Η Συνταγματική υποχρέωση έγκρισης ή μη του μνημονίου από την κυπριακή βουλή

article-0-18C3C480000005DC-292_964x710γράφει ο Δελημάτσης Κωνσταντίνος

Τον τελευταίο καιρό βρισκόμαστε ενώπιων μιας πρωτοφανούς κατάστασης για τα κυπριακά δεδομένα . Στα πλαίσια αυτής της κατάστασης έχει αναπτυχτεί μια φιλολογία, περί της συνταγματικής υποχρέωσης η οποιαδήποτε υπογραφή μνημονίου[1] να περάσει δια μέσου βουλής[2]. Την άποψη αυτή ήρθε να ενισχύσει και η γνωμάτευση του Γεν. Εισαγγελέα για την αναγκαιότητα  έγκρισης του μνημονίου από την βουλή, πριν την υπογραφή του.

Η γνωμάτευση επικαλείται το άρθρο 169 του συντάγματος η συμφωνία, στην παράγραφο (2) του οποίου αναφέρεται: «Η διαπραγμάτευσης πάσης ετέρας συνθήκης, συμβάσεων ή διεθνούς συμφωνίας ως και ή υπογραφή αυτών γίνεται κατόπιν αποφάσεως του Υπουργικού Συμβουλίου, δεν τίθενται όμως εν ισχύ και δεν δεσμεύουσι την Δημοκρατίαν, ειμή εφ’ όσον κυρωθώσι διά νόμου ψηφιζόμενου υπό της Βουλής των Αντιπροσώπων, ότε και συνομολογούνται».

Το σκεπτικό του Γενικού Εισαγγελέα στην γνωμάτευσή του είναι πως το Μνημόνιο εμπίπτει στο ως άνω άρθρο του Συντάγματος αφού δεν πρόκειται μόνο για μια οικονομική συμφωνία αλλά ένα πλαίσιο στο οποίο περιέχονται θέματα που επηρεάζουν, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, την εθνική κυριαρχία αλλά και ζητήματα εκποιήσεως κρατικής περιουσίας.

Χωρις να εχω διαβασει την συγκεκριμενη γνωματευση ,οφειλω να ομολογησω ότι η αποψη αυτή με βρισκει καθετα αντιθετο για μια σειρα από λογους που θα εξηγησω παρακατω , αφου κανω μια μικρη ιστορικη αναδρομη .

Το 1985 η Βουλή ψήφισε τον «περί της Ασκήσεως Ορισμένων Δημοσιονομικών Εξουσιών της Βουλής Νόμο»,  ο οποίος προέβλεπε την υποχρέωση της Κυβερνήσεως σε περίπτωση σύναψης δανείου , για ποσό που υπερέβαινε το ένα εκατομμύριο λίρες , να λάβει την έγκριση της Βουλής.

Ο τότε πρόεδρος της Δημοκρατιας στις 28 Ιουνίου 1985 ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας καταχώρησε, δυνάμει του ΄Αρθρου 140 του Συντάγματος,  Αναφορά[3] στο Ανώτατο Δικαστήριο για Γνωμάτευση «κατά πόσον ο περί της Ασκήσεως Ορισμένων Δημοσιονομικών Εξουσιών της Βουλής Νόμος του 1985* βρίσκεται σε αντίθεση ή είναι ασύμφωνος με τις διατάξεις των άρθρων 46, 54, 61, 81, 166, 167, 168 και 179 του Συντάγματος». Η επιχειρηματολογία του προέδρου στηρίχτηκε στο ότι τα συγκεκριμένα άρθρα  καθιδρύουν αποκλειστική εξουσία της εκτελεστικής εξουσίας εν σχέση με θέματα δανείων εγγυήσεων και παρομοίων νομικών υποχρεώσεων της Κυβερνήσεως.

Αποφασίστηκε  (1)  Η Βουλή των Αντιπροσώπων δύναται του ΄Αρθρου 61 του Συντάγματος να ασκεί την Νομοθετική της εξουσία όχι μόνον εν σχέσει με θέματα γενικής φύσεως αλλά και εν σχέσει με θέματα ειδικής φύσεως όπως είναι τα δάνεια οι εγγυήσεις και οι παρόμοιες νομικές υποχρεώσεις της Κυβερνήσεως, που καθορίζονται από τα εδάφια 2 και 3 του υπό κρίση νόμου[4].

(2) Τα άρθρα 46, 54, 81, 166, 167 και 168 του Συντάγματος δεν καθιδρύουν αποκλειστική αρμοδιότητα της εκτελεστικής εξουσίας αναφορικά με τα θέματα δανείων, εγγυήσεων και των παρομοίων νομικών υποχρεώσεων της Κυβερνήσεως, που καθορίζονται από τα άνω εδάφια του υπό κρίση νόμου.

(3) Επομένως ο υπό κρίση νόμος δεν ευρίσκεται σε αντίθεση ούτε και είναι ασύμφωνος με τα ΄Αρθρα 61, 46, 54, 81, 166, 167, 168 και κατ’ επέκταση με το ΄Αρθρον 179 του Συντάγματος[5].

Από τότε η κυπριακή Δημοκρατία πέρασε διάφορα σταδία μέχρι  την 1η Μαΐου του 2004 όταν εντάχθηκε στην ΕΕ, στα πλαίσια της ένταξης η πρώτη υποχρέωση που δημιουργήθηκε ήταν η υιοθέτηση του Ευρώ , η οποία ήταν αναγκαστική και για τις δέκα νέες χώρες που εντάχτηκαν , μαζί με την κυπριακή δημοκρατία στην ευρωπαϊκή οικογένεια.

Περαιτέρω ως Απόρροια των υποχρεώσεων λόγο της ένταξης μας, η βουλή ψήφισε τον Περί της πέμπτης τροποποίησης νόμο 127(Ι)/2006 ο οποίος τροποποιούσε τα Άρθρα  1,11,140,169,179 . Για τους σκοπούς του Άρθρου, μόνο τα Άρθρα 1,169,179 θα μας απασχολήσουν .

Το Άρθρο 1 με την προσθήκη του 1Α τροποποιείται ως ακολούθως.

«Ουδεμία διάταξη του Συντάγματος θεωρείται ότι ακυρώνει νόμους που θεσπίζονται, πράξεις που διενεργούνται ή μέτρα που λαμβάνονται από τη Δημοκρατία τα οποία καθίστανται αναγκαία από τις υποχρεώσεις της ως κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης ούτε εμποδίζει Κανονισμούς, Οδηγίες ή άλλες πράξεις ή δεσμευτικά μέτρα νομοθετικού χαρακτήρα που θεσπίζονται από την Ευρωπαϊκή Ένωση ή από τις Ευρωπαϊκές Κοινότητες ή από τα θεσμικά τους όργανα ή από τα αρμόδιά τους σώματα στη βάση των συνθηκών που ιδρύουν τις Ευρωπαϊκές Κοινότητες ή την Ευρωπαϊκή Ένωση από του να έχουν νομική ισχύ στη Δημοκρατία

Ως πράξη «νομοθετικού χαρακτήρα» θα πρέπει να θεωρήσουμε οιαδήποτε πράξη τον θεσμικών οργάνων εισάγει νέο κανόνα δικαίου , ανεξάρτητα δηλαδή εάν έχει γνωρίσματα , «τυπικής» ή «ουσιαστικής» νομοθετικής πράξης  , και θα πρέπει να οδηγηθούμε σε αυτό το συμπέρασμα εξαιτίας του λεκτικού που χρησιμοποιεί ο νομοθέτης , αφου εάν σκόπευε να αποκλείσει τις «ουσιαστικές» πράξεις νομοθετικού χαρακτήρα  αυτό θα το κατέγραφε στο κείμενο. Έτσι λοιπόν οδηγούμαστε στο παραπάνω συμπέρασμα, ακολουθώντας την γενικότερη αρχή ερμηνείας των νόμων, σύμφωνα με την οποία δεν εισάγουμε περιορισμό ο οποίος δεν αναφέρεται στο κείμενο.

Το άρθρο 169 του Συντάγματος τροποποιείται με την προσθήκη, αμέσως μετά την παράγραφο 3 αυτού, της ακόλουθης νέας παραγράφου 4:

«4. Η Δημοκρατία δύναται να ασκεί κάθε της επιλογή και διακριτική ευχέρεια που προβλέπεται στις Συνθήκες περί Ιδρύσεως των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και στη Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση και σε οποιεσδήποτε συνθήκες τροποποιούν ή αντικαθιστούν αυτές και η Δημοκρατία συνομολογεί.».

Το άρθρο 179 του Συντάγματος τροποποιείται ως ακολούθως:

(α) Με τη διαγραφή στην παράγραφο 1 αυτού της λέξης «Το» και την αντικατάστασή της με τη φράση «Τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 1Α, το»· και (β) με την προσθήκη στην παράγραφο 2 αυτού, αμέσως μετά τις λέξεις «του Συντάγματος» (έκτη γραμμή), της φράσης «ή προς οποιαδήποτε υποχρέωση επιβάλλεται στη Δημοκρατία ως αποτέλεσμα της συμμετοχής της ως κράτους μέλους στην Ευρωπαϊκή Ένωση».

Συνοψίζοντας λοιπόν όλα τα παραπάνω βλέπουμε ότι η συμμετοχή μας στο ευρώ είναι υποχρεωτική ,άρα η φιλολογία περί εξόδου από το ευρώ κατά την αποψη μου είναι ανεδαφική, το δεύτερο είναι ότι με βάση το Άρθρο 169 η δημοκρατία έχει διακριτική ευχέρεια να συμμετέχει στην τροποποίηση των συνθηκών, και τρίτο το Άρθρο 179 που καθιέρωνε την υπεροχή του συντάγματος , μετά την τροποποίηση δημιουργεί επιφύλαξη υπέρ του Άρθρου 1Α ,το οποίο και καθιερώνει την υπεροχή του κοινοτικού κανόνα  έναντι του Συντάγματος στα πλαίσια του  Lex specialis derogat Lex generalis.

Αυτό λοιπόν που θα πρέπει να ερευνηθεί είναι εάν η υπογραφή του μνημονίου μπορεί να θεωρηθεί ή όχι υποχρέωση πηγάζουσα από την ένταξη μας στην ΕΕ, και το δεύτερο εάν ο ΕΜΣ[6], θεωρείτε ή όχι Θεσμικό όργανο της Ένωσης, ούτος ώστε να μπορέσουμε να καταλήξουμε στο συμπέρασμα εάν για την υπογραφή του μνημονίου χρειάζεται ή όχι η έγκριση της Βουλής.

Όσον αφορά το πρώτο ζήτημα όπως είδαμε και παραπάνω η ένταξη μας στην ευρωζώνη ήταν υποχρεωτική και άρα οι απορρέουσες από την συμμετοχή αυτή υποχρεώσεις δεδομένες , σκεπτικό το οποίο ακολουθήθηκε από το ΔΕΕ στη σχετικά πρόσφατη απόφαση Thomas princle V. Ireland[7] επί των προδικαστικών ερωτημάτων που τέθηκαν ενώπιων του, με το δεύτερο εξ αυτών να έχει ως αντικείμενο, το εάν και κατά ποσό νοουμένου ότι οι σκοποί του ΕΜΣ (σύμφωνα με την επιχειρηματολογία του Αναιρεσείοντος) καταστρατηγούν θεμελιώδεις διατάξεις και σκοπούς της ένωσης, έχει κράτος μέλος νόμισμα του οποίου είναι το ευρώ, το δικαίωμα να συνάψει και επικυρώσει διεθνή συμφωνία όπως η Συνθήκη ΕΜΣ;

Το ΔΕΕ απεφάνθη Συγκεκριμένα, δυνάμει των άρθρων 3 και 12, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΜΣ, σκοπός του ΕΜΣ  είναι η διατήρηση της σταθερότητας  η κάλυψη των αναγκών χρηματοδότησης των μελών του ΕΜΣ, ήτοι των κρατών μελών με νόμισμα το ευρώ που αντιμετωπίζουν ή απειλούνται από σοβαρά προβλήματα χρηματοδότησης, εφόσον αυτή είναι απαραίτητη για τη διαφύλαξη της χρηματοοικονομικής σταθερότητας της ζώνης του ευρώ στο σύνολό της καθώς και των κρατών μελών της[8].

Στην ίδια απόφαση το ΔΕΕ αναφέρει ότι η συμμετοχή των θεσμικών οργάνων της ένωσης[9] στον ΕΜΣ, είναι απολύτως θεμιτή και σκοπό έχει τη διασφάλιση της χρηματοοικονομικής σταθερότητας της ζώνης του ευρώ στο σύνολό της. Με την εμπλοκή της στη Συνθήκη ΕΜΣ, η Επιτροπή προάγει το κοινό συμφέρον της Ένωσης. Εξάλλου, τα καθήκοντα που ανατίθενται στην Επιτροπή από τη Συνθήκη ΕΜΣ της επιτρέπουν, όπως προβλέπει το άρθρο 13, παράγραφοι 3 και 4, της Συνθήκης αυτής, να μεριμνά για τη συμβατότητα με το δίκαιο της Ένωσης των μνημονίων κατανόησης που συνάπτονται από τον ΕΜΣ[10]. Περαιτέρω ο ΕΜΣ σύμφωνα με την σκέψη δικαστηρίου σε διαφορά που προκύπτει μεταξύ κράτους μέλους και του ιδίου ως αντίδικου θα πρέπει να θεωρείτε ως κράτος μέλος[11].

Σε αυτό το σημείο χρήσιμο είναι να τονίσουμε ότι ο ΕΜΣ έχει δημιουργηθεί με Διεθνή Συμφωνία η οποία συνήφθη μεταξύ των κρατών μελών (μεταξύ αυτών και η Κύπρος) που απαρτίζουν στην ευρωζώνη με βάση την Απόφαση του Συμβούλιου 2011/99 , άρα το επόμενο που πρέπει να εξεταστεί είναι εάν μπορεί να θεωρηθεί ή όχι ως θεσμικό όργανο της ΕΕ , και άρα οι οποιεσδήποτε αποφάσεις που λαμβάνονται στο πλαίσιο του ,λαμβάνοντας υπόψη τα όσα αναφέρει το Άρθρο 179  του Συντάγματος που δημιουργεί επιφύλαξη υπέρ του Άρθρου 1Α , θα πρέπει να διαφεύγουν του έλεγχου της βουλής ως αποφάσεις που λαμβάνονται στα πλαίσια των υποχρεώσεων που έχουμε αναλαβει λόγο της συμμετοχής μας στη ΕΕ, η εάν ο ΕΜΣ δεν μπορεί να θεωρηθεί θεσμικό όργανο της ΕΕ θα πρέπει να υπόκεινται στον έλεγχο της Βουλής όπως οιαδήποτε άλλη Διεθνής συνθήκη με βάση το Άρθρο 169.2 του Συντάγματος.

Καταληκτικά  σύμφωνα με το ΔΕΕ και με όσα έχουμε παραθέσει πιο πάνω ,ο ΕΜΣ θα πρέπει να θεωρηθεί ότι έχει θεσμικό χαρακτήρα ο οποίος του έχει δοθεί  από την ίδια την ΣΛΕΕ από τις σχετικές με την ευρωζώνη διατάξεις[12] με την απόφαση του Συμβουλίου 2011/99 η οποία προέβει στην τροποποίηση του Άρθρου 136 με την προσθήκη του Άρθρου 136.3 της ΣΛΕΕ  , και η συμμετοχή των Θεσμικών οργάνων της ένωσης σε αυτόν , σκοπό έχει την τήρηση του Δικαίου και την διασφάλιση των σκοπών της ένωσης, για αυτόν τον λόγο οι πράξεις του υπόκεινται απευθείας στον Δικαστικό έλεγχο του ΔΕΕ.

Θεωρούμαι λοιπόν ότι η υπογραφή του μνημονίου , δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να θεωρηθεί ότι υπόκειται στον έλεγχο της βουλής στα πλαίσια του Άρθρου 169.2, αφου κάτι τέτοιο θα ήταν παράλογο νοουμένου ότι η βουλή δεν έγκρινε την διεθνή συνθήκη μεταξύ των κρατών μελών της ευρωζώνης  που δημιούργησε τον ΕΜΣ , και η οποία ήταν απότοκο της αποφάσεως 2011/99 του Συμβουλίου .

Σύμφωνα με όσα παραθέσαμε  παραπάνω λοιπόν θεωρούμαι ότι σε καμία περιπτώσει , η υπογραφή μνημονίου μεταξύ ΕΜΣ και κυπριακής Δημοκρατιας , δεν μπορεί να υπόκειται στον έλεγχο της Βουλής.

*ο Δελημάτσης Κωνσταντίνος είναι φοιτητής νομικής στο πανεπιστήμιο Λευκωσίας της Κύπρου



[1] Περίληψη του Κυπριακού μνημονίου μπορείται να δείται στην ηλ. Δνση http://thesecretrealtruth.blogspot.com/2012/09/blog-post_1575.html

[2] Σήμερα 13/5/2013 τελικώς κατατέθηκε προς έγκριση το μνημόνιο στην Κυπριακή βουλή από το Υπουργείο Οικονομικών

[3] (1985) 3C C.L.R 2127

[4] Ο  περί της Ασκήσεως Ορισμένων Δημοσιονομικών Εξουσιών της Βουλής Νόμος του 1985

[5] (1985) 3C C.L.R 2127 Σελ.2128-2129

[6] Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Στήριξης

[7] Thomas princle v. Ireland C-370/12 ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (ολομέλεια) της 27ης Νοεμβρίου 2012

[8] Σκ.96 C-370/12

[9] Επιτροπή και ΕΚΤ

[10] Σκ.164

[11] Σκ.175

[12] Κεφάλαιο 4 Άρθρα 136-138

 

 

Share This Post

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Captcha * Time limit is exhausted. Please reload the CAPTCHA.