Η τύχη του νεκρού σώματος και των οστών μετά την εκταφή

 

Γράφει η δικηγόρος Μαριάνθη Νούσκαλη

 

   image_10455Δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις συγγενών νεκρών ανθρώπων που έχουν εκδηλώσει κατά καιρούς την επιθυμία να εξουσιάσουν ως κύριοι τα οστά  των τελευταίων συγγενών τους φυλάσσοντάς τα σε ιδιωτικούς χώρους. Άλλοτε προέκυψε το ερώτημα εάν είναι επιτρεπτή η εκταφή, χωρίς άδεια των αρχών, με σκοπό την ιδιωτική έρευνα για τα αίτια θανάτου κάποιου, τα οποία κατά την άποψη των οικείων παρέμεναν αδιευκρίνιστα. Επιπροσθέτως, και ένεκα των νέων οικονομικών δεδομένων που επικρατούν στη χώρα μας προέκυψε ακόμη και το ζήτημα της αφαίρεσης των χρυσών οδόντων του θανόντος με σκοπό την πώληση. Ποια είναι, λοιπόν, η νομική φύση του πτώματος και των οστών μετά την εκταφή; Αποτελούν πράγματα δεκτικά κυριότητας;

   Στο ρωμαϊκό δίκαιο δεν υπήρχαν ειδικές διατάξεις περί κυριότητας επί του πτώματος του ανθρώπου ως πράγματος. Από τους ορισμούς όμως, ότι ο χώρος στον οποίο κατά τον προσήκοντα τρόπο θάπτονταν ο νεκρός και στην έκταση που από αυτόν κατελαμβάνετο, καθίστατο «όσιος» (religionis) και έπαυε να ανήκει στην κυριότητα του τέως κυρίου του, συνάγονταν ότι και ο νεκρός που ενταφιαζόταν στο χώρο αυτό, αποκτούσε την ιδιότητα του res extra commercium (Πανδ. (18) ν. 6 παρ. 4 (11-17), ν. 2 παρ. 5, 40, 41, 44 (18-Ι) ν. 6 πρ. Κωδ. (3-4) δ. 2-4-9-14). Στο νεότερο ελληνικό δίκαιο, οι διατάξεις αυτές αντικαταστάθηκαν από το διάταγμα 18.5.1884 «περί νεκροταφείων και ενταφιασμού» που αναγνωρίζει κυριότητα επί του τάφου και ακολούθως από το αν. ν. 528/68 «περί δημοτικών και κοινοτικών κοιμητηρίων», με τις διατάξεις του οποίου όχι μόνον τα νεκροταφεία (κοιμητήρια) αλλά και οι τάφοι «οικογενειακοί ή ατομικοί», αποτελούν πράγματα εκτός συναλλαγής. Οι διατάξεις πάντως των νόμων αυτών, ως και οι σχετικές του ποινικού κώδικα (άρθ. 201, 365, 368, 426, 443 ΠΚ), είναι ασυμβίβαστες προς την έννοια οποιασδήποτε κυριότητας επί του πτώματος που εξακολουθεί να είναι res religiosa και αποδεικνύουν το σεβασμό και την ευλάβεια προς το σκήνωμα του εκλιπόντος ανθρώπου που δείχνει ο νομοθέτης, με το να θέσει το πτώμα υπεράνω της ιδιωτικής βούλησης. Ορισμένοι ποινικολόγοι δέχονται ότι το προστατευόμενο έννομο αγαθό με τις διατάξεις του Ποινικού δικαίου, είναι το «πτώμα» το οποίο μπορεί να είναι και αντικείμενο κλοπής (Κωστής, Ερμην. Ποιν. Δικ. τόμ. γ` σελ. 49 σημ. 3 έκδ. Β`), το ορθότερο όμως είναι ότι πρόκειται περί συλήσεως πτωμάτων.
Κατά την Αιτιολογική Εκθεση 1929 του Ποινικού Νόμου, άρθρο 336, «η εξύβρισις της μνήμης του τεθνεώτος δεν αποτελεί αδίκημα κατά της τιμής, διότι η προστασία της τιμής ως εννόμου αγαθού καθαρώς προσωπικού λήγει άμα τω θανάτω του φορέως αυτής. Αλλ` ούτε και κατά της τιμής των οικείων του νεκρού απευθύνεται η πράξις….Το δια της πράξεως προσβαλλόμενον έννομον αγαθόν είναι το φυσικόν συναίσθημα της προς την μνήμην των νεκρών ευλαβείας». Ετσι και κατά τους θεωρητικούς του αστικού δικαίου, γίνεται δεκτό ότι το ανθρώπινο πτώμα δεν αποτελεί πράγμα κατά την έννοια του άρθρου 947 ΑΚ και δεν είναι δεκτικό κυριότητας ή άλλου εμπραγμάτου δικαιώματος, αλλά αποτελεί υπόλειμμα της προσωπικότητας του αποβιώσαντος (Βουζίκας: Κληρον. Δικ. παρ. 11, VIII, I και 2, Λιντζερόπουλος: Κληρον. παρ. 68Β, Σούρλας, ΕρμΑΚ εισαγωγή 57- 60 αριθ. 46) ενώ σύμφωνα με άλλη αιτιολόγηση, το πτώμα αποτελεί πράγμα extra commercium και γι` αυτό δεν περιέρχεται στην κυριότητα των κληρονόμων (Βαβούσκος: Εμπράγμ. Δ παρ. 11, Γεωργιάδης: Εμπραγμ. Δ. 7, 112, Μπαλής: ΓενΑρχ παρ. 180, Τούσης: Κληρον. σελ. 43, Λιντζερόπουλος: Κληρ. Δικ. έκδ. Β` τευχ. Α παρ. 68). Αλλά και αν δεν θεωρούνταν το πτώμα σαν εκτός συναλλαγής αντικείμενο, κυριότητα κανένας δεν μπορεί να αποκτήσει σ` αυτό και κανένας δεν μπορεί να διαθέσει το πτώμα του, ούτε και τα μέλη του σώματός του (dominum membrorum suorum nemo videtur Πανδ. 9, 2 νομ. 13). Αυτό θα αποτελούσε κατά το νομοδιδάσκαλο Ν. Δημητρακόπουλο (βλ. Νομικές ενασχολήσεις 1912 τόμ. ΙΙ σελ. 331 επ.), ασύλληπτη σύμπτωση δικαιούχου και υποχρέου, αντίθετη με τις θεμελιώδεις εξ υποκειμένου δικαίου αρχές. Ούτε ως διάθεση μέλλοντος πράγματος δύναται να νοηθεί, διότι τότε θα τελεί υπό την αυτονόητη προϋπόθεση ότι θα αποκτήσει τούτο ο μεταβιβάζων, πράγμα που είναι αδύνατο να συμβεί,
αφού όταν το πράγμα γεννάται, δεν υπάρχει το πρόσωπο, όταν δεν υπάρχει αυτό, λείπει εκείνο. Ουδείς τέλος μπορεί να μεταβιβάσει εν ζωή είτε αιτία θανάτου, ό,τι, ούτε έχει ούτε δύναται να αποκτήσει (Πανδ. 50.17 ν. 120, Παν. 181 ν. 8 πρ.). Για τους ίδιους δε λόγους, ούτε οι κληρονόμοι έχουν δικαίωμα κυριότητας στο πτώμα του κληρονομουμένου και οι εξουσίες τους περιορίζονται μόνο στα θέματα ταφής, όπως οριοθετούνται από το νόμο (α.ν. 445/68, 426, 443 ΠΚ), ενώ λαμβάνεται υπόψη και η βούληση του αποθανόντος, εφόσον αυτή δεν βρίσκεται σε αντίθεση με τα χρηστά ήθη και δεν είναι ασυμβίβαστη με το καθήκον ευλάβειας στη μνήμη του νεκρού (Δημάκος σε ΑΚ Γεωργιάδη – Σταθοπούλου άρθ. 947 αρ. 22). Όπως δε οι ιδιώτες, έτσι και η πολιτεία, δεν έχει δικαίωμα κυριότητας στο πτώμα, αλλά μόνο ασκεί επί των πτωμάτων, ως αντικειμένων υποκειμένων σε «παραφυλακή» religionis interest, δημόσια προστασία, απαγορεύοντας κάθε απρέπεια ή βεβήλωση αυτών (βλ. άνω ποινικές διατάξεις).

  Η νομοθεσία όμως, σύμφωνα με το νεότερο επιστημονικό πνεύμα, κάμφθηκε κατά ένα μέρος και αναγνώρισε το δικαίωμα αφαιρέσεως μελών και οργάνων του πτώματος σύμφωνα με το πνεύμα του ν. 3984/2011 που ρυθμίζει τις «αφαιρέσεις και μεταμοσχεύσεις ανθρωπίνων ιστών και οργάνων». Κατά τις διατάξεις του νόμου αυτού, επιτρέπεται μετά την επέλευση του θανάτου, έστω και αν οι λειτουργίες ορισμένων οργάνων εκτός από τον εγκέφαλο, διατηρούνται με τεχνητά μέσα , η αφαίρεση από το ανθρώπινο σώμα ιστών και οργάνων ή τμημάτων οργάνων, με σκοπό τη μεταμόσχευση για θεραπευτικούς σκοπούς, ακόμη και χωρίς γραπτή ή προφορική δήλωση, περί της βουλήσεως του δότου, εφόσον εν ζωή δεν είχε εκφραστεί ρητώς αντίθετη επιθυμία του (άρθρο 9).

   Εξάλλου, η ιδιότητα του πτώματος διαρκεί μέχρι να αρθεί η συνάφεια μεταξύ των μελών του σώματος του νεκρού, είτε με φυσική επίδραση (σήψη) είτε με άλλη επενέργεια (καύση ή ανατομικό διαμελισμό χωρίς πρόθεση ταφής). Ανακύπτει έτσι το ζήτημα ποια είναι, η νομική τύχη των οστών του πτώματος του νεκρού ανθρώπου. Κατά μία άποψη, τα οστά αυτά, είτε καθένα ξεχωριστά, είτε ως σύνολο, όπως είναι ο σκελετός του νεκρού ή το ταριχευμένο πτώμα (μούμια), είναι κινητά πράγματα μη εξαιρούμενα της συναλλαγής, διότι δεν συνδέονται πλέον με ορισμένη ανθρώπινη προσωπικότητα (βλ. Ν. Δημητρακόπουλο, ό.π., Σούρλας, στην ΕρμΑΚ ό.π., Δημάκος ό.π., Τούσης: Κληρον. Δικ. παρ. 1γ`Σταθόπουλος – Γεωργιάδης: ΑΚ 947 αριθ. 20, Αν. Παπαχρήστου: ΕμπρΔ σελ.3. Κατά την άποψη αυτή, το συναίσθημα σεβασμού προς τους νεκρούς γενικώς, δεν μπορεί να δικαιολογήσει παρόμοια με το πτώμα προστασία και για τα οστά, ως μέρος βαθύτερου θρησκευτικού σεβασμού των οικείων του νεκρού, αφού αυτά ως υπολείμματα του διαλυμένου πτώματος, μικρή μόνο σχέση έχουν με εκείνο, το δε περί σεβασμού και των οστών συναίσθημα είναι καθαρός συναισθηματισμός και ποιητικό νομικό κατασκεύασμα.

   Επομένως τα οστά, κατά την ίδια πάντοτε άποψη, αποτελούν πράγματα κατά την έννοια του άρθρου 947 ΑΚ και μπορούν να αποτελέσουν το περιεχόμενο του εμπράγματου δικαιώματος της κυριότητας (έτσι και ο Οικονομίδης: Στοιχ. Αστ. Κωδ. σελ. 98 σημ. 6, Λιακόπουλος: «Αγόρασις» σελ. 48 κατά τον οποίο τα οστά περιλαμβάνονται στα λοιπά πράγματα και υποβάλλονται «εις αγόρασιν»).

   Κατά την ορθότερη όμως άποψη, η οποία νομολογήθηκε με την υπ΄αριθμ. 5316/1990 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η παραπάνω άποψη μπορεί να ευσταθήσει, μόνο προκειμένου περί οστών αγνώστων νεκρών, που είτε λόγω παρόδου μεγάλου χρόνου από την ταφή τους, είτε λόγω των ειδικών συνθηκών κάτω από τις οποίες ετάφησαν, είτε λόγω μη υπάρξεως συγγενών να επιμεληθούν την εκταφή τους, δεν είναι δυνατό να εξακριβωθεί σε ποιο πρόσωπο ανήκαν. Αυτά τα οστά, έχουν αποσυνδεθεί πλέον από τη μνήμη κάποιου συγκεκριμένου νεκρού ή και των συγγενών του, όπως συμβαίνει για οστά που ανευρίσκονται σε εκσκαφές οικοπέδων ή ανασκαφές αρχαιολογικών χώρων ή και κατά τις εκταφές που γίνονται από τα όργανα του νεκροταφείων για απελευθέρωση χώρων ταφής, λόγω αδιαφορίας των συγγενών των νεκρών να επιμεληθούν την εκταφή τους και αποθηκεύονται ακολούθως σε κοινά χωνευτήρια. Αντίθετα όμως, για τα οστά γνωστών νεκρών, που εξακολουθούν να συνδέονται και μετά τη σήψη του πτώματος, με τη μνήμη της προσωπικότητας συγκεκριμένου νεκρού, την εκταφή του οποίου επιμελούνται, συνήθως οι ενεργήσαντες και την ταφή συγγενείς, που μετά την πλύση των εκταφιαζόμενων οστών, τα θέτουν σε ειδικά μεταλλικά ή ξύλινα κιβώτια, που με την φωτογραφία του νεκρού πάνω σ` αυτά, τοποθετούνται ακολούθως σε ειδικά διαμορφωμένους νεκροθαλάμους των νεκροταφείων, όπου αντί ετησίως καταβαλλομένου τέλους (μισθώματος), φυλάσσονται και προσέρχονται οι συγγενείς κατά τις ημέρες αποτίσεως τιμής στους νεκρούς (ψυχοσάββατα κ.λ.π.) και προσεύχονται για την σωτηρία της ψυχής τους, ενόψει και των θρησκευτικών δοξασιών περί δευτέρας παρουσίας και αναστάσεως των νεκρών, δεν μπορεί να γίνει δεκτό, ότι πρέπει να έχουν άλλη νομική σημασία από το πτώμα του νεκρού.
Επομένως για την ταυτότητα του νομικού λόγου, πρέπει να θεωρηθούν και αυτά ότι, επί όσο διάστημα ο χρόνος δεν κατέλυσε τη σύνδεσή τους με τη μνήμη συγκεκριμένου ανθρώπου, αποτελούν πράγματα extra commercium.

Share This Post

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Captcha * Time limit is exhausted. Please reload the CAPTCHA.