Η συμπληρωματικότητα στο Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο: οι περιπτώσεις του Σουδάν και της Λιβύης

γράφει η  Ασπασία  Χαλκιαδάκη618978

ΕΙΣΑΓΩΓΗ: Η ανάγκη για ένα μόνιμο Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο

Το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο[1] ιδρύθηκε στις 17 Ιουλίου 1998, με την υιοθέτηση του Καταστατικού[2] της Ρώμης κατά τη διάρκεια του συνεδρίου των Ηνωμένων Εθνών των Πληρεξουσίων για την Ίδρυση του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου, που έλαβε χώρα στη Ρώμη το διάστημα 15 Ιουνίου με 17 Ιουλίου 1998.

Τα αίτια που οδήγησαν στην υιοθέτηση του Καταστατικού μπορούν να ανακαλεστούν κατά τη διαδικασία διεθνοποίησης του δικαίου στον τομέα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, το ενδιαφέρον για τα οποία αυξήθηκε με το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Ως οργανωμένη αντίδραση κατά των εγκλημάτων που διαπράχτηκαν από το Εθνικοσοσιαλιστικό καθεστώς, η διεθνής κοινότητα προχώρησε σε υιοθέτηση πολυμερών συνθηκών με στόχο την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των θεμελιωδών ελευθεριών.[3] Κατά συνέπεια, ιδρύθηκαν πολλά ειδικά όργανα σε τοπικό και διεθνές επίπεδο για την εξασφάλιση της συμμόρφωσης των κρατών με τις διατάξεις των συνθηκών[4]

Βέβαια, κατά τη διάρκεια της κωδικοποίησης, συμπεριλήφθηκαν και συγκεκριμένες συμπεριφορές, που συνιστούν διεθνή εγκλήματα όπως, τα εγκλήματα πολέμου, η γενοκτονία, τα βασανιστήρια και πολλά άλλα. Σύμφωνα με τον Benvenuti, θεωρούνται «criminal juris gentium»[5] : με άλλα λόγια δεν έχουν συνέπειες μόνο στα θύματα, ως άμεσα εμπλεκόμενοι, αλλά «απειλούν την ειρήνη, ασφάλεια και το καλό του κόσμου»[6]. Στις διάφορες Συνθήκες που τα ορίζουν[7], φαίνεται και μια υποχρέωση τιμωρίας[8] προς τους δράστες, καθώς αναδύεται και η αρχή πως τέτοια εγκλήματα δεν θα πρέπει να μένουν ατιμώρητα.

Κάτι άλλο, πολύ σημαντικό, είναι το γεγονός ότι ιδρύθηκαν διεθνή δικαστήρια[9] στη λογική του ότι θα μπορούν να διώξουν τέτοια εγκλήματα σε περίπτωση που ένα κράτος αποτύχει. Τα Διεθνή Στρατοδικεία[10] της Νυρεμβέργης[11] και του Τόκυο[12], καθώς και τα ad hoc Δικαστήρια[13] για την Πρώην Γιουγκοσλαβία[14] και τη Ρουάντα[15] αντικατοπτρίζουν ακριβώς τη λογική αυτή. Το Προοίμιο της Ρώμης είναι ακόμα πιο σαφές: η ίδρυση του ICC βρίσκεται στη βάση της αναγνώρισης ότι «εκατομμύρια παιδιών, γυναικών και ανδρών έχουν πέσει θύματα αφάνταστων θηριωδιών που σοκάρουν βαθιά τη συνείδηση της ανθρωπότητας[16]» και ότι «τόσο βαριά εγκλήματα απειλούν την ειρήνη, ασφάλεια και το καλό του κόσμου[17]».  Η διεθνής κοινότητα, βαθιά προβληματισμένη από τις συμπεριφορές αυτές και τις εχθρότητες, θέλει να εγγυηθεί «ότι θα τιμωρούνται» και ότι για να επιτευχθεί αυτό πρέπει να «εφαρμοστούν μέτρα στο εθνικό επίπεδο για να προωθηθεί η διεθνής συνεργασία[18]» των κρατών, καθώς το κράτος «έχει υποχρέωση να ασκήσει ποινική δικαιοδοσία στους δράστες διεθνών εγκλημάτων[19]». Η αποτυχία των εσωτερικών δικαστηρίων να παρέμβουν, η έλλειψη μηχανισμών για τιμωρία καθώς και η «θέληση της διεθνούς κοινότητας να βάλει ένα τέλος στην ασυδοσία των δραστών και συνεπώς να εμποδιστεί το διεθνές έγκλημα[20]», οδήγησε στη δημιουργία «ενός ανεξάρτητου Διεθνούς Δικαστηρίου, με δικαιοδοσία στα πιο επαχθή εγκλήματα που αφορούν τη διεθνή κοινότητα ως όλον[21]».

Η παραπάνω παράγραφος μας οδηγεί σε ένα πάρα πολύ σημαντικό συμπέρασμα. Το ενδιαφέρον της διεθνούς κοινότητας να προστατέψει τα ανθρώπινα δικαιώματα και να φέρει στη δικαιοσύνη δράστες διεθνών εγκλημάτων που πιθανόν τα κράτη αδυνατούν ή και δεν θέλουν να διώξουν, κυριάρχησε της παραδοσιακής ιδέας ότι η ποινική δίωξη είναι αποκλειστικό προνόμιο των κρατών και μόνο[22]. Βέβαια, αξιοσημείωτο είναι ότι το Δικαστήριο αυτό θα παρεμβαίνει μόνο σε περίπτωση που το ενδιαφερόμενο κράτος αποτύχει, θέτοντας ,έτσι, σε ισχύ την αρχή της συμπληρωματικότητας.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1Ο  :   Κριτήρια επίκλησης συμπληρωματικότητας

1.1     ΝΟΜΙΚΗ ΒΑΣΗ

1.1.α rationae materiae

To Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία σε τέσσερις κατηγορίες διεθνών εγκλημάτων: τη γενοκτονία, τα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας, τα εγκλήματα πολέμου και την επίθεση. Το άρθρο 5 αλλά και το Προοίμιο τα περιγράφει ως «τα πιο σοβαρά εγκλήματα που αφορούν τη διεθνή κοινότητα ως όλο.» Αλλού στο Καταστατικό περιγράφονται ως «αφάνταστες θηριωδίες που σοκάρουν βαθιά τη συνείδηση της ανθρωπότητας», «διεθνή εγκλήματα» και «τα σοβαρότερα εγκλήματα διεθνούς ανησυχίας».[23]

Κοιτάζοντας τη λίστα των εγκλημάτων, όπως διαμορφώνεται στο άρθρο 5, διερωτάται κανείς γιατί απουσιάζουν όλα τα σοβαρά εγκλήματα, αφού όλα, στο σύνολό τους, απασχολούν τη διεθνή κοινότητα. Η απάντηση έχει να κάνει με το ζήτημα κατανομής της δικαιοδοσίας και της δικαιοσύνης και όχι με τη σοβαρότητα του εγκλήματος. Υποθέτοντας την εθιμική φύση ορισμένων διεθνών εγκλημάτων τη στιγμή που υιοθετήθηκε η Συνθήκη και ο γεγονός ότι δεν συμπεριλήφθηκαν σε αυτή, αυτό σήμαινε ότι μπορούσαν να διωχθούν αποτελεσματικά από τα εσωτερικά δικαστήρια. Τέτοια παραδείγματα[24] είναι τα βασανιστήρια (εκτός του γενικού πλαισίου των εγκλημάτων πολέμου και κατά της ανθρωπότητας) και η τρομοκρατία. Αυτό σημαίνει ότι τα κράτη έχουν καθήκον να τα διώξουν.

Ακόμα, παρατηρώντας το άρθρο5 και το Καταστατικό γενικά, παρατηρεί κανείς πως δεν προτείνεται κάποια τυπική ιεραρχία ανάμεσα στα προαναφερθέντα εγκλήματα. Υπάρχουν όμως θεωρίες που πηγάζουν από το διεθνές έθιμο, από τη νομολογία των διεθνών δικαστηρίων και από το ίδιο το Καταστατικό, πως ανάμεσα στα τέσσερα αυτά πιο σημαντικά εγκλήματα, κάποια είναι πιο σημαντικά από τα άλλα. Ένα επιχείρημα είναι ότι τα εγκλήματα πολέμου είναι λιγότερο σημαντικά από τη γενοκτονία και τα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας. Με βάση το άρθρο 124, επιτρέπεται στα Κράτη η προσωρινή επιλογή «opt-out» για εγκλήματα πολέμου. Δηλαδή ένα κράτος μπορεί να αρνηθεί τη δικαιοδοσία του ICC για μια χρονική περίοδο επτά ετών από τη στιγμή η Συνθήκη θα έρθει σε ισχύ για το ενδιαφερόμενο Κράτος. Άλλο επιχείρημα είναι ότι το άρθρο 31 βρίσκει βάσεις αποκλεισμού από την ποινική ευθύνη για τα εγκλήματα πολέμου και στο 31(1a) δέχεται την εξαίρεση προστασίας της περιουσίας. Επίσης το άρθρο 33 κάνει δεκτές τις διαταγές ανωτέρου αλλά υπογραμμίζει ότι οι διαταγές δεν ισχύουν σε καμία περίπτωση για τη γενοκτονία και τα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας.

Ωστόσο, καθώς σκοπός της παρούσας εργασίας δεν είναι η λεπτομερής ανάλυση της φύσης των εγκλημάτων που υπάγονται στο Δικαστήριο, αλλά η κατανόηση του ζητήματος της δικαιοδοσίας, θα γίνει μια σύντομη και περιεκτική παρουσίασή τους.

Το πρώτο διεθνές έγκλημα για το οποίο γίνεται αναφορά στο άρθρο 5 είναι η γενοκτονία. Ο πρώτος που έκανε χρήση του όρου αυτού ήταν ο Raphael Lemkin το 1944[25]. Την επόμενη χρονιά, η λέξη γενοκτονία υιοθετήθηκε από τους εισαγγελείς αλλά όχι και από τους δικαστές στη Νυρεμβέργη. Το 1946 η γενοκτονία αναγνωρίστηκε επίσημα ως διεθνές έγκλημα από τη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ.[26]

Ακόμα και σήμερα η γενοκτονία θεωρείται το πιο επαχθές έγκλημα κατά της ανθρωπότητας[27]. Μάλιστα, το Δικαστήριο για τη Ρουάντα το έχει χαρακτηρίσει ως «το έγκλημα των εγκλημάτων»[28]. Βέβαια, αναφέρεται πρώτο στη λίστα των εγκλημάτων και αυτό απορρέει από το γεγονός ότι υιοθετήθηκε από τα κράτη χωρίς κανένα αντίλογο.[29]

Η γενοκτονία αναλύεται στο άρθρο 6 που είναι πιστή αντιγραφή του άρθρου 2 της Σύμβασης για τη Γενοκτονία.[30] Το γεγονός ότι η Ρώμη διατήρησε ένα κείμενο 50 ετών σημαίνει ότι πρόκειται για καθαρή κωδικοποίηση εθίμου.[31] Οι πέντε δράσεις που συνιστούν γενοκτονία είναι, ο φόνος μελών μιας ομάδας, η πρόκληση σοβαρής σωματικής η ψυχικής βλάβης σε μέλη μιας ομάδας, επιβολή συνθηκών με σκοπό την καταστροφή της, η αποτροπή γεννήσεων μέσα στην ομάδα και η βίαιη μεταφορά παιδιών από την ομάδα σε μια άλλη.

Εδώ πρέπει να διευκρινιστεί πως η ομάδα μπορεί να είναι εθνική, εθνοτική, φυλετική ή θρησκευτική. Η πρώτη δράση θεωρείται ο πυρήνας της γενοκτονίας και χωρίς αμφιβολία θεωρείται και η χειρότερη μορφή. Τα ad hoc Δικαστήρια έχουν αποφανθεί πως είναι συνώνυμη με ανθρωποκτονία από πρόθεση. Η δεύτερη μορφή αποτελείται από πράξεις που απέχουν ελάχιστα από ανθρωποκτονία. Στην υπόθεση Αkayesu, το ICTR απεφάνθη πως τέτοιες πράξεις μπορεί να είναι ακόμα και ο βιασμός[32]. Αυτό δε, που διαχωρίζει τη γενοκτονία από τις άλλες τρεις κατηγορίες εγκλημάτων είναι  έννοια dolus specialis, δηλαδή θα πρέπει να υπάρχει ειδικός δόλος-πρόθεση για να χαρακτηριστεί γενοκτονία, αλλιώς δεν διαφέρει σε τίποτα από ένα έγκλημα πολέμου.

Επίσης η φράση «μερικώς ή ολοσχερώς» μας οδηγεί σε ένα ποσοτικό κριτήριο. Η ποσότητα πρέπει να είναι ικανοποιητική και συνεπώς η πρόθεση να καταστραφούν 5 άτομα δε συνιστά γενοκτονία. Η επικρατούσα άποψη είναι ότι το μέρος πρέπει να είναι «επουσιώδες» για να υπάρχει γενοκτονία[33]. Όμως, η αναφορά στην ποσότητα, αποτελεί αντικείμενο mens rea και αυτό που λαμβάνεται υπόψιν δεν είναι ο ακριβής αριθμός θυμάτων αλλά το ότι ο δράστης ενήργησε με πρόθεση να καταστρέψει πολλούς, ανεξάρτητα με το αποτέλεσμα. Βέβαια, όσο μεγαλύτερος είναι ο αριθμός των θυμάτων, τόσο πιο λογικό είναι το συμπέρασμα ότι ο θύτης είχε πρόθεση να καταστρέψει μερικώς ή ολικώς μια ομάδα. Επιπρόσθετα, μια άλλη ερμηνεία έρχεται να δώσει νέα διάσταση, σύμφωνα με την οποία, γενοκτονία διαπράττεται αν καταστραφεί ένα «σημαντικό μέρος» της ομάδας, όπως η ηγεσία.[34] Τέλος, κάποιες ετυμηγορίες έχουν αποφανθεί ότι «μερικώς» σημαίνει να διαπραχθεί έγκλημα σε μια πολύ μικρή γεωγραφική περιοχή κατά μιας ομάδας που καθορίζεται από τα σύνορά της, όπως ο μουσουλμανικός πληθυσμός στη Srebrenica, κατά της οποίας επιτέθηκαν Σερβοβόσνιες δυνάμεις το 1995.[35]

Ένα τελευταίο πολύ σημαντικό σημείο που αξίζει αναφοράς είναι η φράση «as such» στην εναρκτήρια πρόταση του άρθρου 6. Παραθέτοντας το αυθεντικό κείμενο διαβάζουμε : « For the purpose of this Statute, «genocide» means any of the following acts committed with intent to destroy, in whole or in part, a national, ethnical, racial or religious group, as such». Η φράση αυτή προστέθηκε το 1948 ως μορφή συμβιβασμού ανάμεσα στα Κράτη, καθώς υπήρχαν πολλά που διατείνονταν πως το στοιχείο της πρόθεσης δεν είναι αρκετό, αλλά επίσης χρειάζεται κι ένα κίνητρο. Η στάση αυτή δημιούργησε αντιδράσεις, καθώς το στοιχείο του κινήτρου βάζει ένα πρόσθετο εμπόδιο στην αποτελεσματική δίωξη. Σύμφωνα με τη δευτεροβάθμια διαδικασία στο ΙCTR, η φράση «as such» είναι ένα πολύ σημαντικό στοιχείο της γενοκτονίας και σκόπιμα συμπεριλήφθηκε στη Σύμβαση για τη Γενοκτονία του 1948, ως συμβιβασμό ανάμεσα στα Κράτη για το στοιχείο του κινήτρου. Ανάμεσα σε άλλα αποτελεί τον καθαρό διαχωρισμό ανάμεσα στο μαζικό φόνο και στα εγκλήματα κατά τα οποία ο δράστης στοχοποιεί μια συγκεκριμένη ομάδα λόγω εθνικότητα, εθνότητας, φυλής ή θρησκείας. Με άλλα λόγια, ξεκαθαρίζεται το στοιχείου της πραγματικής πρόθεσης. Βέβαια, δεν αποκλείεται και η καταδίκη για γενοκτονία που διαπράχθηκε και για άλλα κίνητρα τα οποία είναι νομικώς άσχετα υπό αυτό το πλαίσιο.[36]

Η δεύτερη κατηγορία εγκλημάτων που περιγράφονται στο Καταστατικό, είναι τα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας. Παρόλο που ο όρος αυτός μπορεί να συναντηθεί πολλούς αιώνες πίσω, στη σύγχρονη μορφή του, συναντάται για πρώτη φορά το 1915. Οι πράξεις βίας των Τούρκων κατά των Αρμένιων πληθυσμών χαρακτηρίστηκαν ως «νέα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας και του πολιτισμού» σε μια διακήρυξη που υπέγραψαν οι Σύμμαχοι λέγοντας ότι οι δράστες καθίστανται ατομικά υπεύθυνοι.[37]

Είναι γεγονός ότι παλαιότερα μια διεθνής σύρραξη ήταν προαπαιτούμενο για την τέλεση εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας, κάτι που τα ισοδυναμούσε με τα εγκλήματα πολέμου. Αυτό στην πορεία εγκαταλείφτηκε[38] και το άρθρο 5 του Καταστατικού είναι σαφές: τέτοια εγκλήματα μπορούν να διαπραχθούν σε ένοπλες συρράξεις, διεθνούς ή εσωτερικού χαρακτήρα. Για του λόγου το αληθές, το 1995 έχουμε την απόφαση Tadic´, η οποία χαρακτήρισε αυτό το συνδετικό κρίκο ως «απαρχαιωμένο» και μάλιστα ότι δεν υπάρχει λογική ή νομική βάση για κάτι τέτοιο και ότι έχει εγκαταλειφθεί με την πρακτική των Κρατών, από σεβασμό σε αυτά τα εγκλήματα.[39] Από τότε, το κριτήριο αυτό έχει χαρακτηριστεί ως «καθαρά διαδικαστικό» ακόμα και από το εφετειακό τμήμα.[40]

Το άρθρο 7 που αφορά τα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας είναι αρκετά εκτενές και παρουσιάζει ποιες συμπεριφορές συνιστούν τέτοιο έγκλημα. Ειδικότερα, αναφέρονται ο φόνος, ο αφανισμός, η υποδούλωση, η βίαιη μετακίνηση πληθυσμού, η φυλάκιση και άλλες σοβαρές στερήσεις κατά παράβαση των θεμελιωδών κανόνων του διεθνούς δικαίου, τα βασανιστήρια, ο βιασμός, η σεξουαλική υποδούλωση, ο καταναγκασμός σε πορνεία, εγκυμοσύνη και στείρωση, άλλες μορφές σεξουαλικής βίας, οι διώξεις, η εξαφάνιση ατόμων, το απαρτχάιντ, και άλλες απάνθρωπες πράξεις.

Είναι χαρακτηριστικό ότι το άρθρο 7 ξεκινάει ως εξής: «για του σκοπούς αυτού του Καταστατικού, “έγκλημα κατά της ανθρωπότητας” σημαίνει οποιοδήποτε από τα παρακάτω, όταν διαπράττεται ως μέρος μιας διευρυμένης ή συστηματικής επίθεσης, με γνώση της επίθεσης». Πρώτον, ένα προαπαιτούμενο είναι η διευρυμένη ή συστηματική επίθεση. Αν δούμε όμως τον ορισμό της επίθεσης καταλαβαίνουμε ότι είναι εχθρικές και βίαιες συμπεριφορές κατά πληθυσμών πολιτών που ακολουθούν ύστερα από πολιτική επίθεσης και άρα λοιπόν η επίθεση συμπεριλαμβάνει διευρυμένα και συστηματικά στοιχεία. Αυτό βέβαια που τα διαφοροποιεί  από τα εγκλήματα πολέμου είναι ότι ο στόχος είναι πληθυσμός από πολίτες και όχι μεμονωμένοι πολίτες ή μαχητές[41].

Δεύτερον, ο δράστης θα πρέπει να έχει γνώση της επίθεσης. Ένα άτομο που συμμετέχει σε εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας, αλλά δεν γνωρίζει ότι είναι ευρείες και συστηματικές επιθέσεις σε πληθυσμούς πολιτών, μπορεί να βρεθεί ένοχος για φόνο και ίσως και για εγκλήματα πολέμου, σε καμία όμως περίπτωση δεν θα καταδικαστεί για έγκλημα κατά της ανθρωπότητας. Βέβαια, αυτό δε σημαίνει ότι για να βρεθεί ένοχος θα πρέπει να γνωρίζει όλες τις λεπτομέρειες του σχεδίου, τα χαρακτηριστικά της επίθεσης και την πολιτική του Κράτους του.[42]

Παρόλο που το άρθρο 7 είναι από τα πιο αναλυτικά, πουθενά δεν γίνεται λόγος για κίνητρο. Το 1997 το εφετειακό τμήμα του ICTY, είπε πως το κίνητρο δεν είναι απαραίτητο για αυτά τα εγκλήματα. Συγχρόνως σημείωσε ότι το έγκλημα της καταδίωξης-διωγμού συμπεριλαμβάνει το κίνητρο στον ορισμό του[43]. Αυτό δε σημαίνει απαραίτητα ότι το κίνητρο δεν είναι χρήσιμο, αν υπάρχει. Όπου μπορεί να αποδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος είχε κίνητρο, αυτό μπορεί να είναι ουσιαστικός δείκτης ενοχής, όπως ακριβώς η παντελής απουσία κινήτρου μπορεί να εγείρει αμφιβολίες ενοχής. Το κίνητρο επίσης είναι καθοριστικής σημασίας για την ανακοίνωση της κατάλληλης ποινής[44].

Κι ενώ γενικά το Καταστατικό δεν αφήνει πολλά περιθώρια λόγω αυστηρής και συγκεκριμένης ορολογίας, η τελευταία παράγραφος του άρθρου 7 κάνει λόγο για «άλλες απάνθρωπες πράξεις». Στη νομολογία των ad hoc Δικαστηρίων φαίνεται μια ανησυχία ως προς το ζήτημα αυτό καθώς η ευρύτητα και η έλλειψη ακρίβειας έρχονται σε αντίθεση με την αρχή της ειδικότητας του ποινικού δικαίου.[45] Σύμφωνα όμως με τον Ambos, η διάταξη αυτή είναι κλασσικό παράδειγμα τιμωρίας με αναλογία που αντιτίθεται στην αρχή lex stricta , όπως εκφράζεται από το άρθρο 22(2) του Καταστατικού: «The definition of a crime shall be strictly construed and shall not be extended by analogy. In case of ambiguity, the definition shall be interpreted in favour of the person being investigated, prosecuted or convicted. »

Η τρίτη κατηγορία εγκλημάτων είναι τα εγκλήματα πολέμου, τα οποία περιγράφονται στο άρθρο 8. Σίγουρα, αποτελούν την αρχαιότερη από τις τέσσερις κατηγορίες και διώκονταν σε εθνικό επίπεδο πιθανότατα πριν τις απαρχές του ποινικού δικαίου. Επίσης, ήταν τα πρώτα τα οποία διώχθηκαν σε διεθνές επίπεδο όταν στη Λειψία, στις αρχές του 1920 καταδικάστηκαν Γερμανοί στρατιώτες για παραβίαση των άρθρων 228-230 της Συνθήκης των Βερσαλλιών[46] για πράξεις που παραβίαζαν τους νόμους και τα έθιμα που διέπουν τον πόλεμο.[47]

Κατά το διεθνές έθιμο, ανάμεσα στα εγκλήματα πολέμου και στις αμέσως δύο προηγούμενες κατηγορίες, η μεγάλη διαφορά έγκειται στο κατώφλι της δικαιοδοσίας (threshold). Τα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας προϋποθέτουν ευρεία και συστηματική επίθεση και η γενοκτονία απαιτεί μεγάλο βαθμό πρόθεσης. Από την άλλη μεριά εγκλήματα πολέμου μπορούν να τελέσουν και στρατιώτες χωρίς οδηγία ή διαταγή από ανώτερο. Ενώ η γενοκτονία και τα εγκλήματα ανθρωπότητας φαίνονται prima facie αρκετά σοβαρά για να εκδοθεί ένταλμα σύλληψης, αυτό δε συμβαίνει πάντα με τα εγκλήματα πολέμου. Ως αποτέλεσμα, λοιπόν, το άρθρο 8 ξεκινάει με την εξής φράση: «The Court shall have jurisdiction in  respect of  war crimes in  particular when committed as part of a plan or policy or as part of a large-scale commission of such crimes.», η οποία έχει χαρακτηριστεί ως «the non-threshold threshold», γεγονός που τους δίνει στοιχεία εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας. Η φράση in particular  δεν είναι τυχαία, καθώς αποτελεί συμβιβασμό ανάμεσα στα Κράτη που ήταν υπέρ ενός άκαμπτου κατωφλίου και στα Κράτη που αντιτίθονταν σε κάθε περιορισμό της δικαιοδοσίας[48].

Βέβαια, τα Στοιχεία των Εγκλημάτων αποσαφηνίζουν ότι εφόσον διαπιστωθεί το κατώφλι θα πρέπει να αποδειχθεί ότι ο δράστης είχε γνώση για το αν υπήρχε ή όχι ένοπλη σύρραξη και το αν ήταν διεθνής ή μη-διεθνής[49]. Ακόμα, επειδή κάθε πράξη δεν λαμβάνει πάντα χώρα κατά τη διάρκεια των εχθροπραξιών, είναι πολύ σημαντικό να βρεθεί ένας συνδετικό στοιχείο ανάμεσα στην πράξη που διαπράχθηκε και τη σύρραξη. Αυτό μας το εξήγησε το ICTY στην υπόθεση Kunarac:

Τhe criterion of a nexus with the armed conflict . . . does not require that the offences be directly committed whilst fighting is actually taking place,or at the scene of combat. Humanitarian law continues to apply in the whole of the territory under the control of one of the parties, whether or not actual combat continues at the place where the events in question took place. It is therefore sufficient that the crimes were closely related to the hostilities occurring in other  parts of the territories controlled by the parties to the conflict. The requirement that the act be closely related to the armed conflict is satisfied if, as in the present case, the crimes are com- mitted in the aftermath of the fighting, and until the cessation of combat activities in a certain region, and are committed in furtherance or take advantage of the situation created by the fighting[50].

Η πρώτη ομάδα εγκλημάτων πολέμου είναι αυτά που συνιστούν σοβαρές παραβιάσεις των τεσσάρων Συμβάσεων της Γενεύης του 1949[51] που αντικατέστησαν τις δυο πιο περιληπτικές Συμβάσεις της Γενεύης του 1929. Η καινοτομία των τεσσάρων έγκειται στο ότι παρέχουν προστασία στου αμάχους και ότι αναγνωρίζουν ατομική ποινική ευθύνη για συγκεκριμένες σοβαρές παραβιάσεις των Συνθηκών. Η υποχρέωση που πηγάζει από την ευθύνη αυτή, συχνά αποδίδεται και με τη λατινική φράση aut dedere aut judicare.

H δεύτερη ομάδα είναι άλλες σοβαρές παραβιάσεις του δικαίου και του εθίμου, που εφαρμόζεται σε διεθνή σύρραξη, μέσα στο καθιερωμένο πλαίσιο του διεθνούς δικαίου. Με άλλα λόγια πρόκειται για εγκλήματα όπως περιγράφονται από τη Συνθήκη της Χάγης του 1907[52] και στο Πρόσθετο Πρωτόκολλο Ι της Γενεύης του 1977[53] και που αφορά καθαρά διεθνείς συρράξεις.

Οι επόμενες δύο ομάδες αφορούν εγκλήματα πολέμου που διαπράχθηκαν σε μη διεθνή ένοπλη σύρραξη. Οι Συνθήκες της Γενεύης αναφέρονται μόνο σε μία διάταξη σε μη διεθνή ένοπλη σύρραξη, το γνωστό κοινό άρθρο 3, καθώς περιλαμβάνεται απαράλλαχτο και στις τέσσερις. Το 1977, έγινε προσπάθεια να διευρυνθεί ο σκοπός του κοινού άρθρου με το Πρόσθετο Πρωτόκολλο ΙΙ. Κι ενώ το κοινό άρθρο 3 στην παράγραφο d περιορίζει αρνητικά τη δράση λέγοντας ότι εφαρμόζεται στην περίπτωση μη διεθνούς σύρραξης αλλά όχι σε καταστάσεις όχλησης και έντασης, όπως εξεγέρσεις, μεμονωμένα και σποραδικά περιστατικά βίας ή πράξεων παρόμοιας φύσης, το ΠΠ ΙΙ βρίσκει εφαρμογή όταν υπάρχει παρατεταμένη σύγκρουση κυβερνητικών αρχών με ένοπλες οργανώσεις ή σύγκρουση μεταξύ αυτών των οργανώσεων.

Για να βρει εφαρμογή το κοινό άρθρο 3 οι σοβαρές παραβιάσεις πρέπει να απευθύνονται σε «άτομα που χρήζουν προστασίας». Αυτά είναι άτομα που δεν παίρνουν ενεργό μέρος σε εχθροπραξίες, συμπεριλαμβανομένων μελών των ένοπλων δυνάμεων που έχουν καταθέσει τα όπλα και αυτών που έχουν τεθεί εκτός μάχης λόγω αρρώστιας, τραυματισμού, φυλάκισης κ.ά. Τα εγκλήματα που τιμωρούνται είναι ο φόνος, ο ακρωτηριασμός, τα βασανιστήρια και η σκληρή μεταχείριση, προσβολή ανθρώπινης αξιοπρέπειας, η ομηρεία και η εκτέλεση. Στην πραγματικότητα, σύμφωνα με τον Schabas, αντιπροσωπεύουν έναν κοινό παρονομαστή βασικών ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Η Διεθνής Επιτροπή του Ερυθρού Σταυρού έχει περιγράψει το άρθρο αυτό ως μια μίνι-σύμβαση λόγω του εφαρμοστέου δικαίου που εκφράζει και το ICTY το έχει χαρακτηρίσει ως την πεμπτουσία των ανθρωπιστικών κανόνων που περιέχονται στις Συνθήκες της Γενεύης[54].

Το τέταρτο έγκλημα πολέμου, είναι αυτό της επίθεσης για το οποίο έγιναν πολλές συζητήσεις. Για του λόγου το αληθές, αυτοί που το υποστήριξαν ήταν τα Αδέσμευτα Κράτη. Εντούτοις, λόγω διαφωνιών για τις γενικές διατάξεις που θα το όριζαν, κινδύνευσε να μείνει εκτός Συνθήκης. Την τελευταία μέρα κυριολεκτικά υπήρξε κάποια συμφωνία, κατά την οποία το ICC θα έχει δικαιοδοσία για την επίθεση, αμέσως μόλις βρεθεί ο τελικός ορισμός[55]. Την κατάσταση περιγράφει και το άρθο 15(2): «The Court shall exercise jurisdiction over the crime of aggression once a provision is adopted in accordance with articles 121 and 123 defining the crime and setting out the conditions under which the Court shall exercise jurisdiction with respect to this crime. Such a provision shall be consistent with the relevant provisions of the Charter of the United Nations. »

Η παραπάνω αναφορά στο Χάρτη του ΟΗΕ, σε καμία περίπτωση δεν είναι τυχαία και προφανώς μας υπενθυμίζει το ρόλο του Συμβουλίου Ασφαλείας. Αν δούμε το άρθρο 39 του Χάρτη, γίνεται φανερό ότι το αν υπάρχει επίθεση ή όχι, κρίνεται από το Συμβούλιο: « The Security Council shall determine the existence of any threat to the peace, breach of the peace, or act of aggression» . Από την άλλη μεριά, δεν αποκλείονται άλλα όργανα για τον καθορισμό αυτό. Στην ξεχωριστή γνώμη του, ο πρώην δικαστής του ΙCJ Bruno Simma είπε ότι το Συμβούλιο αποφεύγει να μιλήσει για επίθεση για πολιτικούς κυρίως λόγους. Το Δικαστήριο όμως, είναι το κύριο δικαιοδοτικό όργανο του ΟΗΕ και ο λόγος της ύπαρξής του είναι να αποφαίνεται να ζητήματα δικαίου και μόνο και όχι πολιτικής[56]. Το ίδιο υποστήριξε και ο δικαστής Schwebel, καθώς είπε ότι η απόφαση του Συμβουλίου δεν είναι νομική θεώρηση αλλά βασίζεται σε πολιτικά κριτήρια. Το Συμβούλιο δεν μπορεί να ενεργεί ως Δικαστήριο.[57]

Επίσης, δυσκολίες προκύπτουν και στο θέμα ης ευθύνης, εφόσον η επίθεση παραμένει κυρίως «κρατικό έγκλημα»[58]. Το άρθρο 25 κάνει λόγο για ευθύνη του ατόμου που βρίσκεται σε θέση να ασκεί αποτελεσματικό έλεγχο ή να ελέγχει την πολιτική ή στρατιωτική δύναμη. Όπως είναι κατανοητό, το θέμα είναι αρκετά περίπλοκο ιδίως όταν υπάρχει το κριτήριο του αποτελεσματικού ελέγχου, που είναι αρκετά δύσκολο να αποδειχτεί. Επίσης, η διάταξη αυτή μπορεί να αποκλείσει κράτη συνεργούς, ή κράτη τα οποία ναι μεν δε λαμβάνουν μέρος στις εχθροπραξίες αλλά είναι στην πραγματικότητα οι ηθικοί αυτουργοί.

Προς το παρόν το άρθρο 8 bis στην παράγραφο 2 ερμηνεύει την επίθεση ως τη χρήση ένοπλης δύναμης εκ μέρους ενός Κράτους κατά της κυριαρχίας, εδαφικής ακεραιότητας ή πολιτικής ανεξαρτησίας ενός άλλου Κράτους ή οποιαδήποτε άλλη συμπεριφορά που δε συμβαδίζει με το Χάρτη του ΟΗΕ.

Τέλος, το Δικαστήριο δεν έχει ενεργοποιήσει ακόμα τη δικαιοδοσία του για την επίθεση. Στην συνάντηση που έγινε στην Καμπάλα της Ουγκάντα ειπώθηκε ότι το θέμα του τελικού ορισμού θα συζητηθεί ξανά μετά την 1η Ιανουαρίου 2017[59].

1.1.β rationae temporis

H χρονική δικαιοδοσία του Δικαστηρίου αποτελεί αντικείμενο συζήτησης στο άρθρο 11 του Καταστατικού. Ξεκάθαρα λοιπόν αναφέρει, ότι δεν μπορεί να επιληφθεί υποθέσεων όπου το έγκλημα διαπράχθηκε πριν την έναρξη ισχύος του, ήτοι την 1η Ιουλίου του 2002. Στην περίπτωση που ένα Κράτος γίνεται μέλος του Δικαστηρίου μετά από αυτή την ημερομηνία, το ICC αποκτά δικαιοδοσία για εγκλήματα που διαπράττονται μετά την έναρξη ισχύος στο συγκεκριμένο Κράτος. Επί παραδείγματι, η Τυνησία επικύρωσε το Καταστατικό στις 24 Ιουνίου 2011 και η έναρξη ισχύος έλαβε χώρα την 1η Σεπτεμβρίου 2011 σύμφωνα με το άρθρο 126. Συνεπώς, το Δικαστήριο μπορεί να αναλάβει υποθέσεις που ξεκινάνε μετά την 01/09/11. Επίσης, σύμφωνα με το άρθρο 24, κανένα άτομο δεν θα διώκεται για εγκλήματα που συνέβησαν πριν την έναρξη ισχύος.

Για το λόγο αυτό, το Δικαστήριο έχει κατηγορηθεί για ανικανότητα να διώξει εγκλήματα του παρελθόντος. Όμως, η πραγματικότητα είναι διαφορετική. Κανένα Κράτος δεν θα ήταν προετοιμασμένο για μία τέτοια καινοτομία και η αναδρομικότητα δεν ήταν αντικείμενο διαπραγματεύσεων. Χωρίς αμφιβολία, αν συνέβαινε κάτι τέτοιο, το Δικαστήριο θα ήταν πραγματικά ανίκανο να ανταπεξέλθει σε μια τέτοια κατάσταση, καθώς απαιτείται χρόνος και οικονομικοί πόροι.  Από την άλλη μεριά, αυτό δε σημαίνει ότι οι διεθνείς εγκληματίες θα πρέπει να μένουν ατιμώρητοι. Η πρώτη επιλογή είναι η δίωξη σε εσωτερικό επίπεδο και όπου το Κράτος προέλευσης του εγκληματία ή το Κράτος στο οποίο συνέβησαν τέτοιε πράξεις αδυνατεί να το κάνει, υπάρχει και η επιλογή της παγκόσμιας δικαιοδοσίας, καθώς ολοένα και αυξάνεται ο αριθμός των κρατών που επιθυμούν αυτή την πορεία.[60] Άλλος τρόπος είναι και η σύσταση ειδικών δικαστηρίων όπως συνέβη στη Sierra Leone με συμφωνία της κυβέρνησης και του ΟΗΕ, μέσω απόφασης του Συμβουλίου Ασφαλείας[61].

Άλλο ζήτημα που προκύπτει είναι ότι η χρονική δικαιοδοσία δεν θα πρέπει να συγχέεται με τα λεγόμενα «αναδρομικά εγκλήματα». Το δίκαιο των ανθρωπίνων δικαιωμάτων είναι πολύ αυστηρό πάνω σε αυτό, γεγονός που αποτελεί και μία από τις θεμελιώδεις αρχές του. Γνωστή και ως nullum crimen mulla poena sine lege, η αρχή αυτή απαγορεύει τη δίωξη εγκλημάτων τα οποία όταν συνέβησαν δεν είχαν αναγνωριστεί ως διεθνή. Το άρθρο 22 του Καταστατικού αντικατοπτρίζει τη λογική αυτή λέγοντας επίσης ότι ο ορισμός ενός εγκλήματος δεν θα πρέπει να επεκτείνεται κατά αναλογία. Σε περίπτωση αμφισημίας, ο ορισμός θα ερμηνεύεται υπέρ του κατηγορουμένου.

Ακόμα κι εδώ, όμως, μπορούν να υπάρξουν διάφορες ερμηνείες.  Το Στρατοδικείο της Νυρεμβέργης είχε άλλη άποψη. Έχοντας υπόψιν το κείμενο του Hans Kelsen είπε ότι η nullum crimen είναι μια γενική αρχή του δικαίου και θα ήταν άδικο να μην τιμωρηθούν οι υπεύθυνοι Εθνικοσοσιαλιστές[62]. Μάλιστα, το ίδιο ειπώθηκε και στην υπόθεση Eichmann το 1961 αλλά και το 1998 στην Erdemovic από το Δικαστήριο για την Πρώην Γιουγκοσλαβία. Εν αντιθέσει, η απάντηση που θα μπορούσε να δοθεί είναι αρκετά απλή. Παρόλο που ήδη υπήρχαν νομικά εργαλεία όπως το δίκαιο της Χάγης του 1907 για τα εγκλήματα πολέμου και το Σύμφωνο Briand-Kellogg για τα εγκλήματα κατά της Ειρήνης και αναγνώριζαν πράξεις ως αντίθετες με το διεθνές δίκαιο, πουθενά δεν γινόταν αναφορά για διεθνή ποινική ευθύνη.

Το ότι υπάρχουν δύο άρθρα για τη χρονική δικαιοδοσία, το 11 και το 22 ίσως να φαίνεται περίεργο ειδικά όταν το ICC διαφέρει από τα Στρατοδικεία και τα ad hoc δικαστήριο τα οποία δημιουργήθηκαν για εγκλήματα που συνέβησαν πριν τη σύστασή τους. Ο Schabas δίνει μία εξήγηση. Στην περίπτωση που ένα Κράτος προβεί σε ad hoc διακήρυξη αναγνωρίζοντας τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου σχετικά με έγκλημα του παρελθόντος, η Υπεράσπιση θα μπορούσε να αμφισβητήσει ότι οι διατάξεις των άρθρων 6, 7 και 8 σχετικά με τα εγκλήματα δεν αναγνωρίζονται ως εθιμικοί κανόνες και συνεπώς δεν είναι υπό εξέταση. Παρόλα αυτά αυτό το επιχείρημα δεν έχει ευστοχήσει μπροστά σε δικαστήριο. Η αρχή που υιοθετείται από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων είναι ότι οι παραβιάσεις είναι γνωστές. Αναλόγως, αυτό που θα μπορούσε να επικαλεστεί και η Εισαγγελία είναι ότι από τη στιγμή που το Καταστατικό μπήκε σε ισχύ και δημοσιεύτηκε, τα άτομα έχουν επαρκείς πληροφορίες και ότι παραβατικές πράξεις τιμωρούνται. Για ενίσχυση θα μπορούσε να επικαλεστεί το άρθρο 12(3) ακόμα και για Κράτη που δεν είναι ακόμα μέλη του Δικαστηρίου.

Βέβαια, είναι πάρα πολύ ενδιαφέρον να δούμε το θέμα των συνεχιζόμενων εγκλημάτων γνωστά και ως «continuous crimes». Η υπό συζήτηση περιπτώσεις μπορεί να αφορούν τις αναγκαστικές εξαφανίσεις, που αποτελούν έγκλημα κατά της ανθρωπότητας, όπως περιγράφονται στο άρθρο 7. Ισχύει ότι κάποιος μπορεί να εξαφανίστηκε πριν την έναρξη ισχύος του Καταστατικού και η εξαφάνιση αυτή ακόμα να συνεχίζεται. Άλλο παράδειγμα αποτελούν οι αναγκαστικές απελάσεις και μεταφορές και τα άτομα απαγορεύεται να γυρίσουν πίσω, που εμπίπτουν στις τρεις πρώτες κατηγορίες εγκλημάτων.

Παρόλο που η Επιτροπή Σχεδιασμού πρότεινε να αφήσουν στην άκρη το θέμα και το Καταστατικό δεν αναφέρει κάτι παραπάνω πέραν του ότι η εξαφάνιση συνιστά έγκλημα, υπάρχει πληθώρα κειμένων που αναγνωρίζει τα συνεχιζόμενα εγκλήματα. Τα άρθρα για τη διεθνή ευθύνη αναφέρουν ότι η παραβίαση μιας διεθνούς υποχρέωσης παρατείνεται καθόλη την περίοδο που η πράξη αυτή παρατείνεται και συνεχίζει να μην συμμορφώνεται με τη φύση της διεθνούς υποχρέωσης. Το άρθρο 17(1) της Διακήρυξης του ΟΗΕ για την προστασία όλων των ατόμων από αναγκαστική εξαφάνιση αναγνωρίζει ότι πράξεις που συνιστούν αναγκαστική εξαφάνιση θα θεωρούνται συνεχιζόμενο αδίκημα για όσο οι δράστες συνεχίζουν να κρύβουν τη μοίρα και τις διαδρομές των ατόμων που έχουν εξαφανιστεί. Αναλόγως, το άρθρο 28 της Συνθήκης της Βιέννης για το Δίκαιο των Συνθηκών του 1969 λέει ότι αν δεν υπάρχει σχετική πρόθεση ή άλλως θεσπίζεται, οι διατάξεις δεν δεσμεύουν το μέρος σε σχέση με πράξη ή γεγονός ή κατάσταση που έπαψε να ισχύει πριν την έναρξη ισχύος της Συνθήκης.

Έχοντας υπόψιν τα παραπάνω, το Συμβούλιο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ζήτησε από ειδικούς μια Έκθεση σχετικά. Η Έκθεση αυτή κατέληξε στα εξής ενδιαφέροντα συμπεράσματα. Παρόλο που η εξαφάνιση παραβιάζει πολλά ανθρώπινα δικαιώματα, οι ειδικοί τη θεωρούν ως μοναδική και αυτόνομη πράξη. Ειδικά στο διεθνές ποινικό δίκαιο, είναι δυνατό να κατηγορηθεί και να καταδικαστεί κάποιος για εξαφάνιση σε δικαιοδοτικό όργανο που δημιουργήθηκε μετά από αυτή, παρά τη θεμελιώδη αρχή της μη αναδρομικότητας. Το έγκλημα αυτό δεν θα διασπάται και η καταδίκη θα αφορά την εξαφάνιση αυτή καθεαυτή. Οι όποιες επιφυλάξεις δεν θα πρέπει σε καμία περίπτωση να δημιουργούν εμπόδια στην απόδοση ευθύνης. Παράλληλα, στις 23 Δεκεμβρίου 2010 τέθηκε σε ισχύ η Διεθνής Συνθήκη για την Προστασία όλων των Ατόμων από την Αναγκαστική Εξαφάνιση.

Άρα λοιπόν , αφού ο ορισμός έχει τελειοποιηθεί με αποκορύφωμα τη Συνθήκη που, πολλές χώρες δεν έχουν επικυρώσει, το ICC μπορεί πια να προβεί σε καινούριες διατάξεις σχετικά με τη μη αναδρομικότητα και να προσαρμόσει ανάλογα τη χρονική του δικαιοδοσία με την εισαγωγή των «συνεχιζόμενων εγκλημάτων».

1.1.γ rationae loci

Το Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία για εγκλήματα που τελέστηκαν στο έδαφος Κρατών μελών, ανεξάρτητα από την εθνικότητα του δράστη, όπως φαίνεται και από το άρθρο 12(2)(α). Επίσης την ασκεί επί του εδάφους Κρατών που αναγνωρίζουν ad hoc τη δικαιοδοσία του και σε περιπτώσεις που αναφέρονται από το Συμβούλιο Ασφαλείας σύμφωνα με το άρθρο 13(b).

Έδαφος για το διεθνές ποινικό δίκαιο εννοείται η ξηρά του Κράτους και επίσης εννοείται κάθε πλοίο και αεροσκάφος που συνδέεται με το Κράτος. Λογικά, όμως, εννοείται ο υπερκείμενος αέρας και τα εσωτερικά ύδατα, αλλά αυτά τα θέματα θέλουν περισσότερη συζήτηση. Σίγουρα, περιοχές που δεν ανήκουν στη δικαιοδοσία αποτελούν η ανοιχτή θάλασσα, η Ανταρκτική και το διάστημα. Σε περίπτωση που κάποιο έγκλημα τελεστεί σε αυτές, η δικαιοδοσία θα βασιστεί στην εθνικότητα του δράστη.

Κάτι που προβληματίζει ιδιαίτερα είναι το θέμα των συνόρων, εφόσον περίπου το 50% αμφισβητείται. Και το πιο λογικό είναι να υπάρξουν υποθέσεις που αν αφορούν διαφιλονικούμενα σύνορα. Αυτό το πρόβλημα πηγάζει από την εποχή που χαράχτηκαν τα σύνορα και ιδιαίτερα στην Αφρική με την αρχή uti possidetis juris, διατηρώντας τις παλιές αποικιακές γραμμές, κυριολεκτικά πάνω στο χάρτη. Αυτό έχει ως συνέπεια να αγνοούνται γεωφυσικά και εθνολογικά στοιχεία κατά την ένταξη πληθυσμών στο ένα ή στο άλλο Κράτος. Το παράδειγμα του συνόρου μεταξύ Γκάνας και Νιγηρίας έχει μοιράσει στα δύο τη φυλή Έουε και την έχει εντάξει σε δύο διαφορετικά κράτη. Επίσης, η νοτιοανατολική περιοχή στην Κένυα βρίθει συμπαγών Σομαλών πληθυσμών. Τα σύνορα Κονγκό και Ρουάντας βρίσκονται ακόμη στο επίκεντρο. Ακόμα κατά τη χάραξη συνόρων Σουδάν και Τσαντ δεν ελήφθησαν υπόψιν οι καιρικές συνθήκες που αναγκάζουν τις φυλές να μετακινούνται από τη μία χώρα στην άλλη. Επίσης, σε υποθετική περίπτωση που η Παλαιστίνη ανακηρυχθεί ανεξάρτητη και προσχωρήσει στο Καταστατικό, θα υπάρξει θέμα με το Ισραήλ κυρίως αλλά πρόβλημα ήδη υπάρχει καθώς η PNA αναγνώρισε ad hoc δικαιοδοσία, θέμα που θα δούμε παρακάτω. Τέλος, τα προβλήματα στο Νταρφούρ και τα ανύπαρκτα σύνορα είναι μια πρόσφατη υπόθεση. Άρα λοιπόν το Δικαστήριο ίσως να κληθεί να απαντήσει και σε θέματα συνόρων, αν δεν αποφασίσει ήδη το ICJ.

Από την άλλη μεριά, κάποια Κράτη έσπευσαν να ξεκαθαρίσουν το θέμα σχετικά με την εδαφική τους επικράτεια. Η Ολλανδία έστειλε μια διακήρυξη κατά την οποία αναγνωρίζει δικαιοδοσία, όχι μόνο για το ευρωπαϊκό της έδαφος αλλά και για τα νησιά Ολλανδικές Αντίλλες και Αρούμπα. Η Δανία έστειλε επίσης ανακοίνωση λέγοντας ότι η δικαιοδοσία του ICC δεν επεκτείνεται στα νησιά Φερόες και Γροιλανδία. Παρόλο που κάποιοι δεν θα διαφωνήσουν ότι η Δανία ήθελε να σεβαστεί την αυτονομία των περιοχών αυτών, κάποιοι άλλοι θα πουν ότι το να αποκλειστούν περιοχές που δεν είναι ανεξάρτητα Κράτη και συνεπώς δεν μπορούν να προσχωρήσουν στο Καταστατικό είναι γεγονός που δεν είναι αποδεκτό. Σε περίπτωση που προκύψει μια υπόθεση, η ανακοίνωση της Δανίας δεν θα έχει καμία απολύτως βασιμότητα. Το Δικαστήριο μπορεί κάλλιστα να επικαλεστεί το άρθρο 120, σύμφωνα με το οποίο δεν μπορεί να γίνει καμία επιφύλαξη εις βάρος του Καταστατικού και να αναγνωρίσει proprio motu δικαιοδοσία στις διαφιλονικούμενες περιοχές.

1.1.δ rationae personae

To Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο έχει προσωπική δικαιοδοσία για άτομα με την εθνικότητα Κράτους μέλους σύμφωνα με το άρθρο 12(2)(b). Ακόμα, δικαιοδοσία υπάρχει και σε Κράτη μη-μέλη αρκεί να την ανaγνωρίσουν ad hoc ή αν το Συμβούλιο Ασφαλείας αναφέρει μια υπόθεση όπως συνέβη στην περίπτωση της Λιβύης και του Σουδάν. Σύμφωνα πάντα τις γενικές αρχές, το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει αν το άτομο αυτό συνδέεται με αυθεντικό και ουσιώδη δεσμό με το κράτος του οποίου έχει την εθνικότητα και να μη βασίζεται σε μια τυπική και ίσως ψευδή απόδοση υπηκοότητας.

Το Καταστατικό, αντικατοπτρίζοντας τη Νυρεμβέργη και τη Σύμβαση για τη Γενοκτονία, αναφέρει στο άρθρο 27 ότι ενώπιόν του κανόνες προστασίας ή άλλες μορφές θωράκισης του κατηγορουμένου δεν έχουν καμία νομική βάση. Η διαδικασία θα είναι ίδια για όλους χωρίς καμία εξαίρεση ακόμα και για Αρχηγό της Κυβέρνησης, βουλευτή, εκλεγμένο αντιπρόσωπο ή κυβερνήτη. Αναλόγως, το ICJ στην υπόθεση Arrest Warrant απεφάνθη ότι ένας αξιωματούχος ή πρώην υπουργός εξωτερικών δεν θα έχει ανοσία μπροστά σε δικαιοδοτικό όργανο για εγκλήματα που διαπράχτηκαν εντός της δικαιοδοσίας του.

Όμως, η δικαιοδοσία αυτή δεν ασκείται πάντα για πρακτικού λόγους. Σύμφωνα με το άρθρο 98(1), το Δικαστήριο δεν μπορεί να ζητήσει τη συνεργασία Κράτους αν αυτή η συνεργασία το ανάγκαζε να παραβιάσει υποχρεώσεις προς τρίτα Κράτη που απορρέουν από το Διεθνές Δίκαιο, εκτός και αν το τρίτο Κράτος συναινέσει. Τέτοιο παράδειγμα είναι η διπλωματική ασυλία, όπως απορρέει από το διπλωματικό δίκαιο. Άλλο παράδειγμα περιγράφεται στο 98(2) καθώς το Δικαστήριο δεν μπορεί να ζητήσει την έκδοση ατόμων αν αυτή η έκδοση παραβιάζει διεθνείς συμφωνίες με τρίτο Κράτος. Ποιο συγκεκριμένα, η διάταξη αυτή προστέθηκε για να προστατευθούν κάποιες συμφωνίες γνωστές και ως «status of force agreements-SOFAs», που υπάρχουν για να προστατευθούν οι επιχειρήσεις διατήρησης της ειρήνης ή στρατεύματα που έχουν τη βάση τους σε ξένη χώρα, ώστε να μην γίνουν αντικείμενο δίωξης στα εσωτερικά δικαστήρια του Κράτους στο οποίο βρίσκονται. Προσθέτοντας, το άρθρο 26 του Καταστατικού απαγορεύει ρητά τη δίωξη ατόμων που κατά την ημερομηνία τέλεσης του εγκλήματος δεν είχαν συμπληρώσει το 18ο έτος της ηλικίας τους.

Όπως είναι αντιληπτό, το Καταστατικό προσφέρει την πιθανότητα άμυνας κατά της ατομικής ποινικής ευθύνης. Στο άρθρο 31 αναφέρεται η ψυχιατρική ασθένεια και η δράση που εμποδίζει το δράστη να έχει επίγνωση και έλεγχο των πράξεών του. Η μέθη όμως δεν γίνεται δεκτή ως δικαιολογία σε περίπτωση που ο δράστης κατέφυγε σε αυτή για να ενθαρρύνει τον εαυτό του να προβεί σε έγκλημα.

Έπειτα αναφέρεται η αυτοάμυνα ή η άμυνα ενός τρίτου ατόμου όταν ο δράστης ενεργεί «λογικά και αναλογικά», ορολογία που χρησιμοποιείται στο ανθρωπιστικό δίκαιο και μπορεί να θεωρηθεί κωδικοποίηση εθίμου. Όμως το Καταστατικό κάνει μια πάρα πολύ στενή ερμηνεία της αυτοάμυνας και την περιορίζει στην προστασία της περιουσίας. Πολλοί μελετητές, ανάμεσά τους και ο David, τη θεωρούν ασυμβίβαστη με το δίκαιο των ενόπλων συγκρούσεων, με το δίκαιο των Συνθηκών και παραβίαση κανόνα jus cogens.

Επιπλέον, γίνεται λόγος για απειλή και αναγκαιότητα. Απειλή υπάρχει όταν κάποιος εξαναγκάζεται να διαπράξει έγκλημα με αντάλλαγμα τη ζωή του, ή τη ζωή κάποιου τρίτου και αναγκαιότητα όταν δεν υπάρχει άλλη επιλογή που προκαλείται από φυσικές συνθήκες. Σε περίπτωση όμως που ο δράστης έχει πρόθεση να προκαλέσει μεγαλύτερη καταστροφή, οι δύο αυτές προϋποθέσεις παύουν να ισχύουν.

Άλλη κατηγορία είναι τα λάθη. Πρώτη συναντάται στο άρθρο 32 το λάθος γεγονότος. Ένας κατηγορούμενος που δεν έχει γνώση επί ενός ουσιαστικού ζητήματος δεν ικανοποιεί την προϋπόθεση mens rea για καταδίκη. Το λάθος αυτό είναι εύκολο να γίνει κατανοητό, αν πάρουμε ένα απλό παράδειγμα. Η Υπεράσπιση μπορεί να ισχυριστεί ότι σε περίπτωση στρατολόγησης ανηλίκου κάτω των 15 ετών, ο δράστης δεν γνώριζε την πραγματική ηλικία του παιδιού. Επίσης, το να επιτεθεί και να βομβαρδίσει περιοχές που δεν ήξερε ότι δεν ήταν στρατιωτικοί στόχοι. Βέβαια, το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει τέτοιους ισχυρισμούς αν και δεν θα το κάνει αν πιστεύει ότι δεν υπάρχει κάποια δόση αλήθειας. Το δεύτερο λάθος, είναι το λάθος δικαίου. Ξεκάθαρα, το Καταστατικό ορίζει πως τέτοια δικαιολογία δεν είναι αποδεκτή για το αν ο δράστης δεν γνώριζε ότι κάποια συγκεκριμένη πράξη συνιστά έγκλημα. Κι επειδή αυτή η διάταξη συνδέεται άμεσα με τις άνωθεν διαταγές, αποκλεισμός από την ατομική ποινική ευθύνη μπορεί να επιτραπεί σε τρεις περιπτώσεις: ο κατηγορούμενος θα πρέπει να είναι υποχρεωμένος να υπακούσει στη διαταγή, να μην γνωρίζει ότι η διαταγή είναι παράνομη και η διαταγή δεν θα πρέπει να είναι προδήλως παράνομη. Βέβαια, το άρθρο 33 παρέχει και τη διευκρίνιση ότι διαταγές για διάπραξη γενοκτονίας ή εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας είναι προδήλως παράνομες. Συνεπώς, ο κατηγορούμενος μπορεί να αθωωθεί για διαταγή εγκλημάτων πολέμου, αν ήταν αναγκασμένος να υπακούσει στη διαταγή και αν δεν γνώριζε ότι η διαταγή είναι παράνομη. Φυσικά, το Δικαστήριο θα πρέπει να βρει στοιχεία που επιβεβαιώνουν τα λεγόμενα της Υπεράσπισης.

1.2    AD HOC ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑΣ ΑΠΟ ΚΡΑΤΟΣ ΜΗ-ΜΕΛΟΣ

Είναι πια γνωστό ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να ασκήσει δικαιοδοσία σε έδαφος Κράτους μη-μέλους ή σε Κράτος που δεν έχει αναγνωρίσει ad hoc δικαιοδοσία, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 12(3). Η διάταξη αυτή έχει σχεδιαστεί ειδικά για να επεκταθεί ο σκοπός του Καταστατικού με το να προσφέρει σε Κράτη που δεν είναι μέλη τη δυνατότητα να αναφέρουν ένα έγκλημα, δεχόμενα τη δικαιοδοσία ad hoc ex posto facto[63]. Στην περίπτωση αυτή τα Κράτη αυτόνομα επιλέγουν αυτή τη δικαστική οδό με διακήρυξη που αποστέλουν στο ICC και δημιουργείται αυτόματα η υποχρέωση να συνεργαστούν χωρίς καμία καθυστέρηση ή εξαίρεση σύμφωνα με το Μέρος 9 του Καταστατικού.

Κάτι που ίσως να φαίνεται προβληματικό είναι ότι τα Κράτη αποδέχονται δικαιοδοσία για ένα συγκεκριμένο υπό εξέταση έγκλημα. Αυτό ίσως να μας προδιαθέτει ότι τα Κράτη μπορούν να θέσουν όρια στη δικαιοδοσία την οποία τα ίδια αυτοβούλως αποδέχονται. Σε αυτή τη διχογνωμία, λύση έρχεται να δώσει το άρθρο 44(2) των Κανονισμών το οποίο ρητά λέει ότι η Γραμματεία θα ενημερώσει το Κράτος ότι προβαίνοντας σε αποδοχή, αποδέχεται αυτόματα τη δικαιοδοσία για όλα τα εγκλήματα όπως απαριθμούνται στο άρθρο 5 και άρα λοιπόν το Δικαστήριο δεν περιορίζεται. Ο κανόνας αυτός δημιουργήθηκε έτσι ώστε να αποφευχθεί η χειραγώγηση του ICC για πολιτικούς σκοπούς.[64]

Στη συνέχεια εξετάζονται τρία παραδείγματα που έχουν αποδεχθεί επί τούτου τη δικαιοδοσία.

1.2.α  Ακτή Ελεφαντοστού

Η Ακτή Ελεφαντοστού έστειλα δύο διακηρύξεις για αναγνώριση της δικαιοδοσίας. Η πρώτη, υπογεγραμμένη από τον τωρινό κατηγορούμενο Πρόεδρο Laurent Gbagabo, την αποδέχεται με εναρκτήρια ημερομηνία τη 19η Σεπτεμβρίου 2002[65]. Η δεύτερη εστάλη από τον αντίπαλο του  Gbagabo και νικητή των εκλογών του 2010 Alassane Ouattara με ημερομηνία εκκίνησης τον Μάρτιο του 2004[66]. Ο εισαγγελέας, δεν εξέτασε καθόλου τη χρονική διαφορά και αποφάσισε να κάνει έναρξη της δικαιοδοσίας από την 19η Σεπτεμβρίου 2002 και να εστιάσει σε εγκλήματα που τελέστηκαν από το Νοέμβριο του 2010. Πάντως, και οι δύο διακηρύξεις δεν ανέφεραν καθόλου περιορισμό της δικαιοδοσίας, καθώς ήταν πολύ γενικές. Συγκεκριμένα, η πρώτη αναφέρεται σε «acts committed on Ivorian territory since the events of 19 September 2002» και η δεύτερη μιλάει για « tous les crimes and exactions commis depuis mars 2004».

1.2.β Εθνική Αρχή Παλαιστίνης (PNA)

Στις 22 Ιανουαρίου 2009, το Δικαστήριο έλαβε αναγνώριση και από μια δεύτερη οντότητα, την Παλαιστίνη. Στη διακήρυξή της η PNA αναγνώρισε τη δικαιοδοσία του ICC για να ταυτοποιήσει, διώξει και δικάσει τους δράστες και τους συνεργούς τους για εγκλήματα που τελέστηκαν στην περιοχή της Παλαιστίνης από την 1η Ιουλίου 2002, από την ημερομηνία δηλαδή που τέθηκε σε ισχύ το Καταστατικό της Ρώμης. Παράλληλα ζήτησε από τον Εισαγγελέα να ερευνήσει εγκλήματα που διαπράχθηκαν κατά τη διάρκεια της σύρραξης στη Γάζα μεταξύ Δεκεμβρίου του 2008 και Ιανουαρίου του 2009[67]. Με τον τρόπο αυτό στρέφει την προσοχή σε συγκεκριμένο χρονικό και εδαφικό σημείο, που σύμφωνα με την Fact-Finding Επιτροπή, όντως τελέστηκαν τα πιο σοβαρά εγκλήματα.[68]

Το ζήτημα της Παλαιστίνης, έγειρε το ερώτημα αν έχει δικαίωμα να δεχτεί τη δικαιοδοσία του ICC, αν το Δικαστήριο πρέπει να τη δεχτεί και αν τη δεχτεί, αν η Παλαιστίνη αναγνωρίζεται ως Κράτος. Παρόλη τη διχογνωμία των μελετητών του δικαίου μέσα από τη γραφή τους, ο πρώην Εισαγγελέας Luis Moreno Ocampo, είναι αρκετά σαφής στην Έκθεσή του. Έχοντας υπόψιν ότι η Παλαιστίνη αναγνωρίζεται ως Κράτος από 130 χώρες μέσω διμερών συμφωνιών αλλά και από όργανα του ΟΗΕ και ότι έχει κάνει αίτηση για ένταξη στον ΟΗΕ, εντούτοις το η νομική προσωπικότητα που της αποδίδεται είναι αυτή του παρατηρητή και όχι του Κράτους μη-μέλους. Ο ίδιος δεν μπορεί να βγάλει συμπέρασμα από μόνος του αλλά επιστρατεύει το Συμβούλιο Ασφαλείας να επιληφθεί του θέματος. Επίσης τονίζει ότι το Δικαστήριο θα μπορούσε μελλοντικά να ξεκινήσει έρευνα σε περίπτωση που η Γενική Συνέλευση λύσει το ζήτημα ή αν το Συμβούλιο Ασφαλείας φέρει την υπόθεση στο Δικαστήριο, παραχωρώντας του δικαιοδοσία. Τέλος, η καινούρια Εισαγγελέας Fatou Bensouda έχει αφαιρέσει την Παλαιστίνη από τη λίστα των ερευνών. Συμπεραίνοντας, παρόλο που η νομική προσωπικότητα της Παλαιστίνης δεν αφορά την παρούσα εργασία, ο Εισαγγελέας απέφυγε να απαντήσει με μια ανάλυση από τη σκοπιά του διεθνούς δικαίου, αλλά αντίθετα άφησε την υπόθεση στο Συμβούλιο Ασφαλείας, ένα κατεξοχήν πολιτικό όργανο.

H μεγάλη ανατροπή ήρθε από τη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ στις 26 Νοεμβρίου 2012, όπου με ψήφισμα[69] αναγνώρισε την Παλαιστίνη ως Κράτος, και το status που της αποδόθηκε είναι «non-member observer State», ίδιο με αυτό της Αγίας Έδρας. Παρόλο που η ανάλυση της ουσίας του Κράτους δεν απασχολεί την παρούσα εργασία, μπορούμε να πούμε ότι τα Κράτη παρατηρητές αναγνωρίζονται ως κυρίαρχα κράτη και εναπόκειται στη διακριτική τους ευχέρεια να κάνουν αίτηση για να γίνουν μόνιμα μέλη στα Ηνωμένα Έθνη. Να υπενθυμίσουμε ότι το ίδιο status είχε και η Ελβετία από το 1948 μέχρι τις 10 Σεπεμβρίου 2002, ημερομηνία που της δόθηκε καθεστώς μονίμου και πλήρους μέλους. Για την ιστορία να πούμε ότι η ανακοίνωση για το καθεστώς της Παλαιστίνης έγινε στις 29 Νοεμβρίου,  Διεθνή Ημέρα Αλληλεγγύης με τον Παλαιστίνιο Λαό, που καθιερώθηκε το 1947, όταν η Γενική Συνέλευση με ψήφισμα χώρισε την Παλαιστίνη σε ένα αραβικό κομμάτι και σε ένα ισραηλινό[70].

1.2.γ Μάλι

Στις 13 Ιουλίου 2012 η κυβέρνηση του Μάλι έστειλε επιστολή στην Εισαγγελέα Fatou Bensouda με την οποία αναγνωρίζει τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου και αναφέρει  εγκλήματα που διαπράττονται στο έδαφός του από τον Ιανουάριο του 2012. Πρόκειται για εγκλήματα πολέμου και κατά της ανθρωπότητας . Συγκεκριμένα, κάνει λόγο για εκτελέσεις στρατιωτών, στρατολόγηση ανηλίκων κάτω των 15 ετών, επιθέσεις κατά αμάχων, βιασμό γυναικών, βασανιστήρια και λεηλασίες. Όπως ρητά αναφέρεται, το Μάλι αδυνατεί να διώξει και να δικάσει τους δράστες, καθώς κτίρια, δημαρχεία και δικαστήρια έχουν καταστραφεί, άρα είναι πρακτικώς αδύνατο να κινήσει διαδικασία, όπως θα αναλυθεί παρακάτω. Τέλος, κάνει λόγο για «τα πιο σοβαρά εγκλήματα» και για μαζικές και σοβαρές παραβιάσεις των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και του Ανθρωπιστικού Δικαίου που λαμβάνουν χώρα στο βόρειο τμήμα του εδάφους. Την ίδια μέρα, η Fatou Bensouda ενημέρωσε τον Πρόεδρο Song, σύμφωνα με τον Κανονισμό 45 και του γνωστοποίησε την αποδοχή δικαιοδοσίας και συνάμα την κατάσταση στο Μάλι[71]. Την επόμενη μέρα, στις 19 Ιουλίου, ο Πρόεδρος ανέθεσε την κατάσταση στο Προδικαστικό Τμήμα ΙΙ[72].

2. ΠΑΡΑΔΕΚΤΟ

Τα παραπάνω κριτήρια της δικαιοδοσίας και η πλήρωσή τους, δε σημαίνει αυτόματα ότι το Δικαστήριο μπορεί να την ασκήσει άμεσα. Αντιθέτως, όπως έχουμε ήδη πει τα Κράτη μέλη παραχωρούν αρμοδιότητα στο δικαστήριο η οποία είναι απενεργοποιημένη και ενεργοποιείται μόνο όταν συντρέχουν κριτήρια και προϋποθέσεις σε ένα δεύτερο βαθμό ανάλυσης.

Η κύρια ανησυχία ήταν να μελετηθεί και αναλυθεί σωστά η αρχή της συμπληρωματικότητας, σεβόμενη πάντα την εθνική κυριαρχία και την υποχρέωση των Κρατών να διώξουν ένα δράστη. Από την άλλη μεριά έπρεπε να απαριθμηθούν σωστά κριτήρια τα οποία να παραχωρούν αρμοδιότητα στο ICC σε περίπτωση που το Κράτος δεν θέλει ή δεν μπορεί να προβεί σε τέτοια ενέργεια. Κατά τη δημιουργία του άρθρου 17, οι αντιπροσωπίες των Κρατών είχαν υπό σκέψη ότι το Διεθνές Δικαστήριο δεν θα ήταν ένα εφετειακό σώμα για να αναθεωρήσει υποθέσεις εσωτερικών δικαστηρίων. Για αποφύγουν λοιπόν ένα τέτοια ενδεχόμενο προσπάθησαν να δώσουν κριτήρια, όσο πιο αντικειμενικά θα μπορούσαν[73].

Το Καταστατικό της Ρώμης, στο άρθρο 17, που πολλοί μελετητές θεωρούν τον ακρογωνιαίο λίθο της λογικής ύπαρξης του Δικαστηρίου, μας απαριθμεί τα κριτήρια που μια υπόθεση δεν θα γίνεται παραδεκτή, αλλά και τις εξαιρέσεις τους. Παραθέτοντας το αυθεντικό κείμενο από το καταστατικό, το άρθρο 17(1) ορίζει τα εξής:

Article 17

Issues of admissibility

1.             Having regard to paragraph 10 of the Preamble and article 1, the Court shall determine that a case is inadmissible where:

(a) The case is being investigated or prosecuted by a State which has jurisdiction over it, unless the State is unwilling or unable genuinely to carry out the investigation or prosecution;

(b)  The case has been investigated by a State which has jurisdiction over it and the State has decided not to prosecute the person concerned, unless the decision resulted from the unwillingness or inability of the State genuinely to prosecute;

(c) The person concerned has already been tried for conduct which is the subject of the complaint, and a trial by the Court is not permitted under article 20, paragraph 3;

(d) The case is not of sufficient gravity to justify further action by the Court.

Συνεπώς, όταν μια υπόθεση ερευνάται ή διώκεται από εσωτερικό δικαστήριο, όταν το δικαστήριο αυτό αποφάσισε να μην ασκήσει δίωξη, όταν το άτομο έχει ήδη δικαστεί και όταν δεν υπάρχει κάποιος βαθμός βαρύτητας ώστε να παρακινηθεί το δικαστήριο να κάνει έναρξη της διαδικασίας του, η υπόθεση αυτή δεν μπορεί να γίνει παραδεκτή.

2.1 ΕΡΕΥΝΑ Ή ΔΙΩΞΗ ΣΕ ΕΣΩΤΕΡΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ

Στο 17(1)(α) γίνεται λόγος για έρευνα ή δίωξη σε εθνικό επίπεδο, εκτός αν το Κράτος δεν επιθυμεί ή δεν μπορεί να το κάνει. Η ερώτηση που θα μπορούσε να γίνει είναι αν ο όρος έρευνα αφορά αποκλειστικά και μόνο την έρευνα με την έννοια criminal investigation[74]. Πράγματι, η γενική απάντηση είναι ότι η έρευνα θα πρέπει να αφορά την ποινική έρευνα[75]. Το ICC είναι ένα ποινικό δικαστήριο με πρωταρχικό σκοπό να βάλει τέλος στην ασυδοσία. Άρα, το να αποφασίσει για το παραδεκτό σε υποθέσεις που βασίζονται σε μη ποινική διαδικασία, δεν θα ήταν σε συμφωνία με τις ίδιες του τις αρχές. Επίσης και στο 17(1)(b) γίνεται λόγος για έρευνα, η οποία κατέληξε με μια απόφαση μη δίωξης. Έτσι γίνεται σαφές, ότι αν η έρευνα δεν είναι ποινικής φύσης, δεν υπάρχει λόγος ύπαρξης απόφασης μη δίωξης[76]. Βέβαια, ο Robinson είναι της άποψης πως συγκεκριμένες διαδικασίες που δεν είναι ποινικές, όπως για παράδειγμα οι διαδικασία των truth and reconciliation επιτροπών που είναι σχεδιασμένες να αποκαλύψουν την πραγματικότητα και να αποσαφηνίσουν το ποιος έχει την ευθύνη παράνομων πράξεων, μπορούν να θεωρηθούν ως έρευνα υπό το άρθρο 17. Τέλος, όταν το Συμβούλιο Ασφαλείας ανέφερε στον Εισαγγελέα την κατάσταση στο Σουδάν, αναγνώρισε την ανάγκη μη ποινικών διαδικασιών ως συμπλήρωμα στη δικαστική οδό, ώστε να προωθηθούν οι σκοποί του Καταστατικού[77].

2.2 ΑΠΟΦΑΣΗ ΓΙΑ ΜΗ ΔΙΩΞΗ

Στο 17(1)(b) συντρέχουν δύο σωρευτικές προϋποθέσεις για τη μη αποδοχή της υπόθεσης. Πρώτον, η υπόθεση να έχει ερευνηθεί και η έρευνα αυτή να έχει ολοκληρωθεί και δεύτερον, να έχει υπάρξει απόφαση για μη δίωξη. Γενικά, η απόφαση μη δίωξης θα πρέπει να είναι τελεσίδικη και όχι αντικείμενο έφεσης για να μπορέσει να διευκολυνθεί το ICC να καθορίσει το παραδεκτό. Προβλήματα μπορεί να υπάρξουν αν οι αρχές αποτύχουν να συνεχίσουν τη διαδικασία μετά την έρευνα και δεν είναι σε θέση να αποφασίσουν για το θέμα της δίωξης. Αν και η πρόθεση μη δίωξης πολλές φορές μπορεί να είναι επαρκής ακόμα και αν δεν γίνει επίσημη ανακοίνωση, τις περισσότερες φορές, η μη δίωξη πρέπει να βασίζεται σε επίσημες και τυπικές διαδικασίες. Σε περίπτωση που δεν υπάρξει τέτοια τυπικότητα, το Δικαστήριο θα μπορούσε να πει ότι το Κράτος δείχνει απροθυμία και ανικανότητα και άρα να κάνει την υπόθεση παραδεκτή.

2.3 NE BIS IN IDEM

Στο άρθρο 17(1)(c ) απαριθμείται η τρίτη περίπτωση που μια υπόθεση δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Συγκεκριμένα, όταν ένα άτομο έχει ήδη δικαστεί από εθνικό δικαστήριο για κάποια συγκεκριμένη συμπεριφορά, δεν μπορεί να δικαστεί και από το ICC και αντίστροφα, σύμφωνα με το άρθρο 20 το άτομο δεν μπορεί να δικαστεί σε εθνικό επίπεδο αν έχει ήδη καταδικαστεί  ή αθωωθεί στη Χάγη.

Η πρώτη γενική παρατήρηση που μπορεί να γίνει είναι ότι και το άρθρο 17 και το άρθρο 20 μιλάνε για άτομο που έχει ήδη δικαστεί. Μια ολοκληρωμένη δίκη από το εσωτερικό δικαστήριο αποτρέπει την άσκηση δικαιοδοσίας του ICC. Εντούτοις, μια ολοκληρωμένη δίκη μπορεί να του επιτρέψει να εξετάσει εάν υπήρξαν νομικές παρασπονδίες που θα μπορούσαν να φέρουν την υπόθεση μπροστά στο Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο. Πράγματι, το άρθρο 20, στην παράγραφο 3 εξηγεί πως οι περιπτώσεις της παράνομης προστασίας και της έλλειψης ανεξαρτησίας και αμεροληψίας είναι λόγοι επέμβασης του Δικαστηρίου. (βλ παρακάτω την έννοια απροθυμία). Βέβαια, η προτεραιότητα του εσωτερικού δικαστηρίου σε συνδυασμό με την αρχή της συμπληρωματικότητας και η λογική της δικαστικής οικονομίας να μην επιβαρυνθεί το Δικαστήριο, μας οδηγούν στο συμπέρασμα ότι το εθνικό δικαστικό σύστημα θα πρέπει να προσπαθήσει να διορθώσει τυχόν κακοδικίες, με την προϋπόθεση ότι θέλει και μπορεί. Στο βαθμό που μπορεί να υπάρξει ευκαιρία αποτελεσματικής έφεσης, η δίκη θα πρέπει να θεωρείται ολοκληρωμένη. Άρα, οδηγούμαστε στο συμπέρασμα, ότι η εξάντληση των εσωτερικών μέσων είναι επιθυμητή εφόσον αυτά υπάρχουν και είναι αποτελεσματικά, πριν το Δικαστήριο ξεκινήσει έρευνα για κακοδικίες.

Το πρόβλημα που παραμένει όμως είναι αρκετά σοβαρό και έχει να κάνει με τις περιπτώσεις όπου μετά τη δίκη και μία πολύ σύντομη ποινή φυλάκισης, ο δράστης αποφυλακίζεται. Τέτοια παραδείγματα είναι η αμνηστία, η επιβλέπουσα αποφυλάκιση (parole) και η προεδρική χάρη (pardon). Τέτοια περίπτωση αποτελεί ο William James Calley, ο οποίος τις αρχές του 1970 καταδικάστηκε για εγκλήματα πολέμου και συγκεκριμένη για σφαγή στο χωριό My Lai στο Βιετνάμ. Η δικαιοσύνη και τα στρατοδικεία λειτούργησε αποτελεσματικά και ο δράστης καταδικάστηκε σε ισόβια φυλάκιση. Μετά από διαδικασίες και εφέσεις, η ποινή μειώθηκε στ δέκα χρόνια. Εντούτοις, τριάμισι χρόνια μετά έκανε αίτηση να δικαστεί από ομοσπονδιακό δικαστήριο, η οποία και έγινε δεκτή. Έπειτα, ο τότε Πρόεδρος των ΗΠΑ Richard Nixon του έδωσε προεδρική χάρη. Όπως λοιπόν υπαγορεύει και το Καταστατικό, όταν μια δίκη έχει ολοκληρωθεί επιτυχώς, ανεξαρτήτως του τι έγινε μετά, ο κατηγορούμενος δεν φέρεται μπροστά στο ICC.

Προσθέτοντας, και τα δύο άρθρα που αναφέρονται στο ne bis idem δε χρησιμοποιούν τη λέξη έγκλημα, όπως θα περίμενε κανείς, αλλά τη λέξη συμπεριφορά (conduct).  Επί της ουσίας δηλαδή, το να δικάζεται κάποιος για συγκεκριμένη συμπεριφορά ως ένα συνηθισμένο έγκλημα, δεν είναι από μόνο ου επαρκές κριτήριο για να δικαιολογήσει μια καινούρια δίκη στο ICC. Όμως, η απουσία ρητής αναφοράς στο έγκλημα δεν θα πρέπει να μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η δίωξη για conduct δεν αποτελεί παράγοντα για καθορισμό του παραδεκτού. Για του λόγου το αληθές, κάποια διεθνή εγκλήματα δεν βρίσκουν αντιστοιχία στο εσωτερικό σύστημα, για παράδειγμα η ανάρμοστη χρήση σημαίας ανακωχής ή η απευθείας επίθεση σε αποστολές διατήρησης ειρήνης. Κάποια άλλα, όπως η γενοκτονία είναι από τη φύση τους μοναδικά και δεν μπορούν να αντικατασταθούν με άλλα, για παράδειγμα τη μαζική δολοφονία. Ακόμα, όταν διεθνή εγκλήματα διώκονται ως κοινά, υπάρχει πάντα το ενδεχόμενο να μην εξετάζεται η σοβαρή φύση του εγκλήματος. Αυτό σημαίνει ότι το Κράτος δεν έχει υιοθετήσει το διεθνές ποινικό δίκαιο και άρα κινδυνεύει να κατηγορηθεί για απροθυμία και ανικανότητα.

Η μοναδική ρητή αναφορά που γίνεται έμμεσα στα διεθνή εγκλήματα, βρίσκεται στην παράγραφο 20(3) : « No person who has been tried by another court for conduct also proscribed under article 6, 7, 8 or 8 bis shall be tried by the Court with respect to the same conduct». Η γράφουσα υποθέτει ότι η φράση αυτή μάλλον δημιουργήθηκε για τα Κράτη που έχουν υιοθετήσει το διεθνή ποινικό κώδικα, όπως μέχρι τώρα έχει διαμορφωθεί. Παρόλα αυτά και πάλι δεν αναφέρεται  η λέξη crime, ίσως για να μην δημιουργήσει αμφιβολίες για την εφαρμογή του. Από την άλλη μεριά ορίζει καθαρά τις εξαιρέσεις που μπορούν να οδηγήσουν την υπόθεση στη Χάγη που όπως αναφέραμε είναι η παράνομη προστασία και η έλλειψη ανεξαρτησίας και αμεροληψίας.

2.4 ΑΠΡΟΘΥΜΙΑ ΚΑΙ ΑΝΙΚΑΝΟΤΗΤΑ            

Οι τρεις παραπάνω διατάξεις κάνουν λόγο για απροθυμία και ανικανότητα του Κράτους που έχει αναλάβει την εσωτερική διαδικασία. Άρα λοιπόν, είναι σκόπιμο οι έννοιες να αναλυθούν ξεχωριστά.

Γενικά, όπως είναι δομημένο το άρθρο 17 διακρίνουμε δύο κατηγορίες κριτηρίων. Πρώτη είναι η κατηγορία που σχετίζεται με εσωτερική διαδικασία και η δεύτερη είναι η βαρύτητα και σοβαρότητα της υπόθεσης, που εκφράζει το θεμελιώδες σκοπό του Δικαστηρίου να ενασχολείται με τα «πιο σοβαρά εγκλήματα διεθνούς εμβέλειας».

Η παρούσα εργασία δεν θα κάνει διαχωρισμό γιατί η γράφουσα θεωρεί ότι τα κριτήριο της βαρύτητας ισχύει σε κάθε περίπτωση για να μπορεί μια υπόθεση να εξεταστεί. Αν το Δικαστήριο θεωρούσε ότι η έννοια της βαρύτητας δεν συνάδει με τους σκοπούς του, δεν θα το ανέφερε καν. Επειδή λοιπόν το επαναλαμβάνει πολλές φορές και ειδικά στο παρών άρθρο με τον όρο βαρύτητα, είναι σαν να επαναλαμβάνει το σκοπό του, αυτή τη φορά με τη μορφή κριτηρίου.

2.4.1 Απροθυμία

Διαβάζοντας το 17(2) διαπιστώνουμε πως μας παρέχει τις περιπτώσεις κατά τις οποίες το Κράτος είναι απρόθυμο να ασκήσει δίωξη ή να ξεκινήσει έρευνες. Ειδικότερα, παραθέτοντας το αυθεντικό κείμενο διαβάζουμε τα εξής:

In order to determine unwillingness in a particular case, the Court shall consider, having regard to the principles of due process recognized by international law, whether one or more of the following exist, as applicable

(a) The proceedings were or are being undertaken or the national decision was made for the purpose of shielding the person concerned from criminal responsibility for crimes within the jurisdiction of the Court referred to in article 5;

(b)There has  been  an  unjustified delay in  the  proceedings which in  the circumstances is inconsistent with an intent to bring the person concerned to justice;

(c) The proceedings were not or are not being conducted independently or impartially, and they were or are being conducted in a manner which, in the circumstances, is inconsistent with intent to bring the person concerned to justice.

Αμέσως παρατηρούμε ότι η έννοια due process είναι στην αρχή της διάταξης και άρα λοιπόν αφορά όλες τις περιπτώσεις. Όπως είναι γνωστό αντικατοπτρίζει την αρχή της δίκαιης δίκης, όπως έχει κωδικοποιηθεί από το ανθρωπιστικό δίκαιο αλλά και από το δίκαιο των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Η due process δεν θα πρέπει να θεωρείται ότι το Δικαστήριο τη χρησιμοποιεί για να ελέγξει το δικαστικό σύστημα ενός Κράτους, αλλά για να καθορίσει αν υπάρχει απροθυμία η οποία εμποδίζει την απόδοση δικαιοσύνης[78]. Ο όρος έχει σχεδιαστεί καθαρά για να συμπεριλάβει βασικές αρχές της εσωτερική διαδικασίας. Σύμφωνα με τον Kleffner, η άρνηση δικαιοσύνης, μια μη αποτελεσματική αποκατάσταση της αδικίας, πράξεις που εμποδίζουν το διαδικασία στην απόδοση δικαιοσύνης και διάφορες ελλείψεις, μπορεί να θεωρηθούν ότι παραβιάζουν την αρχή της due process[79]. Ακόμα, ο Solera ονομάζει τα κριτήρια αυτά υποκειμενικά γιατί δεν επιβάλονται από πιέσεις, αλλά αποτελούν επιλογή. Όπου υπάρχει η έννοια ης θέλησης, που ενέχει ψυχολογικά στοιχεία, είναι δύσκολο να αποδειχθεί αν αυτή η επιλογή έγινε ηθελημένα ή όχι διότι είναι δύσκολο να γνωρίζουμε τον τρόπο σκέψης, αν μπορεί να μεταφραστεί έτσι ο όρος “state of mind” του Κράτους.

 2.4.1.α προστασία του ατόμου

Η πρώτη μορφή της απροθυμίας, είναι η παράνομη προστασία του ατόμου για τον αποκλεισμό διεθνούς ποινικής ευθύνης. Ο Εισαγγελέας προσπάθησε να αναλύσει τους δείκτες τέτοιας πράξης σε αρκετές αναφορές. Ανάμεσα σε άλλα είπε ότι μη επαρκή βήματα κατά τη διαδικασία, αποφυγή συγκεκριμένων συμπεριφορών, η αγνόηση στοιχείων, η εξαφάνιση στοιχείων, ο εκφοβισμός μαρτύρων και ενόρκων αλλά και η ποινή μπορεί να οδηγούν στο συμπέρασμα ότι το άτομο προστατεύεται παράνομα.[80] Με αυτή τη λογική, της παράνομης προστασίας, δεν θα αποδιδόταν ποτέ διεθνής ατομική ποινική ευθύνη στο δράστη και θα δικαζόταν για εγκλήματα που εμπίπτουν στη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου, αλλά πολλές φορές δεν υπάρχουν ως τέτοια στην εσωτερική νομοθεσία. Άρα λοιπόν, θα μπορούσε μια επίθεση και φόνος κατά αμάχων πληθυσμών να μεταφραστεί ως μαζικός φόνος, μειώνοντας σαφώς την ευθύνη, υποβιβάζοντας το έγκλημα και δίνοντας πολύ μικρότερη ποινή από αυτή που ίσως αποδιδόταν.

2.4.1.β αδικαιολόγητη καθυστέρηση

Η δεύτερη μορφή απροθυμίας συνίσταται στην αδικαιολόγητη καθυστέρηση κατά τη διαδικασία που ορισμένες φορές δε συνάδει με την πρόθεση παραπομπής στη δικαιοσύνη. Το πρώτο ερώτημα σχετικά με το ζήτημα αυτό είναι το εξής: τί σημαίνει καθυστέρηση και πιο συγκεκριμένα, τι σημαίνει αδικαιολόγητη καθυστέρηση. Τα όργανα ανθρωπίνων δικαιωμάτων έχουν προσπαθήσει να ερμηνεύσουν το δικαίωμα σε δίκη «χωρίς άδικη καθυστέρηση»[81] και σε μια ακροαματική διαδικασία «μέσα σε λογικά χρονικά πλαίσια»[82]. O καθορισμός του πότε μια καθυστέρηση είναι αδικαιολόγητη, πρέπει να είναι σύμφωνος με τις διαφορετικές συνθήκες που συνοδεύουν μια συγκεκριμένη υπόθεση. Η πολυπλοκότητα της υπόθεσης, η συμπεριφορά του Κατήγορου και της Υπεράσπισης αλλά και των δικαστικών αρχών είναι σχετικοί παράγοντες. Το γεγονός ότι ένα Κράτος βρίσκεται σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης ή σε εμπόλεμη κατάσταση μπορεί να επιτρέψει την αποχή από τυπικές διαδικασίες για κάποιο χρονικό διάστημα. Το ICCPR, στο άρθρο 4 ορίζει πως σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης τα Κράτη επιτρέπεται να αποκλίνουν από μερικά υποχρεώσεις τους, πάντα με αυστηρά κριτήρια και χωρίς διακρίσεις. Όσον αφορά την ένοπλη σύρραξη, το άρθρο 103(1) της δεύτερης Σύμβασης της Γενεύης για τη μεταχείριση των αιχμαλώτων πολέμου επιτρέπει «σύντομες» δίκες σε σχέση πάντα με τις καταστάσεις και τέλος η τέταρτη Σύμβαση για τους αμάχους, στο άρθρο 71 επιτρέπει ότι οι κατηγορούμενοι που διώκονται από τη δύναμη κατοχής, μπορούν να δικαστούν το γρηγορότερο δυνατό.

Το δεύτερο ερώτημα που προέκυψε είναι το γιατί μια αδικαιολόγητη καθυστέρηση δε συνιστά πρόθεση παραπομπής στη δικαιοσύνη. Η απάντηση είναι απλή αν συνδέσουμε την καθυστέρηση με την παράνομη προστασία, όπως αναλύθηκε πιο πάνω. Αν ένα Κράτος επιθυμεί να προστατεύσει υπήκοό του, θα καθυστερήσει τη διαδικασία, πολλές φορές εις βάρους του κατηγορουμένου, που είναι προφυλακιστέος για πολύ μεγάλα διαστήματα. Για το λόγο αυτό θεωρείται ότι η καθυστέρηση είναι ένδειξη απροθυμίας του Κράτους να παραπέμψει κάποιον και δεν θα πρέπει να εξετάζεται ξεχωριστά, αλλά σε συνδυασμό με το 17(2)(α). Παρόλο που διάφορα όργανα κάνουν προσπάθειες να ερμηνεύσουν το όρο καθυστέρηση, η αλήθεια είναι πως το ICC δεν ενδιαφέρεται για αυτήν per se. Θα λέγαμε πως η προσπάθεια που καταβάλλεται είναι να ενισχυθεί το Διεθνές Ποινικό Δίκαιο και όχι τόσο το να οριστεί η καθυστέρηση στα 3 ή 4 χρόνια.

2.4.1.γ έλλειψη ανεξαρτησίας ή αμεροληψίας

Η τρίτη μορφή απροθυμίας είναι η έλλειψη ανεξαρτησίας κα αμεροληψίας στο εσωτερικό σύστημα. Κατά τη γνώμη μου και πάλι αυτό το κριτήριο δεν μπορεί να εξεταστεί μόνο του αλλά σε συνδυασμό με τη due diligence αλλά μπορεί να ευσταθήσει και ως κριτήριο αδικαιολόγητης καθυστέρησης και παράνομης προστασίας. Ενώ φαίνεται ότι υπάρχει μεγάλη υπερκάλυψη, η αλήθεια είναι ότι ένα Κράτος το οποίο δεν έχει πρόθεση να φέρει το δράση μπροστά στη δικαιοσύνη θα βρει τρόπο να χειραγωγήσει διερευνητικές η διωκτικές διαδικασίες, δημιουργώντας έλλειψη ανεξαρτησίας και αμεροληψίας[83].

Οι δύο αυτές έννοιες συναντώνται και σε συμβάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Το Σύμφωνο του 1966 στο άρθρο 14(1) κάνει λέει ότι ο καθένας δικαιούται δίκαιη και δημόσια δίκη από ένα ικανό, ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο. Επίσης το ίδιο αναφέρουν η ECHR στο άρθρο 6(1)  και η IACHR στο 8(1).

Για να αποφευχθούν συγχύσεις, η Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων προσπάθησε να προβεί σε ερμηνεία των όρων αυτών. Σχολιάζοντας το άρθρο 14 του Συμφώνου του 1966 για το δικαίωμα στην ισότητα ενώπιον δικαστηρίων και σε δίκαιη δίκη είπε πως η ανεξαρτησία αναφέρεται συγκεκριμένα στη διαδικασία και τα προσόντα των δικαστών και εγγυήσεις σχετικά με την θέση τους […] και στην πραγματική ανεξαρτησία από πολίτική επιρροής της εκτελεστικής εξουσίας. Μία κατάσταση, κατά την οποία δεν είναι διακριτά τα όρια εκτελεστικής και δικαστικής εξουσίας, ή όταν η πρώτη ελέγχει τη δεύτερη, δε συνάδει με την έννοια ενός ανεξαρτήτου δικαστηρίου. Για να διασφαλιστεί η ανεξαρτησία των δικαστών, η ασφάλειά τους, οι επαρκείς αποδοχές τους, οι συνθήκες εργασίας και η συνταξιοδότηση θα εξασφαλίζονται επαρκώς από το νόμο.

Από την άλλη μεριά, η αμεροληψία είναι μία έννοια που αφορά τους δικαστές και τους διαδίκους. Στο ίδιο Γενικό Σχόλιο 32, η Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων προβαίνει και στον ορισμό της αμεροληψίας. Στην έννοια αυτή ενυπάρχουν δύο στοιχεία: πρώτον, οι δικαστές δεν θα πρέπει να αφήνουν την κρίση τους να επηρεαστεί από προσωπική προδιάθεση ή προκατάληψη ή να οδηγούνται σε βιαστικά συμπεράσματα, ούτε να προωθούν λανθασμένα συμφέρον μιας πλευράς εις βάρος της άλλης. Δεύτερον, θα πρέπει να δίνει την εντύπωση αμεροληψίας σε έναν παρατηρητή.

Επίσης η ανεξαρτησία και η αμεροληψία και το γεγονός ότι συμπεριλήφθηκαν στο άρθρο 17 δεν μετατρέπουν το ICC σε δικαστήριο ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Το ICC παραμένει ένα διεθνές ποινικό δικαστήριο και αυτό που το απασχολεί είναι να δώσει ένα τέλος στην ασυδοσία και όχι να προστατεύσει τα ανθρώπινα δικαιώματα. Η εξέταση των διαδικασιών της due process είναι μέρος της συμπληρωματικότητας στο βαθμό που την αφορά εάν υπάρχει ή όχι πρόθεση του Κράτους να φέρει έναν δράστη στη δικαιοσύνη και όχι να το κρίνει αν παραβιάζει ανθρώπινα δικαιώματα.

2.4.2 Ανικανότητα

Για την ανικανότητα ενός Κράτους να ερευνήσει ή να ασκήσει δίωξη γίνεται λόγος στο 17(3), όπου και παρατηρούμε πιο αντικειμενικά κριτήρια, καθώς τα παρακάτω αποτελούν γεγονότα και όχι ψυχολογικά στοιχεία: In order to determine inability in a particular case, the Court shall consider whether, due to a total or substantial collapse or unavailability of its national judicial system, the State is unable to obtain the accused or the necessary evidence and testimony or otherwise unable to carry out its proceedings. Συνεπώς η μη ύπαρξη λειτουργικού Εισαγγελικού τμήματος, η απουσία επαρκούς νομοθεσίας ή η παντελής απουσία δικαστικού κλάδου είναι γεγονότα που αποδεικνύονται και δεν αμφισβητούνται. Τέτοιου είδους ανικανότητα μπορεί να προκαλείται από μεγάλες φυσικές καταστροφές, ένοπλη σύρραξη ή επίσης το Κράτος αυτό δεν ήταν ποτέ ικανό να ικανοποιεί κάποια βασικά κριτήρια και εμπίπτει σε κατηγορία «failed State».

Ο σκοπός που η ανικανότητα συμπεριελήφθη στο Καταστατικό είναι αρκετά σαφής. Σε πολλές περιπτώσεις, μπορεί ένα Κράτος να έχει την προθυμία και τη θέληση να ασκήσει διώξεις αλλά να μην έχει τα μέσα να το πράξει, όπως η Ρουάντα. Επίσης υπήρχε λόγος που έγινε διαχωρισμός ολικής και ουσιαστικής καταστροφής του δικαστικού συστήματος. Από τη μία πλευρά, η ολική είναι λογική και αυταπόδεικτη διότι δεν λειτουργεί τίποτα. Από την άλλη, στην αρχή, η λέξη που είχε προταθεί ήταν η μερική καταστροφή που αντικαταστάθηκε από τη λέξη ουσιαστική. Αυτό έγινε για να αποτραπεί το Δικαστήριο να ασκήσει αρμοδιότητα σε περίπτωση που ένοπλη σύρραξη οδηγούσε σε μερική καταστροφή. Ακόμα και σε μια  τέτοια περίπτωση, το Κράτος θα μπορούσε να πραγματοποιήσει μια «πραγματική» δίωξη, αν και με δυσκολίες.  Με άλλα λόγια η μερική καταστροφή είναι απαραίτητο αλλά όχι επαρκές στοιχείο, διότι μπορεί να υπάρχει μερική αλλά όχι ουσιαστική καταστροφή. Μόνο αν αποδειχθεί ουσιαστικό πλήγμα αναλαμβάνει το Δικαστήριο[84].

Στο διαχωρισμό λοιπόν μας βοηθάνε τρεις παράγοντες: α) το Κράτος να είναι μην μπορεί να αποκτήσει τον κατηγορούμενο, β) το Κράτος να μην μπορεί να συλλέξει τα απαραίτητα αποδεικτικά στοιχεία και ενδείξεις και γ) το Κράτος να μην μπορεί άλλως να ανταπεξέλθει στις διαδικασίες. Αυτοί οι παράγοντες είναι σημαντικοί γιατί ενισχύουν την αντικειμενικότητα αν και ο τελευταίος μπορεί να δώσει μια κάποια ελευθερία στο να καθοριστεί το παραδεκτό σε περίπτωση απρόβλεπτων γεγονότων που εμποδίζουν την διαδικασία.  Ειδικά αυτός, μπορεί να καλύψει πολλές ενστάσεις των Κρατών που δεν θέλουν να παραχωρήσουν την αρμοδιότητα στο ICC. Για παράδειγμα, ακόμα κι αν το Κράτος έχει τον κατηγορούμενο και τις κατάλληλες αποδείξεις και μαρτυρίες, μια ενδεχόμενη έλλειψη προσωπικού που θα επηρέαζε την «πραγματική» πορεία των πραγμάτων, στέλνει κατευθείαν την υπόθεση στη Χάγη.

2.5 ΒΑΡΥΤΗΤΑ

Ένα άλλο κριτήριο που κάνει μια υπόθεση μη αποδεκτή είναι η βαρύτητα όπως περιγράφεται στο άρθρο 17, παράγραφος 1(d). Σύμφωνα με αυτό το Δικαστήριο δεν θα αναλαμβάνει υπόθεση που δεν ενέχει επαρκή βαρύτητα για να δικαιολογηθεί περαιτέρω διαδικασία.  Το παράξενο είναι πως πουθενά δεν αναφέρεται ο ορισμός της βαρύτητας, ούτε στο Καταστατικό, ούτε στους Κανονισμούς και η απουσία ρητών εξαιρέσεων μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι το κριτήριο αυτό δεν επιδέχεται προσβολή.[85]

Το στοιχείο αυτό ήταν πρόταση της ILC και ήταν αναγκαίο για να αποφευχθούν καταγγελίες στο Δικαστήριο για ασήμαντους δράστες. Έχοντας στο νου ότι όλα τα εγκλήματα που εμπίπτουν στη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου είναι σοβαρά, η βαρύτητα έρχεται ως ένα πρόσθετο φίλτρο[86]. Εξάλλου, τονίστηκε και από το ίδιο το ICC, με τα λόγια του Προδικαστικού Τμήματος: «the gravity threshold Is in addition to the drafter’s careful selection of the crimes included in articles 6 to 8 of the Statute, a selection based on gravity and directed at confining the material jurisdiction of the Court to “the most serious crimes of international concern”. Hence, the fact that a case addresses one of the most serious crimes for  the  international  community  as  a  whole  is  not  sufficient  for  it  to  be admissible before the Court.[87]»

Στα επόμενα χρόνια, παρόλο που η βαρύτητα έμεινε σχεδόν απαρατήρητη, εντούτοις, έπαιξε καθοριστικό ρόλο σε ορισμένες υποθέσεις[88]. Το 2005, η βαρύτητα, σύμφωνα με τον Εισαγγελέα ήταν το πρωταρχικό κριτήριο για τη διαλογή υποθέσεων ατόμων που συμμετείχαν στην οργάνωση Lord’s Resistance Army. Το 2006, όμως, ο Εισαγγελέας έκρινε ότι δεν υπάρχει βαρύτητα στην υπόθεση Ιράκ κι έτσι αποφάσισε να μην ξεκινήσει έρευνα[89].  Η αιτιολογία ήταν ότι ενώ υπήρχαν βάσιμες υποψίες για διάπραξη εγκλημάτων πολέμου, ο εκτιμώμενος αριθμός των θυμάτων, γύρω στους 20, ήταν πολύ μικρός για να ικανοποιεί το κριτήριο της βαρύτητας. Για να ενισχύσει το επιχείρημά του προέβη σε αριθμητική σύγκριση με την Ουγκάντα, το Κονγκό και το Σουδάν, λέγοντας ότι κάθε περίπτωση αφορούσε χιλιάδες φόνους εκ προμελέτης, σεξουαλική βία μεγάλης κλίμακας, απαγωγές και συνολικά μεταφέρθηκαν βιαίως 5.000.000 άνθρωποι.

Στην ίδια λογική, το Προδικαστικό Τμήμα Ι δεν εξέδωσε ένταλμα σύλληψης για τον Κονγκολέζο Bosco Ntaganda, διότι θεωρήθηκε ότι δεν πληροί τη βαρύτητα. Με άλλα λόγια, η εγκληματική συμπεριφορά θα πρέπει να είναι συστηματική ή μεγάλης κλίμακας και θα πρέπει να προξενεί κοινωνικό συναγερμό στη διεθνή κοινότητα, έτσι ώστε να διασφαλιστεί ότι θα διώκονται οι πιο σοβαροί εγκληματίες. Μάλιστα έδωσε και τρία κριτήρια για να οριστεί το όσο υπεύθυνος μπορεί να είναι ο δράστης, τη θέση που κατέχει, το ρόλο που ασκεί και κατά πόσο επηρεάζεται από δράσεις άλλων παραγόντων[90] Ο Εισαγγελέας δε συμφώνησε με αυτή τη λογική, καθώς η αναφορά αυστηρών κριτηρίων θα έθεταν σοβαρό νομικό αποκλεισμό στο Δικαστήριο για να ασκήσει δικαιοδοσία. Επίσης, οποιαδήποτε κριτήρια, μπορούν να θέσουν σε κίνδυνο τη διακριτική του ευχέρεια[91]. Θέτοντας το θέμα στο Εφετειακό Σώμα, η κατάσταση διορθώθηκε[92]. Το Εφετείο κατήργησε τα κριτήρια και τελικά εκδόθηκε ένταλμα σύλληψης για τον Ntaganga[93].

Στην περίπτωση του Σουδάν, το Προδικαστικό Τμήμα Ι υιοθέτησε μια άλλη, πιο ενδιαφέρουσα προσέγγιση. Η περίπτωση Abu Garda αφορά ένα Σουδανό, που κατηγορείται για το θάνατο 12 Κυανόκρανων κατά τη διάρκεια επίθεσης κατά της Αποστολής για την Αφρικανική Ένωση στο Σουδάν (AMIS). Οι Δικαστές συμφώνησαν με τον Εισαγγελέα λέγοντας ότι η βαρύτητα μιας υπόθεσης δεν αφορά την ποσότητα αλλά και μια ποιοτική αξιολόγηση[94]. Για να μπορέσουν να καθορίσουν το τι σημαίνει ποιοτική αξιολόγηση, στράφηκαν στο άρθρο 145(1)( c), που αφορά τον υπολογισμό της ποινής. Αναφορικά, ο αντίκτυπος της ζημίας στα θύματα και στις οικογένειές τους, η φύση της παράνομης συμπεριφοράς και τα μέσα που χρησιμοποιήθηκαν για να εκτελεστεί το έγκλημα, μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως χρήσιμες κατευθυντήριες γραμμές για την αξιολόγηση της βαρύτητας. Η συγκεκριμένη υπόθεση κρίθηκε αποδεκτή γιατί παρά τον σχετικά μικρό αριθμό των θυμάτων, οι συνέπειες της επίθεσης ήταν πολύ μεγάλες για το προσωπικό της AMIS και για τις οικογένειες τους. Επίσης, η παύση λειτουργίας της οργάνωσης αυτής είχε σοβαρό κοινωνικό αντίκτυπο στην περιοχή.

Από όλα τα παραπάνω που ειπώθηκαν σε αυτό το κεφάλαιο, μπορούμε εύκολα να συμπεράνουμε ότι  το Καταστατικό της Ρώμης κάνει διαχωρισμό δικαιοδοσίας και παραδεκτού.  Η δικαιοδοσία αφορά τις νομικές παραμέτρους των λειτουργιών του Δικαστηρίου σε σχέση με το αντικείμενο (rationae materiae), το χώρο (rationaei loci), το χρόνο (rationae temporis) και το άτομο (rationae personae). To παραδεκτό αναλύεται σε δεύτερο επίπεδο και προσπαθεί να καθορίσει αν μια υπόθεση, που εμπίπτει στη δικαιοδοσία του ICC, μπορεί  να δικαστεί από αυτό. Με άλλα λόγια η δικαιοδοσία έχει να κάνει  με μία «κατάσταση» κατά την οποία διαπράχθηκε το έγκλημα, ενώ μέχρι να εξεταστεί το παραδεκτό, η δίωξη θα έχει προοδεύσει, ώστε να μιλάμε πια για «υπόθεση». Το Δικαστήριο μπορεί να έχει δικαιοδοσία για μια «κατάσταση» επειδή δημιουργείται σε έδαφος Κράτους μέλους ή αφορά υπηκόους του ως δράστες, ενώ από την άλλη, μια «υπόθεση» δεν θα είναι αποδεκτή γιατί ήδη δικάζεται από εθνικά δικαστήρια.

Το Δικαστήριο είναι υποχρεωμένο να ικανοποιήσει το ίδιο σχετικά με το αν έχει δικαιοδοσία και συνεπώς την εξετάζει, πάντα, από μόνο του σε κάθε υπόθεση. Από την άλλη, το παραδεκτό μπορεί να θεωρηθεί ότι περισσότερο αφορά μία διακριτική ευχέρεια και ένα τύπου εμπόδιο στην άσκηση δικαιοδοσίας και λιγότερο μια υποχρέωση.

Τέλος, η διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στις δύο αυτές έννοιες, ίσως να μην είναι πάντα διακριτή. Σε ένα καθαρά δικαιοδοτικό παράδειγμα, το Καταστατικό λέει ότι το Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία για εγκλήματα πολέμου και συγκεκριμένα για όσα διαπράχθηκαν ως μέρος σχεδίου ή πολιτικής ή ως μέρος διάπραξης εγκλημάτων σε μεγάλη κλίμακα. Παρομοίως, σε μια διάταξη παραδεκτού, γίνεται λόγος για το κριτήριο της βαρύτητας και της σοβαρότητας των εγκλημάτων. Στην πράξη, και οι δύο διατάξεις μιλάνε για σοβαρότητα εγκλημάτων και άρα συχνά γίνεται δύσκολο να αντιληφθεί κανείς τη λεπτή απόχρωση.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2Ο : Υποθέσεις

4.6 Omar AlBashir: κρατική ασυλία Προέδρου / υποχρέωση συνεργασίας Κρατών

Στις 31 Μαρτίου 2005 το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ ανέφερε στο Δικαστήριο την περίπτωση του Darfur[95]. Στις 4 Μαρτίου 2009, το Προδικαστικό Τμήμα Ι εξέδωσε ένταλμα σύλληψης για τον Πρόεδρο του Σουδάν για εγκλήματα πολέμου και κατά της ανθρωπότητας[96] και οι κατηγορίες για γενοκτονία προστέθηκαν αργότερα σε δεύτερο ένταλμα[97].

Αυτή τη φορά δεν είναι η Κυβέρνηση που διαμαρτύρεται, αλλά εκφράζεται αντίθεση από έναν οργανισμό, την Αφρικανική Ένωση. Σε συνέδριό της το 2009, υιοθέτησε την απόφαση να μη συνεργαστεί κανένα Κράτος που την απαρτίζει με το ICC για σύλληψη του Bashir[98] και το 2010 το Μαλάουι είπε πως η κατηγορία αρχηγών Κρατών δύναται να θέσει σε κίνδυνο τη συνεργασία με το Δικαστήριο. Η λογική αυτή στηρίχτηκε στο άρθρο 98(1) που διαβάζει το εξής: «The  Court may not  proceed with a  request for surrender or  assistance which would require the requested State to act inconsistently with its obligations under international law with respect to the State or diplomatic immunity of a person or property of a third State, unless the Court can first obtain the cooperation of that third State for the waiver of the immunity.» Παρομοίως, σε παρόμοια δήλωση είχαν προβεί και μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ειδικότερα η Δανία κάλεσε τον Bashir στη Διεθνή Συνδιάσκεψη για την Κλιματική Αλλαγή που έλαβε χώρα 7-18 Δεκεμβρίου 2009[99]

Οι Κανονισμοί του Δικαστηρίου επιβεβαιώνουν ότι το ICC δεν μπορεί να επιμείνει στην παράδοση ατόμου που απολαμβάνει ασυλία, χωρίς την έγκριση του Κράτους προέλευσης[100]. Διαβάζοντας τη διάταξη αυτή με το 98(2) του Καταστατικού, το Δικαστήριο πρέπει πρώτα να εξασφαλίσει τη συνεργασία και τη συναίνεση του ενδιαφερόμενου Κράτους και σύμφωνα με τον Κανονισμό 195(1), το Κράτος αυτό υποχρεούται να παρέχει πληροφορίες που θα βοηθήσουν στην παροχή συναίνεσης. Είναι ενδιαφέρον, πάντως, πως τα υπόλοιπα Κράτη μπορούν (may και όχι must) να βοηθούν το Δικαστήριο για να σιγουρευτεί η παράδοση του υπόπτου. Θα έλεγε κανείς ότι το Καταστατικό δίνει την απάντηση στο επιχείρημα της ασυλία με το άρθρο 27, καθώς μιλάει για ισότητα όλων και «αδιαφορεί» για κρατικά διαδικαστικά εμπόδια: «1. This Statute shall apply equally to all persons without any distinction based on official capacity. In particular, official capacity as a Head of State or Government, a member of a Government or parliament, an elected representative or a government official shall in no case exempt a person from criminal responsibility under this Statute, nor shall it, in and of itself, constitute a ground for reduction of sentence. 2. Immunities or special procedural rules which may attach to the official capacity of a person, whether under national or international law, shall not bar the Court from exercising its jurisdiction over such a person. »

Αφήνοντας στην άκρη το γεγονός ότι το Σουδάν δεν είναι μέλος του Καταστατικού και ότι η αναφορά έγινε από το Συμβούλιο Ασφαλείας, δύο άλλες χώρες μέλη δεν τον συνέλαβαν. Η μία ήταν το Τσαντ που φιλοξένησε τον Bashir στη Σύνοδο Κορυφής των Κρατών του Σάχελ και της Σαχάρα και έγινε η πρώτη που τον προστάτευσε πρόθυμα και εν γνώσει ότι είναι φυγόδικος και παρόλο που δεν είχε την υποχρέωση να αποσπάσει συναίνεση από το Σουδάν, όντας Κράτος μέλος[101]. Η άλλη ήταν η Κένυα που τον φιλοξένησε τον Αύγουστο του 2010 για τον εορτασμό του νέου Συντάγματός της και τον Οκτώβριο του ίδιου έτους με αφορμή τη συζήτηση δημοψηφίσματος για απόσχιση του Darfur. Η απάντηση του Τσαντ και της Κένυα βασίστηκε στο ότι υπάρχει μία διαμάχη ανάμεσα στα άρθρα 27(2) και 98(1), η οποία και δίνει την πιθανότητα να υπάρξει ασυλία ως στοιχείο για να γίνει μια υπόθεση απαράδεκτη.

Το Δικαστήριο, βέβαια, είχε άλλη άποψη και είπε ότι η τωρινή θέση του Bashir δεν βάζει κανένα εμπόδιο στη δικαιοδοσία του[102]. Μάλιστα, όταν εξέδωσε το ένταλμα αποφάσισε ότι παρόλο που το Σουδάν δεν είναι μέλος, έχει κάθε υποχρέωση να συνεργαστεί πλήρως με το Δικαστήριο[103] και στην τελική του απόφαση είπε πως το αίτημα για συνεργασία απευθύνεται σε όλα τα μέλη του αλλά και σε όλα τα μέλη του ΟΗΕ[104]. Παράλληλα, πριν τη δεύτερη επίσκεψη του Bashir στην Κένυα, αιτήθηκε στην Κένυα να ενημερώσει μέχρι τις 29 Οκτωβρίου 2010 για κάθε πιθανό εμπόδιο που θα αντιμετώπιζε για τη σύλληψη και την παράδοσή του[105]. Η Κένυα δεν ενημέρωσε ποτέ και ο Schabas θεωρεί πως το Τμήμα Ι βρήκε πως ο Bashir δεν επωφελήθηκε από την ασυλία του υπό το διεθνές δίκαιο στις παρούσες συνθήκες και συνεπώς, τα Κράτη μέλη του Καταστατικού δεν έχουν πρόβλημα με τις υποχρεώσεις τους και άρα λοιπόν το 98(1) δεν τέθηκε σε εφαρμογή[106]. Η λογική του ICC βασίστηκε στο γεγονός ότι η κρατική ασυλία εφαρμόζεται μόνο στην περίπτωση εθνικών δικαστηρίων και όχι σε δίωξη που αφορά διεθνή δικαστήριο.

Έχοντας ως δεδομένο ότι χρειάζεται η συνεργασία και η συναίνεση του Σουδάν, το ερώτημα που προκύπτει είναι αν όντως το Τσαντ και η Κένυα είχαν την υποχρέωση να συλλάβουν τον Bashir. Για να απαντήσουμε θα πρέπει να λάβουμε υπόψιν τρία ζητήματα. Το πρώτο είναι το Συμβούλιο Ασφαλείας. Όταν ανέφερε την περίπτωση του Σουδάν στο Δικαστήριο αποφάσισε ότι, η σουδανική κυβέρνηση και τα υπόλοιπα κράτη μέλη και οι οργανισμοί πρέπει να συνεργαστούν πλήρως με το Δικαστήριο, ακόμα κι αν δεν έχουν υπογράψει το Καταστατικό: «the government of Sudan and  all other parties  to the conflict in Darfur shall co-operate fully with and provide  any necessary assistance to the Court and  the prosecutor pursuant to this resolution and,  while recognising that states not party to the Rome Statute have no obligation under the Statute, urges  all states  and concerned regional and  other international organisations to co-operate fully.»[107]  Το δεύτερο αφορά το άρθρο 13(2) του Καταστατικού που ορίζει ότι θα ερευνά κάθε υπόθεση που θα του αναθέτει το ΣΑ: «[t]he Court may exercise its jurisdiction with respect to a crime referred to in article 5 in accordance with the provisions of this Statute if …. [a] situation… is referred  to the prosecutor by the Security Council  acting under chapter VII of the Charter  of the United Nations.» Το τρίτο ζήτημα είναι οι κινήσεις του ίδιου του Δικαστηρίου. Όταν το Τσαντ και η Κένυα αρνήθηκαν να συλλάβουν τον Bashir, ενημέρωσε το ΣΑ και τη ΓΣ του ΟΗΕ[108], με δύο αποφάσεις[109], για να λάβουν τα κατάλληλα μέτρα. Αυτές οι κινήσεις ήταν και οι μοναδικές. Το αξιοπερίεργο είναι το Προδικαστικό Τμήμα δεν έκανε καμία απολύτως αναφορά στην υποχρέωση υπό το 27 και το 98(1). Αντιθέτως, η υποχρέωση συνεργασίας βασίστηκε στο παραπάνω ψήφισμα 1593/2005 του ΣΑ και στο άρθρο 87 του Καταστατικού, σύμφωνα με το οποίο το Δικαστήριο έχει την αρμοδιότητα να ζητήσει τη συνεργασία των Κρατών μελών. Έτσι απέτυχε να δώσει μια πλήρη ερμηνεία για την εφαρμογή των 27 και 98 και να εξαφανίσει κάθε είδους αμφιβολία πάνω στο σημαντικό αυτό θέμα. Ένα άλλο αξιοπερίεργο είναι ότι δεν αναφέρθηκε καθόλου το άρθρο 86 που μιλάει για γενική υποχρέωση συνεργασίας, το οποίο είναι και πιο ισχυρό από το 87 που αφορά την αίτηση συνεργασίας και δεν υποχρεώνει σε παροχή συνεργασίας.

Η γράφουσα με δική της ευθύνη προτείνει και άλλη μία βάση υποχρέωσης συνεργασίας. Μελετώντας τη δεύτερη απόφαση για ένταλμα σύλληψης, διαπιστώνουμε ότι ο Bashir κατηγορείται και για το έγκλημα της γενοκτονίας. Συνεπώς, η ίδια η Σύμβαση για τη Γενοκτονία[110], αποτελεί ratio legis για τη διαπίστωση υποχρέωσης συνεργασίας των Κρατών, αλλά αφορά παράλληλα και το θέμα της ασυλίας. Σημειωτέον, ότι ανάμεσα στα 142 Κράτη που έχουν επικυρώσει τη Συνθήκη βρίσκεται το Σουδάν, οι ΗΠΑ και η Ρωσία και ότι από το 1951 τα Κράτη δεν υπογράφουν πια, απλά προσχωρούν ακόμα σε περίπτωση Κράτους από διαδοχή.

Διαβάζοντας τη Συνθήκη, χωρίς ιδιαίτερο πρόβλημα διαπιστώνει κανείς πως θέτει ορισμένες παραμέτρους. Το πρώτο που συναντά κανείς είναι πως λόγω του αποτρόπαιου αυτού εγκλήματος και για την ίδια την εφαρμογή, ήδη από το Προοίμιο απαιτείται η διεθνής συνεργασία: «Being convinced that, in order to liberate mankind from such an odious scourge, international co-operation is required». Έπειτα, στο άρθρο VI διαβάζουμε ότι όταν ένα άτομο κατηγορηθεί με το έγκλημα της γενοκτονίας, μπορεί να δικαστεί σε δικαστήριο εδάφους στο οποίο συνέβη το έγκλημα αυτό ή σε κάποιο διεθνές δικαστήριο: « Persons charged with genocide or any of the other acts enumerated in article III shall be tried by a competent tribunal of the State in the territory of which the act was committed, or by such international penal tribunal as may have jurisdiction with respect to those Contracting Parties which shall have accepted its jurisdiction.» Από αυτό και μόνο γίνεται φανερό ότι τέτοιο έγκλημα δικάζεται και από το ICC, όπως άλλωστε αναλύσει και το Καταστατικό ως rationae materiae. Το ζήτημα που ανακύπτει εδώ είναι ότι ο Bashir δεν έχει επίσημα κατηγορηθεί, εφόσον δεν έχει παρουσιαστεί στο Δικαστήριο για επιβεβαίωση των κατηγοριών και το ICC δεν μπορεί να αποφασίσει μόνο του γιατί δεν προβλέπεται διαδικασία in absentia. Η έκδοση εντάλματος αλλά και το ίδιο το ένταλμα δεν αποτελούν κατηγορίες ή εν δυνάμει κατηγορίες αλλά περιέχουν εγκλήματα για τα οποία υπάρχει λογική βάση να θεωρείται ότι διαπράχθηκαν από το άτομο που αναφέρει το ένταλμα. Από την άλλη μεριά η γράφουσα θεωρεί ότι δεν υπάρχουν ενδείξεις ότι η γενοκτονία δεν θα αποτελέσει κατηγορία και αυτό άλλωστε υποδεικνύει όχι μόνο η στάση του Bashir και του Σουδάν, αλλά και των Κρατών που έχουν αποφύγει τη σύλληψη, μηδενός εξαιρουμένου του συνόλου των Κρατών που απαρτίζουν την Αφρικανική Ένωση. Άλλωστε το Σουδάν δεν είχε προχωρήσει σε καμία επιφύλαξη όταν επικύρωνε τη Συνθήκη και άρα δεν υπάρχει κανένας λόγος να θεωρείται ότι δεν πρέπει να γίνει δίκη ενώπιον του Δικαστηρίου. Άρα λοιπόν βλέπουμε ότι τα παραπάνω στοιχεία ενδυναμώνουν το Δικαστήριο, καθώς η γενοκτονία εμπίπτει στη δικαιοδοσία του και διότι πρέπει να εξετάζονται και άλλα κείμενα πέρα από το Καταστατικό. Επίσης, προκύπτει πολύ καθαρά η υποχρέωση συνεργασίας και αυτό από μόνο του μπορεί να βελτιώσει την ποιότητα αλλά και την ποσότητα της διεθνούς συνεργασίας, ακόμα και με τα Κράτη που αγνοούν επιδεικτικά το Δικαστήριο.

Όσον αφορά το ζήτημα της ασυλίας, η υπό εξέταση Συνθήκη, την απορρίπτει εντελώς στη διάταξη ΙV: « Persons committing genocide or any of the other acts enumerated in article III shall be punished, whether they are constitutionally responsible rulers, public officials or private individuals». Χωρίς να την αναφέρει καθαρά –να μην ξεχνάμε την ημερομηνία υπογραφής- αναφέρεται σε κρατικές θέσεις. Η παράγραφος αυτή, δίνει φως στο θέμα αυτό και μπορεί να λειτουργήσει ως νομική βάση για δίκη, ακόμα και για Κράτη που επικαλούνται ότι δεν είναι μέρος του Καταστατικού και δεν αναγνωρίζουν δικαιοδοσία. Αν αυτό διαβαστεί σε συνδυασμό με το παραπάνω, βλέπουμε ότι άτομο υπεύθυνο για γενοκτονία, φέρoν κρατική ασυλία, μπορεί κάλλιστα να δικαστεί στο ICC και μάλιστα με την υποχρέωση διεθνούς συνεργασίας όσον αφορά τη σύλληψη και την παράδοση. Αν βέβαια συνδυαστεί και με το Καταστατικό, δεν υπάρχει καμία αμφιβολία για το ποιες είναι οι υποχρεώσεις και το πότε μπορεί να παρέμβει το Δικαστήριο.

Να σημειωθεί ξανά, ότι η γράφουσα αναλαμβάνει πλήρη ευθύνη για την τοποθέτησή της όσον αφορά την επίκλησή της στη Συνθήκη για τη Γενοκτονία ως επιχείρημα και ότι αποτελεί καθαρά ένα προβληματισμό της πάνω στο θέμα της ασυλίας κυβερνητικών εκπροσώπων. Υπό τις παρούσες συνθήκες θεωρεί ότι είναι σωστό ως νομική βάση και θα μπορούσε κάλλιστα να θεωρηθεί ως ένα «crossreading» ανάμεσα στις γραμμές της διεθνούς ποινικής δικαιοσύνης.

Πάντως, σε κάθε περίπτωση, το αποκορύφωμα που θα συνιστά και αφορμή ερμηνείας των 27 και 98(1) για την ασυλία και την υποχρέωση συνεργασίας, θα είναι τη στιγμή που η αναφορά θα γίνει από ένα Κράτος μέλος ή όταν ο Εισαγγελέας θα ξεκινήσει proprio motu διαδικασία και θα αφορά ύποπτο με κρατική ασυλία.

Για την ιστορία, να σημειωθεί ότι ο Bashir παραμένει φυγόδικος, δεν υπάρχει καμία εσωτερική διαδικασία και ότι παραμένει στο σπίτι του υπό εγκλεισμό λόγω φόβου σύλληψης σε ενδεχόμενο ταξίδι του στο εξωτερικό. Ακόμα, δεν παραβρέθηκε στα εγκαίνια της Προεδρίας του Jacob Zuma στη Νότιο Αφρική το 2009, ούτε στη Σύνοδο Κορυφής της Αφρικανικής Ένωσης στην Ουγκάντα τον Ιούλιο του 2010 και βέβαια, ούτε στο Παγκόσμιο Κύπελλο ποδοσφαίρου στη Νότιο Αφρική το καλοκαίρι του ιδίου έτους[111].

4.7 Λιβύη: επιλογή forum

Στις 26 Φεβρουαρίου 2011, το ΣΑ ανέφερε[112] στον Εισαγγελέα την περίπτωση της Λιβύης, μετά από αποτυχία της κυβέρνησης Gaddafi[113] να προστατεύσει τον πληθυσμό του, κάνοντάς την έτσι την πρώτη περίπτωση που συνδέεται με την υποχρέωση προστασίας (responsibility to protect[114]). Ακολούθως, αποφασίστηκε να εκδοθούν τρία εντάλματα για τους Muammar Muhammad Abu Minyar al-Gaddafi, Saif al-Islam Gaddafi και Abdullah al-Senussi[115] με κατηγορίες για εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας υπό το 7(1)(a) και το (1)(h). Μετά το θάνατο του Muammar[116] οι καταγγελίες εναντίον του έπαψαν να ισχύουν και η υπόθεση αποσύρθηκε από την έδρα.

Στις 23 Νοεμβρίου 2011, το Εθνικό Συμβούλιο Μετάβασης (η προσωρινή κυβέρνηση της χώρας) έστειλα γράμμα στο Δικαστήριο λέγοντας ότι η Λιβύη είναι πρόθυμη και ικανή, και ότι προτεραιότητα έχει το εσωτερικό Δικαστήριο. Επίσης είπε ότι ο Saif δεν έχει συλληφθεί βάσει του Αιτήματος Παράδοσης, ότι θεωρεί πως υπάρχει διαδικασία διερεύνησης και δίωξης υπό το εθνικό δίκαιο, ότι συζητούν για το αν θα του προσάψουν κατηγορίες, ίδιες με αυτές του ICC, ότι δεν θα αμφισβητήσουν τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου σύμφωνα με το άρθρο 19 και ζητούν την αναβολή της παράδοσής του, υπό το άρθρο 94 μέχρι να ολοκληρωθεί η εσωτερική διερεύνηση και δίωξη.

Σε πρώτο στάδιο, αναφορικά με τη συνεργασία , το Τμήμα ήταν σαφές. Παρόλο που η Λιβύη δεν είναι μέλος του Καταστατικού, έχει υποχρέωση να συνεργαστεί με το Δικαστήριο, υποχρέωση που πηγάζει από τον ίδιο τον Χάρτη του ΟΗΕ και μάλιστα το άρθρο 25 και το Κεφάλαιο VII, αλλά και από το ψήφισμα 1970. Το ψήφισμα αυτό υποχρεώνει τη Λιβύη να συνεργαστεί πλήρως με το ICC και ιδιαίτερα υπό το Μέρος IX, που αποτελεί το πλαίσιο με το οποίο πρέπει να συμμορφωθεί για να πραγματοποιήσει το αίτημα παράδοσης του Saif και πιο συγκεκριμένα το άρθρο 89(1)[117]. Κάτι πολύ ενδιαφέρον είναι ότι η αναφορά της Λιβύης στο άρθρο 94 αποδεικνύει πως η χώρα καταλαβαίνει και έχει πλήρη επίγνωση του συστήματος συνεργασίας που παρέχει το Καταστατικό. Επίσης περισσότερα για την υποχρέωση συνεργασίας, ισχύουν και τα άρθρα 27 και 98(1), όπως αναλύθηκαν μόλις παραπάνω στην υπόθεση Bashir.

Σε ένα δεύτερο στάδιο, το Τμήμα εξέτασε αν το 94(1) μπορεί να αποτελέσει εν προκειμένω βάση για αναβολή, όπως αιτήθηκε η Λιβύη. Παρατήρησε ότι το αιτών Κράτος μπορεί να αναβάλει την εκτέλεση του αιτήματος συνεργασίας σε συνεννόηση με το Δικαστήριο αν η άμεση εκτέλεση του αιτήματος αυτού αναμειγνύεται στη διαδικασία διερεύνησης ή δίωξης υπόθεσης διαφορετικής από αυτή που είναι υπό συζήτηση. Εν αντιθέσει, το 89(4) που είναι μέρος του άρθρου σχετικά με την παράδοση των ατόμων λέει ότι αν ο καταζητούμενος υπόκειται σε εσωτερική διαδικασία ή εκτίει ποινή για έγκλημα διαφορετικό από αυτό που καταζητείται, το αιτών Κράτος θα πρέπει να συνεννοηθεί με το Δικαστήριο, μετά από αίτηση. Έπειτα, προέβη στις εξής παρατηρήσεις: α) και τα δύο άρθρα αναφέρονται σε περιπτώσεις όπου ένα αίτημα συνεργασίας μπορεί να συγκρουστεί με μια εσωτερική νομική διαδικασία, β) το 89(4) αποτελεί διάταξη lex specialis που αναφέρεται σε αιτήματα παράδοσης και χωρίς καμία αναφορά σε πιθανότητα αναβολής, απαιτεί από το αιτών Κράτος να παραχωρήσει αίτηση και μετά να έρθει σε συνεννόηση με το Δικαστήριο και γ) το 94(1) επιτρέπει αναβολές αλλά για περιπτώσεις εκτός αιτημάτων παράδοση. Το γεγονός αυτό υποστηρίζεται και από τη ιστορία του Καταστατικού αλλά και από επιφανείς μελετητές του ζητήματος. Εφόσον λοιπόν, η παρούσα αίτηση αφορά παράδοση, αυτόματα απορρίπτεται και παρακινεί τη Λιβύη να παραδώσει τον Saif.

Περνώντας σε ένα πιο δικονομικό ζήτημα, πρέπει να εξετάσουμε το άρθρο 19 σχετικά με τη διαδικασία αμφισβήτησης της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου και αν όντως η Λιβύη πρέπει να είναι τυπική και όχι απλά να αποστέλλει δηλώσεις. Τεχνικά, τη δικαιοδοσία μπορεί να αμφισβητήσει η Λιβύη ως Κράτος[118] αλλά και ο ύποπτος υπό την παράγραφο (2) αλλά βέβαια δεν έχει τη δύναμη να πιέσει προς μια συγκεκριμένη επιλογή forum. To Εφετείο στην Katanga και στην Bemba[119] ξεκαθάρισε ότι η αμφισβήτηση απαιτεί εξέταση του ζητήματος σε βάθος. Αυτό σημαίνει ότι η Λιβύη πρέπει να αποδείξει ότι υπάρχει ή υπήρξε εσωτερική διαδικασία[120] αν επιθυμεί να προβεί σε αμφισβήτηση υπό το 19(2)(b). Επίσης στην Κένυα έθεσε ένα υψηλότερο κατώφλι σύμφωνα με το οποίο το Κράτος πρέπει να παραδώσει «concrete investigative steps and support its statement with tangible proof to demonstrate that it is actually carrying out relevant investigations». Συνεπώς καταλαβαίνουμε ότι αν το καταφέρει η υπόθεση δεν γίνεται αποδεκτή από τη Χάγη.

Την 1η Μαΐου 2012, η Λιβύη κατέθεσε επίσημη αμφισβήτηση της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου υπό το άρθρο 19[121]. Στην αίτησή της είπε ότι είναι πρόθυμη και ικανή να δικάσει τους υπόπτους και ότι είναι μια μοναδική ευκαιρία για το Δικαστήριο να προχωρήσει στην εφαρμογή της «θετικής συμπληρωματικότητας[122]» και να βοηθήσει τα Κράτη που μέχρι πρότινος ήταν σε εμπόλεμη κατάσταση να προχωρήσουν με εσωτερικές διαδικασίες. Ομολογουμένως, η αίτηση είναι άρτια δομημένη, πολύ καλά στοιχειοθετημένη και στην απάντησή του ο Εισαγγελέας Ocampo παραδέχτηκε ότι η Λιβύη είναι πρόθυμη. Έχει κάνει σημαντικά βήματα με την προσπάθεια εφαρμογής καινούριας νομοθεσίας για εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας και είναι πράγματι πρόθεση να ολοκληρώσει τη διαδικασία της. Επίσης είπε ότι η υπόθεση είναι σχεδόν ολόιδια με αυτή ενώπιον του ICC και μάλιστα έχει αποδείξει ότι ακολουθεί «concrete investigative steps». Επίσης, στις 7 Νοεμβρίου 2012 η Εισαγγελέας Bensouda είπε ότι παρόλο που το Καταστατικό δίνει προτεραιότητα στο Κράτος, εντούτοις « a State challenging admissibility must provide the Court evidence of a sufficient degree of specificity and probative value that demonstrate that it is indeed investigating the case.»[123]

Συνεχίζοντας με την ανάλυση του άρθρου 17, πρέπει να ερευνήσουμε τα στοιχεία σύμφωνα με τα οποία η Λιβύη θα πρέπει να παραδώσει την υπόθεση στο ICC. H Εισαγγελέας επίσης, τόνισε πως το Δικαστήριο παρεμβαίνει μόνο όταν το ενδιαφερόμενο Κράτος είναι αδρανές, απρόθυμο ή ανίκανο να αναλάβει μια υπόθεση. Σύμφωνα λοιπόν με έρευνα της Εισαγγελίας, τη στιγμή εκείνη το καθεστώς Gaddafi δεν ξεκίνησε καμία διαδικασία, παραμένοντας αδρανές και η μόνη λύση να τιμωρηθούν τα εγκλήματα αυτά ήταν να αναλάβει η Χάγη.

Όσον αφορά το κατά πόσο πρόθυμη είναι η Λιβύη, μπορούν να ειπωθούν πειστικά στοιχεία για την απόδειξη του εναντίου. Πρώτον, πρέπει να υπάρχει ανεξαρτησία και αμεροληψία του δικαστικού συστήματος. Αυτό μπορεί κάλλιστα να αμφισβητηθεί, καθώς η νέα Κυβέρνηση της 8 Νοεμβρίου 2012 αποτελείται πιθανότατα από αντιπάλους του Gaddafi και υποστηρικτές της επανάστασης[124], οι οποίοι να μην μπορούν να δουν την υπόθεση με ουδετερότητα, επηρεασμένοι σαφώς από τα γεγονότα. Για του λόγου το αληθές, Υπουργός Άμυνας ανέλαβε ο Osama Al-Juwali, αρχηγός των επαναστατών του Zintan που συνέλαβαν τον Saif και που μέχρι πρότινος δεν ήθελαν να παραδώσουν.

Δεύτερον, αναφορικά με τη due process, θα πρέπει η εσωτερική διαδικασία να είναι σύμφωνη με τις διατάξεις του διεθνούς δικαίου «having regard to the principles of due process recognized by international law». Και πάλι εδώ υπάρχει επιχειρήματα για το αντίθετο. Διατρέχοντας κανείς τον Ποινικό Κώδικα της Λιβύης διαπιστώνει πως ως μέσο ποινής επιβάλλεται η θανατική ποινή[125]. Συνδυάζοντας το στοιχείο αυτό με το άρθρο 21(3), που λέει ότι το εφαρμοστέο δίκαιο του Δικαστηρίου πρέπει να συμβαδίζει με τα διεθνώς αναγνωρισμένα ανθρώπινα δικαιώματα και ότι το ίδιο το ICC δεν προβλέπει ως ποινή την εκτέλεση, πρέπει να ληφθεί σοβαρά υπόψιν μια μελλοντική καταδίκη του κατηγορουμένου. Μάλιστα στη Lubanga, το Εφετείο είπε ότι τα ανθρώπινα δικαιώματα πρέπει να συνδυάζονται με την αρχή της δίκαιης δίκης[126]. Επίσης, το Εφετείο του ICTR είπε πως πρέπει να μελετάται αν το γενικό νομικό πλαίσιο του Κράτους παρέχει και μία σωστή διαδικασία ποινής. Υπό το φως αυτό, η Ρουάντα κατήργησε τη θανατική ποινή[127] και μόνο τότε έγινε μεταφορά υπόπτου πίσω στην εσωτερική διαδικασία[128]. Η γράφουσα θεωρεί ότι παρόλο που πολλοί διαφωνούν για το αν η θανατική ποινή παραβιάζει το διεθνές δίκαιο, έχουμε τα παραδείγματα του ΕΔΔΑ σε περιφερειακό αλλά και το ICTR σε διεθνές επίπεδο τα οποία θέτουν παράδειγμα εμποδίου σε εσωτερική διαδικασία. Από τη στιγμή που ένας ύποπτος παραδοθεί στη Χάγη, είναι αμφίβολο έως και απίθανο για τον αν το Δικαστήριο θα τον επιστρέψει πίσω σε Κράτος το οποίο εφαρμόζει θανατική ποινή, έχοντας υπόψιν τη νομολογία που απαγορεύει απάνθρωπη και υποβιβαστική μεταχείριση και τιμωρία[129]. Από την άλλη μεριά, ακόμα κι αν κάποιος επικαλεστεί το άρθρο 80, σύμφωνα με το οποίο το Καταστατικό δεν απαγορεύει σε κανένα Κράτος να εφαρμόσει τον δικό του Κώδικα, σίγουρα το ICC δεν είχε υπόψιν να επιτρέψει τη θανατική ποινή. Το πιο πιθανό είναι να μην την αποτρέπει ρητά σε εσωτερικό δίκαιο, ακριβώς για να ωθήσει τα Κράτη να προσχωρήσουν στο Καταστατικό. Βέβαια, σε ενδεχόμενη επίκλησή του, η γράφουσα πιστεύει ότι το Δικαστήριο θα απαντήσει βάσει των άρθρων 21(1)(b)[130] και (3)[131] που μιλάνε καθαρά για σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και του διεθνούς δικαίου. Η Λιβύη δεν έκανε καμία τέτοια επίκληση αλλά αντιθέτως υποστήριξε πως ακόμα και αν η ποινή είναι ο θάνατος, δεν θα εκτελεστεί χωρίς τη σύμφωνη γνώμη του Ανωτάτου Δικαστηρίου.

Τρίτον, το άλλο κριτήριο είναι η αδικαιολόγητη καθυστέρηση[132]. Παρόλο που το Καταστατικό δεν ορίζει τί σημαίνει καθυστέρηση, το γεγονός ότι η Λιβύη ζήτησε αρχικά παράταση, χωρίς να διευκρινίζει λόγους που την εμποδίζουν να δικάσει την υπόθεση, αυτόματα καθιστά την κίνηση αυτή ως ένδειξη μη καλής θέλησης. Μετέπειτα , με την επίσημη αίτησή της επικαλέστηκε το γεγονός ότι ένα Κράτος βρίσκεται σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης ή σε εμπόλεμη κατάσταση μπορεί να επιτρέψει την αποχή από τυπικές διαδικασίες για κάποιο χρονικό διάστημα. Ακόμα, και το αντίθετο, δηλαδή η βιασύνη δεν είναι πάντα  ένδειξη ικανότητας. Το γεγονός ότι η Λιβύη αντιμετώπισε επανάσταση μετά από 40 χρόνια αυταρχικού καθεστώτος, θα έπρεπε να την απασχολεί περισσότερο, ως προς τη λειτουργία τόσο ενός πιο φιλελεύθερου συστήματος, όσο και του δικαστικού. Η βιασύνη μπορεί να είναι και ένδειξη εκδίκησης για τα τόσα χρόνια αυταρχισμού. Όντως, στην αίτησή της κάνει εκτενή αναφορά στα γεγονότα του παρελθόντος και ζητά επίμονα από το ICC «να μην της στερήσει την ιστορική ευκαιρία να βάλει τέλος στην ατιμωρησία». Τέλος λέει ότι η δίκη αυτή «είναι εθνική της ιδιοκτησία». Από τα παραπάνω λοιπόν, γίνεται φανερό ότι η Λιβύη δεν είναι πρόθυμη υπό το άρθρο 17, όσο κι αν έχει την αξιοθαύμαστη πρόθεση με την έννοια intent αλλά όχι με την έννοια willingness.

Αναφορικά με την ικανότητα της Λιβύης, ακόμα κι εδώ υπάρχουν αμφιβολίες και επιχειρήματα που αποδεικνύουν ακριβώς το αντίθετο. Πρώτον, όπως είναι γενικά παραδεκτό, το δικαστικό σύστημα έχει καταρρεύσει στην Τρίπολη.  Οι Εισαγγελείς αναγνώρισαν την προσπάθεια της Λιβύης να διορθώσει την κατάσταση. Υπό το καθεστώς Gaddafi καταστρέφηκε εντελώς, γεγονός που δεν αφήνει και πολλά περιθώρια για το αν μπορεί να πραγματοποιηθεί δίκη[133] σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα.

Δεύτερον, η Λιβύη είπε ότι ο Saif έχει συλληφθεί και βρίσκεται στη χώρα. Αυτό που δεν μας είπε όμως είναι ότι τον έχουν συλλάβει οι επαναστάτες στην προσπάθειά του να διαφύγει στο εξωτερικό και βρίσκεται σε μυστική τοποθεσία στην περιοχή Zintan. Οι επαναστάτες αρνούνται να τον παραδώσουν στις επίσημες αρχές της Τρίπολης και επέμεναν να τον δικάσουν στα δικαστήρια της περιοχής[134]. Ακόμα και αν ήθελε ο Saif να παραδοθεί λόγω φόβου θανατικής ποινής, δεν μπορεί να το κάνει. το σημαντικό είναι ότι ο Saif , ακόμα και τώρα, βρίσκεται υπό την κράτηση επαναστατών και όχι υπό τις κρατικές αρχές και δεν του έχει οριστεί συνήγορος. Αυτό και μόνο θα μπορούσε να χαρακτηρίσει την υπόθεση παραδεκτή. Ο οποιοσδήποτε διάλογος του ICC αφορά το ίδιο και τις επίσημες αρχές, όσον αφορά τη συμπληρωματικότητα. Το ίδιο παρατήρησε και ο Ocampo και ζήτησε χρόνο, ώστε η Λιβύη να ξεκαθαρίσει το θέμα αυτό. Άρα τυπικά λοιπόν δεν πληρείται το κριτήριο ο Saif να κρατείται από αρχές του Κράτους. Βέβαια, τώρα που ο αρχηγός των επαναστατών έγινε Υπουργός Άμυνα, αναμένεται η επόμενη κίνησή του.

Τρίτον, η Λιβύη αντιμετωπίζει δυσκολίες στη συλλογή πληροφοριών και ενδείξεων. Για να βρεθούν τέτοια μυστικά αρχεία που καταδικάζουν τον de facto πρωθυπουργό της χώρας συνεργάστηκαν οι ΗΠΑ, η Βρετανία και οι Λιβυκές μυστικές υπηρεσίες, γεγονός που προειδοποιεί για ενδεχόμενο κίνδυνο των αρχείων[135]. Συνεπώς, μόνο η ανάμειξη του ICC θα μπορούσε να τα διασφαλίσει από καταστροφή από μέλη της οικογένειάς του και τυχόν υποστηρικτών του. Από τα όσα ειπώθηκαν λοιπόν, είναι εμφανές ότι η Λιβύη, ακόμα κι αν ήταν πρόθυμη, πρακτικά δεν μπορεί να τον δικάσει.

Τέλος, σχετικά με το κριτήριο της βαρύτητας, υπάρχει κι εδώ επιχείρημα. Το Δικαστήριο, όπως πολλές φορές έχει ειπωθεί, δικάζει τα σοβαρότερα εγκλήματα πολέμου και κατά της ανθρωπότητας, όπως περιλαμβάνονται και στο Καταστατικό. Σε περίπτωση λοιπόν που καταφέρει να ξεκινήσει εσωτερική δίκη υπάρχει φόβος να μην καταδικαστεί για διεθνή εγκλήματα για τα οποία και είναι ύποπτος. Για του λόγου το αληθές, παρόλο που η Λιβύη είναι Κράτος μέλος στη Σύμβαση κατά των βασανιστηρίων και στις Συνθήκες της Γενεύης, πολλά αδικήματα δεν έχουν χαρακτηριστεί ως διεθνή στο εσωτερικό της δίκαιο[136]. Ελάχιστα εγκλήματα πολέμου έχουν κωδικοποιηθεί και δεν υπάρχει ξεχωριστή ενότητα για εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας. Αυτό σημαίνει ότι η Λιβύη δεν έχει ενσωματώσει το Διεθνές Ποινικό Δίκαιο, όπως διαμορφώνεται και άρα λοιπόν μπορεί να κατηγορηθεί για απροθυμία και ανικανότητα. Όπως έχει αναλυθεί και στο 2.3.1 παραπάνω, παρόλο που δεν υπάρχει αναφορά σε συνηθισμένο και διεθνές έγκλημα, εντούτοις το ICC έχει πλούσια νομολογία επί του same conduct. Συμπερασματικά, αν γίνει ποτέ δίκη στη Λιβύη, ο Saif δεν θα καταδικαστεί επί της ουσίας για διεθνή εγκλήματα ενώ το Δικαστήριο ρητά στοχεύει στην τιμωρία των πιο σοβαρών εγκλημάτων. Παρόλο που αναγνωρίζεται διεθνώς ότι η Λιβύη ανέφερε ότι κάνει προσπάθεια να περάσει νομοθεσία, είναι αμφίβολο αν θα καταφέρει σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα να το πράξει.

Τέλος, η Fatou Bensuda στη δήλωσή της στις 7 Νοεμβρίου 2010, κάλεσε τη νέα κυβέρνηση να μην θέσουν θέμα ασυλίας και αμνηστίας[137] του Saif al-Islam Gaddafi για εγκλήματα της δικαιοδοσίας του ICC[138]. To κάλεσμα αυτό φανερώνει την ανησυχία του Δικαστηρίου καθώς έλαβε γνώση δύο νόμων της Λιβύης, έναν που παραχωρεί αμνηστία σε εθνικό επίπεδο για πράξεις που έλαβαν αναγκαστικά χώρα λόγω της επανάστασης της 17ης Φεβρουαρίου και έναν άλλον που σκοπεύει να διασφαλίσει ότι κάθε πράξη που έρχεται σε σύγκρουση με το διεθνές δίκαιο και τα ανθρώπινα δικαιώματα δεν θα αποτελέσουν εξαίρεση[139].

Από την άλλη μεριά δήλωσε ότι ενθαρρύνει τη Λιβύη στην εσωτερική της αναδιάρθρωση: « promotes and encourages genuine national proceedings to combat impunity for the most serious crimes of international concern.» Επιπρόσθετα, είπε ότι αν η υπόθεση τελικά γίνει απαράδεκτη, θα επιβλέπει τη διαδικασία και θα συνεργαστεί με τη Λιβύη, καθώς προτεραιότητα έχει η δικαιοσύνη. Στο πνεύμα αυτό κάλεσε το Συμβούλιο Ασφαλείας να βοηθήσει με κάθε τρόπο τη Λιβύη και να διασφαλίσει την ασφάλειά της. Παράλληλα, είπε ότι η Εισαγγελία εξακολουθεί να ερευνά την υπόθεση και μάλιστα συλλέγει πληροφορίες για μια ακόμα πιθανή υπόθεση που αφορά εγκλήματα βιασμού και σεξουαλικής βίας από το προηγούμενο καθεστώς αλλά και εγκλήματα κατά αμάχων και κατά κρατουμένων από τους επαναστάτες.

Τέλος, η Εισαγγελέας δήλωσε ότι τον Οκτώβριο του 2012 θα συζητούσαν θέματα σχετικά με την αμφισβήτηση του παραδεκτού. Το αποτέλεσμα της συζήτησης αυτής, ακόμα αναμένεται.



[1] Από τούδε και στο εξής ICC (International Criminal Court)

[2] Από τούδε και στο εξής θα αναφέρεται ως «το Καταστατικό»

[3] Brownlie, I. Principles of Public International Law, OUP, Oxford, 2003, p530

[4] Για παράδειγμα, το Ευρωπαϊκό και το Αμερικανικό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, η Αφρικανική Επιτροπή για τα ανθρώπινα δικαιώματα και ο μηχανισμός επιτήρησης συμμόρφωσης με την υποχρέωση για την αναγνώριση των δικαιωμάτων όπως αναγνωρίζονται στο Διεθνές Σύμφωνο για τα Οικονομικά, Κοινωνικά και Πολιτιστικά δικαιώματα του 1966. Βλ Brownlie, I, supra σ2, σς 546-556

[5] Benvenuti, P. , ‘The repression of crimes against humanity, war crimes, genocide through national courts’, Jus – rivista di scienze giuridiche, 1, anno XLVI, 145-155, σ145

[6] Προοίμιο, Καταστατικό ICC, παρα. 3.

[7] Τέσσερις Συνθήκες της Γενεύης  12/08/49: Convention for the Amelioration of the Condition of the Wounded and Sick in Armed Forces in the Field , α. 49, Convention for the Amelioration of the Wounded, Sick and Shipwrecked Members of Armed Forces at Sea, α. 50,Convention Relative to the Treatment of Prisoners of War, α. 129, Convention relative to the Protection of Civilian Persons in time of War, α. 146. Επίσης βλ. Additional Protocol I to the Geneva Conventions, 8

June 1977, α. 85,  the Convention on the Repression and Punishment of the Crime of Genocide, 9 December 1948, α. 4 και 6 και the Convention against Torture and other Inhumane or Degrading Treatment or Punishment, α. 7.

[8]. Kleffner, J. K, Complementarity in the Rome Statute and National Criminal Jurisdictions, (OUP Oxford 2008), σ 6,  ‘The Impact of Complementarity on national implementation of substantive international criminal law’, (2003)1 JICJ, 86-113 and ‘Complementarity as a catalyst for compliance’, in J. K. Kleffner, G. Kor, (Eds.) Complementary   Views   on   Complementarity.   Proceedings   of   the   International   Roundtable   on   the Complementary  Nature of the International Criminal Court. Amsterdam, 25/26 June 2004, (T.M.C. Asser Press, The Hague 2005),    Gioia, F.  ‘State Sovereignty, Jurisdiction and ‘Modern’ International Law: The Principle of Complementarity in the International Criminal Court’, (2006) 19 LJIL, 1095-1123

[9] Διάκριση ανάμεσα σε courts και tribunals

[10] Shaw Malcolm N., International Law, CUP, Cambridge, 2008 6th edition, ss 399-402,  T. Taylor, Anatomy of the Nuremberg Trials: a Personal Memoir (NY, Knopf: 1992), Meron, T. reflections on the prosecution of war crimes by International Tribunals, 100 AJIL, 2006, p 51, Lauterpacht H, Introduction to international criminal law and human rights, London, 1950, p6, Brownlie, I., International law and he use of force by states, Oxford, 1963, p167

[11] Το Δικαστήριο της Νυρεμβέργης ιδρύθηκε το 1945 με τη Συμφωνία του Λονδίνου από τη Μεγάλη Βρετανία, τη Γαλλία, την ΕΣΣΔ και τις ΗΠΑ.

[12] Ιδρύθηκε με πρωτοβουλία του Στρατηγού McArthur το 1946

[13] Και τα δύο δημιουργήθηκαν με αποφάσεις του Συμβουλίου Ασφαλείας με βάση το Κεφάλαιο 7 του καταστατικού του ΟΗΕ. Το ICTY με την απόφαση 827 το 1993 και το ICTR με την απόφαση 955 το 1994.

[14] Για περισσότερα βλ Schabas, W. the UN international criminal tribunals: The Former Yogaslavia, Rwanda and Sierra Leona, Cambridge, 2006, Kerr,R., The international criminal tribunal for former Yugoslavia: an exercise in law, politics and diplomacy, oxford, 2004,

[15] Για περισσότερα βλ Morris V, Scharf P T, the international criminal court for Rwanda, NY, 1998,  van den Herik, the contribution of the Rwanda tribunal to the development of international law, the hague, 2005

[16] Προοίμιο, παρα. 2

[17] Προοίμιο, παρα 3

[18] Προοίμιο, παρα 4

[19] Προοίμιο, παρα 6

[20] Προοίμιο, παρα 5

[21] Προοίμιο, παρα 9 και άρθρο 1

[22] Broomhall, B. International Justice and The International Criminal Court: between sovereignty and the rule of Law, OUP, 2003, p 19

[23] For an extensive review of the crimes punishable by the Court, see Machteld Boot, Genocide, Crimes Against Humanity, War Crimes: Nullum  Crimen Sine Lege and the Subject Matter Jurisdiction  of the International Criminal Court, Antwerp: Intersentia, 2002.

[24] Για την εθιμική φύση αυτών των εγκλημάτων και τις συνέπειες μη συμπερίληψης στο Καταστατικό του ICC, βλ Antonio Cassese, International Criminal Law 2nd edition, 2008, 149-152, 162-178

[25] Raphael  Lemkin,  Axis  Rule  in  Occupied  Europe: Laws  of  Occupation,  Analysis of Government, Proposals for Redress, Washington D C : Carnegie Endowment for World Peace, 1944

[26] G A Res. 96 (I)

[27] Nehemiah  Robinson,  The  Genocide Convention: A Commentary, New  York:  Institute  of  Jewish Affairs, 1960; Pieter  Nicolaas Drost,Genocide:  United Nations Legislation  on International Criminal Law, Leyden: A. W. Sijthoff, 1959; and William A. Schabas, Genocide in International Law:  The Crime of Crimes, Cambridge: Cambridge University Press, 2000.

[28] Kambanda (I C T R-97-23-S), Judgment  and  Sentence, 4 September 1998, para.  16; Serashugo (I C T R-98-39-S), Sentence, 2 February 1999, para. 15;

[29] U N Doc. A/C O N F.183/C.1/S R .3, paras. 2, 18 and 20 (Germany), para. 22 (Syria), para.

24 (United Arab Emirates), para. 26 (Bahrain), para. 28 (Jordan), para. 29 (Lebanon), para.  30 (Belgium), para.  31 (Saudi  Arabia), para.  33 (Tunisia),  para.  35 (Czech Republic), para. 38 (Morocco), para. 40 (Malta), para. 41 (Algeria), para. 44 (India), para. 49 (Brazil), para. 54 (Denmark), para. 57 (Lesotho), para. 59 (Greece), para. 64 (Malawi), para. 67 (Sudan), para. 72 (China), para. 76 (Republic of Korea), para. 80(Poland), para. 84 (Trinidad and Tobago), para. 85 (Iraq), para. 107 (Thailand), para.

111 (Norway), para. 113 (Côte d’Ivoire), para. 116 (South Africa), para. 119 (Egypt), para. 122 (Pakistan), para. 123 (Mexico), para. 127 (Libya), para. 132 (Colombia), para.

135 (Iran), para. 137 (United States), para. 141 (Djibouti), para. 143 (Indonesia), para.

145 (Spain), para. 150 (Romania), para. 151 (Senegal), para. 153 (Sri Lanka), para. 157 (Venezuela), para. 161 (Italy), para. 166 (Ireland) and para. 172 (Turkey).

[30] Convention on the Prevention and Punishment of the Crime of Genocide, α 2

[31] William A. Schabas, An introduction to the International Criminal Court, 3rd ed, CUP, 2007, p 94

[32] Akayesu (I C T R-96-4-T), Judgment, 2 September 1998, paras. 228–9.

[33] Jelesic´ (I T-95-10-T), Judgment, 14 December 1999, para. 82.

[34] Sikirica et al. (I T-95-8-I), Judgment on Defence Motions to Acquit, 3 September 2001, para. 80.

[35] Ibid., para. 590.

[36] Niyitegeka (ICTR-96-14-A), Judgment, para. 53

[37] United Nations War Crimes Commission, History of the United Nations War Crimes

Commission and the Development of the Laws of War, London: His Majesty’s Stationery

Office, 1948, p. 35.

[38] Agreement for the Prosecution and Punishment of Major War Criminals of the European Axis, and Establishing the Charter of the International Military Tribunal (I M T ), Annex, (1951) 82 U N T S 279, Art. 6(c); International Military Tribunal for the Far East, T I A S No. 1589, Annex, Charter of the International Military Tribunal for the Far East, Art.5(c); Control Council Law No. 10, Punishment of Persons Guilty of War Crimes, Crimes Against Peace and Against Humanity, 20 December 1945, Official Gazette of the Control Council for Germany, No. 3, 31 January 1946, pp. 50–5, Art. II(1)(c); Statute of the International Criminal Tribunal for the former Yugoslavia, U N Doc. S/R E S /827 (1993), Annex, Art. 5;  Statute of the International Criminal Tribunal for Rwanda, U N Doc. S/R E S /955 (1994), Annex, Art. 4.

[39] Tadic´ (I T-94-1-A R 72), Decision on the Defence Motion for Interlocutory Appeal on

Jurisdiction, 2 October 1995, (1997) 105 I L R 453; (1997) 35 I L M 32, para. 140.

[40] Kunarac et al. (I T-96-23 and I T-96-23/1-A), Judgment, 12 June 2002, para. 83

[41] Elements of Crimes, Art. 7, Introduction, para. 3.

[42] Elements of Crimes, para. 2.

[43] Tadic´ (I T-94-1-A), Judgment, 15 July 1999

[44] William A. Schabas, An introduction to the International Criminal Court, 3rd ed, CUP, 2007, p 105

[45] Kupreˇs kic´ et al. (I T-95-16-T), Judgment, 14 January 2000, para. 563. See also Stakic´ (I T-

97-24-T), Decision on Rule 98 bis Motion for Judgment of Acquittal, 31 October 2002, para. 131.

[46] Convention Concerning the Laws and Customs of War on Land (Hague IV), 18 October

1907, 3 Martens Nouveau Recueil (3d) 461.

[47] Leslie C. Green, ‘International Regulation of Armed Conflict’, in M. Cherif Bassiouni,

ed., International Criminal Law, 2nd edn, Ardsley, N Y: Transnational Publishers, 2003, vol. I, pp. 355–91.

[48] Hermann von Hebel and Daryl Robinson, ‘Crimes within the Jurisdiction of the Court’, in Roy S. Lee, ed., The International Criminal Court: The Making of the Rome Statute: Issues, Negotiations, and Results, The Hague: Kluwer Law International, 1999, pp. 79–126 at p. 124.

[49] Elements of Crimes, Art. 8, Introduction.

[50] Kunarac et al. (I T-96-23 and I T-96-23/1-A), Judgment, 22 February 2001, para. 568

[51] Convention (I) for the Amelioration of the Condition of the Wounded and Sick in Armed Forces in the Field, Convention (II) for the Amelioration of the Condition of Wounded, Sick and Shipwrecked Members of Armed Forces at Sea, Convention (III) relative to the Treatment of Prisoners of War, Convention (IV) relative to the Protection of Civilian Persons in Time of War.

[52]Convention Concerning the Laws and Customs of War on Land (Hague IV), 3 Martens

Nouveau Recueil (3d)

[53] Protocol Additional to the 1949 Geneva Conventions and Relating to the Protection of

Victims of International Armed Conflicts, (1979)

[54] Delalic´ et al. (I T-96-21-A), Judgment, 20 February 2001, para. 140.

[55] William A. Schabas, An introduction to the International Criminal Court, 3rd ed, CUP, 2007, p 134

[56] Case Concerning Armed Activities on the Territory of the Congo (Democratic Republic of the Congo v. Uganda), 19 December 2005, Separate Opinion of Judge Simma, para. 3.

[57] Military and Paramilitary Activities in and Against Nicaragua (Nicaragua v. United States),

Merits, [1986] I C J Reports 14 at 290.

[58] The Crime of Aggression and Article 25, Paragraph 3, of the Statute, Doc. ICC-ASP/

4/32, Annex II.B.

[59] Review Conference of the Rome Statute concludes in Kampala ICC-ASP-20100612-PR546,

Press Release: 12.06.2010

[60] William Schabas, An introduction to the International criminal court, 2nd edition, CUP, p70

[61] Agreement between the United Nations and the Government of Sierra Leone on the Establishment of the Special Court for Sierra Leone, signed on 16 January 2002

[62] Will the Judgment in the Nuremberg Trial Constitute a Precedent in International Law? Hans Kelsen The International Law QuarterlyVol. 1, No. 2 (Summer, 1947), pp. 153-171

[63] G. Palmisano, ‘The ICC and Third States’, in F. Lattanzi, W. A. Schabas, (Eds.), 393. Similarly, C.

Stahn, M. M. El Zeidy, H. Olásolo, ‘The International Criminal Court’s ad hoc jurisdiction revisited’, (2005) 99 AJIL, 421-431, 422.

[64] Situation in the Republic of Côte d’Ivoire, Request for authorisation of an investigation pursuant to article 15, ICC-02/11-3, OTP, 23 June 2011

[65] République of Côte D’Ivoire, Declaration under article 12(3) of the Rome Statute, 18 April 2003

[66] République of Côte D’Ivoire, Letter reconfirming the acceptance of the jurisdiction of the Court, 14 December 2011

[67] Office of the Prosecutor, Letter to the UN High Commissioner on Human Rights, 12 January 2010, available at http://www.icc- cpi.int/Menus/ICC/Structure+of+the+Court/Office+of+the+Prosecutor/Comm+and+Ref/Palestine/

[68] Human Rights Council, ‘Human Rights in Palestine and other Occupied Arab Territories. Report of the United Nations Fact Finding Mission on the Gaza Conflict’, A/HRC/12/48, 15 September 2009.

[70]General Assembly grants Palestine non-member observer State status at UN, http://www.un.org/apps/news/story.asp?NewsID=43640&Cr=palestin&Cr1=#.ULiQAoaP1Cc

[71]Letter of Referral by the Government of Mali, 18/07/12,

[72] Decision Assigning the Situation in the Republic of Mali to Pre-Trial Chamber II, 19/07/12

[73] John T. Holmes, complementarity: national courts versus the ICC, in The Rome Statute of the International Criminal Court: a commentery Vol I, Cassese, Gaeta, Jones (eds), 25 July 2002, OUP

[74] Carsten Stahn, complementarity, amnesties and alternative forms of justice: some interpretive guidelines for the international criminal court, JICJ, 2005, 709

[75] John T Holmes, the principle of complementarity in R S Lee (ed), The international Criminal Court: the making of the Rome Statute, 1999 at 77

[76] Darryl Robinson, Serving the interests of justice: amnesties, true commissions and the International Criminal court, 14 EJIL 2003, 499-450

[77] SC resolution 1593, 31 Μαρτίου 2005, παρ 5

[78] M. A. Newton, ‘Comparative Complementarity: Domestic Jurisdiction Consistent with the Rome Statute of the International Criminal Court’, (2001) 167 Military Law Review, 20-73, 58

[79] Jahn Kleffner, Complementarity in the rome statute and national criminal jurisdictions. 2008, 70-95

[80] Office of the Prosecutor, Draft Policy Paper on Preliminary Examinations, 4  October 2010,

[81] ICCPR, 1966, 14(3)(c)

[82] ECHR 6.1, IACHR 8,1

[83] Sharon A. Williams, article 17, in Otto Triffterer (ed) commentary on the Rome Statute of the International criminal court: observer’ notes: article by article, Nomos Verlagsgesellschaft 1999

[84] John T. Holmes, complementarity: national courts versus the ICC, in The Rome Statute of th International Criminal Court: a commentery Vol I, Cassese, Gaeta, Jones (eds), 25 July 2002, OUP

[85] C.  Cárdenas  Aravena,  ‘The  admissibility  test  before  the  International  Criminal  Court  under  special consideration of Amnesties and truth commissions’, in J. K. Kleffner, G. Kor, (Eds.), 119

[86] M. M. El Zeidy, ‘The Gravity Threshold under the Statute of the International Criminal Court’, (2008) 19 CLF, 35-57, 39.

[87] Το ίδιο είπε και το Προδικαστικό Τμήμα ΙΙ για την κατάσταση στην Κένυα : being all the crimes that fall within the jurisdiction of the court serious, the insufficient gravity criterion represents an ‘additional safeguard, which prevents the Court from investigating, prosecuting and trying peripheral cases.” Situation in the Republic of Kenya, Decision Pursuant to Article 15 of the Rome Statute on the Authorization of an Investigation into the Situation in the Republic of Kenya, π 56

[88] W. A. Schabas, ‘Prosecutorial discretion and gravity’, in C. Stahn, G. Sluiter, (Eds.) The Emerging Practice of the International Criminal Court (Koninklijke Brill, Leiden 2009) 229-246, 229-231.

[89] Office of the Prosecutor, Response to communications received concerning Iraq, 9 February 2006

[90] The Prosecutor v Thomas Lubanga Dyilo, Decision on the Prosecutor’s Application for a warrant of arrest

[91] Situation in the Democratic Republic of the Congo, Prosecutor’s Appeal against Pre-Trial Chamber I’s 10 February 2006 “Decision on the Prosecutor’s Application for Warrants of Arrest, Article 58”, ICC-01/04-125, O.T.P., 14 February 2006.

[92] Situation in the Democratic Republic of the Congo, Judgment on the Prosecutor’s appeal against the decision of Pre-Trial Chamber I entitled “Decision on the Prosecutor’s Application for a warrant of arrest, article 58”, ICC- 01/04-169, A.Ch., 13 July 2006.

[93] The Prosecutor v. Bosco Ntaganda, Warrant of Arrest, ICC-01/04-01/06-2-Anx-tENG, P.T.Ch.I, 22 August 2006

[94] The Prosecutor v Bahar Idriss Abu Garda, Decision on the Confirmation of Charges, ICC-02/05-02/09-243- Red, P.T.Ch.I., 8 February 2010, para. 31, referring to The Prosecutor v Bahar idriss Abu Garda, Prosecutor’s Application under Article 58, ICC-02/05-02/09-21-Conf, 20 November 2008, para. 7.

[95] SC Res 1593 (2005) of 31 March 2005, UN Doc S/RES/1593 (2005).

[96] Prosecutor v Omar Al Bashir (Decision on the Prosecutor’s Application for a Warrant of Arrest against Omar Hassan Ahmed Al Bashir) Case No ICC-02/05-01/09-3 (4 March 2009).

[97] Prosecutor v Omar Hassan Ahmad Al Bashir (Second Warrant of Arrest for Omar Hassan Ahmed Al Bashir) Case No ICC-02/05-01/09-59 (12 July 2009).

[98] Decision of the Meeting of African States Parties to the Rome Statute of the International Criminal Court (ICC) para 10, UN Doc Assembly/AU/13(XIII) (3 July 2009)

[99] See   D  Akande   ‘Denmark   invited  Sudanese  President Bashir  to  Climate   Change Conference’ EJIL Talk 19 November 2009

[100] Rules  of Procedure and  Evidence  Rule  195(2)

[101] No peace without justice,  International Criminal  Justice Programme ‘NPWJ calls on ICC and  state parties  to respond strongly to Chad=s  failure to arrest President Bashir of   Sudan’

[102] Supra 76, p 41

[103] Supra 76, p 241

[104] Supra 76, p 93

[105] ICC Press Release of 26 October 2010, UN Doc ICC-CPI-20101026-PR589.

[106] WA Schabas The International  Criminal  Court: A commentary on  the  Rome  Statute (2010)  1042

[107] Supra n 75, p 2

[108] Art 87(7) : ‘Where a state  party  fails to comply  with  a request to co-operate … the  Court  may make  a finding  to that  effect and  refer the matter to the  Assembly  of State Parties or, where  the  Security  Council  referred  the matter to the Court,  to the Security Council.’

[109] Prosecutor v Omar  Hassan  Ahmad  Al Bashir (Decision informing  the  United Nations Security Council and the Assembly of State Parties to the Rome Statute about  Omar Al- Bashir’s presence in the territory of the Republic of Kenya) Case ICC-02/05-01/09-107 (27 August 2010); Prosecutor v Omar Hassan Ahmad Al Bashir (Decision informing the United Nations  Security Council and the Assembly of State Parties to the Rome Statute about Omar Al-Bashir’s recent visit to the Republic of Chad) Case ICC-02/05-01/09-109 (27 August  2010).

[110]Convention on the Prevention and Punishment of the Crime of Genocide, Approved and proposed for signature and ratification or accession by General Assembly resolution 260 A (III) of 9 December 1948, Entry into force: 12 January 1951, in accordance with article XIII

[111] See JE Méndez ‘The importance of justice  and  security’  para 23 ICC Doc RC/ST/PJ/ INF 3 (30 May 2010)

[112] SC Res. 1970, 26 February 2011, Preamble.

[113] H γράφουσα θα χρησιμοποιήσει το επώνυμο Gaddafi, διότι αυτή την ορθογραφία υιοθετεί και το ICC. Παρόλα αυτά προφέρεται Qathafi- القذافي (Καδδάφι) και όχι Γκαντάφι. Η γράφουσα γνωρίζει την αραβική και για του λόγου το αληθές, το επώνυμο προέρχεται από το ρήμα قَذَفَ (κάδδαφα) που σημαίνει «αυτός πέταξε» με την έννοια threw.

[114] Η ευθύνη προστασίας βασίζεται στην ιδέα ότι οι κρατικές αρχές έχουν ευθύνη να προστατεύσουν το λαό από γενοκτονία, εγκλήματα πολέμου και κατά της ανθρωπότητας και από εθνοκαθάρσεις. World Summit Outcome, para 138-140

[115] The Prosecutor v. Saif Al-Islam Gaddafi and Abdullah Al-Senussi, ICC-01/11-01/11, 27 June 2011.

[116] Transmission of Muammar Mohammed Abu Minyar Gaddafi’s death certificate, ICC-01/11-01/11-22

[117] Άρθρο 89(1) The Court may transmit a request for the arrest and surrender of a person, together with the material supporting the request outlined in article 91, to any State on the territor y of which that person may be found and shall request the cooperation of that State in the arrest and surrender of such a person. States Parties shall, in accordance with the provisions of this Part and the procedure under their national law, comply with requests for arrest and surrender.

[118] Η αμφισβήτηση της δικαιοδοσίας αφορά και κράτη τα οποία έχουν δικαιοδοσία επί της βάσης του εδάφους και του ατόμου, ανεξάρτητα από το καθεστώς μέλους ή μη.

[119] Judgment on Katanga Appeal, 78; Judgment on the appeal of Mr Jean-Pierre Bemba Gombo against the decision of Trial Chamber III of 24 June 2010 entitled ‘Decision on the Admissibility and Abuse of Process Challenges’, Bemba (ICC-01/05-01/08 OA 3), Appeals Chamber, 19 October 2010, 107

[120] Judgment on Katanga Appeal,  78

[121] Application on Behalf of the Government of Libya Pursuant to Article 19 of the ICC Statute, ICC-01/11-01/11-130-Red

[122] Η έννοια αυτή αναλύεται στο τρίτο κεφάλαιο παρακάτω.

[123] International Criminal Court prosecutor calls on Libyan authorities to ensure no impunity, 07/11/12

[124] Report on the Support Mission in Libya, 27

[125] the Libyan Arab Jamahiriya Military Penal Code, Military Penal Code, Article 55: Killing or Harming the Wounded: Anyone who harms or kills a wounded, with the intention of pillage, shall be punished by death, Military Penal Code, Article 56: Abandoning the Wounded: Anyone who abandons kills or harms a wounded under his custody, shall be punished by death

[126] Judgment on Appeal, Lubanga, § 37, ‘Human rights underpin the Statute; every aspect of it including the exercise of jurisdiction of the Court. Its provisions must be interpreted and more importantly applied in accordance with… the right to a fair trial

[127] Bagaragaza, § 9  Τhe Chamber designated under Rule 11 bis must consider whether the State has a legal framework which criminalizes the alleged conduct of the accused and provides an adequate penalty structure

[128] Decision on Prosecutor’s Request for Referral to the Republic of Rwanda, Uwinkindi (ICTR-2001-75-R11bis)

[129] European Court of Human Rights (ECtHR), Soering v. United Kingdom, Appl. No. 14038/88, 7 July 1989; ECtHR, Al Saddoon and Mufdhi v. United Kingdom, Appl. No. 61498/08, 2 March 2010.

[130] 21(1)(b) The Court shall apply […]where appropriate, applicable treaties and the principles and rules of international law, including the established principles of the international law of armed conflict

[131] 21(3) The application and interpretation of law pursuant to this article must be consistent with internationally recognized human rights, and be without any adverse distinction founded on grounds such as gender as defined in article 7, paragraph 3, age, race, colour, lang uage, religion or belief, political or other opinion, national, ethnic or social origin, wealth, birth or other status

[132] Περισσότερα για την έννοια delay, βλ τη σχετική ανάλυση στο 2.4.1.β της παρούσης εργασίας.

[135] Supra n 110

[136] International Commission of Inquiry Report, §§ 69, 73

[137] A pardon extended by the government to a group or class of persons, usually for a political offense; the act of a sovereign power officially forgiving certain classes of persons who are subject to trial but have not yet been convicted»

[138] Για το θέμα της ασυλίας βλ την υπόθεση Bashir.

[139] Supra n 100

Share This Post

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Captcha * Time limit is exhausted. Please reload the CAPTCHA.