Η προστασία του κομιστή ακάλυπτης επιταγής

Γράφει ο Γκέγκας Ιωάννης170314184937_7053

Ακάλυπτη είναι η έγκυρη επιταγή, η οποία εμφανίστηκε νομίμως (εμπροθέσμως) προς πληρωμή, αλλά δεν πληρώθηκε από την πληρώτρια Τράπεζα επειδή δεν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια του εκδότη (δεν υπήρχε κάλυψη)1. Η βεβαίωση μη πληρωμής, γνωστή στις συναλλαγές ως «σφράγιση», γίνεται προκειμένου ο κομιστής να ασκήσει τα δικαιώματά του κατά του εκδότη και των τυχόν οπισθογράφων2. Αυτό σημαίνει ότι η επιταγή στην πίσω όψη της και κάτω από την τελευταία οπισθογράφηση θα φέρει βεβαίωση της πληρώτριας τράπεζας με το εξής ή παρόμοιο περιεχόμενο : «Βεβαιώνεται ότι η επιταγή αυτή εμφανίστηκε εμπρόθεσμα για πληρωμή, αλλά δεν εξοφλήθηκε λόγω έλλειψης επαρκούς υπολοίπου στο σχετικό λογαριασμό»3

Ο κομιστής της επιταγής, που την εμφάνισε προς πληρωμή στην πληρώτρια τράπεζα αλλά η επιταγή δεν πληρώθηκε επειδή δεν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια του εκδότη, έχει στη διάθεσή του τα εξής μέσα: α) άσκηση αναγωγής, που παρέχεται από το δίκαιο της επιταγής, κατά του εκδότη και των λοιπών (αν υπάρχουν) υπογραφέων (άρθρο 40 Ν. 5960/1933), β) αγωγή αποζημίωσης από την αδικοπραξία που διέπραξε ο εκδότης (άρθρο 914 ΑΚ σε συνδυασμό με το άρθρο 79 ν. 5960/1933), με σωρευόμενο αίτημα προσωποκράτησης (1047 ΚΠολΔ)4, γ) κατάθεση έγκλησης για την ποινική δίωξη του εκδότη (άρθρο 79 ν. 5960/1933).

Α) Ποινική ευθύνη του εκδότη ακάλυπτης επιταγής

Το άρθρο 79 Ν. 5960/1933 θεσπίζει ως ποινικό αδίκημα την έκδοση ακάλυπτης επιταγής με σκοπό την πρόληψη και καταστολή της έκδοσης ακάλυπτων επιταγών με την απειλή ποινικών κυρώσεων5. Πρόκειται για ένα ιδιώνυμο έγκλημα6, το οποίο δεν αποτελεί ρύθμιση του ενιαίου νόμου της Γενεύης για την επιταγή, αλλά επιλογή του νομοθέτη, η οποία απέβλεψε στο να ενισχύσει τη λειτουργία της επιταγής ως μέσου πληρωμής7.

I)Αντικειμενική υπόσταση8: για να στοιχειοθετηθεί το έγκλημα της ακάλυπτης επιταγής απαιτείται να πληρούνται όλα τα στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασης, συγκεκριμένα απαιτούνται τα εξής: α) έκδοση τυπικά έγκυρης επιταγής, καθώς μόνο τότε υπάρχει επιταγή με την έννοια του νόμου και μόνο στη περίπτωση αυτή μπορεί κατά το νόμο να δημιουργείται αξίωση από επιταγή, η οποία υποχρεώνει τον πληρωτή (έναντι του εκδότη) να πληρώσει την επιταγή κατά το άρθρο 3. Αν η επιταγή είναι άκυρη (ανίσχυρη κατά τη διάταξη του άρθρου 2§1 ν. 5960/1933) τότε δεν μπορεί να υπάρξει κολάσιμη πράξη κατά τη διάταξη του άρθρου 79 ν. 5960/1933. Τυπικά έγκυρη είναι η επιταγή, όταν περιέχει όλα τα στοιχεία, που απαιτεί ο νόμος στο άρθρο 1 ν. 5960/19339. β) εμφάνιση της επιταγής προς πληρωμή στην πληρώτρια Τράπεζα εμπρόθεσμα10, ήτοι μέσα στην προθεσμία των οκτώ ημερών, που ξεκινά από την επομένη της χρονολογίας εκδόσεως που αναφέρεται στο σώμα της επιταγής. Όταν έχει εκδοθεί μεταχρονολογημένη επιταγή, εμπρόθεσμη εμφάνιση έχουμε όταν ο κομιστής της επιταγής την εμφανίζει από την πραγματική χρονολογία μέχρι και την παρέλευση της οκταήμερης προθεσμίας, που αφετηρία έχει, όπως είπαμε, την χρονολογία εκδόσεως που αναγράφεται στο έντυπο της επιταγής. Σαφέστατα, η μεταχρονολογημένη επιταγή αυξάνει το χρονικό διάστημα μέσα στο οποίο η επιταγή μπορεί να σφραγιστεί ως ακάλυπτη. γ) μη πληρωμή της επιταγής λόγω έλλειψης επαρκών διαθέσιμων κεφαλαίων κατά τον χρόνο έκδοσης ή πληρωμής της επιταγής. Με έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων η νομολογία εξομοιώνει και την πρόωρη ανάκληση της επιταγής, διότι η εντολή του εκδότη προς την τράπεζα να μην πληρώσει την επιταγή από τα διαθέσιμα κεφάλαια μετατρέπει τα κεφάλαια αυτά σε μη διαθέσιμα11. Μη διαθέσιμα είναι και τα κεφάλαια του εκδότη που πτώχευσε. Η νομολογία θεωρεί την επιταγή που δεν πληρώθηκε λόγω πτωχευτικής απαλλοτρίωσης ως ακάλυπτη. Η μη πληρωμή της επιταγής λόγω έλλειψης καλύμματος πρέπει να βεβαιώνεται από την τράπεζα με σχετική σημείωση επάνω στην επιταγή ή με σύνταξη διαμαρτυρικού (άρθρο 40 ν. 5960/1933) ή ακόμη σε χωριστό έγγραφο12. Η εσωτερική σχέση μεταξύ εκδότη και λήπτη της επιταγής δεν ασκεί επιρροή στο αξιόποινο της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής, καθώς στο πεδίο του ποινικού δικαίου δεν ερευνάται η αιτία έκδοσης13. Η γνώση του λήπτη της επιταγής για τη μη ύπαρξη διαθέσιμου κεφαλαίου ή τυχόν συναίνεσή του δεν αίρουν τον άδικο χαρακτήρα της πράξης14.

ΙΙ) Υποκειμενική υπόσταση: αρχικά το άρθρο 79 ν. 5960/1933 απαιτούσε την «εν γνώσει» έκδοση ακάλυπτης επιταγής από τον εκδότη. Αυτό σημαίνει ότι, με βάση το άρθρο 26 και 27§1 ΠΚ, ο εκδότης της επιταγής έπρεπε να βαρύνεται με άμεσο δόλο α΄και β΄ βαθμού, χωρίς να αρκεί για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος ο ενδεχόμενος δόλος15. Στη συνέχεια το άρθρο αντικαταστάθηκε χωρίς την αναφορά του «εν γνώσει». Αυτό σημαίνει ότι, για την τέλεση του αδικήματος αρκεί και ο ενδεχόμενος δόλος του εκδότη16. Άρα, έκδοση ακάλυπτης επιταγής από αμέλεια αποκλείεται. Η νομολογία, όμως, αρκετές φορές συνεχίζει να κάνει λόγο για «εν γνώσει» έκδοση της ακάλυπτης επιταγής17.

III) Χρόνος τέλεσης του αδικήματος: σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 79 ν. 5960/1933, ο εκδότης της επιταγής πρέπει να έχει στο λογαριασμό του διαθέσιμα κεφάλαια τόσο κατά τον χρόνο έκδοσης όσο και κατά τον χρόνο εμφάνισης της επιταγής προς πληρωμή. Και αν δεν υπάρχουν διαθέσιμα σε αυτά τα δύο χρονικά διαστήματα τότε τελείται το έγκλημα της ακάλυπτης επιταγής. Αν μάλιστα εκδίδεται μεταχρονολογημένη επιταγή τότε τα δύο αυτά χρονικά σημεία απέχουν πολύ μεταξύ τους. Πρόκειται για ρύθμιση του εγχώριου νομοθέτη και όχι του ενιαίου νόμου, όπως τονίσαμε, και χαρακτηρίζεται , ορθά, από την επιστήμη ως ατυχής18. Και είναι λογικό να χαρακτηρισθεί έτσι αφού βρίσκεται έξω από τον σκοπό του νόμου και δεν έχει απολύτως καμία αξία στη νομική πρακτική. Τα μη διαθέσιμα κεφάλαια διαπιστώνονται, φυσικά, μόνο όταν η επιταγή εμφανίζεται προς πληρωμή και δεν πληρώνεται. Αν εκδοθεί επιταγή, χωρίς να υπάρχουν διαθέσιμα κεφάλαια, και κατά την εμφάνιση προς πληρωμή από τον κομιστή η επιταγή πληρωθεί κανονικά τότε το έγκλημα της ακάλυπτης επιταγής δεν στοιχειοθετείται. Μάλιστα, όταν εκδίδεται μεταχρονολογημένη επιταγή είναι σαφές ότι κεφάλαια διαθέσιμα δεν υπάρχουν αλλιώς δεν θα χρειαζόταν να γίνει η μεταχρονολόγηση .

Πάντως, στη θεωρία κρατούσα άποψη είναι αυτή που θέλει το έγκλημα της ακάλυπτης επιταγής να τελείται όταν δεν υπάρχουν διαθέσιμα κεφάλαια κατά τον χρόνο της πληρωμής19. Αντίθετα, η νομολογία φαίνεται διχασμένη, άλλες αποφάσεις συμφωνούν με τη θέση της θεωρίας20 ενώ άλλες ως χρόνο τέλεσης του εγκλήματος θέλουν διαζευκτικά είτε τον χρόνο έκδοσης είτε τον χρόνο πληρωμής21.

IV) Κατ’ έγκληση διωκόμενο έγκλημα – εξάλειψη αξιοποίνου: πλέον η έκδοση ακάλυπτης επιταγής δεν διώκεται αυτεπάγγελτα αλλά ύστερα από έγκληση του παθόντος (§5). Πριν την τροποποίηση της διάταξης με το άρθρο 15§3 ν. 3472/2006 ίσχυε: «Η ποινική δίωξη ασκείται μόνο ύστερα από έγκληση του κομιστή της επιταγής που δεν πληρώθηκε». Θεωρία και νομολογία ήταν διχασμένη, καθώς ο νόμος δεν καθόριζε αν ο κομιστής είναι μόνο ο τελευταίος ή και αυτός που κατέστη κομιστής κατ’ αναγωγή. Υποστηριζόταν η άποψη ότι δικαιούχος της έγκλησης είναι μόνο ο τελευταίος κομιστής της επιταγής που την εμφάνισε και δεν πληρώθηκε (κρατούσα άποψη στη νομολογία). Άλλη άποψη υποστήριζε ότι το δικαίωμα της έγκλησης το έχει τόσο ο τελευταίος κομιστής της επιταγής, που την εμφάνισε και δεν πληρώθηκε, όσο και ο εξ αναγωγής κομιστής (θεωρία και μέρος της νομολογίας)22. Δεν θα αναλύσουμε την διχογνωμία αυτή καθώς ο νομοθέτης έβαλε τέλος με την τελευταία τροποποίηση της διάταξης προβλέποντας ότι δικαίωμα έγκλησης έχει τόσο ο κομιστής της επιταγής που δεν πληρώθηκε όσο και εκείνος που έγινε κομιστής επειδή πλήρωσε ύστερα από αναγωγή (εξ αναγωγής υπόχρεος), καθώς και αυτός είναι αμέσως ζημιωθείς (118§1 ΠΚ)23. Με βάση το άρθρο 117§1 ΠΚ, η έγκληση μπορεί να υποβληθεί σε χρονικό διάστημα τριών μηνών από την ημέρα που ο δικαιούχος έλαβε γνώση της πράξης και του προσώπου που την τέλεσε. Στην έκδοση ακάλυπτης επιταγής το πρόσωπο εκείνου που τέλεσε την πράξη είναι αμέσως γνωστό, αφού είναι ο εκδότης της επιταγής, και η ημέρα τέλεσης της πράξης είναι όταν η επιταγή εμφανίστηκε αλλά δεν πληρώθηκε.

Η παράγραφος 3 του άρθρου 79 ν. 5960/1933 προβλέπει την πλήρη αποζημίωση του κομιστή, μετά τη νόμιμη εμφάνιση και μη πληρωμή της επιταγής, ως λόγο εξάλειψης του αξιοποίνου. Πρόκειται για έμπρακτη μετάνοια, θεσμός του ποινικού δικαίου που εξαλείφει το αξιόποινο. Ο συγκεκριμένος λόγος εξάλειψης του αξιοποίνου δεν ρυθμίζεται γενικά αλλά ειδικά στο κάθε έγκλημα, όπως συμβαίνει στη συγκεκριμένη περίπτωση που μελετάμε. Έμπρακτη μετάνοια νοείται μόνο σε εκείνα τα εγκλήματα που επιδέχονται αποκατάσταση της τυποποιημένης προσβολής, όπως συμβαίνει με τα καθαρώς περιουσιακά εγκλήματα24. Η έκδοση ακάλυπτης επιταγής, σαφέστατα, προσβάλει την περιουσία του ζημιωθέντος25 και είναι δεκτική αποκατάστασης. Από τη §5, που αναφέρεται στον δικαιούχο της έγκλησης, καθίσταται σαφές ότι κομιστής είναι τόσο ο τελευταίος, που εμφάνισε την επιταγή και δεν πληρώθηκε, όσο και ο εξ αναγωγής. Για να εξαλειφθεί το αξιόποινο απαιτείται πλήρης αποζημίωση του κομιστή της επιταγής. Η πλήρης αποζημίωση, όμως, δεν ταυτίζεται με την πληρωμή της επιταγής, αλλά είναι έννοια ευρύτερη και περιλαμβάνει την αποκατάσταση και κάθε άλλης ζημίας που υπέστη ο κομιστής από την καθυστερημένη πληρωμή της επιταγής. Έτσι, πλήρης αποζημίωση υπάρχει όταν εξοφλούνται το ποσό της επιταγής, οι οφειλόμενοι τόκοι, άλλα έξοδα που έγιναν σχετικά με αυτή, τυχόν ηθική βλάβη και γενικά κάθε ζημία που προκλήθηκε σύμφωνα με του όρους του 914 ΑΚ26. Γενικά, η «πλήρης αποζημίωση» προϋποθέτει ολοκληρωτική απόσβεση κάθε αξιώσεως του κομιστή κατά του εκδότη της ακάλυπτης επιταγής27.

Β) Αστική ευθύνη του εκδότη ακάλυπτης επιταγής

Ο κομιστής της επιταγής, που την εμφανίζει προς πληρωμή (εμπρόθεσμα)28 στην πληρώτρια τράπεζα και δεν πληρώνεται (σφράγιση της επιταγής)29, έχει την δυνατότητα να ασκήσει αναγωγή (προς πληρωμή), που παρέχεται από το δίκαιο της επιταγής, σύμφωνα με τα άρθρα 40 και 44 ν. 5960/1933, αλλά και αγωγή αδικοπραξίας κατά του εκδότη (914 ΑΚ) σε συνδυασμό με το άρθρο 79 ν. 5960/1933. Αλλά και εκείνος που πλήρωσε την επιταγή ύστερα από αναγωγή του κομιστή (εξ αναγωγής υπόχρεος) έχει τόσο το δικαίωμα της αναγωγής προς απόδοσησύμφωνα με τα άρθρα 44 και 46 ν. 5960/1933 όσο και το δικαίωμα να ασκήσει αγωγή αδικοπραξίας σύμφωνα με το άρθρο 79§5εδ. β΄ ν. 5960/1933. Παρατηρούμε, λοιπόν, ότι ο εκδότης ακάλυπτης επιταγής έχει τόσο δικαιοπρακτική όσο και αδικοπρακτική ευθύνη30.

Ι) Δικαιοπρακτική Ευθύνη: αναγωγή είναι η δυνατότητα που έχει ο κομιστής της επιταγής να στραφεί εναντίον των υπογραφέων της επιταγής για την πληρωμή της. Πρόκειται για την αναγωγή προς πληρωμή31. Οφειλέτες από αναγωγή είναι ο εκδότης, που δεν μπορεί να αποκλείσει την ευθύνη του από την πληρωμή (άρθρο 12 ν. 5960/1933), οι οπισθογράφοι και οι τριτεγγυητές (άρθρο 40 ν. 5960/1933). Μάλιστα, οι υπόχρεοι αυτοί ευθύνονται εις ολόκληρον για την πληρωμή της επιταγής και μπορούν να εναχθούν από τον κομιστή είτε ομαδικά είτε ατομικά, με όποια σειρά επιθυμεί ο κομιστής (άρθρο 44§§ 1 και 2 ν. 5960/1933)32. Την αναγωγή προς πληρωμή μπορεί να την ασκήσει ο νόμιμος κομιστής που εμφάνισε την επιταγή προς πληρωμή, ήτοι όταν η επιταγή έχει εκδοθεί στον κομιστή την εμφανίζει ο απλός κάτοχό της (κομιστής), όταν η επιταγή είναι εις διαταγήν την εμφανίζει ο κομιστής που στηρίζει το δικαίωμά του σε αδιάκοπη σειρά οπισθογραφήσεων, όταν η επιταγή είναι ονομαστική την εμφανίζει ο κατονομαζόμενος σε αυτή33.

Για να μπορέσει ο κομιστής να στραφεί αναγωγικά στους εξ αναγωγής υπόχρεους πρέπει να συντρέχουν δύο προϋποθέσεις, μια ουσιαστική και μια τυπική: ουσιαστική προϋπόθεση της αναγωγής είναι η εμφάνιση της επιταγής εμπρόθεσμα στην πληρώτρια τράπεζα και η άρνηση αυτής να πληρώσει ενώ τυπική προϋπόθεση της αναγωγής είναι η βεβαίωση της άρνησης της πληρωμής, έτσι όπως ορίζει το άρθρο 40 ν. 5960/193334. Η βεβαίωση αυτή δεν χρειάζεται όταν στην επιταγή αναγράφεται η ρήτρα «ανέξοδος επιστροφή» σύμφωνα με το άρθρο 43 ν. 5960/193335. Συγκεκριμένα, όταν την ρήτρα αυτή τη θέτει επί της επιταγής ο εκδότης τότε ισχύει για όλους τους υπογραφείς, όταν όμως την θέτει ο οπισθογράφος η ρήτρα ισχύει μόνο γι’ αυτόν και τον τριτεγγυητή του (αν τυχόν υπάρχει) και όταν την ρήτρα την θέτει ο τριτεγγυητής ισχύει μόνο γι’ αυτόν. Αν ο κομιστής δεν τηρήσει τις δύο αυτές προϋποθέσεις, τότε χάνει τα αναγωγικά δικαιώματα κατά των υπογραφέων της επιταγής36.

Στη περίπτωση που κομιστής της επιταγής είναι ένας από τους εξ αναγωγής υπόχρεους (οπισθογράφοι, τριτεγγυητές), είτε επειδή πλήρωσε μετά από αναγωγή προς πληρωμή του τελευταίου κομιστή είτε επειδή πλήρωσε οικειοθελώς, τότε εκείνος έχει το δικαίωμα της αναγωγής προς απόδοση (άρθρα 44§4 και 46 ν. 5960/1933) έναντι αυτών που είναι υπόχρεοι απέναντί του37. Το αντικείμενο της αναγωγής προς απόδοση προβλέπεται στο άρθρο 46 ν. 5960/1933 σύμφωνα με το οποίο, εκείνος που πλήρωσε την επιταγή μπορεί να απαιτήσει από τους έναντι αυτού ενδεχομένους: α) ολόκληρο το ποσό που πλήρωσε β)τους τόκους από την ημέρα που κατέβαλε το ποσό γ) τα έξοδα38.

ΙΙ) Αδικοπρακτική ευθύνη: για να μπορεί να στοιχειοθετηθεί ευθύνη σύμφωνα με το άρθρο 914 ΑΚ πρέπει να συντρέχουν οι εξής προϋποθέσεις: α) νόμιμος λόγος ευθύνης, β) ζημία και γ) αιτιώδης σύνδεσμος ανάμεσα στο νόμιμο λόγο ευθύνης και στη ζημία. Ο νόμιμος λόγος ευθύνης συγκροτείται από δύο μερικότερα στοιχεία: την παράνομηάδικη) και την υπαίτια (δόλια ή αμελή) ανθρώπινη συμπεριφορά (θετική ενέργεια ή παράλειψη)39. Παράνομη (ή άδικη) είναι η ανθρώπινη συμπεριφορά, η οποία συνίσταται είτε σε μια θετική ενέργεια αντίθετη προς έναν απαγορευτικό κανόνα δικαίου, είτε στην παράλειψη ορισμένη θετικής ενέργειας που επιβάλλεται από έναν επιτακτικό κανόνα δικαίου40. Φυσικά, η διάπραξη ενός εγκλήματος αποτελεί παράνομη/άδικη πράξη, καθώς έρχεται σε αντίθεση με γραπτό κανόνα δικαίου, που τυποποιεί μια αξιόποινη συμπεριφορά που στόχο έχει να προστατέψει ένα έννομο συμφέρον. Έτσι, η διάπραξη του εγκλήματος της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής καθιστά δεδομένη την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του εκδότη της ακάλυπτης επιταγής, στοιχειοθετώντας ένα από τα στοιχεία του πραγματικού του 914 ΑΚ, δηλαδή, η αδικοπρακτική ευθύνη του εκδότη ακάλυπτης επιταγής στηρίζεται στο άρθρο 914 ΑΚ σε συνδυασμό με το άρθρο 79 ν. 5960/193341.

Η ευθύνη από το 914 ΑΚ, ευθύνη από αδικοπραξία, γεννάται αν η μη πληρωμή της επιταγής οφείλεται σε υπαιτιότητα. Η νομολογία, παγίως, απαιτεί για τη στοιχειοθέτηση της ευθύνης αυτής την «εν γνώσει» έκδοση της ακάλυπτης επιταγής από τον εκδότη, ήτοι ο εκδότης, κατά την έκδοση της επιταγής, να γνώριζε για την έλλειψη των διαθεσίμων κεφαλαίων. Με λίγα λόγια, η νομολογία, σταθερά, δέχεται ως μορφή υπαιτιότητας τον δόλο του εκδότη42. Αντίθετα, κρατούσα στη θεωρία άποψη, υποστηρίζει ότι για την στοιχειοθέτηση της αξίωσης αποζημίωσης λόγω αδικοπραξίας (914 ΑΚ – 79 ν. 5960/1933) απαιτείται η υπαιτιότητα που προβλέπει το άρθρο 330 ΑΚ, τόσο δόλο όσο και αμέλεια, ακόμη και ελαφρά43.

Φυσικά, να τονίσουμε ήδη από τώρα ότι, η ευθύνη του εκδότη ακάλυπτης επιταγής από αδικοπραξία γεννιέται γιατί η διάταξη του άρθρου 79 ν. 5960/1933, μετά την τροποποίηση της σε κατ’ έγκληση διωκόμενο έγκλημα και τη δυνατότητα εξάλειψης του αξιοποίνου λόγω πλήρους αποζημίωσης του κομιστή από τον εκδότη, έχει θεσπιστεί για να προστατέψει όχι μόνο το δημόσιο συμφέρον αλλά και το ιδιωτικό συμφέρον, την περιουσία του κομιστή της ακάλυπτης επιταγής. Αυτή αποτελεί κρατούσα άποψη της νομολογίας44. Αντίθετα, στη θεωρία έχει υποστηριχθεί η άποψη ότι, μετά τις τροποποιήσεις που αναφέραμε πιο πάνω, ο προστατευτικός σκοπός του άρθρου 79 ν. 5960/1933 περιορίζεται στο ιδιωτικό συμφέρον του κομιστή45. Όμως, υπάρχει και μέρος της θεωρίας που συμφωνεί με την άποψη της νομολογίας, ήτοι ότι προστατευόμενο έννομο αγαθό είναι τόσο το δημόσιο συμφέρον όσο και το ιδιωτικό, το οποίο μάλιστα προέχει46.

Όμως, όπως παραπάνω αναφέραμε, για να γεννηθεί αξίωση από αδικοπραξία δεν αρκεί μόνο η παράνομη συμπεριφορά (άδικη πράξη και υπαιτιότητα) αλλά απαιτείται και η ύπαρξη ζημίας. Και η ζημία έχει συνδεθεί, δυστυχώς, από τη νομολογία μόνο με τη μη πληρωμή της επιταγής, ως πραγματικό γεγονός. Τι γίνεται, όμως, στην περίπτωση που ο λήπτης-κομιστής της επιταγής δεν έχει υποστεί ζημία καθώς η αιτία που οδήγησε στην έκδοση επιταγής (η βασική σχέση) είτε δεν υπάρχει, δεν επακολούθησε είτε είναι παράνομη, ανήθικη κτλ.; Μπορεί ο εκδότης της ακάλυπτης επιταγής να επικαλεστεί ενστάσεις από τη βασική σχέση ή γενικά να επικαλεστεί την αιτία που οδήγησε στην έκδοση της επιταγής (χωρίς η διατύπωση αυτή να δίνει την εντύπωση ότι η επιταγή είναι αιτιώδες αξιόγραφο);

Η νομολογία, παγίως, έκρινε ως εξής: «…από τη διάταξη του άρθρου 79 ν. 5960/1933 προκύπτει ότι ο χαρακτήρας της πράξης αυτής ….(αναφορά στην έκδοση ακάλυπτης επιταγής από τον εκδότη εν γνώσει της ανυπαρξίας αντίστοιχων κεφαλαίων)…ως αδικοπραξίας δεν επηρεάζεται από λόγους αναγομένους στην υποκείμενη σχέση, δηλαδή στην αιτία έκδοσης των επιταγών, γιατί το έγκυρο ή άκυρο της αιτίας είναι στην περίπτωση αυτή αδιάφορο, καθώς επίσης και η τυχόν έλλειψη αυτής, αρκεί δε μόνο η προϋπόθεση της έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων, είτε κατά τον χρόνο έκδοσης είτε κατά το χρόνο της πληρωμής και μη πληρωμής των επιταγών κατά τον χρόνο της εμφάνισής τους»47. Η στάση αυτή της νομολογίας δεν μπορούσε να μείνει αναντίρρητη. Οδηγούσε σε αδικαιολόγητα αποτελέσματα, το μέγεθος των οποίων θα προσπαθήσουμε να καταδείξουμε με ένα παράδειγμα: έστω ότι ο Ε εκδίδει «επιταγή ευκολίας»48 με λήπτη τον έμπορο Λ. Η έκδοση αυτή γίνεται γιατί ο Ε θέλει να ενισχύσει οικονομικά τον Λ, ο οποίος δεν μπορεί να ανταπεξέλθει στις οικονομικές του υποχρεώσεις. Την επιταγή θα την οπισθογραφήσει στον δανειστή του . Ύστερα από αρκετές οπισθογραφήσεις η επιταγή καταλήγει πάλι στα χέρια του Λ, ο οποίος εμφανίζει την επιταγή προς πληρωμή στην πληρώτρια τράπεζα και εκείνη την σφραγίζει ως ακάλυπτη. Ο Λ στρέφεται με αγωγή αδικοπραξίας (914 ΑΚ) κατά του Ε προκειμένου να ζητήσει αποζημίωση. Σύμφωνα με την άποψη της νομολογίας ο Ε δεν μπορεί να προτείνει κατά του Λ την ένσταση του αχρεωστήτου, αφού για τη νομολογία είναι αδιάφορο το έγκυρο ή άκυρο της αιτίας καθώς και η τυχόν έλλειψη αυτής, όπως έχουμε εδώ στο συγκεκριμένο παράδειγμα. Είναι σαφές ότι ο Λ δεν έχει υποστεί καμία ζημία και είναι μη λογικό και άδικο να στερείται η δυνατότητα αυτή στον Ε, από τη στιγμή που αν ο Λ είχε ασκήσει την αναγωγή προς πληρωμή (δυνατότητα που παρέχει το δίκαιο της επιταγής) τότε ο Ε θα μπορούσε να προβάλει ενστάσεις σύμφωνα με το άρθρο 78§1 περ. γ΄ ν.δ 1923, καθώς μεταξύ τους υπάρχει άμεση σχέση49.

Τα άτοπα αυτά διαπίστωσε η θεωρία τονίζοντας ότι σύμφωνα με τη λογική που διατρέχει το άρθρο 914 ΑΚ, για να παραχθεί απαίτηση αποζημίωσης υπέρ του κομιστή της επιταγής δεν αρκεί το περιστατικό της μη πληρωμής. Απαιτείται, επιπροσθέτως, η μη πληρωμή να είναι παράνομη και κατά την υποκείμενη σχέση. Διότι, αν το στοιχείο τούτο δεν αληθεύει, η μη πληρωμή δεν προκαλεί παρανόμως ζημία στον κομιστή, αφού δεν παράγει, παρανόμως, διαφορά στην περιουσία που είχε προηγουμένως ο κομιστής και που έχει μετά την πληρωμή της επιταγής. Βέβαια, η άποψη αυτή της θεωρίας συνάδει απόλυτα με την θεωρία της συρροής νομίμων βάσεων, η οποία λύνει τα προβλήματα που δημιουργεί η συρροή αξιώσεων, που επικρατεί στη νομολογία50.

Η νομολογία, απ’ ότι φαίνεται, διαπίστωσε τις συνέπειες της θέσεώς της και άρχισε σταδιακά να στρέφεται προς την άποψη της θεωρίας. Χαρακτηριστική είναι η απόφαση του ΑΠ 1051/201251 η οποία αναφέρει τα εξής: «Από το συνδυασμό των διατάξεων 1, 12§1, 14, 22 και 28 του Ν. 5960/1933 –περί επιταγής- προκύπτει ότι η ενοχή από επιταγή είναι μεν αναιτιώδης, αφού η αιτία της έκδοσής της δεν αποτελεί στοιχείο του κύρους της και συνεπώς ούτε της αγωγής προς πληρωμή της, όμως ο οφειλέτης από επιταγή μπορεί να επικαλεσθεί και να αποκαλύψει την εσωτερική (υποκείμενη ή βασική ) σχέση που τον συνδέει είτε με τον κομιστή της επιταγής, εφόσον διατελεί σε προσωπική σχέση μ’ αυτόν, είτε με προηγούμενο κομιστή, εφόσον ο νέος κομιστής ενήργησε κατά την κτήση της επιταγής εν γνώσει του προς βλάβη του οφειλέτη, προβάλλοντας την ένσταση ότι δεν υπάρχει αιτία για την έκδοση ή την οπισθογράφηση της επιταγής, είτε διότι αυτή ήταν εξαρχής ανύπαρκτη, παράνομη, ανήθικη ή ελαττωματική (λχ εικονική) είτε διότι έληξε ή δεν επακολούθησε, οπότε αν η ένστασή του αποδειχθεί, καθίσταται ανενεργός η αξίωση από την επιταγή και ο οφειλέτης ελευθερώνεται, αφού διαφορετικά η πληρωμή της επιταγής θα οδηγούσε σε αδικαιολόγητο σε βάρος του πλουτισμό του κομιστή της επιταγής κατά τα άρθρα 904 επ. ΑΚ (ΑΠ 1312/1991, 8/1994, 692/2008)…….Ωστόσο οι ενστάσεις από την αιτία έκδοσης ή οπισθογράφησης της ακάλυπτης επιταγής μπορούν να προταθούν και ως άμυνα κατά της αγωγής αποζημίωσης με στόχο να αποκλειστεί τελικά η ύπαρξη αντίστοιχης ζημίας του κομιστή της επιταγής, όταν αυτός δεν επιδιώκει ευθέως την πληρωμή της επιταγής, αλλά την καταβολή ισόποσης αποζημίωσης με βάση το αδίκημα»52. Παρά την κρίση αυτή του Αρείου Πάγου, που δεν μπορεί παρά να επικροτηθεί, δημοσιεύεται στη συνέχεια μια άλλη απόφαση αυτή του ΑΠ 1804/201253η οποία κρίνει ως εξής: «για τη στοιχειοθέτηση …… της αδικοπραξίας από το άρθρο 914 ΑΚ δεν ενδιαφέρει η αιτία έκδοσης της επιταγής και, ιδίως, δεν ενδιαφέρει η ανυπαρξία, η ακυρότητα, η απόσβεση ή το ανεπίτρεπτο της άσκησης της απαίτησης από την υποκείμενη μεταξύ του εκδότη και του λήπτη της επιταγής». Παρατηρούμε, λοιπόν, ότι η Νομολογία μας δεν έχει παγιωθεί προς την σωστή κατεύθυνση αλλά εξακολουθεί να δίνει αντιφατικές λύσεις.

Όσον αφορά, τώρα, τον δικαιούχο της αξίωσης αποζημίωσης λόγω αδικοπραξίας, ο νομοθέτης έδωσε εν τέλει τη σωστή ρύθμιση με την τελευταία τροποποίηση του άρθρου 79 ν. 5960/1933, σύμφωνα με την οποία δικαιούχος της εν λόγω αξίωσης δεν είναι μόνο ο τελευταίος κομιστής αλλά και ο εξ αναγωγής υπόχρεος που πλήρωσε την επιταγή και κατέστη τοιουτοτρόπως κομιστής της επιταγής. Η νομολογία, από την τροποποίηση και μετά, ακολουθεί την λύση αυτή, που πρόκρινε ο νομοθέτης, όπως άλλωστε όφειλε54.

Ένα ιδιαίτερο ζήτημα, σχετικό με την αξίωση αποζημιώσεως, προκύπτει στην έκδοση μεταχρονολογημένης επιταγής. Για να γίνει, όμως, πιο κατανοητό θα παραθέσουμε ένα παράδειγμα: έστω ότι ο εκδότης Ε εκδίδει μεταχρονολογημένη επιταγή με λήπτη αυτής τον Λ. Είναι εύλογο ότι, για να προχωρήσει ο Ε σε μεταχρονολόγηση δεν έχει στην τράπεζα τα διαθέσιμα κεφάλαια και η έκδοση της μεταχρονολογημένης επιταγής γίνεται για την παροχή πιστώσεως υπέρ του Ε. Φυσικά, ο Λ γνωρίζει την έλλειψη διαθεσίμων, καθώς δέχεται να γίνει λήπτης μιας μεταχρονολογημένης επιταγής. Η μεταχρονολογημένη επιταγή, όπως διεξοδικά έχουμε αναφέρει, στόχο έχει την παροχή πιστώσεως (λειτουργία που επιτελεί νομοθετικά η συναλλαγματική). Ο νομοθέτης, αν και την επιτρέπει (28§2 ν. 5960/1933) δεν διάκειται φιλικά υπέρ της, καθώς δίνει στον λήπτη τη δυνατότητα να την εμφανίσει νωρίτερα και εύλογο είναι η επιταγή αυτή να σφραγιστεί ως ακάλυπτη. Όταν, λοιπόν, ο Λ την εμφανίζει πρόωρα, παραβαίνοντας την μεταξύ αυτού και του εκδότη συμφωνία, η επιταγή ως ακάλυπτη του δίνει την δυνατότητα να ασκήσει αγωγή αποζημιώσεως λόγω αδικοπραξίας. Για την ακρίβεια, ο ίδιος ο Λ οδηγεί τον εκδότη σε διάπραξη της αδικοπραξίας σε βάρος του, μια αδικοπραξία στην διάπραξη της οποίας συνέβαλλε και ο ίδιος με τη συμπεριφορά του. Ο Λ, συνεπώς, συμμετείχε στην παράνομη συμπεριφορά του εκδότη που γέννησε την αδικοπραξία. Το ζήτημα είναι τι γίνεται στην περίπτωση αυτή; Μπορεί ο εκδότης να προβάλλει αντιρρήσεις; Αν η μεταχρονολογημένη επιταγή οπισθογραφηθεί, ο εκδότης μπορεί να προβάλλει και κατά αυτού αντιρρήσεις;

Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή. Ο εκδότης της μεταχρονολογημένης επιταγής συμφωνεί με τον λήπτη αυτής στην έκδοσή της. Πρόκειται για μια συμφωνία, η οποία επιτρέπεται τόσο από το άρθρο 28§2 ν. 5960/1933 όσο και το άρθρο 11§1 ν. 1957/1991. Σύμφωνα με τη συμφωνία αυτή, αναβάλλεται η εμφάνιση της επιταγής μέχρι τη σημειούμενη χρονολογία εκδόσεως, με σκοπό την παροχή πίστωσης στον εκδότη από τον λήπτη. Όμως, μια τέτοια συμφωνία δεν μπορεί να γίνει δεκτή στο δίκαιο της επιταγής, όπου ισχύει η αρχή της γραμματοπάγειας, αλλά μπορεί να γίνει δεκτή και είναι απολύτως έγκυρη πέρα ή έξω από το πεδίο ισχύος του δικαίου της επιταγής (361 ΑΚ), όπου ο λήπτης της επιταγής δεσμεύεται αναμφιβόλως (pacta sunt servanda : οι συμφωνίες πρέπει να τηρούνται). Συνεπώς, ο λήπτης είναι υποχρεωμένος να τηρήσει τη συμφωνία του με βάση την αρχή της καλής πίστης (281 ΑΚ) και της συνεπούς συμπεριφοράς. Και αν δεν το πράξει, και εμφανίσει την μεταχρονολογημένη επιταγή πρόωρα (αντισυμβατική συμπεριφορά) τότε ο εκδότης έχει την δυνατότητα να αμυνθεί με την ένσταση της κατάχρησης δικαιώματος (281 ΑΚ). Την ίδια ένσταση μπορεί να προβάλλει ο εκδότης και κατά του κομιστή της επιταγής (που απέκτησε την επιταγή μετά τον λήπτη), καθώς εκείνος αποκτώντας προώρως μεταχρονολογημένη επιταγή αντιλαμβάνεται τη συμφωνία για την πίστωση και την αναβολή της εμφάνισης55. Η νομολογία προσπάθησε να προσεγγίσει το πρόβλημα με τη προσφυγή στο άρθρο 300 ΑΚ και 281 ΑΚ, χωρίς όμως να οδηγείται ο εκδότης σε πλήρη απαλλαγή, αλλά σε ανάλογο με τις εκάστοτε περιστάσεις, μετριασμό του ποσού της επιδικαζόμενης απαίτησης56.

Η νομολογία, παγίως, αποζημιώνει τον κομιστή με ποσό ίσο με εκείνο της επιταγής57. Να τονίσουμε ότι υπάρχει συρροή αξιώσεως σύμφωνα με τη νομολογία, οπότε ο κομιστής μπορεί να ασκήσει και τις δύο αξιώσεις, αδικοπρακτική και δικαιοπρακτική (914 ΑΚ σε συνδ. 79 ν. 5960/1933 και 40 ν. 4960/19333). Αν ικανοποιηθεί από τη μία αξίωση επέρχεται απόσβεση της άλλης. Αν ικανοποιηθεί μερικώς από τη μία αξίωση μπορεί να ικανοποιηθεί και από τη δεύτερη μέχρι το ποσό της επιταγής. Βέβαια, αν την επιταγή την εμφανίσει ο εξ αναγωγής υπόχρεος που την πλήρωσε, το ποσό της αποζημίωσης θα είναι μεγαλύτερο από το ποσό της επιταγής (άρθρο 46 ν. 5960/1933). Ο κομιστής είναι δυνατόν να ζητήσει αποζημίωση για ηθική βλάβη58.

Δεν θα μπορούσαμε να ολοκληρώσουμε την αδικοπρακτική ευθύνη του εκδότη ακάλυπτης επιταγής αν δεν κάνουμε αναφορά στην περίπτωση που εκδότης είναι νομικό πρόσωπο. Η νομολογία, παγίως, δέχεται ότι ευθύνη λόγω αδικοπραξίας έχει τόσο το νομικό πρόσωπο όσο και ο αντιπρόσωπος του νομικού προσώπου, του οποίου μάλιστα η ευθύνη είναι αυτοτελής. Νομικό πρόσωπο και αντιπρόσωπος ευθύνονται εις ολόκληρον. Χαρακτηριστικά το σύνολο των δικαστικών αποφάσεων κρίνουν ως εξής: «Κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 71 ΑΚ, το νομικό πρόσωπο ευθύνεται από τις πράξεις ή παραλήψεις των οργάνων, τα οποία, κατά τα άρθρα 65, 67, 68 ΑΚ, το αντιπροσωπεύουν και εκφράζουν τη βούλησή του, εφόσον η πράξη ή η παράλειψη έγινε κατά την εκτέλεση των καθηκόντων που τους έχουν ανατεθεί και δημιουργεί υποχρέωση αποζημίωσης, τότε ευθύνονται και αυτά σε ολόκληρο με το νομικό πρόσωπο, δηλαδή έχουν πρόσθετη υποχρέωση, ανεξάρτητη, όμως, από την υποχρέωση του νομικού προσώπου»59. Μάλιστα, ακόμα και στις κεφαλαιουχικές εταιρίες (ΑΕ, ΕΠΕ, ΙΚΕ), όπου ισχύει η αρχή της αυτοτέλειας του νομικού προσώπου, ο αντιπρόσωπος ευθύνεται για χρέη που δημιουργούνται λόγω αδικοπραξίας του, ακόμα και αν αυτά γίνονται κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, γι’ αυτό άλλωστε οι διοικητές ΑΕ μπορούν να προσωποκρατηθούν για την αδικοπραξία αυτή, όπως θα δούμε στη συνέχεια. Χαρακτηριστικά οι δικαστικές αποφάσεις αναφέρουν με την ίδια περίπου διατύπωση τα εξής: «Ειδικότερα, στην ανώνυμη εταιρία και την εταιρία περιορισμένης ευθύνης, ο διαχειριστής αυτής δεν έχει με προσωπική υποχρέωση, για τα χρέη της εταιρίας, είναι όμως δυνατή η ευθύνη του από αδικοπραξία, κατά τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ. Η αρχή δηλαδή της μη ευθύνης του διαχειριστή δεν ισχύει, όταν υπάρχει ευθύνη αυτού από αδικοπραξία, κατά τις γενικές αρχές, οπότε θεμελιώνεται και ιδιαίτερη αυτού ευθύνη. Έτσι, επί εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής, από το διαχειριστή ΕΠΕ στο όνομα και για λογαριασμό της, η υποχρέωση προς αποζημίωση του κομιστή της επιταγής βαρύνει κατά πρώτο λόγο, τον εκδίδοντα την επιταγή εν γνώσει της ανεπάρκειας των διαθεσίμων κεφαλαίων και κατά δεύτερο λόγο, το ίδιο το νομικό πρόσωπο»60.

Ένα ιδιαίτερο ζήτημα που προκύπτει όταν έχει εκδοθεί μεταχρονολογημένη επιταγή, η οποία κατά την εμφάνιση προς πληρωμή είτε πρόωρα είτε στη προθεσμία από την χρονολογία έκδοσης σφραγιστεί ως ακάλυπτη, είναι η περίπτωση της αλλαγής προσώπου του διοικητικού οργάνου της εταιρίας. Μπορεί κατά το χρονικό διάστημα από την έκδοση της επιταγής μέχρι την εμφάνισή της το πρόσωπο του αντιπροσώπου να αλλάξει, ήτοι άλλος να κατέχει την θέση κατά την έκδοση και άλλος κατά την εμφάνιση. Ποιος από τους δύο ευθύνεται; Εκείνος που εξέδωσε την επιταγή ή εκείνος που δεν φρόντισε να υπάρχουν τα διαθέσιμα κεφάλαια κατά την πληρωμή; Η νομολογία έχει κρίνει ότι σε μια τέτοια περίπτωση ο εκπρόσωπος της εταιρίας που εξέδωσε την επιταγή δεν απαλλάσσεται από την ευθύνη του, ακόμη και αν κατά την έκδοση υπήρχε κάλυψη και οι διάδοχοί του την απέσυραν61. Η νομολογία θεωρεί ότι ο εκδίδων επιταγή πρέπει να παρακολουθεί τον λογαριασμό της εταιρίας και να φροντίσει να υπάρχουν διαθέσιμα κεφάλαια κατά την πληρωμή. Η στάση αυτή προκύπτει και από τη θέση που ακολουθεί πολλάκις η νομολογία να θεωρεί ως χρόνο τέλεσης του αδικήματος τον χρόνο έκδοσης, χωρίς να συνειδητοποιεί ότι αυτός δεν έχει νομική σημασία αφού η εγκληματική ενέργεια διαπιστώνεται μόνο κατά τον χρόνο της εμφάνισης προς πληρωμή.

Γίνεται αντιληπτό ότι η στάση της νομολογίας δεν μπορεί να μείνει αναντίρρητη. Σύμφωνα με την εκδοχή της, για να αποφύγει την ευθύνη ο νόμιμος αντιπρόσωπος πρέπει να παρακολουθεί καθημερινώς την κατάσταση του οικείου λογαριασμού της εταιρίας και εν ανάγκη να τη «διορθώνει» κάθε φορά με την κατάθεση του αναγκαίου ποσού. Όμως, πλέον ο εκδώσας την επιταγή δεν είναι νόμιμος αντιπρόσωπος και δεν έχει εξουσία να ελέγξει τον λογαριασμό της εταιρίας (τραπεζικό απόρρητο). Η θεωρία στρέφεται προς την σωστή λύση, σύμφωνα με την οποία υπαίτιος για τη μη πληρωμή της επιταγής είναι ο νέος εκπρόσωπος της εταιρίας, ο οποίος έχοντας πλέον εκείνος τον έλεγχο της εταιρίας πρέπει να φροντίζει να υπάρχουν διαθέσιμα κατά την πληρωμή. Η λύση αυτή συμπλέει με την θέση ότι χρόνος τέλεσης του αδικήματος είναι ο χρόνος εμφάνισης της επιταγής προς πληρωμή62. Η νομολογία δεν είναι σταθερή σε αυτό το ζήτημα, καθώς η ΑΠ 213/200363 έδωσε λύση όμοια με αυτή της θεωρίας.

Γ) Προσωποκράτηση εκδότη ακάλυπτης επιταγής

Η διάταξη του άρθρου 11 του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα, που κυρώθηκε με το Ν. 2462/1997 και τέθηκε σε ισχύ στις 5.8.1997 και συνεπώς κατέστη εσωτερικό δίκαιο, που είναι κατ’ άρθρο 28§1 του Συντάγματος υπέρτερη του κοινού νόμου, ορίζει τα εξής: «Κανείς δεν φυλακίζεται αποκλειστικά λόγω της αδυναμίας του να εκπληρώσει συμβατική υποχρέωση»64. Η παρούσα διάταξη, περιόρισε το πεδίο εφαρμογή του άρθρου 1047§1 ΚΠολΔ χωρίς, όμως, να το καταργεί, αφού δεν περιλαμβάνει την περίπτωση της αδικοπραξίας (914, 919 ΑΚ), η οποία αποτελεί, μετά την τελευταία τροποποίηση της διάταξης του 1047 ΚΠολΔ με το ν.3994/2011, την μοναδική προϋπόθεση της προσωποκράτησης65. Έτσι, σήμερα οπλίζονται αποκλειστικά με προσωπική κράτηση οι χρηματικές απαιτήσεις από αδικοπραξία66. Η δυνατότητα αυτή δίνεται για μεγαλύτερη προστασία στα θύματα των αδικοπρακτικών συμπεριφορών67. Για να διαταχθεί προσωρινή κράτηση θα πρέπει η χρηματική αξίωση να παράγεται πρωτογενώς από αδικοπραξία68. Σε περίπτωση, μάλιστα, συρροής δικαιοπρακτικής και αδικοπρακτικής ευθύνης την απαγγελία προσωπικής κράτησης μπορεί να στηρίξει μόνο η βάση από την αδικοπραξία. Συνεπώς, αν ο εκτελεστός τίτλος στηρίζεται αποκλειστικά στην ενδοσυμβατική ευθύνη (εδώ στην αναγωγή του άρθρου 40 ν. 5960/1933), απαιτείται άσκηση νέας αγωγής με αίτημα την καταδίκη σε εκπλήρωση της παροχής από αδικοπρακτική ευθύνη και συνάμα την απαγγελία προσωπικής κράτησης69.

Όταν η ευθύνη από αδικοπραξία βαρύνει νομικό πρόσωπο, τότε σύμφωνα με το άρθρο 1047§3 ΚΠολΔ προσωποκρατούνται τα φυσικά πρόσωπα που το εκπροσωπούν σύμφωνα με το νόμο ή το καταστατικό70. Ως κρίσιμος χρόνος για την ύπαρξη της ιδιότητας του εκπροσώπου εκλαμβάνεται, με βάση τον σκοπό του νόμου, ο χρόνος της απαγγελίας της προσωπικής κρατήσεως και όχι εκείνος κατά τον οποίο αναλήφθηκε η χρηματική υποχρέωση71. Παρατηρούμε ότι, το άρθρο 1047§3 ΚΠολΔ εξαίρει από την προσωπική κράτηση τους εκπροσώπους των ΑΕ, ΕΠΕ και ΙΚΕ. παγίως, όμως, η νομολογία δέχεται ότι είναι σύννομο το αίτημα για απαγγελία προσωπικής κράτησης κατά διαχειριστή ΕΠΕ ή κατά νόμιμου εκπροσώπου η διευθύνοντος συμβούλου ΑΕ ή εκπροσώπου ΙΚΕ, όταν πρόκειται για υποχρέωση από αδικοπραξία. Στη περίπτωση αυτή θεμελιώνεται κατά το άρθρο 71.2 ΑΚ αυτοτελής λόγος ευθύνης του νόμιμου εκπροσώπου, πρόσθετη προς την ευθύνη του νομικού προσώπου, γι’ αυτό και είναι δυνατή η απαγγελία σε βάρος του προσωπικής κρατήσεως. Οι νόμιμοι εκπρόσωποι βαρύνονται ατομικά έστω και αν η αδικοπραξία τελέστηκε στο πλαίσιο των καθηκόντων που τους είχαν ανατεθεί72. Πάντως, η αίτηση για προσωποκράτησή τους δεν αρκεί να απευθύνεται αορίστως εναντίον τους, αλλά να κατονομάζεται ατομικώς το συγκεκριμένο φυσικό πρόσωπο ως αυτοτελώς υπεύθυνο για την αδικοπραξία73.

Συνεπώς, ο κομιστής της ακάλυπτης επιταγής στην αγωγή αποζημιώσεως λόγω αδικοπραξίας μπορεί να συρρεύσει αίτημα προσωποκράτησης του εκδότη της επιταγής, που αν είναι νομικό πρόσωπο θα αφορά τον νόμιμο εκπρόσωπο74.

Δ) Συρροή αξιώσεων ή συρροή νομίμων βάσεων;

Ο κομιστής της ακάλυπτης επιταγής έχει, λοιπόν, δύο δυνατότητες για να εισπράξει το ποσό, την αναγωγή του άρθρου 40 ν. 5960/1933 (δικαιοπρακτική ευθύνη του εκδότη), που του παρέχει το δίκαιο της επιταγής, και την αγωγή αποζημίωσης λόγω αδικοπραξίας (914 ΑΚ – αδικοπρακτική ευθύνη του εκδότη). Πρόκειται για το φαινόμενο της «συρροής δικαιοπρακτικής και αδικοπρακτικής ευθύνης».

Στη νομολογία κρατεί, παγίως, η άποψη ότι ο κομιστής έχει δύο αξιώσεις, αυτοτελείς και ανεξάρτητες η μία από την άλλη, κάθε μία από τις οποίες υπόκειται στους ιδιαίτερους κανόνες της (θεωρίας της « ελεύθερης συρροής» των αξιώσεων)75. Η μία γεννιέται από την αθέτηση ενοχικής υποχρέωσης και η άλλη από αδικοπραξία. Οι δύο αυτές αξιώσεις έχουν ακριβώς το ίδιο περιεχόμενο και σκοπό, να ικανοποιηθεί, δηλαδή, ο κομιστής. Μπορούν να ασκηθούν δικαστικώς ξεχωριστά, παράλληλα η μία με την άλλη και να οδηγήσουν η κάθε μία στην απόκτηση εκτελεστού τίτλου. Εάν, όμως, ο κομιστής ικανοποιηθεί από τη μία από αυτές, θα αποσβεσθεί και η άλλη στο μέρος που καλύπτεται από την πρώτη.

Στη θεωρία κρατεί η θεωρία της «συρροής νομίμων βάσεων»76.Σύμφωνα με τη θεωρία αυτή, επί συνδρομής συμβατικής και αδικοπρακτικής ευθύνης, δεν πρόκειται για συρροή αξιώσεων αλλά για συρροή νομίμων βάσεων. Εφόσον ο δανειστής μια πάντως παροχή μπορεί να ζητήσει (την αποκατάσταση της ζημίας), μια αξίωση υπάρχει και είναι αδιάφορο το γεγονός ότι η αξίωση αυτή μπορεί να στηριχθεί σε περισσότερες διατάξεις. Οι περισσότερες διατάξεις δεν θεμελιώνουν ιδιαίτερες και αυτοτελείς αξιώσεις, αλλά αποτελούν θεμέλια της μιας και μοναδικής αξίωσης , δεν είναι οι αξιώσεις που συντρέχουν , αλλά οι στηρίζουσες τη μοναδική αξίωση διατάξεις, κάθε μία από τις οποίες αποτελεί και ιδιαίτερη βάση της77.

Η νεότερη αυτή άποψη οδηγεί σε πιο ικανοποιητικά αποτελέσματα από εκείνα της απόψεως που κάνει λόγο για συρρέουσες αξιώσεις. Θα αναφέρουμε χαρακτηριστικά δύο παραδείγματα, αυτό της παραγραφής και της επίκλησης ή όχι της αιτίας στην αγωγή αδικοπραξίας. Σύμφωνα με την άποψη που κάνει λόγο για συρρέουσες αξιώσεις, ο κομιστής επιλέγοντας την αξίωση από αδικοπραξία ευνοείται σημαντικά καθώς ο χρόνος παραγραφής αυτής είναι η πενταετία (937 ΑΚ) ενώ ο χρόνος παραγραφής της αξίωσης από τα αξιόγραφα είναι μόλις έξι μήνες (άρθρο 52 ν. 5960/1933). Πρόκειται για μια απαράδεκτη λύση, καθώς σκοπός του νομοθέτη είναι να η ταχεία επίλυση των διαφορών αυτών γι’ αυτό τις ρυθμίζει διαφορετικά78. Επίσης, στις συρρέουσες αξιώσεις, ακριβώς επειδή είναι αυτοτελείς και ανεξάρτητες, ο εκδότης της ακάλυπτης επιταγής δεν μπορεί να προβάλει ως άμυνα στην αγωγή αδικοπραξίας την αιτία που οδήγησε στην έκδοση του αξιόγραφου ενώ θα είχε τη δυνατότητα αυτή αν η νομολογία δεχόταν την συρροή νομίμων βάσεων, μόνο εφόσον συντρέχει η προϋπόθεση που θέτει το άρθρο 22 ν. 5960/1933 και το άρθρο 79§1 ν.δ. 192379.

* ο Γκέγκας Ιωάννης είναι  Δικηγόρος &  Μεταπτυχιακός φοιτητής εμπορικού δικαίου ΑΠΘ

Βιβλιογραφία

*************************

1Βλ. Κιάντου-Παμπούκη, Δίκαιο Αξιογράφων, έκδοση έβδομη, 2013, σελ. 198, Κορδή-Αντωνοπούλου, Η ευθύνη του οπισθογράφου στη συναλλαγματική και στην επιταγή, 2007, σελ. 116, Τριανταφυλλάκη, Εισαγωγή στο Δίκαιο των Αξιογράφων, 2008, σελ. 198. Την έννοια της ακάλυπτης επιταγής δίνει και η νομολογία, βλ. ενδεικτικά ΑΠ 1051/2012, ΔΕΕ 2013, 490 επ. όπου «Η έκδοση ακάλυπτης τραπεζικής επιταγής, δηλαδή επιταγής η οποία κατά την εμπρόθεσμη εμφάνισή της στην πληρώτρια τράπεζα δεν πληρώθηκε λόγω έλλειψης αντίστοιχων κεφαλαίων του εκδότη….», ΕφΠειρ 908/2013, ΔΕΕ 2013, 1174 επ.

2Βλ. άρθρο 40 Ν. 5960/1933 : «Ο κομιστής δύναται ν’ ασκήσει την αναγωγή αυτού κατά των οπισθογράφων, του εκδότου και των άλλων υποχρέων, μόνο εάν η επιταγή εμφανισθείσα εγκαίρως δεν επληρώθη ….».

3Βλ. Τριανταφυλλάκη, οπ.παρ. σελ. 198.

4Βλ. Κιάντου-Παμπούκη, οπ.παρ. σελ. 336-342, Κορδή-Αντωνοπούλου, οπ.παρ. σελ. 139, Τριανταφυλλάκη, οπ.παρ. σελ. 207.

5Βλ. Τριανταφυλλάκη, οπ.παρ. σελ. 200.

6Βλ. Μάρκου, Δίκαιο Επιταγής, έκδοση 5η , 2012 σελ. 413, Κορδή-Αντωνοπούλου, οπ.παρ. σελ. 117. Για την έννοια του ιδιώνυμου εγκλήματος βλέπε αναλυτικά Μανωλεδάκη Ι., Ποινικό Δίκαιο, Επιτομή Γενικού Μέρους, έκδοση 7η, σελ. 387-389.

7Βλ. Κιάντου-Παμπούκη, οπ.παρ. σελ. 336, Μάρκου, οπ.παρ. σελ. 413.

8Βλ. Μάρκου, οπ.παρ. σελ. 441 επ., Κορδή-Αντωνοπούλου, οπ.παρ. σελ. 116, Τριανταφυλλάκη, οπ.παρ. σελ. 202, όπου και πλούσια νομολογία.

9Στο σημείο αυτό, θα παραθέσουμε το κείμενο μιας δικαστικής απόφασης, που απαριθμεί τα στοιχεία εκείνα, που απαιτούνται προκειμένου να έχουμε το αδίκημα της ακάλυπτης επιταγής. Πρόκειται για την ΕφΠειρ 633/2011, ΔΕΕ 2012, 136, η οποία αναφέρει τα εξής: «…για τη στοιχειοθέτηση του αδικήματος της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής με τόπο έκδοσης και πληρωμής αυτής στην Ελλάδα απαιτείται 1) έκδοση τυπικά έγκυρης επιταγής, δηλαδή συμπλήρωση επί του εντύπου της επιταγής των στοιχείων που προβλέπονται στο νόμο, 2) υπογραφή του εκδότη, αδιαφόρως αν η επιταγή εκδίδεται για το ατομικό του χρέος ή για χρέος άλλου ή εταιρίας που εκπροσωπείται από αυτόν και σύρεται σε τραπεζικό λογαριασμό του άλλου ή της εταιρίας, 3) εμπρόθεσμη εμφάνιση της επιταγής προς πληρωμή μέσα σε οκτώ ημέρες από την έκδοσή της και 4) έλλειψη αντίστοιχων διαθέσιμων κεφαλαίων στην πληρώτρια τράπεζα οπωσδήποτε κατά τον χρόνο εμφανίσεως προς πληρωμή, 5) υποκειμενικά δε, γνώση και θέληση των στοιχείων της πράξης, δηλαδή, και με απλό ή ενδεχόμενο δόλο έκδοση της επιταγής που είναι ακάλυπτη.» Τα τυπικά στοιχεία, που απαιτούνται για να είναι η επιταγή έγκυρη αναφέρονται στο άρθρο 1 ν. 5960/1933, ανάμεσα στα οποία είναι και η υπογραφή του εκδότη. Εδώ, στην απόφαση, παρατηρούμε έναν πλεονασμό αφού το στοιχείο 2 συμπεριλαμβάνεται στο στοιχείο 1, η έγκυρη επιταγή (που αναφέρει το στοιχείο 1 ) εξυπακούεται ότι περιλαμβάνει την υπογραφή του εκδότη αλλιώς δεν θα ήταν έγκυρη. Άλλωστε, ακόμα και η αναφορά του άρθρου 1 ν. 5960/1933 στην υπογραφή του εκδότη, ως στοιχείο εγκυρότητας, είναι περιττή, καθώς δεν πρέπει να λησμονούμε ότι η επιταγή είναι ιδιωτικό έγγραφο και για να είναι έγκυρο ένα ιδιωτικό έγγραφο απαραίτητη προϋπόθεση είναι η υπογραφή του εκδότη του. Βέβαια. δεν γίνεται να μην επικροτήσουμε σε ένα βαθμό την απόφαση καθώς, λαμβάνει ορθά τον χρόνο τέλεσης του αδικήματος (μη πληρωμή κατά την εμφάνιση) καθώς και την υποκειμενική υπόσταση, αφού αναφέρει και τον ενδεχόμενο δόλο, πράγμα που πολλές δικαστικές αποφάσεις παραλείπουν και ακόμα κάνουν λόγω για «εν γνώσει» μη πληρωμή. (στη συνέχεια θα αναλύσουμε τα στοιχεία αυτά)

10Μάλιστα, αν δεν γίνει εμπρόθεσμη εμφάνιση ο κομιστής χάνει και τα αναγωγικά του δικαιώματα, που του παρέχει το δίκαιο της επιταγής (άρθρο 40 ν. 5960/1933)

11Η επιταγή που ανακλήθηκε μπορεί να είναι τόσο μια κανονική επιταγή όσο και μια μεταχρονολογημένη.

12Βλ. Τριανταφυλλάκη, οπ.παρ. σελ. 202.

13Βλ. Μάρκου, οπ.παρ. σελ. 458-460, Τριανταφυλλάκη, οπ.παρ. σελ. 203, ΕφΛαρ 194/2004, ΕπισκΕΔ 2004, 642, ΕφΑθ 6847/2007, ΕπισκΕΔ 2008, 177, ΑΠ 281/2003, ΔΕΕ 2003, 806.

14Βλ. Τριανταφυλλάκη, οπ.παρ. σελ. 203.

15Βλ. Μανωλεδάκη Ι., οπ.παρ. σελ. 216 επ.

16Βλ. Κιάντου-Παμπούκη, οπ.παρ. σελ. 337, Παμπούκη, Παρατηρήσεις υπό την ΑΠ 29/2006, ΕπισκΕΔ 2006, 722, του ιδίου, Παρατηρήσεις υπό την ΕφΑθ 6847/2007, ΕπισκΕΔ 2008, 184, του ιδίου, Εισαγωγικό σημείωμα στην ΕφΘεσσ/κης 27/2005, ΕπισκΕΔ 2005, 165, του ιδίου, Ειδικά ζητήματα από την έκδοση ακάλυπτης επιταγής, 1998, σελ. 34, Μάρκου, οπ.παρ. σελ.448-450, ΕφΘεσσ/κης 2006/2010, ΕπισκΕΔ 2011, 211, ΕφΠειρ 633/2011, ΔΕΕ 2012, 136, ΑΠ 1051/2012, ΔΕΕ 2013, 490, ΕφΠειρ 908/2013, ΔΕΕ 2013, 1174.

17Βλ. Κιάντου-Παμπούκη, οπ.παρ. σελ. 337, Παμπούκη, Παρατηρήσεις υπό την ΑΠ 29/2006, ΕπισκΕΔ 2006, 722, του ιδίου, Εισαγωγικό σημείωμα στην ΕφΘεσσ/κης 27/2005, ΕπισκΕΔ 2005, 165. Από νομολογία βλ. ενδεικτικά ΑΠ 1384/2000, ΝοΒ 2001, 318, ΑΠ 691/2002,ΝοΒ 2002, 1759, ΑΠ 30/2003, ΝοΒ 2004, 957, ΕφΘεσσ/κης 27/2005, ΕπισκΕΔ 2005, 162, ΑΠ 29/2006, ΕπισκΕΔ 2006, 718, ΑΠ 117/2007, ΕΕμπΔ 2007, 598, ΑΠ 297/2008, ΕΕμπΔ 2008, 575, ΕφΠειρ 72/2012, ΔΕΕ 2012, 490, ΑΠ 449/2012, ΔΕΕ 2013, 69, ΕφΠειρ 146/2013, ΔΕΕ 2013, 981.

18Βλ. Μάρκου, οπ.παρ. σελ. 433.

19Βλ. Κιάντου-Παμπούκη, οπ.παρ. σελ. 338-339, Ρόκα, Αξιόγραφα, 1992 σελ. 146, Παμπούκη, Παρατηρήσεις υπό την ΑΠ 29/2006, ΕπισκΕΔ 2006, 722, του ιδίου, Παρατηρήσεις υπό την ΕφΑθ 6847/2007, ΕπισκΕΔ 2008, 183, του ιδίου, Εισαγωγικό σημείωμα στην ΕφΘεσσ/κης 2006/2010, ΕπισκΕΔ 2011, 213, Μάρκου, οπ.παρ. σελ. 432-435, Κορδή-Αντωνοπούλου, οπ.παρ. σελ. 118 (υποσημείωση 44).

20Βλ. ενδεικτικά ΟλΑΠ 30/2003 ΕπισκΕΔ 2004, 85, ΑΠ 1898/2006, ΕπισκΕΔ 2007, 125, ΕπισκΕΔ 2004, 85, ΑΠ 1/2009, ΝοΒ 2009, 1735, ΕφΠειρ 633/2011, ΔΕΕ 2012, 136, ΕφΠειρ 146/2013, ΔΕΕ 2013, 981.

21Βλ. ενδεικτικά ΑΠ 1384/2000, ΝοΒ 2001, 318, ΑΠ 691/2002, ΝοΒ 2002, 1759, ΕφΛαρ 194/2004, ΕπισκΕΔ 2004, 642, ΑΠ 723/2007, ΝοΒ 2007, 2417, ΕφΑθ 1847/2012, ΔΕΕ 2012, 688, ΕφΠειρ 22/2012, ΔΕΕ 2012, 361, ΑΠ 449/2012, ΔΕΕ 2013, 68, ΕφΑθ 2030/2013, ΔΕΕ 2013, 814.

22Βλ. Κιάντου-Παμπούκη, οπ.παρ. σελ. 337-338, Τριανταφυλλάκη, οπ.παρ. σελ. 200-201. Για την πρώτη άποψη βλ. Μαργαρίτη/Δημήτραινα, Ακάλυπτη επιταγή, Ζητήματα ουσιαστικού και δικονομικού ποινικού δικαίου, 2001, σελ. 177 επ., όπου ο Μαργαρίτης συνδέει την προϋπόθεση του νόμου «που δεν πληρώθηκε» με τον εμφανίσαντα κομιστή και όχι με την εμφανισθείσα επιταγή. Ο ίδιος θεωρεί ότι αμέσως ζημιωθείς και δικαιούχος της έγκλησης είναι μόνο ο κομιστής που εμφάνισε την επιταγή αλλά δεν πληρώθηκε. και όχι ο εξ αναγωγής υπόχρεος. Για την δεύτερη άποψη βλ. Παύλου, Προβλήματα ερμηνείας και εφαρμογής του νόμου περί επιταγής μετά τις πρόσφατες τροποποιήσεις, Υπερ. 1998, 259 επ. ο οποίος υποστήριξε ότι δικαιούχος της έγκλησης δεν μπορεί να είναι μόνο ο τελευταίος κομιστής, αλλά και οποιοσδήποτε άλλος ενδιάμεσος, εφόσον εξ αναγωγής έγινε κύριος αυτής, οπότε και δικαιούται να υποβάλει την σχετική έγκληση εντός τριμήνου από την σφράγισή της ως ακάλυπτη. Κατά τον Παύλου, λοιπόν, αφετηρία της τρίμηνης προθεσμίας του άρθρου 117§1 ΠΚ είναι η ημέρα εμφάνισης και σφράγισης της επιταγής ως ακάλυπτης, για όλους τους κομιστές.

23Βλ. Κιάντου-Παμπούκη, οπ.παρ. σελ. 337-338, Τριανταφυλλάκη, οπ.παρ. σελ. 201, αναλυτικά για τον δικαιούχο της έγκλησης αλλά και για την έννοια του κομιστή βλ. Αθανασά, Ακάλυπτη επιταγή, 2005, σελ. 46-54. Για τον άμεσα παθόντα ως δικαιούχο της έγκλησης, από άποψη ποινικού δικαίου, βλ. Συμεωνίδου-Καστανίδου Ε., Δίκαιο των Ποινικών Κυρώσεων, 2008, σε. 247 επ.

24Βλ. Μπιτζιλέκη, Δίκαιο των Ποινικών Κυρώσεων, 2008, σελ. 182 και 184.

25Βλ. Δημήτραινα σε Μαργαρίτη/Δημήτραινα, οπ.παρ. σελ 9 επ. ο οποίος θεμελιώνει ότι το έννομο αγαθό που προσβάλλεται με την έκδοση ακάλυπτης επιταγής είναι αποκλειστικά το έννομο αγαθό της περιουσίας του κομιστή.

26Βλ. Τριανταφυλλάκη, οπ.παρ. σελ. 202, όπου παραπομπές σε πλούσια νομολογία, Μάρκου, οπ.παρ. σελ. 450 επ., ο οποίος υποστηρίζει ότι, αφού ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, δεν υπάρχει κανένας λόγος να αποστούμε από την γενική έννοια της περιουσιακής ζημίας και της αποζημίωσης (διαφέροντος)..αναλυτικά στην υποσημείωση 223.

27Βλ. Μαργαρίτη, σε Μαργαρίτη/Δημήτραινα, οπ.παρ. σελ 162.

28Να τονίσουμε ότι σε περίπτωση μεταχρονολογημένης επιταγής ο κομιστής μπορεί να εμφανίσει την επιταγή προς πληρωμή οποτεδήποτε μέσα στο χρονικό διάστημα από την πραγματική έκδοση της επιταγής μέχρι και το πέρας της οκταήμερης προθεσμίας, που ξεκινά από την επομένη της χρονολογίας εκδόσεως που αναγράφεται στο σώμα της επιταγής.

29Να τονίσουμε ότι σφράγιση της επιταγής (ακάλυπτη) μπορεί να γίνει όχι μόνο όταν δεν υπάρχουν διαθέσιμα κεφάλαια του εκδότη αλλά και όταν τα κεφάλαια αυτά καθίστανται διαθέσιμα είτε λόγω ανάκλησης της επιταγής είτε λόγω πτώχευσης (πτωχευτική απαλλοτρίωση). Σε μια μεταχρονολογημένη επιταγή μπορούν να συμβούν και τα τρία περιστατικά, ήτοι ο κομιστής να εμφανίσει την επιταγή πριν την έναρξη της προθεσμίας και να μην υπάρχουν κεφάλαια ή να έχει γίνει ανάκληση ή να έχει επέλθει πτώχευση του εκδότη. Στην μεταχρονολογημένη επιταγή το χρονικό διάστημα μέσα στο οποίο μπορεί να σφραγιστεί ως ακάλυπτη είναι μεγαλύτερο.

30Για την συρροή των αξιώσεων ή την συρροή νομίμων βάσεων θα μιλήσουμε στη συνέχεια.

31Βλ. Δελούκα, Αξιόγραφα, έκδοση 3η, 1980, σελ. 333, Κιάντου-Παμπούκη, οπ.παρ. σελ. 342-343, Ρόκα Ν. οπ.παρ. σελ. 148, Τριανταφυλλάκη, οπ.παρ. σελ. 203 και 207.

32Βλ. Κιάντου-Παμπούκη, οπ.παρ. σελ. 345 (ΙΙ.1.Β), Ρόκα Ν. οπ.παρ. σελ. 148, Τριανταφυλλάκη, οπ.παρ. σελ. 207.

33Βλ. Κιάντου-Παμπούκη, οπ.παρ. σελ. 345 (ΙΙ.1.Α).

34Βλ. Δελούκα, οπ.παρ. σελ. 334, Κιάντου-Παμπούκη, οπ.παρ. σελ. 343, Ρόκα Ν. οπ.παρ. σελ. 148, Τριανταφυλλάκη, οπ.παρ. σελ. 207.

35Βλ. Κιάντου-Παμπούκη, οπ.παρ. σελ. 344, Ρόκα Ν. οπ.παρ. σελ. 148, Τριανταφυλλάκη, οπ.παρ. σελ. 208.

36Βλ. Κιάντου-Παμπούκη, οπ.παρ. σελ. 344, Τριανταφυλλάκη, οπ.παρ. σελ. 208. Μάλιστα, αν τυχόν η τράπεζα αρνηθεί να σφραγίσει την επιταγή τότε ο κομιστής πρέπει να συντάξει διαμαρτυρικό για να διατηρήσει τα αναγωγικά δικαιώματα…βλ. σχετικά, Κιάντου-Παμπούκη, οπ.παρ. σελ. 344, ιδίως υποσημείωση 5.

37Βλ. Κιάντου-Παμπούκη, οπ.παρ. σελ. 343 και 346, Ρόκα Ν. οπ.παρ. σελ. 148, Τριανταφυλλάκη, οπ.παρ. σελ. 207. Αν ο οπισθογράφος είχε αποκλείσει την ευθύνη του προς πληρωμή με ρήτρα 18§1 ν. 5960/1933 τότε δεν μπορεί να στραφεί κατά αυτού ο εξ αναγωγής υπόχρεος που πλήρωσε την επιταγή. Επίσης, αν ο οπισθογράφος, με βάση το άρθρο 18§2 ν. 5960/1933, απαγόρευσε νέα οπισθογράφηση, τότε κατά αυτού με αναγωγή προς απόδοση μπορεί να στραφεί μόνο ο υπέρ ου η οπισθογράφηση, που πλήρωσε, και όχι οι υπόλοιποι οπισθογράφοι που έγιναν κομιστές..βλ. σχετικά Κιάντου-Παμπούκη, οπ.παρ. σελ. 346 (2.Β).

38Βλ. Κιάντου-Παμπούκη, οπ.παρ. σελ. 347 (2.Γ), Ρόκα Ν. οπ.παρ. σελ. 148.

39Βλ. Κορνηλάκη Π., Ειδικό Ενοχικό Δίκαιο Ι, 2002, σελ. 477.

40Βλ. Κορνηλάκη Π., οπ.παρ., σελ. 478 όπου δίνεται η έννοια της παρανομίας με βάση την απολύτως κρατούσα στο δίκαιο αντικειμενική θεωρία. Περιπτώσεις παράνομης συμπεριφοράς αναφέρονται οπ.παρ. σελ. 484 επ.

41Βλ. Κιάντου-Παμπούκη, οπ.παρ. σελ. 339, Μάρκου, οπ.παρ. σελ. 466, Κορδή-Αντωνοπούλου, οπ.παρ. σελ. 120, Τριανταφυλλάκη, οπ.παρ. σελ. 204, Αθανασά, οπ.παρ. σελ. 62. Ακόμα πιο αναλυτικά για την έκδοση ακάλυπτης επιταγής και το παράνομο, ως στοιχείο του πραγματικού του 914 ΑΚ βλ. Βασιλακόπουλο, Περί της αδικοπρακτικής ευθύνης του εκδότη ακάλυπτης επιταγής, 2005, σελ. 69 επ, Γεωργιάδου Μ., Αδικοπραξίες, 2009, σελ. 280 όπου πλούσια νομολογία για τη σύνδεση του 914 ΑΚ με το 79 ν. 5960/1933. Από τη νομολογία βλ. ενδεικτικά Μον.Πρωτ.Θεσσ. 30873/1995, ΕπισκΕΔ 1996, 714, ΟλΑΠ 30/2003, ΕΕμπΔ 2004, 323, ΕφΛαρ 194/2004, ΕπισκΕΔ 2004, ΕφΘεσσ. 27/2005, ΕπισκΕΔ 2005, 162, 642, ΕφΑθ 6847/2007, ΕπισκΕΔ 2008, 177, ΕφΑθ 4521/2010, ΔΕΕ 2012, 953, ΕφΘεσσ. 2006/2010, ΕπισκΕΔ 2011, 211, ΕφΠειρ 633/2011, ΔΕΕ 2012, 136, ΕφΠειρ 22/2012, ΔΕΕ 2012, 361, ΕφΠειρ 73/2012, ΔΕΕ 2012, 490, ΕφΑθ 1847/2012, ΔΕΕ 2012, 688, ΑΠ 449/2012, ΔΕΕ 2013, 68. Οι περισσότερες, μάλιστα, δικαστικές αποφάσεις κάνουν την εξής ίδια αναφορά : «Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 79 του ν. 5960/1933 «περί επιταγής» (όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 του ν.δ/τος 1325/1972), 914 επ., 297 και 298 ΑΚ προκύπτει ότι….(στη συνέχεια αναλύουν την σχέση του 79 με το 914 ΑΚ, ότι το 79 αποτελεί στοιχείο του πραγματικού του 914 ΑΚ)».

42Βλ. ενδεικτικώς, Μον.Πρωτ.Θεσσ. 30873/1995, ΕπισκΕΔ 1996, 714, ΕφΛαρ. 194/2004, ΕπισκΕΔ 2004, 642, ΕφΑθ 6847/2007, ΕπισκΕΔ 2008, 180, ΕφΑθ 4521/2010, ΔΕΕ 2012, 953, ΕφΠειρ 73/2012, ΔΕΕ 2012, 490, ΑΠ 449/2012, ΔΕΕ 2013, 68, ΑΠ 1051/2012, ΔΕΕ 2013, 490, ΕφΑθ 2030/2013, ΔΕΕ 2013, 815, ΕφΠειρ 146/2013, ΔΕΕ 2013, 981, ΕφΠειρ 908/2013, ΔΕΕ 2013, 1174, ΑΠ 1804/2012, ΕπισκΕΔ 2013, 127. Η νομολογία εξακολουθεί, πολλές φορές, να λησμονεί ότι η φράση «εν γνώσει» δεν υπάρχει πια και ότι αρκεί και ο ενδεχόμενος δόλος για την τέλεση του αδικήματος.

43Βλ. Κιάντου-Παμπούκη, οπ.παρ. σελ. 339, Παμπούκη, Παρατηρήσεις υπό την ΕφΛαρ 194/2004, ΕπισκΕΔ 2004, σελ. 643 όπου τονίζει ότι: «μετά την απάλειψη του στοιχείου της γνώσεως, το αδίκημα της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής στοιχειοθετείται ακόμη και αν υπάρχει αμέλεια του εκδότη. Πλην, όμως, η αμέλεια τεκμαίρεται και, συνεπώς, δεν χρειάζεται ούτε επίκληση ούτε απόδειξή της»,του ιδίου, Εισαγωγικό σημείωμα στην ΕφΘεσσ. 27/2005, ΕπισκΕΔ 2005, σελ. 165 όπου επισημαίνει ότι «Για το αδίκημα (εννοεί της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής), πράγματι, αρκεί και η αμέλεια, ακόμη και αν είναι ελαφρά (άρθρο 330 ΑΚ). Συνεπώς, αρκεί το δεδομένο ότι ο εκδότης όφειλε να γνωρίζει ότι ο λογαριασμός του δεν είχε τα αναγκαία διαθέσιμα κατά την εμφάνιση της επιταγής προς πληρωμή», του ιδίου, Παρατηρήσεις υπό την ΑΠ 29/2006, ΕπισκΕΔ 2006, σελ. 722, του ιδίου, Παρατηρήσεις υπό την ΕφΑθ 6847/2007, ΕπισκΕΔ 2008, σελ. 184-185, Μάρκου, οπ. παρ. σελ. 462, ο οποίος, μάλιστα, αναφέρει στην υποσημείωση 285 ότι, «η ευθύνη του εκδότη εξ αδικοπραξίας (ΑΚ 914) είναι έννοια ευρύτερη και είναι δυνατό να στηρίζεται σε άλλα περιστατικά. Δεν προϋποθέτει πάντοτε τη διάπραξη του αδικήματος κατά το άρθρο 79§1 ν. 5960/1933, ούτε τη σχετική ποινική καταδίκη του εκδίδοντος». Αντίθετος με την κρατούσα άποψη της θεωρίας είναι ο Αθανασάς, οπ.παρ. σελ. 62, ο οποίος συμφωνεί με την άποψη της νομολογίας και κάθετα υποστηρίζει ότι για την ευθύνη λόγω 914 ΑΚ απαιτείται δόλος και όχι αμέλεια.

44Βλ. ενδεικτικά, Μον.Πρωτ.Θεσσ. 30873/1995, ΕπισκΕΔ 1996, 714. ΕφΛαρ. 194/2004, ΕπισκΕΔ 2004, 642, ΕφΘεσσ. 27/2005, ΕπισκΕΔ 2005, 162, ΕφΑθ 6847/2007, ΕπισκΕΔ 2008, 177, ΕφΘεσσ. 2006/2010, ΕπισκΕΔ 2011, 211, ΕφΑθ 4521/2010, ΔΕΕ 2012, 953, ΕφΠειρ 73/2012, ΔΕΕ 2012, 490, ΑΠ 449/2012, ΔΕΕ 2013, 69, ΑΠ 1051/2012, ΔΕΕ 2013, 490, ΕφΑθ 2030/2013, ΔΕΕ 2013, 815, ΕφΠειρ 146/2013, ΔΕΕ 2013, 981, ΕφΠειρ 908/2013, ΔΕΕ 2013, 1174, ΕφΠειρ 22/2012, ΔΕΕ 2012, 361, ΕφΑθ 1847/2012, ΔΕΕ 2012, 688, ΑΠ 1550/2013, ΔΕΕ 2014, 63.

45Βλ. Κιάντου-Παμπούκη, Δίκαιο Αξιογράφων, έκδοση 5η, 1997, σελ. 386-387, της ιδίας, Δίκαιο Αξιογράφων, έκδοση έβδομη, 2013, σελ. 337-338, Παμπούκη, Ειδικά ζητήματα από την έκδοση ακάλυπτης επιταγής, 1998, σελ. 13, Δημήτραινα σε Μαργαρίτη/Δημήτραινα, οπ.παρ. σελ. 21, ο οποίος τονίζει ότι με τις αλλαγές που επέφερε το άρθρο 4§1 εδ. β΄ ν. 2408/1996 προσδιορίστηκε πλέον με σαφήνεια ο χαρακτήρας της προσβολής του εγκλήματος της ακάλυπτης επιταγής: «Η περιουσία του κομιστή (ατομικό έννομο αγαθό) αναβιβάστηκε μόνο προστατευόμενο έννομο αγαθό». Στην ίδια μονογραφία (Μαργαρίτης.Δημήτραινας) βλέπε και πρόλογο Ιωάννη Μανωλεδάκη.

46Βλ. Μάρκου, οπ.παρ. σελ. 419, ο οποίος τονίζει ότι μετά τις νομοθετικές αλλαγές εξακολουθεί να προστατεύεται το δημόσιο συμφέρον αλλά το ιδιωτικό προέχει, Κορδή-Αντωνοπούλου, οπ.παρ. σελ. 118-119, η οποία θεωρεί την θέση της Νομολογίας ορθότερη, καθώς exlege ο οικονομικός προορισμός της επιταγής είναι η μέσω της κυκλοφορίας της στις συναλλαγές διενέργεια πληρωμών. Έτσι, η προστασία που επιδιώκεται με το άρθρο 79 ν. 5960/1933 αφορά και το δημόσιο συμφέρον. Επίσης, υπέρ της θέσης της νομολογίας, καθώς φαίνεται, είναι και ο Τριανταφυλλάκης, οπ.παρ. σελ. 202 και ο Αθανασάς, Ακάλυπτη Επιταγή, 2005, σελ. 45.

47Βλ. ενδεικτικά, ΑΠ 165/1992, ΕλλΔνη 1992, 688, ΕφΠειρ 1010/1993, ΕλλΔνη 1994, 1703, ΕφΛαρ 194/2005, ΕπισκΕΔ 2004, 642, ΕφΛαρ 205/2004, ΕπισκΕΔ 2004, 648.

48Πρόκειται για επιταγή που εκδίδει ο εκδότης για να ενισχύσει οικονομικά τον λήπτη. Δεν υπάρχει μεταξύ τους κάποια σχέση χάριν της οποίας εκδόθηκε η επιταγή. Για την έννοιά της βλ. ενδεικτικά ΕφΠειρ 908/2013, ΔΕΕ 2013, σελ. 1175.

49Βλ. σχετικά, ΕφΛαρ 205/2004, ΕπισκΕΔ 2004, 648, με παρατηρήσεις Κ.Παμπούκη (βλ. ιδίως υποσημείωση 1).

50Βλ. Παμπούκη, Εισαγωγικό σημείωμα στην ΕφΘεσσ. 27/2005, ΕπισκΕΔ 2005, 162, του ιδίου, παρατηρήσεις υπό την ΕφΑθ 6847/2007, ΕπισκΕΔ 2008, σελ. 185-186, του ιδίου, Παρατηρήσεις υπό την ΕφΛαρ 194/2004, ΕπισκΕΔ 2004, 643, του ιδίου, Παρατηρήσεις στην ΕφΛαρ 205/2004, ΕπισκΕΔ 2004, 649, του ιδίου, Ειδικά ζητήματα από την έκδοση ακάλυπτης επιταγής, 1998, σελ 9 επ. όπου η μελέτη του με θέμα : «Αγωγή Αποζημιώσεως και υποκείμενη σχέση στην ακάλυπτη επιταγή» .

51Βλ. ΑΠ 1051/2012, ΔΕΕ 2013, 490 = ΕπισκΕΔ 2012, 653, με εισαγωγικό σημείωμα Κ. Παμπούκη.

52Βλ. ΑΠ 449/2012, ΔΕΕ 2014, 69, ΕφΑθ 2030/2013, ΔΕΕ 2013, 815, στις οποίες αναφέρεται ότι ο κομιστής πρέπει να αναφέρει και να αποδεικνύει την ζημία. Κατ’ επέκταση δίνεται δυνατότητα στον εκδότη να προβάλλει τις δικές του ενστάσεις, εφόσον είναι δυνατόν, από την υποκείμενη σχέση.

53Βλ. ΑΠ 1804/2012, ΕπισκΕΔ 2013, 125, με εισαγωγικό σημείωμα Κ.Παμπούκη.

54Βλ. ενδεικτικά, ΟλΑΠ 29/2007, ΕπισκΕΔ 2007, 1105, ΕφΑθ 6847/2007, ΕπισκΕΔ 2008, 179, ΑΠ 1051/2012, ΔΕΕ 2013, 491, ΕφΑθ 1847/2012, ΔΕΕ 2012, 688, ΑΠ 1804/2012, ΕπισκΕΔ 2013, 126, ΑΠ 1550/2013, ΔΕΕ 2014, 63. Στο ίδιο πνεύμα και η θεωρία που είχε εντοπίσει το πρόβλημα πιο νωρίς, σχετικώς βλ. Παμπούκη, Παρατηρήσεις υπό την ΕφΑθ 1727/2005, ΕπισκΕΔ 2005, 664 (υποσημείωση 2), του ιδίου, Παρατηρήσεις υπό την ΑΠ 29/2007, ΕπισκΕΔ 2007, 1109, του ιδίου, Εισαγωγικό σημείωμα στην ΑΠ 1804/2012, ΕπισκΕΔ 2013, 126, του ιδίου, Παρατηρήσεις υπό την ΕφΑθ 6847/2007, ΕπισκΕΔ 2008, 177, Κιάντου-Παμπούκη, οπ.παρ. σελ. 338, Τριανταφυλλάκη, οπ.παρ. σελ. 201 και 204, Κορδή-Αντωνοπούλου, οπ.παρ. σελ. 121-130, η οποία αναλύει διεξοδικά όλη την προβληματική που υπήρχε πριν την τροποποίηση του νόμου σχετικά με το ποιος είναι δικαιούχος της αξίωσης. Να υπενθυμίσουμε ότι η διχογνωμία αυτή προήλθε από την αναφορά του νόμου στην λέξη «κομιστής» χωρίς να εξειδικεύει. Το ίδιο ζήτημα προέκυψε και ως προς τον δικαιούχο του δικαιώματος εγκλήσεως.

55Βλ. Παμπούκη, Η συναλλακτική καλή πίστη στα αξιόγραφα – Μεταχρονολογημένη επιταγή, ΕπισκΕΔ 1999, 986 επ., του ιδίου, Ζητήματα από την έκδοση ακάλυπτης μεταχρονολογημένης επιταγής, ΕπισκΕΔ 2003, 39 επ., του ιδίου, Παρατηρήσεις υπό την ΑΠ 29/2006, ΕπισκΕΔ 2006, 721 επ., Κορδή-Αντωνοπούλου, Πρακτικά θέματα εμβάθυνσης Εμπορικού Δικαίου, 2012, σελ. 24 (Άσκηση 2 – ερώτηση 3η), Σκαρίπα, Η Μεταχρονολογημένη Επιταγή, ΔΕΕ 2011, 276-277.

56Βλ. ενδεικτικά, ΑΠ 281/2003, ΔΕΕ 2003, 806, ΑΠ 70/2007, ΕΕμπΔ 2008, 98, ΕφΠειρ 908/2013, ΔΕΕ 2013, 1174, Κορδή-Αντωνοπούλου, οπ.παρ. σελ. 24, Σκαρίπα, οπ.παρ. σελ. 277. Βέβαια, υπάρχουν και αποφάσεις που δεν καταφεύγουν στο 300ΑΚ αλλά καταδικάζουν τον εναγόμενο σε αποζημίωση ίση με το ποσό της επιταγής ..βλ. ΕφΠειρ 22/2012, ΔΕΕ 2012, 361.

57Βλ. ενδεικτικά, ΕφΘεσσ. 27/2005, ΕπισκΕΔ 2005, 162, ΕφΠειρ 908/2013, ΔΕΕ 2013, 1174, Σκαρίπα, οπ.παρ. σελ. 276.

58Βλ. ενδεικτικά, Κιάντου-Παμπούκη, οπ.παρ. σελ. 339, ΑΠ 1051/2012, ΔΕΕ 2013, 490.

59Βλ. ενδεικτικά, Μον.Πρωτ.Θεσσ. 30873/1995, ΕπισκΕΔ 1996, 714, με παρατηρήσεις Γ.Αρχανιωτάκη, ΕφΑθ 3221/2005, ΕπισκΕΔ 2005, 1065, ΑΠ 29/2006, ΕπισκΕΔ 2006, 718, ΕφΑθ 6847/2007, ΕπισκΕΔ 2006, 180, ΑΠ 117/2007, ΕΕμπΔ 2007, 598, ΕφΑθ 4521/2010, ΔΕΕ 2012, 953, ΕφΘεσσ. 2006/2010, ΕπισκΕΔ 2011, 215-216, ΕφΠειρ 633/2011, ΔΕΕ 2012, 136, ΕφΠειρ 73/2012, ΔΕΕ 2012, 490, ΕφΑθ 1847/2012, ΔΕΕ 2012, 688, ΑΠ 1051/2012, ΔΕΕ 2013, 490, ΕφΑθ 2030/2013, ΔΕΕ 2013, 815, ΕφΠειρ 146/2013, ΔΕΕ 2013, 981. Από θεωρία βλ. ενδεικτικά, Παμπούκη, Ζητήματα από την έκδοση ακάλυπτης μεταχρονολογημένης επιταγής, ΕπισκΕΔ 2003, σελ. 48 επ., Τριανταφυλλάκη, οπ.παρ. σελ. 205.

60Βλ. ενδεικτικά, ΕφΠειρ 633/2011, ΔΕΕ 2012, 136, ΕφΠειρ 73/2012, ΔΕΕ 2012, 490, ΕφΑθ 1847/2012, ΔΕΕ 2012, 688.

61Βλ. ΕφΑθ 5520/2002, ΕπισκΕΔ 2003, 127, η οποία έκλεισε τον συλλογισμό της ότι αντίθετη εκδοχή «θα επήγετο κατ’ αποτέλεσμα έλλειψιν αδικοπρακτικής ευθύνης του φυσικού προσώπου και αποσάθρωσιν της ασφάλειας των συναλλαγών».

62Βλ. Παμπούκη, Ζητήματα από την έκδοση ακάλυπτης μεταχρονολογημένης επιταγής, ΕπισκΕΔ 2003, σελ. 50 επ., του ιδίου, Αδικοπρακτική ευθύνη για τη μη πληρωμή επιταγής που έχει εκδοθεί επ’ ονόματι της εταιρίας, ΕπισκΕΔ 2004, 355, του ιδίου, Εισαγωγικό σημείωμα στην ΕφΘεσσ. 27/2005, ΕπισκΕΔ 2005, 165, Μάζη, Υπογραφή μεταχρονολογημένης επιταγής από εκπρόσωπο ΑΕ που είχε εκπέσει, ΕπισκΕΔ 2003, 728 επ.

63Βλ. ΑΠ 213/2003, ΔΕΕ 2003, 971. Μετά την απόφαση αυτή η νομολογία φαίνεται να έχει στραφεί προς αυτή τη λύση.

64 Βλ. Χατζηκωνσταντίνου Κ./Παπαδόπουλος Λ./Καρακωστάνογλου Β./Σαρηγιαννίδης Μ., Όψεις της Διεθνούς έννομης τάξης, 2007, σελ. 190.

65 Βλ. Γέσιου-Φαλτσή Π., Αναγκαστική Εκτέλεση-Ειδικό Μέρος, 2001, σελ. 472, Νίκας Ν., Δίκαιο Αναγκαστικής Εκτελέσεως, 2012, σελ. 781-783, ΕφΠειρ 633/2011, ΔΕΕ 2012, 136, ΕφΠειρ 73/2012, ΔΕΕ 2012, 490, ΕφΑθ 1847/2012, ΔΕΕ 2012, 688, ΕφΠειρ 22/2012, ΔΕΕ 2012, 361, ΕφΠειρ 908/2013, ΔΕΕ 2013, 1174, ΕφΠειρ 146/2013, ΔΕΕ 2013, 981.

66 Βλ. Νίκα Ν, οπ.παρ. σελ. 783.

67 Βλ. Γέσιου-Φαλτσή Π., οπ.παρ. σελ. 478, Νίκα Ν, οπ.παρ. σελ. 783.

68 Βλ. Νίκα Ν, οπ.παρ. σελ. 784.

69 Βλ. Γέσιου-Φαλτσή Π., οπ.παρ. σελ. 479-480, Νίκα Ν, οπ.παρ. σελ. 784-785.

70 Βλ. Γέσιου-Φαλτσή Π., οπ.παρ. σελ. 481, Νίκα Ν, οπ.παρ. σελ. 785.

71 Βλ. Γέσιου-Φαλτσή Π., οπ.παρ. σελ. 481.

72 Βλ. Γέσιου-Φαλτσή Π., οπ.παρ. σελ. 482, Νίκα Ν, οπ.παρ. σελ. 786-787.

73 Βλ. Νίκα Ν, οπ.παρ. σελ. 787.

74Βλ. Κιάντου-Παμπούκη, οπ.παρ. σελ. 339-340, Τριανταφυλλάκη, οπ.παρ. σελ. 204. Ενδεικτικά από νομολογία βλ. ΕφΑθ 4521/2010, ΔΕΕ 2012, 953, ΕφΠειρ 633/2011, ΔΕΕ 2012, 136, ΕφΠειρ 73/2012, ΔΕΕ 2012, 490, ΕφΑθ 1847/2012, ΔΕΕ 2012, 688, ΕφΠειρ 22/2012, ΔΕΕ 2012, 361, ΕφΠειρ 908/2013, ΔΕΕ 2013, 1174, ΕφΠειρ 146/2013, ΔΕΕ 2013, 981.

75 Βλ. Κιάντου-Παμπούκη, οπ.παρ. σελ. 340, Κορδή-Αντωνοπούλου, Η ευθύνη του οπισθογράφου στη συναλλαγματική και στην επιταγή, 2007, σελ. 142-143, Γεωργιάδη Αστέριο, Ενοχικό Δίκαιο, Γενικό Μέρος ΙΙ, έκδοση 5η, 2007σελ. 65-67, Κορνηλάκη Π.,Ειδικό Ενοχικό Δίκαιο Ι, 2002, σελ. 463-464. Η θεωρία, όμως, αυτή είχε αδυναμίες που γρήγορα έγιναν αντιληπτές, όπως όταν γίνεται εκχώρηση σε τρίτον μιας από τις αξιώσεις ή τα ζητήματα της παραγραφής, καθώς ο δανειστής μπορεί να επιδιώξει την ικανοποίηση της αξιώσεώς του και μετά την πάροδο του χρόνου της σύντομης παραγραφής ( στις περιπτώσεις που η παραγραφή της συμβατικής αξίωσης είναι 5ετής), επικαλούμενος ότι η από την αδικοπραξία αξίωσή του δεν έχει παραγραφεί. Δυσκολίες ανακύπτουν, και όταν η μία αξίωση απαιτεί μεγαλύτερο βαθμό πταίσματος από την άλλη. Για να διορθωθούν οι αστοχίες αυτές, η θεωρία απέκλινε από τη θέση της πλήρους νομικής αυτοτέλειας των συρρεουσών αξιώσεων, δεχθείσα σε αρκετές περιπτώσεις την αμοιβαία αλληλεπίδραση των περισσότερων αξιώσεων. Πρόκειται για τη θεωρία της « επενεργούσης συρροής» αξιώσεων. Συγκεκριμένα, η θεωρία αυτή δέχθηκε ότι, όταν η δικαιοπρακτική ευθύνη είναι περιορισμένη, δηλαδή για την ύπαρξή της δεν αρκεί πχ. ελαφρά αμέλεια αλλά απαιτείται μεγαλύτερος βαθμός πταίσματος (πχ. βαρεία αμέλεια), ο περιορισμός αυτός ισχύει και για την αδικοπρακτική ευθύνη καθώς και όταν ο νόμος θέτει βραχύτερη της πενταετίας παραγραφή για τη συμβατική αξίωση, ο χρόνος αυτός παραγραφής ισχύει και για την αξίωση που απορρέει από την αδικοπραξία, δηλαδή δεν εφαρμόζεται η ΑΚ 937. Για όλα αυτά βλ. αναλυτικά Γεωργιάδη Αστέριο οπ.παρ. καθώς και στις σχετικές υποσημειώσεις του. Από τη νομολογία για την κρατούσα άποψη της θεωρίας της « ελεύθερης συρροής» των αξιώσεων βλ. ενδεικτικά, Μον.Πρωτ.Θεσσ. 30873/1995, ΕπισκΕΔ 1996, 714, με παρατηρήσεις Γ.Αρχανιωτάκη,ΕφΛαρ 194/1004, ΕπισκΕΔ 2004, 642, ΕφΑθ 6847/2007, ΕπισκΕΔ 2008, 179, ΟλΑΠ 29/2007, ΕπισκΕΔ 2007, 1105, ΕφΠειρ 633/2011, ΔΕΕ 2012, 136, ΕφΠειρ 73/2012, ΔΕΕ 2012, 490, ΑΠ 449/2012, ΔΕΕ 2013, 69, ΑΠ 1051/2012, ΔΕΕ 2013, 490, ΑΠ 1804/2012, ΕπισκΕΔ 2013, 127, ΕφΑθ 2030/2013, ΔΕΕ 2013, 814, ΑΠ 1550/2013, ΔΕΕ 2014, 69.

76 Βλ. Κιάντου-Παμπούκη, οπ.παρ. σελ. 341, Κορδή-Αντωνοπούλου, Η ευθύνη του οπισθογράφου στη συναλλαγματική και στην επιταγή, 2007, σελ. 144-145, Παμπούκη, Παρατηρήσεις υπό την ΕφΛαρ 194 και 205/2004, ΕπισκΕΔ 2004, 642, του ιδίου, Εισαγωγικό σημείωμα στην ΕφΘεσσ. 27/2005, ΕπισκΕΔ 2005, 162, του ιδίου, Παρατηρήσεις υπό την ΕφΑθ 6847/2007, ΕπισκΕΔ 2008, 183, του ιδίου, Εισαγωγή στις αποφάσεις ΕφΛαρ 539/2005, ΕφΑθ 1727 και 2301/2005, ΕπισκΕΔ 2005, 655. Για την θεωρία αυτή βλ. πιο αναλυτικά , Γεωργιάδη Αστέριο, οπ.παρ. σελ. 67-68, Κορνηλάκη Π., οπ.παρ. σελ. 465-466, Γεωργιάδου Μ., οπ.παρ. σελ. 9-10.

77 Ειδικότερα, σύμφωνα με τη θεωρία αυτή, επί συνδρομής δικαιοπρακτικής και αδικοπρακτικής ευθύνης, η ενιαία αξίωση θα κριθεί ως προς τη γέννησή, τη μεταβίβαση, την παραγραφή, την εξασφάλιση και την απόσβεσή της, με βάση το σύνολο των εφαρμοστέων και συρρεουσών διατάξεων. Αν μεταξύ των διατάξεων αυτών υπάρχει αντίφαση, η άρση της θα επιχειρηθεί με οδηγό σκέψη την ευνοϊκότερη μεταχείριση του δανειστή, του οποίου η θέση δεν πρέπει να καθίσταται δυσμενέστερη από το γεγονός ότι ο νόμος του παρέχει αξίωση όχι από ένα, αλλά από περισσότερους λόγους. Η αρχή αυτή κάμπτεται στις περιπτώσεις κατά τις οποίες η εφαρμογή της συνεπάγεται τη ματαίωση του σκοπού άλλης διατάξεως, η οποία τελολογικώς έχει το προβάδισμα. Βλ. Γεωργιάδη Αστέριο, οπ.παρ. σελ. 68.

78 Βλ. Κιάντου-Παμπούκη, οπ.παρ. σελ. 342, Κορδή-Αντωνοπούλου, οπ.παρ. σελ. 146.

79Βλ. Παμπούκη, Εισαγωγή στις αποφάσεις ΕφΛαρ 539/2005, ΕφΑθ 1727 και 2301/2005, ΕπισκΕΔ 2005, 655, Κορδή-Αντωνοπούλου, οπ.παρ. σελ. 145.

Share This Post

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Captcha * Time limit is exhausted. Please reload the CAPTCHA.