έκκληση να ενισχυθεί η συνοριακή υπηρεσία της Ευρώπης, Frontex, ώστε να μπορεί να επιχειρήσει υπηρεσίες έρευνας και διάσωσης σε μια περιοχή που θα εκτείνειται από την Κύπρο μέχρι την Ισπανία.

Σύμφωνα με τους υπολογισμούς της Ύπατης Αρμοστίας των Ηνωμένων Εθνών για τους πρόσφυγες, περίπου 32.000 μετανάστες έχουν φτάσει στη Νότια Ιταλία και στη Μάλτα μέχρι φέτος, περίπου τα 2/3 των οποίων έχουν υποβάλλει αιτήσεις για παροχή ασύλου.

Τυπικά, αναφέρω συνοπτικά τις προϋποθέσεις πολιτογράφησης ενός αλλοδαπού στην Ιταλία.

Αρχικά, απαιτείται νόμιμη παραμονή στη χώρα διάρκειας δέκα ετών. Ο αιτών πρέπει να έχει επίσης λευκό ποινικό μητρωο και να μπορεί να συντηρήσει τον εαυτό του οικονομικά.

Το ανωτέρω χρονικό διάστημα διαφοροποιείται σε άλλες περιπτώσεις. Για όποιον συνάψει γάμο με ιταλό υπήκοο, το χρονικό διάστημα είναι δύο χρόνια. Για τον αλλοδαπό, που η μητέρα ή ο πατέρας του ή άλλοι απευθείας δεύτερου βαθμού πρόγονοί του υπήρξαν ιταλοί υπήκοοι ή γεννήθηκαν στην Ιταλία και είναι νόμιμος κάτοικος της χώρας, το διάστημα αυτό είναι τρία χρόνια. Για τους πολίτες άλλων κρατών-μελών της ΕΕ, τέσσερα χρόνια. Για τον άπατρι και τον πρόσφυγα που κατοικεί νόμιμα στο ιταλικό κράτος, τουλάχιστον πέντε χρόνια. Για τον αλλοδαπό που υπηρέτησε (ως υπάλληλος)- ακόμη και στο εξωτερικό- το ιταλικό κράτος, επίσης πέντε χρόνια. Για τον ενήλικο αλλοδαπό, ο οποίος υιοθετήθηκε από ιταλό υπήκοο και είναι νόμιμος κάτοικος της χώρας, τουλάχιστον πέντε χρόνια μετά την υιοθεσία.

Ο αιτών αλλοδαπός που γεννήθηκε στην Ιταλία πρέπει να είναι μόνιμος κάτοικος της χώρας, χωρίς διακοπή από τη γέννησή του ως την ενηλικίωσή του. Ο ενδιαφερόμενος πρέπει να ζητήσει την ιταλική υπηκοότητα μέσα στον πρώτο χρόνο από το κλείσιμο των 18 του χρόνων και θα πρέπει να αποδείξει ότι έχει από τη στιγμή της γέννησής του νόμιμη άδεια παραμονής (σε συνδυασμό με αυτήν των γονιών του) και την εγγραφη του στο ληξιαρχείο του Δήμου κατοικίας του. Η πραγματική διαμονή του στη χώρα μπορεί επίσης να πιστοποιηθεί με ιατρικά πιστοποιητικά, σχολικά πιστοποιητικά κτλ.

Όσο αφορά την Ελλάδα, ο νόμος 3838/10 που ρύθμιζε τα ζητήματα της απόδοσης της ιθαγένειας, κρίθηκε ως αντισυνταγματικός από το ΣτΕ, για το λόγο ότι η πολιτογράφηση γινόταν με αμιγώς τυπικές προϋποθέσεις και χωρίς να υπάρχει εξατομικευμένη κρίση για τη συνδρομή της ουσιαστικής προϋπόθεσης του δεσμού του αλλοδαπού που αιτείται την πολιτογράφηση του, προς το ελληνικό κράτος. Το μεγαλύτερο «πρόβλημα» του νόμου εντοπίστηκε στην παροχή του δικαιώματος του εκλέγειν και εκλέγεσθαι για τους αλλοδαπούς υπηκόους τρίτων χωρών, για μη κοινοτικούς δηλαδή αλλοδαπούς, διάταξη που αντιβαίνει στο αρ.29 του Συντάγματος, το οποίο παρέχει μόνο στους Έλληνες πολίτες το δικαίωμα ίδρυσης και συμμετοχής σε πολιτικό κόμμα.

Με την πρόσφατη εισαγωγή του νέου Κώδικα Μετανάστευσης και Κοινωνικής Ένταξης, κωδικοποιούνται για πρώτη φορά οι 20 νόμοι, τα 6 Προεδρικά Διατάγματα και οι 42 Κανονιστικές Πράξεις που αφορούν στους αλλοδαπούς και συμπυκνώνονται όλα σε ένα νομοσχέδιο που θα περιλαμβάνει 140 άρθρα. Ο νέος αυτός Κώδικας αναμένεται να τεθεί προς ψήφιση στην Βουλή μέσα στον Οκτώβριο.

Στις αλλαγές που επιφέρει ο νέος αυτός Κώδικας, συγκαταλέγονται μεταξύ άλλων:

  • Αλλαγή διαδικασίας μετακλήσεων νέων αλλοδαπών, ώστε να γίνονται σε κεντρικό επίπεδο, και  όχι σε επίπεδο περιφέρειας. Επιδίωξη είναι να υπάρχει συνολικός έλεγχος και οι μετακλήσεις να γίνονται σε συνάρτηση με τις ανάγκες της ελληνικής αγοράς εργασίας στη χώρα

  • Διαδικασίες «fast track» εισόδου και διαμονής αλλοδαπών για την προώθηση επενδυτικών και αναπτυξιακών δραστηριοτήτων (π.χ. στρατηγικές επενδύσεις, αγορά ακινήτων). 

  • Δυνατότητα άσκησης ανεξάρτητης οικονομικής δραστηριότητας μόνο από κατόχους αδειών διαμονής μακράς διάρκειας. 

  • Αναπροσαρμογή των προϋποθέσεων εισόδου και διαμονής για λόγους οικογενειακής επανένωσης. Μεταξύ άλλων θα υπάρχει πρόβλεψη για ειδικούς  ελέγχους ως προς τη διακρίβωση της οικογενειακής σχέσης, για κατάργηση απαιτούμενου εισοδήματος όσον αφορά στην ανανέωση των αδειών διαμονης.

  • Μειώνονται οι  κατηγορίες αδειών διαμονής και των χορηγούμενων τύπων αδειων διαμονης από 50 σε 19

  • Κατάργηση 20 δικαιολογητικών για τις ανανεώσεις αδειών

  • Οι άδειες εργασίας κατηγοριοποιούνται από 4 σε 1

  • Δημιουργία των «onestepshops», των λεγόμενων «ΚΕΠ των Μεταναστών», απ΄ όπου οι νόμιμοι μετανάστες θα μπορουν να λαμβάνουν τη νέα τους άδεια, η οποία θα εκδίδεται από το Υπουργείο Δημόσιας Τάξης και δύσκολα θα πλαστογραφείται.

 Είναι αναμφισβήτητο γεγονός πως το ζήτημα της λαθρομετανάστευσης αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα ζητήματα στην Ελλάδα διαμορφώνοντας, τόσο τις εσωτερικές όσο και τις εξωτερικές σχέσεις της χώρας. Η μετανάστευση έχει εγκατασταθεί στην καρδιά της ελληνικής κοινωνίας, γεγονός που οφείλειται κατά κύριο λόγο στη γεωγραφική της θέση.

Σύμφωνα με τελευταίες δημοσκοπήσεις, ένας σημαντικός αριθμός πολιτών τάσσεται επιφυλακτικά ή απορρίπτει ολικά την υποδοχή μεταναστών στη χώρα,θεωρώντας τους μετανάστες υπεύθυνους για την αύξηση της εγκληματικότητας και της ανεργίας καθώς και της πολιτισμικής ανομοιογένειας της χώρας.

Ωστόσο, όπως στην πληθώρα των περιπτώσεων, έτσι και στην μετανάστευση, οι συνέπειες της, δεν θα μπορούσαν να είναι είναι μονοδιάστα αρνητικές. Για παράδειγμα, εγκαταλλελειμένες περιοχές της Ελλάδας ξαναζωντάνεψαν με την παρουσία των μεταναστών, ενώ η εισροή ξένων πολιτισμών θα μπορουσε να ανοίξει νέους πολιτισμικούς ορίζοντες.

Προκειμένου, όμως, η ένταξη των μεταναστών να διεξαχθεί ομαλά, απαιτείται μια λεπτομερής και με συνοχή, άσκηση μεταναστευτικής πολιτικής.

Αρχικά, είναι απαραίτητη η ένταξη των μεταναστών σε όλα τα επίπεδα-οικονομικά κοινωνικά-πολιτισμικά-εκπαιδευτικα.Βασικό ζήτημα είναι η αποφυγή δημιουργίας γκέτο σε επίπεδα περιφερειακής συσπείρωσης έτσι ώστε να αποφεύγεται το φαινόμενο της συγκέντρωσης των μεταναστών σε συγκεκριμένα μέρη όπως συνέβη στην περίπτωση της περιοχής του Αγ.Παντελεήμονα στην Αττική. Με αυτό το τρόπο, θα εκλείψει η συσσώρευση των μεταναστών σε υποβαθμισμένες περιοχές και θα επιδιώκεται μια όσο το δυνατόν ισόρροπη κατανομή του πληθυσμού τους.

Επιπρόσθετα, είναι επιτακτική ανάγκη να οριστεί ένας συνολικός ανώτατος αριθμός μεταναστών. Για να επιτευχθεί αυτό, θα πρέπει, πρώτα, η Βουλή να ενημερωθεί υπεύθυνα από την Κυβέρνηση για το ποιά είναι τα πραγματικά αριθμητικά δεδομένα. Ο αριθμός των συλλαμβανομένων στα θαλάσσια ή χερσαία σύνορα δεν είναι ο αριθμός αυτών που παραμένουν και σήμερα στη χώρα. Δηλαδή, ο αριθμός των μη νομίμων μεταναστών που βρίσκονται στη χώρα δεν είναι το άθροισμα των παρανόμως εισελθόντων και συλληφθέντων τα τελευταία χρόνια, γιατί υπάρχει περαιτέρω βεβαίως μη νόμιμη μετακίνηση. Και ο αριθμός αυτών που έχουν υποβάλει αίτηση για χορήγηση καθεστώτος πρόσφυγα ή ανθρωπιστικού καθεστώτος και επικουρικής προστασίας είναι πολύ μικρό ποσοστό του συνολικού αριθμού των μη νομίμων μεταναστών. Άρα, πρωταρχικά, θα πρέπει να απογραφεί η κατάσταση αυτή. Θα πρέπει, επίσης, να συνυπολογιστεί, σύμφωνα με τις υφιστάμενες κανονιστικές διατάξεις της ΕΕ, και ο αριθμός των λαθρομεταναστών, που θα στέλνουν πίσω οι χώρες της ΕΕ με βάση την «Συνθήκη του Δουβλίνου ΙΙ».

Η προαναφερθείσα αυτή συνθήκη, αποτελεί ένα ‘αγκάθι’ στο ζήτημα της ομαλής μεταναστευτικής κίνησης, καθώς προβλέπει την επιστροφή των μεταναστών στην χώρα εισόδου τους, που σε συντριπτικό ποσοστό είναι η Ελλάδα. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα η κατανομή των αιτούντων άσυλο να πέφτει ανισομερώς στις χώρες πρώτης εισόδου. Το ζητούμενο είναι να υπάρξει μια κοινοτική ευρωπαική αλληλεγγύη, η οποία δυστυχώς, δεν εντοπίζεται μέχρι τώρα στα ευρωπαικά πλαίσια. Συγκεκριμένα, είναι γεγονός ότι οι βόρειες χώρες, οι χώρες που δεν έχουν θαλάσσια σύνορα στη Μεσόγειο, δεν αντιλαμβάνονται το πρόβλημα που υφίσταται η Ελλάδα, πολύ περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη χώρα σε σχέση με τον πληθυσμό της, πολύ περισσότερο από ό,τι η Ισπανία, η Γαλλία, η Ιταλία, πολύ περισσότερο από ότι και η Κύπρος και η Μάλτα.

Επιπλέον, καθίσταται θεμελιώδης σημασίας, η ενίσχυση της φύλαξης των συνόρων ή η πιθανή επιστροφή των λαθρομεταναστών στις χώρες τους με οικονομική ενίσχυση από το ελληνικό κράτος και την Ε.Ε έτσι ώστε να μπορέσουν να ζήσουν εκεί αξιοπρεπώς. Σαφέστατα, σ’αυτό το σημείο,πρέπει να ληφθεί υπόψη πως υπάρχουν χώρες υψηλού κινδύνου, που ο Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών και η ίδια η Ευρωπαϊκή Ένωση χαρακτηρίζουν ως χώρες υψηλού κινδύνου. Υπάρχουν χώρες, όπως η Σομαλία, περιοχές, όπως η Υεμένη, το Μπαγκλαντές κλπ, στις οποίες ζούν άνθρωποι υπό άθλιες συνθήκες, με καθημερινή απειλή της ζωής τους. Είναι,επίσης, γεγονός, πως πολλοί αλλοδαποί, θύματα δουλεμπορικών καταστάσεων, φτάνουν στη Ελλάδα ελπίζοντας στην πιθανότητα μιας πιο αξιοπρεπούς διαβίωσης.

Απέναντι σ’αυτές τις περιπτώσεις, όπως αντίστοιχα και στις περιπτώσεις των πολιτικών προσφύγων, δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι πρέπει να υπάρξει ανθρωπιστική απάντηση και μάλιστα με ικανό βάθος χρόνου και μακροοικονομικό σχεδιασμό βραχείας εφαρμογής σχεδίασης από την ΕΕ, τα ΗΕ, και τα λοιπά όργανα.

Συνεπαγωγικά, στο κομμάτι που αφορά τις επαναπροωθήσεις, (επιστροφές) αλλοδαπών, θα πρέπει αυτές, έχοντας επίγνωση το ελληνικό κράτος, πως πολλοί μετανάστες στην Ελλάδα προέρχονται από «επικίνδυνες» χώρες όπως το Αφγανιστάν και τη Σομαλία, να τελούνται, υπο την προϋπόθεση ότι δεν θα απειλειται η ζωή τους.

Στο ευαίσθητο κομμάτι που αφορά τους ανήλικους αλλοδαπούς, τα κράτη-μέλη της ΕΕ οφείλουν να αναστείλουν τις επαναπροωθήσεις ασυνόδευτων ανηλίκων στην Ελλάδα βάσει του Κανονισμού Δουβλίνου-ΙΙ αλλά και την άτυπη επιστροφή παιδιών στα λιμάνια εισόδου. Αντιθέτως, τα κράτη μέλη της ΕΕ πρέπει να παραπέμπουν τα ασυνόδευτα παιδιά στις δικές τους εθνικές δομές παιδικής προστασίας και όταν ένα παιδί ζητά άσυλο, να αναλαμβάνουν αυτά την ευθύνη εξέτασης του αιτήματός του με τρόπο δίκαιο, ταχύ και φιλικό προς τα παιδιά.

Ένα άλλο μέτρο για την εύρυθμη λειτουργία της μεταναστευτικής πολιτικής αποτελεί η ενδοευρωπαϊκή επανεγκατάσταση μεταναστών, η οποία θα έδινε τη δυνατότητα σε αλλοδαπούς που βρισκονται στην Ελλαδα να μετοικήσουν σε άλλα κράτη (έχει προταθεί από την Ελλάδα). Πάραυτα, το πλάνο αυτό καθίσταται δυσχερές, καθώς είναι γεγονός πως οι νομοθεσίες για την απόδοση της ιθαγένειας στην Ελλάδα διαφέρουν απ’αυτές των χωρών όπως η Γερμανία, η Δανία, η Ελβετία. Οι διαφορές αυτές δεν είναι μόνο τυπικές αλλά αφορούν και την ουσία του νόμου. Χώρες όπως αυτές που αναφέρθηκαν, διαθέτουν αυστηρούς, σχεδόν αντι-μεταναστευτικούς νόμους.

Τελευταίο, αλλα ίσως και το πιο σημαντικό, η οργάνωση της μετανάστευσης πρέπει να πραγματοποιείται με τέτοιο τρόπο, ώστε να λαμβάνεται υπ’όψη η ικανότητα υποδοχής της Ελλαδας, από την άποψη της αγοράς εργασίας, της στέγασης και των υγειονομικών, εκπαιδευτικών και κοινωνικών υπηρεσιών, προστατεύοντας ταυτόχρονα τους μετανάστες από τον κίνδυνο να πέσουν θύματα εκμετάλλευσης εγκληματικών δικτύων. Αν το κράτος υποδοχής, δεν μπορεί να απορροφήσει εποικοδομητικά το μεταναστευτικό κύμα, εκεί, εντοπίζεται η πηγή όλων των προβληματών. Με τις ευρωπαϊκές χώρες να εμφανίζονται βαθιά διχασμένες για το πώς θα αντιμετωπιστεί το πρόβλημα και με τον διάλογο να εκτείνεται σε ένα απέραντο φάσμα θεμάτων, ο διάλογος που θα οδηγήσει σε μια κατ’ουσίαν αντιμετώπιση του μεταναστευτικού ζητήματος, δυσχεραίνεται.

Εντούτοις, σε κάθε περίπτωση, πρέπει να τονιστεί πως ο διάλογος αυτός, οφείλει να τεθεί σε μια δημοκρατική βάση για συζήτηση, ξεκινώντας μεν, από το δεδομένο πως είναι αδύνατη η απορρόφηση ενός άκριτου αριθμού μεταναστών στην Ελλάδα, μακριά δε, από τα χέρια της Ακροδεξιάς, η οποία τείνει να χρωματίζει με ρατσιστική λογική το μείζον και φλέγον αυτό θέμα. Χωρίς να απεκδυθούμε έννοιες όπως η διατήρηση της εθνικής και κοινωνικής συνοχής και επιβίωσης, η συζήτηση πρέπει, πρώτα απ’όλα, να κινηθεί με όρους αλληλεγγύης, ανθρωπιάς και σεβασμού στον συνάνθρωπο.

* η Σωτήρχου Δάφνη είναι ασκούμενη δικηγόρος

Share This Post

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Captcha * Time limit is exhausted. Please reload the CAPTCHA.