ΚΑΤ’ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑ ΤΕΛΕΣΗ ΤΟΥ ΕΓΚΛΗΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΥΠΟΤΡΟΠΗ

Γράφει η δικηγόρος Μαριάνθη Νούσκαλη*

 

φυλακηΣύμφωνα με το α. 13 στ’ ΠΚ  «κατ’ επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με σκοπό επανειλημμένης τέλεσης της πράξης προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος». De lege lata καταλείπεται ότι για τη στοιχειοθέτηση της κατ’ επάγγελμα δράσης αξιώνεται ένα minimum αντικειμενικών στοιχείων: τέλεση περισσότερων όμοιων αξιόποινων πράξεων και επαγγελματική υποδομή ή, εναλλακτικά, μια πράξη και ύπαρξη ολοκληρωμένου και οργανωμένου μηχανισμού (υποδομής επιχείρησης) από τον οποίο προκύπτει αντικειμενικά η πρόθεση και η προοπτική επανειλημμένης τέλεσης όμοιων πράξεων στο μέλλον για βιοποριστικό σκοπό. Η αντικειμενική υπόσταση πρέπει να συμπληρώνεται στη συνέχεια από τα αντίστοιχα υποκειμενικά στοιχεία που συνίστανται στο δόλο επανάληψης και στο σκοπό πορισμού εισοδήματος. Έτσι, το αντικειμενικό μέγεθος της επανάληψης της ίδιας αξιόποινης πράξης, όταν συνδέεται απλά και μόνο με σκοπό πορισμού παράνομου οικονομικού οφέλους δεν παρέχει επαρκές έρεισμα για τη δικαιολόγηση της επαύξησης του αξιοποίνου  (βλ. Δ. Συμεωνίδη, Δικονομικές όψεις του κατ’ επάγγελμα και κατά συνήθεια εγκλήματος, 2000, σελ. 13). Άλλωστε, το έγκλημα της κλοπής, το αξιόποινο της οποίας επαυξάνεται όταν συντρέχει το στοιχείο της κατ’ επάγγελμα τέλεσης,  περιέχει ούτως ή άλλως στη βασική της μορφή και το στοιχείο του σκοπού της οικονομικής ωφέλειας του δράστη. Η υιοθέτηση υποκειμενικής στάσης και η αναγωγή μόνο στο στοιχείο του πορισμού οφέλους, χωρίς συσχέτιση με άλλα αντικειμενικά δεδομένα και όρια, θα αποτελούσε επικίνδυνη γενίκευση και αυθαίρετο παραμερισμό της βασικής μορφής χάριν της διακεκριμένης, η οποία από την ίδια της τη φύση δεν μπορεί παρά να συνιστά την εξαίρεση (ό.π., σελ 14).

Ως εισόδημα νοείται η σταθερή πρόσοδος οικονομικών μέσων. Εάν, λοιπόν, ο δράστης δεν έχει σκοπό πορισμού σταθερής οικονομικής προσόδου, αλλά σκοπός του είναι να πορισθεί οικονομικό όφελος, ακόμη και σημαντικό, μία μόνο φορά ή περιστασιακά ή ευκαιριακά, τότε δεν στοιχειοθετείται η επιβαρυντική περίσταση της κατ’ επάγγελμα τέλεσης, διότι η τελευταία δεν αναγάγεται σε «επάγγελμα» (βλ. Α. Κονταξή, Ποινικός Κώδικας, Συνδυασμός Θεωρίας και Πράξης, Τόμος Α’, ‘Εκδοση Γ’, 2000, σελ. 272).

Για την κατάφαση «υποδομής» από την οποία προκύπτει σκοπός επανειλημμένης τέλεσης με βιοποριστική διάθεση απαιτείται ένα αντικειμενικό υπόστρωμα που συνήθως εδράζεται στη εξασφάλιση ειδικού υλικοτεχνικού εξοπλισμού, εξειδικευμένων εργαλείων, συσκευών, χώρων αποθήκευσης και απόκρυψης, στην απόκτηση τεχνογνωσίας,  στη διαμόρφωση κυκλώματος προσώπων, τη δικτύωση, το σαφή καταμερισμό εργασιών και αρμοδιοτήτων μεταξύ περισσότερων συμμετόχων. Ήτοι η προετοιμασία υποδομή επιβάλλεται να υπερβαίνει τη συνήθη, κοινώς αναμενόμενη προπαρασκευή του δράστη.

 Περαιτέρω, όπως προκύπτει από το αντικειμενικό νόημα των διατάξεων αφενός μεν του α. 13 περ. στ’ εδ. α’ και αφετέρου του α. 88 ΠΚ, ο υπότροπος εγκληματίας πρέπει σαφώς να αντιδιαστέλλεται από τον κατ’ επάγγελμα. Η υποτροπή επί κακουργημάτων και εκ δόλου πλημμελημάτων, που διαμορφώνεται κατά το σύστημα της (οιονεί) γενικής υποτροπής, απαιτεί για την κατάφασή της τέλεση κακουργήματος ή εκ δόλου πλημμελήματος που επισύρει ποινή φυλάκισης τουλάχιστον 3 ετών, από δράστη που έχει καταδικαστεί αμετάκλητα  κατά τη διάρκεια των τελευταίων 5 ετών για κακούργημα ή εκ δόλου πλημμέλημα σε ποινή στερητική της ελευθερίας ανώτερη των 6 μηνών από οποιοδήποτε δικαστήριο της ελληνικής επικράτειας (βλ. Χαραλαμπάκη Α., Ποινικός Κώδικας, ερμηνεία κατ’ άρθρ., Τόμος Ι, 2η εκδ. σελ. 723-724). Η πρόθεση του νομοθέτη είχε ανέκαθεν προσανατολιστεί προς αυτή την κατεύθυνση, πράγμα που γίνεται άνευ ετέρου αντιληπτό από το γράμμα των α. 90 και κυρίως του α. 92 ΠΚ. Μια από τις σημαντικότερες διαφορές μεταξύ των δυο ανωτέρων εννοιών και κρίσιμη εν προκειμένω εντοπίζεται στο ότι η στοιχειοθέτηση της επανειλημμένης τέλεσης της πράξης στο κατ’ επάγγελμα έγκλημα αποκλείεται να στηριχθεί στην υποτροπή. Με άλλα λόγια η πλήρωση του εν λόγω στοιχείου γίνεται αυτοτελώς και δε δύναται να ανάγεται σε προηγούμενες καταδίκες του δράστη (βλ. Α. Κονταξή, ό.π, σελ. 265). Δυστυχώς, αυτή η αυτονόητη διάκριση συχνά φαίνεται να μην γίνετε σεβαστή από τις δικαστικές αρχές, δεδομένου ότι παρά την απουσία από την κατηγορούμενη πράξη των προϋποθέσεων του α. 13 στ’ ΠΚ, οι δράστες παραπέμπονται με τους όρους του τελευταίου οι οποίοι «εδράζονται» αποκλειστικά και μόνον σε παλαιότερες καταδίκες. Μια τέτοια τακτική καταλήγει στο ανεπίτρεπτο της διπλής αξιολόγησης της πράξης, κατά παράβαση της αρχής ne bis in idem, και στο άτοπο να τιμωρείται για κακουργηματική τέλεση του εγκλήματος της κλοπής κάθε δράστης που στο παρελθόν καταδικάστηκε για το έγκλημα αυτό, ακόμη κι αν η μεταγενέστερη συμπεριφορά του δεν συγκεντρώνει τα στοιχεία της διακεκριμένης μορφής, εκτίοντας στην πραγματικότητα μια δυσανάλογη ποινή όχι για αυτό που έκανε, ούτε για αυτό που είναι, αλλά για αυτό που κάποτε υπήρξε.

Μαριάνθη Δ. Νούσκαλη

LL.M. Ποινικού Δικαίου & Εγκληματολογίας

Κ. Αλεξανδρίδη 4-6, Σέρρες

Τηλ: 2321-550501, 6908948877

email: nouskalimarianthi@yahoo.gr

Share This Post

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Captcha * Time limit is exhausted. Please reload the CAPTCHA.