Η σημασία του Άρθρου 188 του Κυπριακού Συντάγματος και η συμβολή του, στην μετεξέλιξη του Κυπριακού Δικαίου , μετά την ανακήρυξη της ανεξαρτησίας της Κύπρου

Γράφει o   Δελημάτσης Κωνσταντίνος

 

Εισαγωγή

 

 

Στις 11 Φεβρουαρίου 1959 μετά από τον τετραετή εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα που διεξήγαγε η Ε.Ο.Κ.Α, μονογράφονται από τους πρωθυπουργούς1 Ελλάδας και Τουρκίας οι Συμφωνίες Ζυρίχης-Λονδίνου2 . Το κείμενο της Βασικής διάρθρωσης της Κυπριακής Δημοκρατίας αποτελείτο από 27 Άρθρα, τα οποία πλην του Άρθρου 263, θεωρούνται θεμελιώδη Άρθρα του Συντάγματος, και περιλαμβάνονται στο Παράρτημα ΙΙΙ . Αυτό σημαίνει ότι τα συγκεκριμένα Άρθρα δεν μπορούν με κανένα τρόπο να καταργηθούν ή να τροποποιηθούν4.

 

Μετά την υπογραφή των Συνθηκών το Βρετανικό Κοινοβούλιο ψηφίζει τον Cyprus Act,1960 , ο οποίος στο Άρθρο 1 εξουσιοδοτούσε την Βασίλισσα Ελισάβετ, να εκδώσει «Διάταγμα εν Συμβουλίω», με το οποίο θα καθοριζόταν η έναρξη της ισχύος του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας . Με την έναρξή της ισχύος του Κυπριακού Συντάγματος θα ανακυρήσοταν η Ανεξαρτησία της Κυπριακής Δημοκρατίας ,και από εκείνη την στιγμή θα έπαυε η κυριαρχία και η δικαιοδοσία της Βασίλισσας επί της Κύπρου.

 

Η ανακήρυξη της Ανεξαρτησίας της Κυπριακής Δημοκρατίας τελικά έγινε στις 16 Αυγούστου.

 

Ωστόσο η κοινωνικό- πολιτική κατάσταση εντός της νήσου ήταν λίγο περίπλοκη, ο αγώνας της Ε.Ο.Κ.Α είχε ως μοναδικό αίτημα, την ένωση με την Ελλάδα. Στην αντίπερα όχθη οι Τουρκοκύπριοι ήθελαν διχοτόμηση της Νήσου.

 

Η ανακήρυξη της Κυπριακής Δημοκρατίας και η επιβολή από τις εγγυήτριες δυνάμεις του Κυπριακού Συντάγματος, αναμφίβολα έθιξε με τον πιο βάναυσο τρόπο το δικαίωμα αυτοδιάθεσης του Κυπριακού Λαού .

 

Η σκληρή πραγματικότητα είναι ότι και οι δύο πλευρές είδαν την παραχώρηση ανεξαρτησίας ως ενδιάμεσο στάδιο , για την επίτευξη των τελικών τους στόχων, οι μεν ελληνοκύπριοι για την ένωση , οι δε Τουρκοκύπριοι για την διχοτόμηση.

 

Ένα από τα πρώτα προβλήματα που προέκυψαν στην νεοσύστατη τότε Κυπριακή Δημοκρατία, ήταν η δικαιική κατεύθυνση που θα ακολουθούσε το νέο κράτος.

 

Η επί 81 χρόνια κυριαρχία των εγγλέζων στο νησί είχε εδραιώση, στο νησί το Κοινοδίκαιο και τους κανόνες της Επιείκειας.

 

Εξαίρεση αποτελούσε το Οικογενειακό Δίκαιο όπου τα πέντε θρησκευτικά δόγματα5 , διατηρούσαν την δικαιοδοσία επί των οικογενειακών διαφορών των πιστών τους.

 

Μέχρις ότου η νεοσύστατη Βουλή των Αντιπρόσωπων ,ως ο αποκλειστικός φορέας άσκησης της νομοθετικής εξουσίας, σύμφωνα με το Άρθρο 616 του Κυπριακού Συντάγματός, ξεκινήσει να ασκεί τις εξουσίες της έπρεπε να υπάρχει μια συνέχεια του Κράτους.

 

Την λύση στο πρόβλημα έδωσε το Άρθρο 188 του Συντάγματος , το οποίο εντάσσονταν στις μεταβατικές Διατάξεις και δια του οποίου διατηρούταν σε ισχύ τα νομοθετήματα που προϋπήρχαν της ανεξαρτησίας, εφόσον δεν βρισκόταν σε αντίθεση με το Σύνταγμα, και δεν αφορούσαν θέματα για τα οποία σύμφωνα με το Άρθρο 78 του Συντάγματος απαιτούνταν ξεχωριστές πλειοψηφίες μεταξύ των βουλευτών των δύο κοινοτήτων.

 

Προκειμένου να κατανοήσουμε όμως καλύτερα το θέμα μας επιβάλλεται μια σύντομη Ιστορική αναδρομή ,στην εξέλιξη του Δικαίου στην Κύπρο, δια μέσου της εναλλαγής των κατακτητών του Νησιού.

 

 

Η Ιστορική αναδρομή στην εξέλιξη του Δικαίου στην Κύπρο

 

 

Βυζαντινή Κυριαρχία (425 μ.χ-1191μ.χ) : Κατά την εποχή των βυζαντινών τόσο στην Κύπρο όσο και στα υπόλοιπα «θέματα» 7της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, την δικαιοσύνη σε πρώτο βαθμό απένειμαν οι τοπικοί αξιωματούχοι . Οι αποφάσεις των τοπικών Αξιωματούχων, ήταν εφέσιμες . Η εκδίκαση της έφεσης, ανεξαρτήτως από το που είχε ληφθεί η πρωτόδικη απόφαση, ελάμβανε χώρα στην Κωνσταντινούπολη.

 

Σημαντικές αρμοδιότητες αναγνωριζόταν στα Επισκοπικά Δικαστήρια, τα οποία ήταν 14 τον αριθμό και επιλαμβάνονταν θεμάτων οικογενειακού δικαίου αλλά και άλλου είδους διαφορών, με την προϋπόθεση ότι και οι δυο διάδικοι συμφωνούσαν η διαφορά τους να εκδικαστεί από εκκλησιαστικό δικαστήριο .

 

 

Φραγκοκρατία (1192μ.χ-1489μ.χ) Μετά την κατάληψη της Κύπρου από τον βασιλιά της Αγγλίας Ριχάρδο τον Λεοντόκαρδο, και στην συνέχεια την παραχώρηση της (1192 μ.χ) στον Αντιβασιλέα της Ιερουσαλήμ Γκυ ντε Λουζινιάν, έχουμε την μαζική εισαγωγή ξένων προς την κουλτούρα του Κυπριακού λαού Διατάξεων, οι οποίες περιέχονταν σε ένα νομοθετικό κείμενο γνωστό ως «Ασσίζες της Ιερουσαλήμ».

 

 

Το κείμενο αυτό χωριζόταν σε δυο μέρη:

 

 

Το πρώτο μέρος ήταν οι Ασσίζες της Υψηλής Αυλής (Assises de la haute cour) που ρυθμίζαν τις σχέσεις μεταξύ κράτους-φεουδαρχών και των φεουδαρχών μεταξύ τους .Οι υποθέσεις αυτές δικαζόταν από το δικαστήριο της υψηλής αυλής (haute cour) το οποίο δίκαζε και πολιτικά θέματα.

 

 

Το δεύτερο μέρος ήταν οι Ασσίζες της κάτω αυλής (Assises de la baise coure), που ρύθμιζαν τις σχέσεις μεταξύ Κράτους – Αστών ,και των Αστών μεταξύ τους , οι υποθέσεις αυτές εκδικαζόταν από το δικαστήριο της κάτω αυλής (basse cour).

 

Το αξιοσημείωτο από τακτικής άποψης ως κίνηση εισοδισμού, είναι ότι το συγκεκριμένο κείμενο μεταφράστηκε στην κυπριακή διάλεκτο και όχι στην ελληνική , ούτος ώστε να είναι κατανοητό από τον λαό .

 

 

Επίσης σημαντικές αλλαγές είχαμε στα θέματα που άπτονταν της αρμοδιότητας των εκκλησιαστικών Δικαστηρίων. Η Ορθόδοξη εκκλησία σταμάτησε να θεωρείτε αρχιεπισκοπή. Το προνόμιο αυτό πέρασε στα χέρια των καθολικών, ενώ η ορθόδοξη εκκλησία είχε πλέον τον τίτλο της επισκοπής. Τα επισκοπικά δικαστήρια μειώθηκαν από 14 σε 4 , και οι αρμοδιότητες τους περιορίστηκαν κυρίως σε θέματα οικογενειακού δικαίου. Χαρακτηριστικό της θρησκευτικής μισαλλοδοξίας, είναι το εξής γεγονός, προκειμένου ο Ορθόδοξος επίσκοπος να διατηρήσει το δικαίωμα του να απονέμει δικαιοσύνη μεταξύ του ποιμνίου του, ήταν υποχρεωμένος να δηλώσει προκαταβολικά την υποταγή του στον καθολικό Αρχιεπίσκοπο .

 

 

Ενετοκρατία (1479 μ.χ -1571μ.χ) οι βενετοί προφανώς και εξαιτίας του γεγονότος, ότι πλέον η θέση τους ως κυρίαρχοι του Νησιού είχε καταστεί ιδιαιτέρως επισφαλής, εξαιτίας της εξάπλωσης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, δεν πραγματοποίησαν κάποια άξια λόγου αλλαγή στον τομέα του Δικαίου.

 

 

Τουρκοκρατία (1571μ.χ-1878μ.χ) Με την κατάληψη του Νησιού από τους Οθωμανούς , έχουμε και πάλι μεγάλες δικαιικές αλλαγές.

 

Η περίοδος αυτή πρέπει να χωριστεί σε δυο βασικές υποπεριόδους στην «προ Τανζιμάτ8 εποχή(1571μ.χ-1839μ.χ» και στην εποχή του «Τανζιμάτ1839-1878 μ.χ».

 

 

Η προ- Τανζιμάτ εποχή χαρακτηρίζεται από τον έντονο «θρησκευτικό» χαρακτήρα που διακρίνει τον τομέα, απονομής της Δικαιοσύνης. Στην Οθωμανική αυτοκρατορία κατά την εποχή εκείνη, δίκαιο απέδιδαν τα δικαστήρια των Μιλιέτ9 . Όπου επρόκειτο για διαφορά μεταξύ μελών του ίδιου Μιλιέτ εφαρμοστέο ήταν το εσωτερικό δίκαιο του Μιλιέτ.
Στις περιπτώσεις που οι διάδικοι άνηκαν σε διαφορετικό Μιλιέτ, εφαρμοστέο ήταν το Ιερό Οθωμανικό Δίκαιο, το οποίο εφαρμοζόταν από δικαστήρια των οποίων οι δικαστές ήταν μουσουλμάνοι κληρικοί (μουλάδες ) που είχαν τον τίτλο του Καδή
10.

 

Οι κανόνες του Ιερού Οθωμανικού Δικαίου ήταν γραμμένοι στο Κοράνι, κάτι που πολύ απλά σήμαινε ότι δεν μπορούσαν να τροποποιηθούν με κανένα τρόπο, και βέβαια δεν μπορούσαν να καταργηθούν.

 

 

Η εποχή του Τανζιμάτ 1839-1878 μ.χ Η ακαμψία του Ιερού Οθωμανικού Δικαίου οδηγούσε πολλές φορές σε αδιέξοδα , έτσι λοιπόν ερχόμαστε στην εποχή του Τανζιμάτ 11

 

Κατά την περίοδο αυτή θεσπίζονται σύγχρονα νομοθετήματα όπως ο Οθωμανικός Αστικός Κώδικας , ο Οθωμανικός Κώδικας των Γαιών . ο Ποινικός Κώδικας , ο Εμπορικός Κώδικας ,και ο Ναυτικός Κώδικας. Τα συγκεκριμένα νομοθετήματα διακρίνονταν για τις σαφείς επιρροές τους από την μετεπαναστατική Γαλλία, και για τις καινοτομίες τις οποίες εισήγαγαν12 . Οι σημαντικότερες αλλαγές όμως έγιναν στον τομέα της Δικονομίας ,τα δικαστήρια πλέον αποτελούνταν από δικαστές που ήταν λαϊκοί με νομικές γνώσεις και οι οποίοι ήταν υπάλληλοι του κράτους , έτσι η δικαιοσύνη ξεκινάει να αποβάλει τον θρησκευτικό της χαρακτήρα και να αποκτάει πλέον κοσμικό χαρακτήρα.

 

Η Ορθόδοξη Εκκλησία διατήρησε το διαχρονικό της δικαίωμα να επιλαμβάνεται θεμάτων οικογενειακού δικαίου13.

 

 

Βρετανική Κυριαρχία (1878-1960)

 

Επίσης αυτή η περίοδος θα πρέπει να χωριστεί σε δυο Υποπεριόδους :

 

 

α) Περίοδος μέχρι την Ανακήρυξη της Κύπρου σε αποικία του Στέμματος (1878-1925).

 

Μετά την παραχώρηση της Κύπρου στους βρετανούς 14 , οι αλλαγές που πραγματοποιήθηκαν ήταν κυρίως στο τομέα της δικονομίας ,και της οργάνωσης των δικαστηρίων. Σκόπιμα οι Βρετανοί απέφυγαν να ασχοληθούν με αλλαγές επι του ουσιαστικού Δικαίου, και να εισάγουν νέα νομοθετήματα.

 

Στον τομέα του Εκκλησιαστικού Δικαίου ,έχουμε την έκδοση του Καταστατικού Χάρτη της Εκκλησίας της Κύπρου (1914), στον οποίο ενσωματώθηκαν όλες οι διατάξεις του κανονικού Δικαίου της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας .

 

 

β) Περίοδος απο την Ανακήρυξη της Κύπρου σε αποικία του Στέμματος μέχρι την εγκαθίδρυση της Κυπριακής Δημοκρατίας (1925-1960).

 

 

Μετά την Ανακήρυξη της Κύπρου ως Αποικίας του Στέμματος15 ,οι Άγγλοι ξεκίνησαν να εισάγουν νέες διατάξεις οι οποίες προερχόταν απο αποικίες της Αγγλίας 16 .

 

Πάγια τακτική της Βρετανικής αποτέλεσε, η εισαγωγή νομοθετικών διατάξεων, οι οποίες ήταν κατά το δέον προσαρμοσμένες στις κοινωνικοπολιτικές συνθήκες του τόπου. Το 1935 έχουμε την έναρξη ισχύος του νόμου 38/35 ,του οποίου το Άρθρο 49 καθιστούσε εφαρμοστέο Δίκαιο το Κοινοδίκαιο και τους κανόνες της Επιείκειας ,ενώ σύμφωνα με τις διατάξεις του Άρθρου 50 του συγκεκριμένου νόμου, τα επισκοπικά Δικαστήρια διατηρούν το δικαίωμα να επιλαμβάνονται υποθέσεων οικογενειακού δικαίου17.

 

Σημαντική αλλαγή είχαμε στον τομέα του Δικονομικού Δικαίου, όπου καταργείτε η δικονομική πρόνοια , που καθιστούσε υποχρεωτική την εκδίκαση υποθέσεων, που αφορούσαν ελληνόφωνους18 απο ελληνόφωνους, και Τουρκόφωνους από Τουρκόφωνους.

 

Μετά τα γεγονότα του 1931 κυρίως σε υποθέσεις πολιτικού χαρακτήρα οι δικαστές ήταν κατά κανόνα Άγγλοι19 . Στον τομέα του Ουσιαστικού Δικαίου η περίοδος αυτή χαρακτηρίζεται, από την εισαγωγή μιας σειράς νομοθετημάτων με «αντι- αντιστασιακό» χαρακτήρα.

 

 

Εγκαθίδρυση της Κυπριακής Δημοκρατίας :

 

 

Η εγκαθίδρυση της Κυπριακής Δημοκρατίας δημιούργησε μεταξύ άλλων και τον προβληματισμό, για την δικαιική κατεύθυνση που έπρεπε να ακολουθήσει η νεοσύστατη Δημοκρατία. Οι κυρίαρχες τάσεις ήταν τρείς οι οποίες πρότειναν και από μια λύση.

 

Την πρώτη λύση πρόκριναν όσοι έβλεπαν σε μελλοντικό στάδιο την ένωση με την Ελλάδα. Οι υποστηρικτές αυτής της πρότασης ,υποστήριζαν ότι έπρεπε να υιοθετηθεί το Βυζαντινό-Ρωμαϊκό Δίκαιο που ίσχυε πριν την έναρξη της ξενικής κατοχής. Σε αυτήν τη θέση στην αντιδρούσαν σφοδρά, τόσο οι Άγγλοι όσο και οι νομικοί κύκλοι του νησιού οι οποίοι, έχοντας αφομοίωση πλέον το Αγγλοσαξονικό Δίκαιο, δεν καλοέβλεπαν την εκ νέου αλλαγή δικαιικού προσανατολισμού. Ταυτόχρονα οι πολέμιοι αυτής της τάσης , υποστήριζαν ότι ήταν αμφίβολο, εάν ένα τόσο παρωχημένο δίκαιο θα είχε τα επιθυμητά αποτελέσματα στις κοινωνικοπολιτικές συνθήκες της εποχής.

 

 

Η δεύτερη προτεινόμενη λύση η οποία προβάλλονταν από τους «μετριοπαθείς» ήταν η μαζική υιοθέτηση των κανόνων δικαίου ενός «πολιτισμένου» κράτους20 . Η δια του Άρθρου 146 του Συντάγματος εισαγωγή του Διοικητικού Δικαίου, όπως αυτό γίνεται αντιληπτό στις χώρες του «Ηπειρωτικού Δικαίου» , αποτελούσε ένα ισχυρό στήριγμα σε αυτήν την πρόταση.

 

Όμως και σε αυτή την ενδεχόμενη λύση υπήρξαν αντιδράσεις ,σύμφωνα με τους Άγγλους, η υιοθέτηση μιας τέτοιας λύσης ,έδειχνε την μελλοντική προσέγγιση με την Ελλάδα. Εξίσου όμως σημαντικές αντιδράσεις υπήρξαν και από την «Βιομηχανία του Νόμου»21 αφού μια τέτοια λύση, σηματοδοτούσε την Δικαιική μετακίνηση της Κύπρου από το «Αγγλοσαξονικό» στο «Ηπειρωτικό» Δίκαιο.

 

 

Η τρίτη λύση ήταν η διατήρηση του ισχύοντος δικαίου (Common law) μέχρι η πολιτική ηγεσία του νέου κράτους να αποφασίσει ποια δικαιική κατεύθυνση θα ακολουθήσει . Στη λύση αυτή αντιδρούσαν οι υποστηρικτές των άλλων δύο τάσεων , υποστηρίζοντας ότι μια τέτοια επιλογή θα συμβόλιζε την συνέχεια της Βρετανικής επιρροής στην Νεοσύστατη Δημοκρατία. Όπως είπαμε και παραπάνω η συντριπτική πλειοψηφία και των δύο κοινοτήτων, προσέβλεπε σε μια μελλοντική επίτευξη των αρχικών της στόχων, έτσι αμφότεροι δεν επιθυμούσαν την διατήρηση του υπάρχοντος δικαίου, το οποίο και οι δύο θεωρούσαν ξένο προς αυτούς.

 

Η προσωρινή λύση βρέθηκε δια του Άρθρου 188 του Συντάγματος, το οποίο εντάσσεται στις Μεταβατικές Διατάξεις (Άρθρα 187-199) του Συντάγματος .

 

Το Άρθρο 188 του Συντάγματος διελάμβανε τα εξής :

 

«1. Τηρουμένων των διατάξεων του Συντάγματος και των ακολουθουσών δια­τάξεων του παρόντος άρθρου, πας κατά την ημερομηνίαν της ενάρξεως της ισχύος του Συντάγματος ισχύων νόμος θέλει εξακολουθήσει να ισχύει κατά την ρηθείσαν ημερομηνίαν και μετ’ αυτήν, μέχρις ου τροποποιηθή, διά μεταβολής, προσθήκης ή καταργήσεως δι’ οιουδήποτε νόμου ή κοινοτικού τοιούτου ψηφιζομένου κατά το Σύνταγμα, από δε της ημερομηνίας ταύτης θα ερμηνεύηται και θα εφαρμόζηται προ­σαρμοζόμενος, καθ’ ο μέτρον είναι αναγκαίον, προς το Σύνταγμα.

 

2. Επιφυλασσομένης πάσης διαφόρου ρυθμίσεως εν ταις μεταβατικαίς διατάξεις ουδεμία διάταξις τοιούτου νόμου αντικείμενη ή ασύμφωνος προς οιανδήποτε διάταξιν του Συντάγματος και ουδείς νόμος, δι’ ον απαιτείται κατά το άρθρον 78 χωριστή πλειοψηφία, θα εξακολούθηση να ισχύη, οι νόμοι όμως οι αφορώντες εις τους δήμους θα εξακολουθήσωσιν ισχύοντες επί χρονικόν διάστημα εξ μηνών από της ημερομηνίας ενάρξεως της ισχύος του Συντάγματος, οιοσδήποτε δε νόμος επιβάλλων φόρους ή τέλη θα εξακολούθηση ισχύων μέχρι της 31ης Δεκεμβρίου I960

 

3. Δι’ οιονδήποτε τοιούτον νόμον διατηρούμενον εν ισχύι συμφώνως τη πρώτη παραγράφω του παρόντος άρθρου, ισχύουσιν τα ακόλουθα, εκτός εάν εκ της χρήσεως όρου εν δεδομένη τινί αλληλουχία προκύπτει διάφορόν τι:

 

(α) οιαδήποτε μνεία της αποικίας της Κύπρου ή του «Στέμματος» ερμηνεύε­ται εν σχέσει προς οιανδήποτε χρονικήν περίοδον αρχομένην από της ημερομηνίας ενάρξεως της ισχύος του Συντάγματος και εφεξής ως σημαίνουσα την Δημοκρατίαν,

 

(β) οιαδήποτε μνεία του Κυβερνήτου ή του Κυβερνήτου εν Συμβουλίω ερμη­νεύεται, εν σχέσει προς οιανδήποτε τοιαύτην χρονικήν περίοδον, ως σημαίνουσα τον Πρόεδρον και τον Αντιπρόεδρον της Δημοκρατίας συμφώνως ταις ρηταίς διατάξεσι του Συντάγματος ιδία εκάτερον ή από κοινού, την Βουλήν των Αντιπροσώπων προκειμένου περί θεμάτων σχετικών προς άσκησιν νομοθετικής εξουσίας, εξαιρουμένων των θεμάτων των ρητώς υπαχθέντων εις τας Κοινοτικός Συνελεύσεις, τας Κοινοτικός Συνελεύσεις προκειμένου περί παντός θέματος υπαγομένου συμφώ­νως τω Συντάγματι εις την αρμοδιότητα αυτών και το Υπουργικόν Συμβούλιον προκειμένου περί θεμάτων σχετικών προς άσκησιν της εκτελεστικής εξουσίας,

 

(γ) οιαδήποτε μνεία του διοικητικού γραμματέως ή του δημοσιονομικού γραμ­ματέως ερμηνεύεται, εν σχέσει προς οιανδήποτε τοιαύτην χρονικήν περίοδον, ως σημαίνουσα το υπουργείον ή την ανεξάρτητον υπηρεσίαν της Δημοκρατίας εις ην το γε νυν έχον έχουσιν ανατεθή τα θέματα, εφ ων ήσαν αρμόδιοι οι ως άνω γραμματείς.

 

(δ) οιαδήποτε μνεία του γενικού εισαγγελέως ή του αντιεισαγγελέως ερμηνεύεται εν σχέσει προς οιανδήποτε τοιαύτην χρονικήν περίοδον ως σημαίνουσα αντι­στοίχως τον γενικόν εισαγγελέα της Δημοκρατίας ή τον βοηθόν γενικού εισαγγελέως της Δημοκρατίας, και

 

(ε) οιαδήποτε μνεία οιουδήποτε ετέρου προσώπου κατέχοντος δημόσιον αξίωμα ή θέσιν ή οιασδήποτε Αρχής ή οιουδήποτε οργανισμού ερμηνεύεται εν σχέ­σει προς οιανδήποτε τοιαύτην χρονικήν περίοδον ως σημαίνουσα τον αντίστοιχον δημόσιον υπάλληλον ή την αντίστοιχον Αρχήν ή υπηρεσίαν ή τον αντίστοιχον οργανισμόν της Δημοκρατίας.

 

4. Οιονδήποτε δικαστήριον της Δημοκρατίας εφαρμόζον τας διατάξεις οιουδήποτε νόμου, διατηρουμένου εν ισχύι συμφώνως τη πρώτη παραγράφω του παρόντος άρθρου, εξακολουθεί να εφαρμόζη αυτόν εν σχέσει προς οιανδήποτε τοιαύτην χρονικήν περίοδον μετά των αναγκαίων προσαρμογών προς συμμόρφωσιν αυτού προς τας διατάξεις του Συντάγματος περιλαμβανομένων και των μεταβατικών διατάξεων αυτού.

 

5. Εν τω παρόντι άρθρω –

 

(α) ο όρος «νόμος» περιλαμβάνει πάσαν διοικητικήν πράξιν καταρτισθείσαν δυνάμει του νόμου τούτου προ της ημερομηνίας ενάρξεως της ισχύος του Συντάγματος,

 

(β) ο όρος «προσαρμογή» περιλαμβάνει τροποποίησιν, ευθυγράμμισιν και κατάργησιν.»

 

 

Η θεωρητική θεμελίωση της «συνέχειας των νόμων» εν μέσω Αλλαγής Κυριαρχίας

 

Το Άρθρο 188 όπως λέχτηκε στην υπόθεση Zacharias 22 θα έπρεπε να εξεταστεί στα γενικότερα πλαίσια της αλλαγής Κυριαρχίας που είχε συντελεστεί με την απελευθέρωση της πρώην Βρετανικής αποικίας και της δημιουργίας της Δημοκρα­τίας της Κύπρου. Σύμφωνα με τις ευρύτερα αποδεκτές αρχές του Διεθνούς Δικαίου η αλλαγή κυριαρχίας αυτής της φύσης δεν θα διέκοπτε τη «συνέχεια των νόμων» μεταξύ της πρώην Αποικίας και της νεοσύστατης Δημοκρατίας23.

 

Στην πρώτη παράγραφο η λέξη «νόμος» , περιλάμβανε όλους τους νόμους που ήταν σε ισχύ κατά την ημερομηνία έναρξης ισχύς του Συντάγματος24, ενώ όπως αναφέρεται και στο εδάφιο πέντε του Άρθρου η λέξη «νόμος» στο Άρθρο 188 συμπεριλαμβάνει και όλη τη Δευτερογενή Νομοθεσία, στην υπόθεση Hussein Djahitt Balman 25, όμως κρίθηκε ότι εξαιρούνταν οι εγκύκλιοι που είχαν εκδοθεί πριν την έναρξη ισχύος του Συντάγματος.

 

Ένα ενδιαφέρον στοιχείο σχετικά με την κατάργηση των παλαιών νόμων που προέκυψε στην υπόθεση ΕΥΡΗΚΑ26 , ήταν ότι μεταγενέστερος νόμος μπορεί να θεωρηθεί ότι κατάργησε σιωπηρά παλαιότερο της ανεξαρτησίας νόμο, μόνο εάν προκύπτει καθαρά ότι είναι τόσο αντιφατικός ή ασυμβίβαστος προς τον προηγούμενο νόμο, ώστε να καθίσταται αδύνατη η συνύπαρξη των δύο νόμων.

 

Συγκεκριμένα λέχθηκε ότι, «μεταγενέστερος νόμος μπορεί να θεωρηθεί ότι κατάργησε σιωπηρά προηγούμενο νόμο μόνο αν προκύπτει καθαρά ότι είναι τόσο αντιφατικός η ασυμβίβαστος προς τον προηγούμενο νόμο ώστε να είναι αδύνατο να συνυπάρχουν οι δύο νόμοι».

 

 

Στην υπόθεση Danish kingdom27 , κρίθηκε ότι εκτός απο τους νόμους, σε ισχύ παρέμεναν και οι Διεθνείς συνθήκες , σε αυτήν την υπόθεση το Ανώτατο Δικαστήριο απεφάνθη ότι η «Περί Συγκρούσεων Συνθήκη 1910», όσο και ο «Περί Συνθηκών Ναυτικού Δικαίου Νόμος του 1911» συνέχιζαν να ισχύουν.

 

 

Η αυτόματη Συνταγματική κατάργηση, των αντιθέτων προς τις διατάξεις του Συντάγματος Νόμων. Οι Φορολογικοί Νόμοι και η πολιτειακή κρίση του 1963

 

Στην δεύτερη παράγραφο αναφέρεται ότι, οιαδήποτε διάταξη ή νόμος που είναι ασύμφωνος προς τις διατάξεις του Συντάγματος, ή για τον οποίο απαιτείται σύμφωνα με το Άρθρο 78 χωριστή πλειοψηφία μεταξύ των βουλευτών των δύο κοινοτήτων θα παψει να ισχύει.

 

Στην υπόθεση ΕΥΡΗΚΑ28 αναφέρθηκε ότι ,το Κεφ.269 το οποίο βρισκόταν εξ ολοκλήρου σε αντίθεση με το Σύνταγμα είχε παψει να ισχύει με την εγκαθίδρυση της Κυπριακής Δημοκρατίας.

 

Επίσης σύμφωνα με την δεύτερη παράγραφο, έπαυαν να ισχύουν νόμοι οι οποίοι βάσει του Άρθρου 78, απαιτούσαν χωριστή πλειοψηφία απο τους βουλευτές των δυο κοινοτήτων.

 

Εξαίρεση κατά το Άρθρο 188 αποτελούσαν οι φορολογικοί νόμοι των οποίων η ισχύς παρατείνονταν μέχρι της 31 Δεκεμβρίου 1960, και οι νόμοι που αφορούσαν τα δημαρχεία των οποίων η ισχύς παρατείνονταν για άλλους έξι μήνες .Παρόλα αυτά οι φορολογικοί νόμοι καθορίστηκε ότι θα ισχύουν μέχρι της 31/12/1962.

 

Η ψήφιση των νέων φορολογικών Νομοσχεδίων στάθηκε η αφορμή για την πολιτειακή κρίση του Δεκεμβρίου 1963 , που κατέληξε στην αποχώρηση των Τ/Κ από τα πολιτειακά όργανα της νεοσύστατης Δημοκρατίας και την Τουρκική ανταρσία.

 

Τα γεγονότα περιληπτικά ήταν τα εξής ,οι Τουρκοκύπριοι βουλευτές για να δεχθούν να ψηφίσουν νέους φορολογικούς νόμους, αξίωναν χωριστά Δημαρχεία στις πέντε μεγάλες πόλεις. Αξίωση που βασιζόταν στις πρόνοιες του Άρθρου 173, του Συντάγματος και κρίθηκε κατά πλειοψηφία από το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο29 ως ορθή και σύμφωνη με το Σύνταγμα.

 

Το δημιουργηθέν αδιέξοδο οδήγησε, τον τότε Πρόεδρο της Κυπριακής Δημοκρατίας Αρχιεπίσκοπο Μακάριο, ο οποίος πιθανότατα είχε και την υποστήριξη του Βρετανού Ύπατου Αρμοστή Α.Κλάρκ, αλλά και του Υπουργού Κοινοπολιτειακών Σχέσεων Ντάνκαν Σάντς30 , να αποστείλει στις 30 Νοεμβρίου υπόμνημα με τα δεκατρία σημεία του Συντάγματος που κατά την άποψη του έχρηζαν τροποποίησης, στον Αντιπρόεδρο της Κυπριακής Δημοκρατίας Φαζίλ Κιουτσούκ .Οι προτάσεις απορίφθηκαν στις 16 Δεκεμβρίου του 1963 από την Τουρκική Κυβέρνηση , και στην συνέχεια από τον Αντιπρόεδρο της Κυπριακής Δημοκρατίας . Η κίνηση αυτή του Μακαρίου είχε ως αποτέλεσμα να οδηγηθούμε στην πολιτειακή κρίση του Δεκεμβρίου του 196331.

 

Στην καθαρά νομική διάσταση του θέματος, όσον αφορά τους φορολογικούς νόμους δημιουργήθηκε το εξής ερώτημα, εφόσον οι νόμοι είχαν παύσει να ισχύουν, αυτό σημαίνει ότι έπαυε και η ευθύνη καταβολής του Φόρου;

 

Στην υπόθεση Vassos konstantinou32 ,ο εφεσείοντας αρνούταν την ευθύνη καταβολής φόρου με την δικαιολογία ότι, ο συγκεκριμένος νόμος είχε παψει να ισχύει . Το δικαστήριο απεφάνθη ότι ευθύνη καταβολής φόρου που προέκυψε πριν την συγκεκριμένη μέρα κατά την οποία έπαψε να ισχύει ο συγκεκριμένος νόμος, σημαίνει ότι ο φόρος είναι καταβλητέος.

 

 

Η νέα ερμηνεία των Νομικών Όρων

 

Στήν τρίτη παράγραφο αναφέρονταν η νέα ερμηνεία των όρων που περιέχονταν στους νόμους οι οποίοι θα παρέμεναν σε ισχύ. Έτσι με αυτόν τον τρόπο η διατύπωση των όρων , εντός των νομοθετημάτων παρέμεινε αφενός η ίδια , αφετέρου δια του Συντάγματος κατοχυρώθηκε η νέα ερμηνεία των Όρων.

 

Έτσι για παράδειγμα,σύμφωνα με τις διατάξεις της συγκεκριμένης παραγράφου , «οιαδήποτε μνεία του Κυβερνήτου ή του Κυβερνήτου εν Συμβουλίω ερμη­νεύεται, εν σχέσει προς οιανδήποτε τοιαύτην χρονικήν περίοδον, ως σημαίνουσα τον Πρόεδρον και τον Αντιπρόεδρον της Δημοκρατίας».

 

Με αυτόν τον τρόπο ο Συντακτικός Νομοθέτης, επεδίωξε μια γενικού περιεχομένου μεταβατική ρύθμιση, που αφορούσε όρους οι οποίοι απαντώνταν συχνά στα διατηρηθέντα εν ισχύ νομοθετήματα.

 

 

Η Συνταγματική υποχρέωση των Δικαστηρίων , για σύμφωνη με το πνεύμα του Συντάγματος ερμηνεία των διατηρηθέντων εν ισχύ νόμων

 

Στην τέταρτη παράγραφο προνοείτο ότι οποιοδήποτε Δικαστήριο συμπεριλαμβανόμενου και του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου, και οποιοδήποτε άλλο Δικαστήριο θα εξακολουθούσε να εφαρμόζει τους προϋπάρχοντες νόμους προσαρμόζοντας τους στο πνεύμα του Συντάγματος33.

 

Πρέπει να τονιστεί σε αυτό το σημείο ότι όπως κρίθηκε νομολογιακά, το Άρθρο 188 ,δεν περιορίζει το από το Άρθρο 144 παρεχόμενο δικαίωμα των διαδίκων να εγείρουν παρεμπίπτων θέμα αντισυνταγματικότητας ενός νόμου, και δεν επεμβαίνει στην αρμοδιότητα του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου να εξετάζει τέτοιο θέμα34.

 

Όπως κρίθηκε νομολογιακά ο δικαστής οφείλει όταν εφαρμόζει νόμους που παρέμειναν σε ισχύ μετά την Ανεξαρτησία, να τους υποτάσσει στο Σύνταγμα και να τους εφαρμόζει στα περιστατικά της κάθε υπόθεσης35.

 

Σύμφωνα με τις αρχές που καθιερώθηκαν στην υπόθεση Loftis36 «Το δικαστήριο είναι αρμόδιο να ερμηνεύει τον νόμο με τέτοιο τρόπο ούτος ώστε να τον προσαρμόζει στις απαιτήσεις του Συντάγματος.».

 

Η ευθύνη για την τροποποίηση, εναρμονισμό, προϊσχύουσας του Συντάγματος νομοθεσίας καθώς και η ευχέρεια προσαρμογής τους, όπου διαπιστώνεται αντίθεση προς το Σύνταγμα, αποδόθηκε στην Δικαστική Εξουσία σύμφωνα με το λόγο της Υπόθεσης Λαζαρίδη 37.

 

Η συγκεκριμένη παράγραφος σύμφωνα με τον πρώην Πρόεδρο του Ανωτάτου Δικαστηρίου Πικκή Μ. Γεώργιο38, έδωσε τεράστια δύναμη στην Δικαστική Εξουσία σε τέτοιο σημείο που να κινδυνεύει η Διάκριση των Εξουσιών. Ο λόγος ήταν ότι βάση της νομολογίας που προέκυψε ήταν δυσδιάκριτα τα όρια μεταξύ Δικαστικής και Νομοθετικής Εξουσίας.

 

Η παραπάνω άποψη δεν μπορεί να μας βρει σύμφωνους. Κατά την άποψη μας η συστηματική ερμηνεία του Άρθρου , και η αντιπαραβολή των παραγράφων τέσσερα και πέντε, μας οδηγούν στο συμπέρασμα ότι ο συντακτικός νομοθέτης , αναγνωρίζοντας προφανώς τις δυσκολίες που θα αντιμετώπιζε στην νομοπαραγωγική διαδικασία , η νεοσύστατη Βουλή των Αντιπροσώπων, θέλησε να καλύψει το κενό μεταξύ της ημερομηνίας έναρξης ισχύος του Συντάγματος, και της ημερομηνίας κατά την οποία θα γινόταν η επαναδιατύπωσης των Νομοθετημάτων από την βουλή ,με την εξουσία που της παρείχε η Πέμπτη παράγραφος του Άρθρου 188 του Συντάγματος. Σαφώς και δεν τίθετο σε κίνδυνο η Αρχή της Διάκρισης των εξουσιών αφού η συνταγματική υποχρέωση του Δικαστή να «υποτάσσει» στο Σύνταγμα τα εν λόγο νομοθετήματα, έπαυε από την στιγμή που με τη συνήθη νομοπαραγωγική διαδικασία , επαναδιατυπωνόταν το νομοθέτημα κατά τρόπο συμβατό με το Σύνταγμα.

 

 

Η θετική υποχρέωση της Νομοθετικής εξουσίας

 

Στην πέμπτη παράγραφο καθοριζόταν ότι ο Όρος «νόμος» περιλαμβάνει και κάθε Διοικητική Πράξη που προηγήθηκε της ημερομηνίας έναρξης του Συντάγματος (Δευτερογενής Νομοθεσία) εξαιρούμενων των εγκυκλίων39.Επίσης καθοριζόταν ότι η λέξη «προσαρμογή» αφορούσε τροποποίηση , ευθυγράμμιση , και κατάργηση. Θεωρούμαι ότι είναι σαφές απο την στιγμή που στο συγκεκριμένο εδάφιο γίνεται λόγος για, τροποποίηση , ευθυγράμμιση , και κατάργηση , πλέον έχουμε φύγει από τις Αρμοδιότητες της Δικαστικής Λειτουργίας της οποίας αρμοδιότητα είναι η ερμηνεία των κανόνων δικαίου, και έχουμε περάσει στις αρμοδιότητες της Νομοθετικής λειτουργίας της οποίας ευθύνη είναι η κατάργηση, τροποποίηση, και ευθυγράμμιση των Νομοθετημάτων.

 

Έτσι λοιπόν όπως νομολογήθηκε στην υπόθεση Pellides 40 , «η έννοια του όρου «προσαρμογή» στην Πέμπτη παράγραφο, δεν πρέπει να συγχύζεται με την έννοια του όρου «αναγκαίες προσαρμογές» στην τέταρτη παράγραφο . Ο λόγος είναι ότι στην τέταρτη παράγραφο αρμόδια για την «προσαρμογή» είναι τα δικαστήρια, αντίθετα στην Πέμπτη παράγραφο η ευθύνη για «προσαρμογή» η οποία συνεπάγετο τη διαδικασία την επαναδιατύπωσης για να προσαρμοστεί μια νομοθετική διάταξη με το Σύνταγμα ,παραχωρείται στην Νομοθετική Εξουσία».

 

Όπως βλέπουμε λοιπόν ο Συντακτικός Νομοθέτης δίνοντας την εξουσία στον Δικαστή να προβεί στις «αναγκαίες προσαρμογές» ούτος ώστε να καταστήσει τα προϋπάρχοντα του Συντάγματος νομοθετήματα συμβατά με αυτό, παρείχε όπως είπαμε και παραπάνω τον απαραίτητο χρόνο στον κοινό νομοθέτη ούτως ώστε να τροποποιήσει, επαναδιατυπώσει, ή καταργήσει τα εν λόγο νομοθετήματα.

 

 

 

Επίλογος

 

Όπως είδαμε το Άρθρου 188 εξασφάλισε μία ομαλή μετάβαση η οποία έδωσε κατά πρώτο την ευχέρεια στα Δικαστήρια δια της νομολογίας ,να αναπλάσουν όπου ήταν δυνατό το υπάρχον δίκαιο, κατά τέτοιο τρόπο ούτος ώστε να είναι συμβατό με το Σύνταγμα, και έτσι να παρασχεθεί ο απαραίτητος χρόνος στην Νομοθετική εξουσία να νομοθετήσει εκ νέου, ή/και να τροποποιήσει / καταργήσει την προϋπάρχουσα της ανεξαρτησίας Νομοθεσίας.

 

Όσον αφόρα το πρόβλημα του δικαιικού προσανατολισμού του νέου κράτους , αυτό λύθηκε λίγες εβδομάδες μετά την έναρξη ισχύος του Συντάγματος. Η Βουλή των Αντιπροσώπων ψήφισε τον «Περί Δικαστηρίων Νόμο 14/1960» στο Άρθρο 29 του οποίου , αναφερόταν ως εφαρμοστέο δίκαιο απο τα Δικαστήρια α) Το Σύνταγμα της Δημοκρατίας β) Νόμοι που προϋπήρχαν της Ανεξαρτησίας και διατηρήθηκαν σε ισχύ δυνάμει του Άρθρου 188 γ) Το Κοινό Δίκαιο (Common law) και οι Αρχές της Επιείκειας (Εquity) δ) τους Νόμους και τις αρχές των βακουφιών ε) Νόμους του Κοινοβουλίου του Ηνωμένου Βασιλείου που προϋπήρχαν της Ανεξαρτησίας και δεν έρχονται σε αντίθεση με το Σύνταγμα. Έτσι τελικά επελέγη

 

 

Συμπέρασμα

 

Όπως προκύπτει από την ανάλυση την οποία πραγματοποιήσαμε, το Άρθρο 188 μπορεί να μην ήταν η καλύτερη απάντηση στο ερώτημα ποια δικαιική κατεύθυνση θα έπρεπε να ακολουθήσει η νεοσύστατη Δημοκρατία. Είναι όμως βέβαιο ότι πρώτον η απάντηση σε ένα τέτοιο ερώτημα είναι καθαρά υποκειμενική , και δεύτερο η επιλογή του Άρθρου 188 , ήταν αυτή που εξασφάλιζε την σταδιακή μετάβαση στην Νέα Δικαιική Τάξη των πραγμάτων.

 

 

 

 

 

 

1 Κωνσταντίνος Καραμανλής και Αντνάν Μεντερές

 

2 Οι συμφωνίες αποτελούνταν από τρείς ξεχωριστές συνθήκες που αφορούσαν, την βασική διάρθρωση της Κυπριακής Δημοκρατίας, την Συνθήκη Εγγυήσεως μεταξύ Ελλάδας-Ηνωμένου Βασιλείου-Τουρκίας Ελλάδας-Κυπριακής Δημοκρατίας, και την συνθήκη συμμαχίας μεταξύ Κύπρου-Ελλάδας-Τουρκίας. Αναλυτικότερα Βλ. Αχιλλέας Κ. Αιμιλιανίδης, «Η Υπέρβαση του Κυπριακού Συντάγματος», Εκδόσεις Σάκουλα Αθήνα-Θεσσαλονίκη 2006,σελ.18 -21

 

3 Η μη περίληψη του Άρθρου 26 οφείλετε στο γεγονός ότι αποτελούσε μεταβατική διάταξη η οποία καθόριζε ότι το νέο κράτος θα έπρεπε να συγκροτηθεί το ταχύτερο δυνατό και σε κάθε περίπτωση εντός τρίμηνης προθεσμίας από την ολοκλήρωση της υπογραφής των συνθηκών. Αναλυτικότερα βλ. «Η Υπέρβαση του Κυπριακού Συντάγματος», Εκδόσεις Σάκουλα Αθήνα-Θεσσαλονίκη 2006,σελ.19

 

4 Θέμα εγέρθηκε με τον «Περί της Πέμπτης τροποποίησης του Συντάγματος Νόμο» Ν 127(Ι)/2006, δια του οποίου τροποποιήθηκε το Άρθρο 1 το οποίο περιλαμβάνεται στα θεμελιώδη, με την προσθήκη του Άρθρου 1Α λόγο της ένταξης της Κύπρου στη Ευρωπαϊκή Ένωση. Αν και το θέμα δεν έχει επιλυθεί εν τούτοις δεν μπορεί να μας απασχολήσει στα πλαίσια της παρούσας μελέτης.

 

5 Στην Κύπρο δεν υπάρχει στο Σύνταγμα αναφορά σε επίσημη ή κυριαρχούσα θρησκεία, υπάρχουν τα πέντε θρησκευτικά δόγματα (Χριστιανοί Ορθόδοξοι, Μουσουλμάνοι, Μαρωνίτες, Αρμένιοι και Λατίνοι)

 

6 Το Άρθρο 61 του Συντάγματος αναφέρει τα εξής «Η νομοθετική εξουσία ασκείται υπό της Βουλής των Αντιπροσώπων εν παντι θεματι, εξαιρεση των θεμάτων εκείνων, ατινα ρητός υπάγονται στις Κοινοτικάς Συνελεύσεις.»

 

7 Αυτοδιοικούμενες περιοχές οι οποίες υπάγονταν απευθείας στον Αυτοκράτορα

 

8 Η εποχή του Τανζιμάτ (Αναδιοργάνωση) σηματοδοτεί την μετάβαση από το «θρησκευτικού» στο «κοσμικού» χαρακτήρα δίκαιο. Χαρακτηρίζεται από την έντονη διοικητική αναδιοργάνωση, και την εισαγωγή σύγχρονων νομοθετημάτων, με σαφείς «Δυτικές» επιρροές.

 

9 Θρησκευτικές Ομάδες οι οποίες είχαν τα δικά τους δικαστήρια τα οποία αποτελούνταν από κληρικούς δικαστές, τα οποία επιλαμβάνονταν αστικών διαφορών, μεταξύ των μελών του «Μιλιετ», ή μεταξύ μελών διαφορετικού «Μιλιέτ» με την προϋπόθεση ότι οι αντίδικοι επιθυμούσαν να δικαστούν από το συγκεκριμένο Δικαστήριο (Ε.Βασιλακακης –Π.Παπασαββας «Στοιχεία Κυπριακού Δικαίου»

 

10 Μουσουλμάνος κληρικός που είχε τον τίτλο του Δικαστή.

 

11 «tanzimat» σημαίνει στην Τουρκική αναδιοργάνωση .

 

12 Χαρακτηριστικό είναι ότι διατάξεις του αστικού κώδικα (metzel) ίσχυαν μέχρι και μετά την ίδρυση της Κυπριακής Δημοκρατίας, ενώ ο Ναυτικός Κώδικας ίσχυε μέχρι το 1960 .

 

13 Τα εκκλησιαστικά Δικαστήρια εφάρμοζαν κυρίως την εξαβιβλο του Αρμενόπουλου (Θεσσαλονίκη 1354 ) και τον νομοκανόνα του Μανουήλ Μαλαξού (Θήβα 1561) και την Νεαρά 117 του Ιουστινιανού

 

14 Η παραχώρηση της Κύπρου απο τους Οθωμανούς στους βρετανούς (με την μορφή ενοικίασης) έγινε ως αντάλλαγμα για την Βοήθεια που προσέφερε η Βρετανία στην Τουρκία κατ των Ρώσσο-Τουρκικό πόλεμο.

 

15 Συνεπεία της εισόδου της οθωμανικής Αυτοκρατορίας στο πλευρό των Δυνάμεων του Κεντρικού Άξονα η Βρετάνια απο το 1914 είχε ανακηρύξει την Κύπρο, ως ανεξάρτητο έδαφος υπό την κηδεμονία της για να επακολουθήσει η ανακήρυξη της Κύπρου ως Αποικίας του Στέμματος

 

16 Κυρίως απο την Ινδία π.χ. ο Περί Πωλήσεως Αγαθών Νόμος είχε ως βάση του τον “ Indian Sale of goods act 1930” αλλά και ο «Περί Συμβάσεων Νόμος Κεφ.148» στηρίχτηκε εν πολλοίς στον “Indian contracts Act 1872”

 

17 Κυρίως διαζυγίων καθώς υποθέσεις με έκδηλο περιουσιακό ενδιαφέρον (διατροφές ,προικοσύμφωνα ,δωρεές, υποθέσεις υιοθεσίας) υπήχθησαν στην δικαιοδοσία των Δικαστηρίων της Αποικίας της Κύπρου (Στοιχεία Κυπριακού Δικαίου Ε.Βασιλακακης – Σ.Παπασαββας)

 

18 Οι βρετανοί αναγνώριζαν μόνο ελληνόφωνους και τουρκόφωνους .

 

19 Οι Άγγλοι με αυτόν τον τρόπο επιχείρησαν να απαντήσουν στην ολοένα αυξανόμενη τάση για αγωγές με πολιτικό περιεχόμενο (Στοιχειά Κυπριακού Δικαίου Ε.Βασιλακακης – Σ.Παπασαββας)

 

20 Προτάθηκαν το Γαλλικό Δίκαιο και το Γερμανικό

 

21 Δηλ.σε Δικαστές , Δικηγόρους κλπ

 

22 2 R.S.C.C. 1 στη σελ 6

 

23 Ανδρέας Ν. Λοΐζου «Το Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας», Λευκωσία 2000,σελ. 370

 

24 Miltiades Christodoulou v Republic ,1 R.S.C.C 1

 

25 Hussein Djahit Balman and The Turkish Communal Chamber 5 R.S.C.C. 42

 

26 ΕΥΡΗΚΑ Λτδ V Unilever plc. (1994) Α.Α.Δ 124

 

27 Danish kingdom v. mystic navigation 1990 Α.Α.Δ 850

 

28 Οπ.υποσημ.23

 

29 The Turkish Communal Chamber v. The Council of Ministers 4 R.S.C.C.59

 

30 Αχιλλέας Κ. Αιμιλιανίδης, «Η Υπέρβαση του Κυπριακού Συντάγματος», Εκδόσεις Σάκουλα Αθήνα-Θεσσαλονίκη 2006,σελ.87

 

31 Αλ.Φρ.Μαρκίδης Διαλεξη 2 σελ.10

 

32 Vasos Constantinou Kyriakides and The Republic 4 R.S.C.C. 109

 

33 Εκ πρώτης όψεως η θετική υποχρέωση που δημιουργεί προς τα Δικαστήρια το Σύνταγμα δια του Άρθρου 188.4 μοιάζει με την Αρχή που ισχύει στον παρεμπίπτων Δικαστικό έλεγχο, και η οποία δημιουργεί θετική υποχρέωση στον δικαστή , όταν έχει ενώπιον του πολλές ερμηνείες ,να επιλέγει την ερμηνεία που είναι σύμφωνη με το Σύνταγμα.

 

34 Co-Operative Grocery of Vasilia Ltd ν. Haralambos N. Ppirou a.ο ,4 R .S.C.C. 12

 

35 Miltiades Christodoulou and The Republic 1 R.S.C.C. 1, Dr. Petros Loizides and Others and The Republic 1 R.S.C.C. 107, The Attorney-General of the Republic and Andreas Costa Afamis 1 R.S.C.C. 212, Aspris and The Republic 4 R.S.C.C. 57, Ibrahim M. Chakkarto v. The Attorney-General (1961) 1 C.L.R. 231, Raube Abdulhamid v. The Republic (1961) 1 C.L.R. 400, Mahmut Hafiz Hussein Fethi v. The Republic (1962) 1 C.L.R. 139

 

36 The Republic v Nicolas Pantopiou Loftis 1 R.S.C.C (1961) 30

 

37 Γεν.Εισαγγελεας v Χριστάκη Μιχαήλ Λαζαρίδη 1992 1 Α.Α.Δ 895

 

38 Constitutinalism – Human Rights- Separation of Powers (Georgios M. Pikkis)

 

39 Hussein Djahitt Balman v the Turkish Comunal Champer

 

40 Nikos Pellides v The Republic 3 R.S.C.C 13

Share This Post

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Captcha * Time limit is exhausted. Please reload the CAPTCHA.