Υπόθεση Νικαράγουα κατά ΗΠΑ : Πιο επίκαιρη από ποτέ . . .

 

Γράφει η Λυδία Κρίκη

Η ΥΠΟΘΕΣΗ »ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΠΑΡΑΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΕΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΕΣ ΣΤΗΝ, ΚΑΙ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΤΗΣ ΝΙΚΑΡΑΓΟΥΑ».

 

 

Η υπόθεση σχετικά με τις »στρατιωτικές και παραστρατιωτικές δραστηριότητες στην, και εναντίον της Νικαράγουα» ή αλλιώς »υπόθεση Νικαράγουα εναντίον Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής» (1986) υπήρξε μία από τις κεφαλαιώδους σημασίας αποφάσεις που το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης εξέδωσε, με τεράστιο νομικό, πολιτικό και κοινωνικό αντίκτυπο μετέπειτα. Σύντομη αναφορά της υπόθεσης: H Νικαράγουα κατέθεσε αγωγή εναντίον των Η.Π.Α. στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης, με βάση της αγωγής το ότι οι Η.Π.Α. ήταν υπεύθυνες για για τις παράνομες στρατιωτικές και παρστρατιωτικές δραστηριότητες εντός, και εναντίον της Νικαράγουα. Η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου να »φιλοξενήσει» την υπόθεση, όπως και το παραδεκτό της αγωγής της Νικαράγουα στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης αμφισβητήθηκε από τις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής.

 

Σύνοψη των δικονομικών ζητημάτων: Οι Η.Π.Α. αμφισβήτησαν τη δικαιοδοσία του Διεθνούς Δικατηρίου της Χάγης όταν κατηγορήθηκαν ως υπεύθυνες για τις παραστρατιωτικές και στρατιωτικές δραστηριότητες εντός και εναντίον της Νικαράγουα στην αγωγή της τελευταίας εναντίον τους, πίσω στο 1984. Αν και μία δήλωση η οποία δεχόταν την υποχρεωτική δικαιοδοσία του Δικαστηρίου κατατέθηκε από τις Η.Π.Α. το 1946, οι Ηνωμένες Πολιτείες προσπάθησαν να δικαιολογηθούν με μία κοινοποίηση στην οποία δήλωναν ότι η δήλωση του 1946 «δε θα έπρεπε να εφαρμόζεται στις σχέσεις τους με τα κράτη της Κεντρικής Αμερικής..» Εκτός του ισχυρισμού ότι το Δικαστήριο στερείτο δικαιοδοσίας οι Η.Π.Α. ισχυρίστηκαν επίσης ότι η Νικαράγουα απέτυχε να καταθέσει μία παρόμοια δήλωση στο Δικαστήριο. Από την άλλη, η Νικαράγουα βάσισε τον ισχυρισμό της στην πεποίθηση από τη δήλωση των Η.Π.Α. του 1946, εξαιτίας του γεγονότος ότι ήταν ένα »’κράτος που αποδεχόταν την ίδια υποχρέωση» με τις Η.Π.Α., όταν κατέθεσε τις κατηγορίες εναντίον των Η.Π.Α. στο Δικαστήριο. Επίσης, ο ενάγων, με την πρόθεση να επισημάνει την αναγκαστική δικαιοδοσία του Δικαστηρίου, υποδείχθηκε μέσω της δήλωσης του 1929, που είχε γίνει στον προκάτοχο του Διεθνούς Δικατηρίου της Χάγης το Διαρκές Δικαστήριο Διεθνούς Δικαιοσύνης, ακόμη κι αν η Νικαράγουα είχε αποτύχει να καταθέσει σε αυτό αυτή τη δήλωση. Το παραδεκτό της αγωγής αυτής της Νικαράγουα στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης αμφισβητήθηκε από τις Η.Π.Α.
Έτσι ανέκυψαν τα εξής ερωτήματα: Αν η δικαιοδοσία να φιλοξενεί τη διαφορά μεταξύ δύο κρατών, σε περίπτωση που αυτά τα δύο κράτη δέχονται τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου, είναι εντός της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, και το αν είναι παραδεκτή η αγωγή ενός κράτους στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης, όταν δεν υπάρχει κανένας λόγος να αποκλεισθεί αυτή.

 

 

Πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης: Τον Ιούλιο του 1979 η Κυβέρνηση του Προέδρου Somoza κατέρρευσε, επακολουθούμενη από μία ένοπλη σύρραξη, της οποίας ηγείτο το »Frente Sandinista de Liberaciοn Nacional»(FSLN) . Η νέα κυβέρνηση – η οποία διορίστηκε από το FSLN – άρχισε να συναντά ένοπλη αντίθεση από τους υποστηρικτές του προηγούμενου καθεστώτος του Somoza και από πρώην μέλη της Εθνικής Φρουράς. Οι Η.Π.Α., οι οποίες αρχικά στήριζαν τη νέα κυβέρνηση, άλλαξαν στάση όταν, σύμφωνα με τις ίδιες, ανακάλυψαν ότι η Νικαράγουα παρείχε λογιστική υποστήριξη και όπλα σε αντάρτες στο El Salvador. Τον Απρίλιο του 1981, οι Η.Π.Α. αποφάσισαν να τερματίσουν την αποστολή βοήθειας στη Νικαράγουα και το Σεπτέμβριο του 1981, σύμφωνα με τη Νικαράγουα, οι Η.Π.Α. »αποφάσισαν να σχεδιάσουν και να αναλάβουν δραστηριότητες που κατευθύνονταν εναντίον της Νικαράγουα». Η ένοπλη αντίθεση στη νέα Κυβέρνηση διευθυνόταν κυρίως από (1) τη Fuerza Democratica Nicaragüense (FDN),η οποία επιχειρούσε κατά μήκος των συνόρων με την Ονδούρα και,(2) την Alianza Revolucionaria Democratica (ARDE),η οποία επιχειρούσε κατά μήκος των συνόρων με την Κόστα Ρίκα. Η αρχική υποστήριξη των Η.Π.Α. στις ομάδες που μάχονταν εναντίον την Κυβέρνησης της Νικαράγουα ( τους επονομαζόμενους “contras”) ήταν συγκεκαλυμμένη. Αργότερα, οι Η.ΠΑ. ομολόγησαν επισήμως την υποστήριξή τους ( => χαρ/κό παράδειγμα: Το 1983 η νομοθεσία για τον προϋπολογισμό που θέσπισε το Κονγκρέσο των Ηνωμένων Πολιτειών περιείχε ρητή πρόβλεψη για κονδύλια που θα χρησιμοποιούνταν από τις υπηρεσίες πληροφοριών των Η.ΠΑ. για στήριξη »ευθέως ή μη, των στρατιωτικών και παραστρατιωτικών δραστηριοτήτων στη Νικαράγουα».)

 

Η Νικαράγουα επίσης ισχυρίστηκε ότι οι Η.Π.Α. ασκούσαν επαρκή επιρροή στους »contras», ότι σχεδίασαν τη στρατηγική και κατηύθυναν την τακτική των τελευταίων, κι ότι οι contras πληρώνονταν και ελέγχονταν ευθέως από τις Η.Π.Α. Ισχυρίστηκε, δε, και ότι κάποιες επιθέσεις διενεργήθηκαν από το στρατό των Ηνωμένων Πολιτειών – με σκοπό την ανατροπή της Κυβέρνησης της Νικαράγουα. Οι επιθέσεις εναντίον της Νικαράγουα περιελάμβαναν τη ναρκοθέτηση των λιμανιών της χώρας κι επιθέσεις σε αυτά, σε εγκαταστάσεις πετρελαίου και σε μία ναυτική βάση. Τέλος, η Νικαράγουα ισχυρίστηκε ότι αεροσκάφη που ανήκαν στις Ηνωμένες Πολιτείες ίπταντο πάνω από το έδαφός της για να συγκεντρώσουν πληροφορίες, να εφοδιάσουν τους contras στο πεδίο της μάχης και να εκφοβίσουν τον πληθυσμό. Οι Η.Π.Α., πάντως, δεν εμφανίστηκαν ενώπιον του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης στο στάδιο των merits, αφού ( όπως προείπαμε) αρνήθηκαν να δεχτούν δικαιοδοσία του Διεθνούς Δικαστηρίου να εκδώσει απόφαση επί της υπόθεσης. Στη διαδικαστική φάση της ακρόασης, τώρα, υπογράμμισαν ότι βασίστηκαν σε ένα ενυπάρχον δικαίωμα συλλογικής άμυνας που προστατεύεται από το άρθρο 51 του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών, με το να »παρέχουν, μετά από αίτημά τους, ανάλογη και κατάλληλη βοήθεια…» στην Κόστα Ρίκα, την Ονδούρα και το Ελ Σαλβαδόρ, προς απάντηση στις φερόμενες επιθετικές ενέργειες της Νικαράγουα εναντίον αυτών των χωρών (παρ. 126,128).

 

Στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης προέκυψαν, λοιπόν, κάποια ερωτήματα από το ιστορικό της υπόθεσης, τα οποία και κατηύθυναν τα τελικά πορίσματα των δικαστών. Αυτά ήταν:

 

1.Οι Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής παραβίασαν την υποχρέωσή τους εκ του εθιμικού διεθνούς δικαίου, να μην παρεμβαίνουν στις υποθέσεις ενός άλλου κράτους όταν εκπαίδευσαν, εφόπλισαν, εξόπλισαν και χρηματοδότησαν τις δυνάμεις των »contras» ή όταν ενθάρρυναν, στήριξαν και βοήθησαν τις στρατιωτικές και παραστρατιωτικές δραστηριότητες εναντίον της Νικαράγουα;

 

2. Οι Ηνωμένες Πολιτείες παραβίασαν την υποχρέωσή τους εκ του εθιμικού διεθνούς δικαίου, να μη χρησιμοποιήσουν βία ενάντια σε άλλο κράτος όταν επιτέθηκαν ευθέως στη Νικαράγουα στα 1983-1984 κι όταν οι δραστηριότητές της υπό το (1) κατέληξαν στη χρήση βίας;

 

3.Εάν ναι, μπορούν οι στρατιωτικές και παραστρατιωτικές δραστηριότητες που πραγματοποίησαν οι Ηνωμένες Πολιτείες εντός και ενάντια στη Νικαράγουα να δικαιολογηθούν ως συλλογική άμυνα;

 

4.Οι Ηνωμένες Πολιτείες παραβίασαν την υποχρέωσή τους εκ του εθιμικού διεθνούς δικαίου να μην προσβάλουν την κυριαρχία άλλου κράτους όταν κατηύθυναν κι εξουσιοδότησαν τα αεροσκάφη τους να πετάξουν πάνω από το έδαφος της Νικαράγουα και με τις πράξεις που αναφέρονται στο (2);

 

5.Οι Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής παραβίασαν την υποχρέωσή τους εκ του εθιμικού διεθνούς δικαίου να μην παραβιάσουν την κυριαρχία άλλου κράτους, να μην παρεμβαίνουν στις εσωτερικές του υποθέσεις, να μη χρησιμοποιούν βία έναντι άλλου κράτους και να μη διακόπτουν το ειρηνικό ναυτικό εμπόριο, όταν καταβύθισαν νάρκες στα εσωτερικά ύδατα και την αιγιαλίτιδα ζώνη της Νικαράγουα;

 

  • Η απόφαση του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης: Οι Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής παραβίασαν εθιμικό διεθνές δίκαιο σε σχέση με τα 1, 2, 4, και 5. Όσο για το 3, το Δικαστήριο βρήκε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες δε θα μπορούσαν να βασιστούν στο δικαιολογητικό λόγο της συλλογικής νόμιμης άμυνας για να δικαιολογήσουν τη χρήση βίας εκ μέρους τους εναντίον της Νικαράγουα.

 

Αναλυτικότερα, τα ευρήματα του Δικαστηρίου ήταν:

 

  1. Το Δικαστήριο υποστήριξε ότι οι ΗΠΑ παραβίασαν την υποχρέωσή τους που πηγάζει από το εθιμικό διεθνές δίκαιο, να μη χρησιμοποιήσουν βία εναντίον άλλου κράτους όταν: α) επιτέθηκαν ευθέως στη Νικαράγουα 1983 – 1984 και β) όταν οι ενέργειές τους με τις δυνάμεις των contras κατέληξαν σε απειλή ή χρήση βίας. ( η απαγόρευση χρήσης βίας εδράζεται νομικά στο άρθρο 2 του Χάρτη των Ην. Εθνών, αλλά και στο εθιμικό διεθνές δίκαιο).

 

2. Επίσης, ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής δεν μπορούσαν να δικαιολογήσουν τις στρατιωτικές και παραστρατιωτικές δραστηριότητές τους στη βάση της συλλογικής νόμιμης άμυνας.

 

3. Ακόμη, ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες παραβίασαν την υποχρέωσή τους που απορρέει από το εθιμικό διεθνές δίκαιο να μην επεμβαίνουν στις υποθέσεις άλλου κράτους, με το να εκπαιδεύσουν, να εξοπλίσουν, να εφοπλίσουν και να χρηματοδοτήσουν τις δυνάμεις των contras και με το να ενθαρρύνουν, να υποστηρίξουν, και να βοηθήσουν τις στρατιωτικές και παραστρατιωτικές κατά το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης, οι Η.Π.Α. παραβίασαν την υποχρέωσή τους, που απέρρεε εκ του εθιμικού διεθνούς δικαίου να μην προσβάλουν την εδαφική κυριαρχία άλλου κράτους όταν κατηύθυνε ή εξουσιοδότησε αεροσκάφη της να πετάξουν επάνω από το έδαφος της Νικαράγουα, κι όταν ναρκοθέτησαν τα εσωτερικά ύδατα και την αιγιαλίτιδα ζώνη της Νικαράγουα.

 

 

ΥΠΟΘΕΣΗ »ΝΙΚΑΡΑΓΟΥΑ κ. Η.Π.Α.» & ΣΥΓΧΡΟΝΟΙ ΚΙΝΔΥΝΟΙ.

 

Η αλήθεια είναι πως η απόφαση Νικαράγουα κ. Η.Π.Α. παραμένει συγκλονιστικά επίκαιρη. Κι αυτό γιατί και το νομικό αυτό κείμενο έχει ως απώτατους στόχους εκείνους που φαίνονται – και πρέπει να είναι – κοινοί και πρωταρχικοί για το δημόσιο διεθνές δίκαιο. Πιο συγκεκριμένα, η απόφαση παρεμβαίνει υπέρ της διεθνούς ειρήνης και ασφάλειας, και κατά της χρήσης βίας μεταξύ κυρίαρχων κρατών. Ακόμη, προσπαθεί να διαφυλάξει την ακεραιότητα των κυρίαρχων κρατών και προωθεί τη διατήρησή της, ενώ καταθέτει και μία ευθεία παρέμβαση υπέρ της ειρηνικής επίλυσης διαφορών μεταξύ των υποκειμένων του διεθνούς δικαίου. Τέλος, τo dictum αυτό του ανωτάτου δικαιοδοτικού οργάνου εκφράζει τις βασικές γενικές αρχές του δημοσίου διεθνούς δικαίου, αυτές, δηλαδή, της αποχής από τη βία και της ειρηνικής συνύπαρξης, μέσα από το σεβασμό των ισότιμων κρατών. Πιο συγκεκριμένα, παρατηρούμε ότι και η απόφαση καταφέρεται εναντίον συγκεκριμένης συμπεριφοράς, εκείνης, δηλαδή, της οικονομικής στήριξης και υλικής ενίσχυσης βίαιων και παρανόμων δραστηριοτήτων, καταθέτοντας έτσι ένα κέλευσμα για την αποφυγή αναλόγων δράσεων, και προκειμένου να επιτευχθεί ο στόχος του κεφαλαίου 7 του Χάρτη των Ην. Εθνών: αυτός της διεθνούς ειρήνης και ασφάλειας. Απλά, με τον κατασταλτικό της χαρακτήρα, η απόφαση έρχεται εκ των υστέρων να στηλιτεύσει και να καταδικάσει βιαιότητες, αποκαθιστώντας τη διεθνή έννομη τάξη η οποία έχει τρωθεί, κι όχι να επιτελέσει συμβουλευτικό ρόλο προλαμβ’ανοντας τυχόν τέτοιες απόπειρες..

 

Από την άλλη, όπως είδαμε και πιο πάνω, αποδοκιμάζονται ρητώς οι πράξεις της επίθεσης και της χρήσης βίας, είτε αυτές κατευθύνονται προς αμάχους, είτε προς την κυριαρχία κάποιου κράτους, και ότι αυτό που γίνεται προσπάθεια να προαχθεί είναι η έννομη τάξη που το δημόσιο διεθνες δίκαιο επιθυμεί να πραγματώνει. Μάλιστα, με τη ολοένα και περισσότερο διογκούμενη απειλή της τρομοκρατίας να επικρεμάται άνωθεν των χωρών του Δυτικού Κόσμου, και με τους υπολοίπους κινδύνους για τη διεθνή ειρήνη και ασφάλεια που αναδύονται διαρκώς, τα μηνύματα της απόφασης αυτής του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης, είναι ξεκάθαρα πιο σύγχρονα από ποτέ.-

* η Κρίκη Λυδία είναι φοιτήτρια Νομικής Σχολής Αθηνών

 

Share This Post

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Captcha * Time limit is exhausted. Please reload the CAPTCHA.