Η σύμβαση εντολής υπό το πρίσμα του ρωμαϊκού δικαίου: για να μη λησμονούμε το παρελθόν της νομικής επιστήμης

Γράφει η Ελένη ΚλουκινιώτηCorpus_Iuris_Civilis_02_

Εάν ο σύγχρονος κόσμος οφείλει στην αρχαία Ελλάδα την τέχνη, τη φιλοσοφία, και το δράμα, στη Ρώμη χρωστά το δίκαιο. Αδιαμφισβήτητα, οι Έλληνες προβληματίστηκαν γύρω από την έννοια του νόμου και τη θέση του στην κοινωνία. Ο Πλάτωνας προσωποποιεί τους νόμους, οι οποίοι συνομιλώντας με τον Σωκράτη αναζητούν το δίκαιο και το άδικο, ενώ ο Αριστοτέλης σημειώνει στα Πολιτικά, ότι ο άνθρωπος είναι το χειρότερο απ’ όλα τα ζώα, όταν ζει χωρίς νόμους και σύστημα απονομής δικαιοσύνης. Ωστόσο, ο στοχασμός και ο προβληματισμός των Ελλήνων φιλοσόφων φαίνεται να μη βρήκε ανταπόκριση στη νομική πρακτική. Αντίθετα, οι Ρωμαίοι κατάφεραν να σαρκώσουν τα διδάγματα της ελληνικής φιλοσοφίας σε ρυθμιστικούς κανόνες του καθημερινού έννομου βίου. Οι Ρωμαίοι έγιναν κατ’ επάγγελμα νομικοί, θέσπισαν κανόνες δικαίου και χρησιμοποίησαν νομική επιχειρηματολογία. Μάλιστα η νομική τους σκέψη, όπως μας διασώζεται σήμερα χάρη στην ιουστινιάνεια κωδικοποίηση, έχει καταφέρει να παραμείνει αναλλοίωτη στο χρόνο, επηρεάζοντας τα νομικά συστήματα παγκοσμίως, και κυρίως αυτά της ηπειρωτικής Ευρώπης ειδικότερα, με χαρακτηριστικό παράδειγμα την Ελλάδα, όπου από τη γέννηση του ελληνικού κράτους μέχρι την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα ίσχυε -με τροποποιήσεις βέβαια- το βυζαντινορωμαϊκό  δίκαιο. Η επίδραση του ρωμαϊκού δικαίου, δε φαίνεται να σταματά με την εισαγωγή του ελληνικού Αστικού Κώδικα. Τουναντίον, έχοντας γίνει κτήμα των συντακτών του αποτέλεσε το πνεύμα στο σώμα των σύγχρονων διατάξεων.  Μάλιστα πολλές διατάξεις του εμπράγματου και του ενοχικού δικαίου διασχίζουν αναλλοίωτες τους αιώνες και απαντώνται σχεδόν αυτούσιες στις σύγχρονες διατάξεις του ελληνικού Αστικού Κώδικα. Ας εξετάσουμε, εν προκειμένω, τη σχέση εντολής χρησιμοποιώντας την ως παράδειγμα για να αποδείξουμε την επιρροή της ρωμαϊκής νομικής σκέψης στη σύγχρονη ελληνική νομοθεσία.

Ξεκινώντας το ταξίδι μας από το παρελθόν κρίνεται δογματικά πληρέστερο να παρουσιάσουμε την εντολή, όπως την εφήρμοσαν οι ρωμαίοι νομικοί και όπως τη γνώρισε ο σύγχρονος κόσμος μέσω της ιουστινιάνειας κωδικοποίησης.

Η εντολή είναι μια σύμβαση, στην οποία ένα πρόσωπο, που ορίζεται ως εντολοδόχος (mandatarius), υπόσχεται να πράξει ή να δώσει κάτι, χωρίς αμοιβή, κατόπιν απαίτησης ενός άλλου προσώπου του εντολέα (mandator), ο οποίος από τη μεριά, του αναλαμβάνει την υποχρέωση να τον διαφυλάξει από κάθε ζημία. Η εντολή ως σύμβαση είναι αξιοσημείωτη λόγω της χαριστικής της φύσης. Όπως προκύπτει ήδη από τον ορισμό της η εντολή δεν περιελάμβανε κάποια αμοιβή για τον εντολοδόχο. Μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις, όταν αυτή η χαριστική φύση της εντολής φάνταζε ανυπέρβλητη δυσκολία, μπορούσε να αναγνωριστεί η δόση ενός ποσού, χωρίς όμως αυτό να είναι ιδωμένο αυστηρά ως πληρωμή για την εκτέλεση της εντολής.

Ας εμβαθύνουμε, όμως, στις υποχρεώσεις και στα δικαιώματα του εντολοδόχου, όπως αυτά παρουσιάζονταν στον Πανδέκτη, για να αναζητήσουμε αργότερα ομοιότητες και αποκλίσεις από το σύγχρονο δίκαιο. Αρχικά, ο εντολοδόχος, από τη στιγμή που θα αναλάμβανε την εντολή ήταν υποχρεωμένος να την εκπληρώσει. Βέβαια, έχει πάντα το δικαίωμα να την απορρίψει. Για τη διευκόλυνση του εντολοδόχου η ανάληψη τις εντολής συνοδευόταν και από κάποιες δυνατότητες προς όφελός του. Επομένως, ένα άτομο, που έχει αναλάβει δωρεάν την εντολή  δεσμευόταν να την εκτελέσει μόνο, εάν έχει τα κατάλληλα μέσα.

Στη συνέχεια παρατηρούμε, ότι η εντολή έπρεπε να εκτελεστεί, όπως δόθηκε. Με άλλα λόγια, ο εντολοδόχος ήταν υποχρεωμένος να εκτελέσει την εντολή, όπως του προτάθηκε, κάνοντας μόνο όσα του ζητήθηκαν. Για την εκπλήρωση της εντολής δεν έπρεπε να υπάρξει υπέρβαση των ορίων της. Χρησιμοποιώντας ένα παράδειγμα από τη νομοθεσία γίνεται πιο εύληπτη η κατανόηση των ορίων της. Εάν  λοιπόν, κάποιος δώσει εντολή σε κάποιον άλλο να διαθέσει ένα ποσό, που δε θα υπερβαίνει τα 100 aurei για να αγοράσει ένα κτήμα, καθίσταται σαφές, ότι ο εντολοδόχος οφείλει να αγοράσει οποιοδήποτε κτήμα θεωρήσει κατάλληλο, αρκεί να κοστίζει μέχρι και 100 aurei. Αντίθετα, εάν αγοράσει ένα κτήμα, του οποίου η τιμή θα υπερβαίνει τα 100, τότε θα είναι υπόλογος για την αγωγή της εντολής εναντίον του.

Επιπρόσθετα, ο εντολοδόχος όφειλε να εκτελέσει την εντολή τίμια και με τόση φροντίδα όση ένας καλός και συνετός paterfamilias. Η εντολή προκύπτουσα, αρχικά, ως σχέση μεταξύ δύο φίλων έπρεπε να εκτελεστεί με επιμέλεια και σύνεση, χωρίς αυτό να σημαίνει, ότι η απαιτούμενη φροντίδα άγγιζε τα άκρα όρια της. Για τον λόγο αυτό, άλλωστε, ο Μοδεστίνος σημειώνει, ότι ο εντολοδόχος ευθύνεται μόνο για δόλο και όχι για αμέλεια. Εξάλλου, θα ήταν ιδιαίτερα αυστηρή η θεσμοθέτηση ευθύνης και ως προς την αμέλεια στα πλαίσια μιας χαριστικής δικαιοπραξίας, ειδικά όταν ο εντολοδόχος δεν είχε τίποτα να κερδίσει. Επομένως, μόνο η δόλια συμπεριφορά φαντάζει κατακριτέα στα μάτια των Ρωμαίων, που θεωρούσαν ότι, ο εντολοδόχος έχει ενεργήσει με δόλο, όταν αρνείται να αποδώσει στον εντολέα οτιδήποτε έχει κερδίσει χάριν της εντολής και κείτεται στα πλαίσια των δυνατοτήτων του να αποδώσει.

Στα πλαίσια της ίδιας λογικής κινούνται οι υποχρεώσεις και τα καθήκοντα του εντολέα. Σύμφωνα με τις διατάξεις του Πανδέκτη, ο εντολέας όφειλε να πληρώσει στον εντολοδόχο οτιδήποτε ο δεύτερος είχε ξοδέψει για να μπορέσει να εκτελέσει την εντολή. Αυτή η υποχρέωση περιελάμβανε μάλιστα και προσωπικά έξοδα, όπως τα έξοδα ταξιδιού. Ειδικότερα, ο εντολέας όφειλε να εξετάσει, ότι ο εντολοδόχος δεν υπέστη καμία ζημία από την εκτέλεση της εντολής και εάν υπέστη όφειλε να τον αποζημιώσει. Βέβαια, αυτή η υποχρέωση προϋπέθετε την ορθή εκτέλεση της εντολής.

Επιστρέφοντας στο παρόν, καταφεύγουμε στα άρθρα ΑΚ 713 και επόμενα, όπου περιγράφεται η έννομη σχέση της εντολής. Ειδικότερα, ορίζεται, ότι με τη σύμβαση της εντολής ο εντολοδόχος έχει υποχρέωση να διεξαγάγει χωρίς αμοιβή την υπόθεση, που του ανέθεσε ο εντολέας. Αδιαμφισβήτητα, ο σύγχρονος ορισμός της εντολής ταυτίζεται απόλυτα με τον ορισμό, που απαντάται στο ρωμαϊκό δίκαιο. Και οι δυο ενοχικές συμβάσεις, παρόλο που διαφοροποιούνται χωρικά και χρονικά, ταυτίζονται στα κύρια σημεία τους, που είναι πρώτον η διεξαγωγή μιας υπόθεσης από τον εντολοδόχο και δεύτερον η έλλειψη αμοιβής του. Όπως τότε έτσι και τώρα, χαρακτηριστικό γνώρισμα της εντολής είναι το άμισθο, η μη δηλαδή λήψη ανταλλάγματος για τη διεξαγωγή της. Σε περίπτωση, που συμφωνηθεί αμοιβή δε μπορούμε να κάνουμε λόγο για εντολή, αλλά για σύμβαση έργου ή εργασίας κτλ. Ωστόσο, όπως εύστοχα διευκρινιζόταν από τους ρωμαίους νομικούς, έτσι διατυπώνεται και από τους αντίστοιχους έλληνες, ότι η καταβολή κάποιου ορισμένου φιλοδωρήματος δεν αίρει το χαρακτήρα της εντολής.

Ας εξετάσουμε αναλυτικότερα τις υποχρεώσεις, που απορρέουν από τη σύμβαση της εντολής.

Κύρια υποχρέωση του εντολοδόχου είναι να διεξαγάγει την υπόθεση, που του ανατέθηκε. Όπως στο ρωμαϊκό έτσι και στο σύγχρονο δίκαιο, φαίνεται, πως παραμένει ως κύρια αποστολή του εντολοδόχου η εκπλήρωση της εντολής. Ο εντολοδόχος, όπως σημειώνεται και στην ΑΚ 715 οφείλει να εκπληρώσει την εντολή αυτοπρόσωπα έχοντας βέβαια τη δυνατότητα να χρησιμοποιήσει βοηθούς εκπλήρωσης. Υποκατάσταση δηλαδή, άλλου για την εκτέλεση της εντολής κατ’ αρχήν απαγορεύεται με εξαίρεση τις δύο περιπτώσεις του άρθρου ΑΚ 715, εάν δηλαδή εξαναγκαστεί από τις περιστάσεις ή εάν η υποκατάσταση συνηθίζεται.

Σε δεύτερο στάδιο, συναντάμε την υποχρέωση του εντολοδόχου να εκτελέσει την εντολή, όπως του δόθηκε. Η αρνητική ανάγνωση του άρθρου 717 μας υποδεικνύει, ότι ο εντολοδόχος οφείλει να μην παρεκκλίνει από τα όρια της εντολής. Οφείλει να ολοκληρώσει την υπόθεση, που του δόθηκε, ακολουθώντας τις υποδείξεις του εντολέα, εκτός εάν βέβαια αδυνατεί να τον ειδοποιήσει και συγχρόνως είναι φανερό, ότι ο εντολέας θα το είχε επιτρέψει, εάν γνώριζε τα περιστατικά, που προκάλεσαν την παρέκκλιση.

Ακολουθώντας τη ρωμαϊκή νομική σκέψη, οι συντάκτες του ελληνικού Αστικού Κώδικα απαιτούν η εκτέλεση της εντολής να γίνει τίμια και μέσα στα όρια της καλής πίστης. Με τον όρο αυτό, εννοούμε συνήθως ένα ελάχιστο μέτρο αμοιβαίου σεβασμού, εντιμότητας και ευπρέπειας, που πρέπει να διακρίνει την εκτέλεση της εντολής. Αυτό που εμείς σήμερα οριοθετούμε ως συμπεριφορά του μέσου συνετού και χρηστού ατόμου οι Ρωμαίοι το προσδιόριζαν ως  τη συμπεριφορά του συνετού και καλού paterfamilias. Η διαφοροποίηση με το δικό μας δίκαιο έγκειται στο γεγονός, ότι εμείς ορίζουμε στην ΑΚ 714, πως ο εντολοδόχος ευθύνεται για κάθε πταίσμα. Εν προκειμένω, παρατηρούμε, ότι ο εντολοδόχος ευθύνεται όχι με το μειωμένο βαθμό επιμέλειας των λοιπών χαριστικών συμβάσεων (για δόλο ή βαριά αμέλεια), αλλά και για ελαφρά αμέλεια. Αντίθετα, το ρωμαϊκό δίκαιο απαιτούσε δόλο για να στοιχειοθετηθεί η ευθύνη του εντολοδόχου.

Αναφορικά με τις υποχρεώσεις του εντολέα οφείλουμε να σημειώσουμε, ότι αυτές βαίνουν παράλληλα με τις υποχρεώσεις που θεσπίζονταν και στο ρωμαϊκό δίκαιο. Κατά την ΑΚ 722, ο εντολέας οφείλει να αποδώσει στον εντολοδόχο οτιδήποτε αυτός δαπάνησε για την κανονική εκτέλεση της εντολής. Ειδικότερα, κατά την ΑΚ 723 ο εντολέας οφείλει να ανορθώσει κάθε ζημία, που ο εντολοδόχος έπαθε χωρίς πταίσμα του κατά την εκτέλεση της εντολής.

Γενικά, καθίσταται εναργές, ότι περισσότερες ομοιότητες παρά διαφορές μπορεί να εντοπίσει κανείς ανάμεσα στα δύο δίκαια. Έτσι, το ρωμαϊκό και βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο αναδεικνύεται ως εγγενές μέρος της νομικής μας παράδοσης και ως γόνιμο έδαφος νομικού προβληματισμού, για τη θεμελίωση της σύγχρονης νομικής σκέψης.

 ============================================

* η Κλουκινιώτη Ελένη είναι τριτοετής φοιτήτρια της Νομικής Σχολής Αθηνών

=============================================

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  1. 1.      Ενοχικό Δίκαιο – Γενικό μέρος, Απόστολος Σ. Γεωργιάδης, εκδόσεις Σάκκουλα.
  2. 2.      Ενοχικό Δίκαιο – Ειδικό Μέρος, Ι. Σ. Σπυριδάκης, εκδόσεις Αντ.Ν.Σάκκουλα.
  3. 3.      Ιστορία Δικαίου, Σ. Τρωιανός – Ι. Βελισσαροπούλου-Καράκωστα, εκδόσεις Νομική Βιβλιοθήκη.
  4. 4.      Το ρωμαϊκό και βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο στη νομολογία των τελευταίων χρόνων,  Athina Dimopoulou, www.academia.edu.
  5. 5.      A systematic and historical exposition of Roman law in the order of a code, William Alexander Hunter 1885, http://books.google.gr.

 

 

 

Share This Post

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Captcha * Time limit is exhausted. Please reload the CAPTCHA.