Η ΠΟΡΕΙΑ ΠΡΟΣ ΤΑ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΑ ΤΟΥ 1844 ΚΑΙ 1864 ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

 

ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ

ΤΜΗΜΑ ΝΟΜΙΚΗΣ

ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ

ΘΕΜΑ ΕΡΓΑΣΙΑΣ: Η ΠΟΡΕΙΑ ΠΡΟΣ ΤΑ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΑ ΤΟΥ 1844 ΚΑΙ 1864 ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

 

 

ΕΞΑΜΗΝΟ: ΕΑΡΙΝΟ 2017

ΦΟΙΤΗΤΡΙΑ: ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ Α. ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΥ

ΔΙΔΑΣΚΩΝ ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ:  ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΔΕΛΗΜΑΤΣΗΣ

 

 

 


 

 

ΠΡΩΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ

Η ΟΘΩΝΙΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ

Η ΠΕΡΙΟΔΟΣ ΤΗΣ ΑΠΟΛΥΤΗΣ ΜΟΝΑΡΧΙΑΣ

(1833- 1843)

 

1.1. Η άφιξη του Όθωνα και το έργο της Αντιβασιλείας

Με το πρωτόκολλο του Λονδίνου (22 Ιανουαρίου- 3 Φεβρουαρίου 1830) οι τρεις «Προστάτιδες Δυνάμεις», η Αγγλία, η Γαλλία και η Ρωσία, αναγνώριζαν την ύπαρξη ανεξάρτητου ελληνικού κράτους (άρθρο 1), του οποίου το πολίτευμα θα ήταν  μοναρχικό (άρθρο 3). Μετά την άρνηση του ελληνικού θρόνου από τον πρίγκιπα Λεοπόλδο του Σαξωνικού Κοβούργου, οι «Προστάτιδες Δυνάμεις» προσέφεραν τον θρόνο με το Πρωτόκολλο του Λονδίνου της 1/ 13ης Φεβρουαρίου 1832 στον ανήλικο τότε πρίγκιπα της Βαυαρίας Φρειδερίκο Όθωνα. Στις 29 Απριλίου/ 11 Μαΐου 1832 το κείμενο της Συνθήκης του Λονδίνου υπογράφτηκε από τους πληρεξούσιους των τριών Δυνάμεων και της Βαυαρίας, οπότε το ελληνικό κράτος ονομάστηκε «Βασίλειον της Ελλάδος». Στις 27 Ιουλίου με ψήφισμα της Εθνικής Συνέλευσης της Προνοίας επικυρώθηκε η εκλογή του.

Ο Όθωνας αποβιβάστηκε στο Ναύπλιο στις 25 Ιανουαρίου/ 6 Φεβρουαρίου 1833 συνοδευόμενος από τριμελή Αντιβασιλεία, η οποία θα ασκούσε την εξουσία έως την ενηλικίωσή του και η οποία αποτελούνταν από τον κόμη Ιωσήφ Λουδοβίκο φον Άρμανσμπεργκ, πρώην Υπουργό Οικονομικών της Βαυαρίας, αρμόδιο για τα οικονομικά, ο Λουδοβίκος φον Μάουρερ, καθηγητή Νομικής στο Πανεπιστήμιο του Μονάχου, αρμόδιο για θέματα δικαιοσύνης και τον στρατηγό Κάρολο Γουλιέλμο φον Χάυντεκ, αρμόδιο για τα ναυτικά και τα στρατιωτικά. Δύο ακόμα Βαυαροί, ο πολιτικός Κάρολος Άμπελ και ο οικονομολόγος Κάρολος Γκραίνερ τοποθετήθηκαν ως πάρεδρα μέλη. [1]

Το κύριο χαρακτηριστικό της πρώτης δεκαετίας της βασιλείας του Όθωνα ήταν η απουσία Συντάγματος. Η Αντιβασιλεία, όπως και ο Όθωνας μετά την ενηλικίωσή του, κυβέρνησε με πράξεις που τις ονόμασε αδιακρίτως είτε νόμους είτε βασιλικά διατάγματα, ενώ στις καίριες θέσεις τοποθετούσε Βαυαρούς. Είναι χαρακτηριστικό το γεγονός ότι προς το τέλος του 1834 στις ένοπλες δυνάμεις της χώρας υπηρετούσαν 5.000 Βαυαροί και ελάχιστοι Έλληνες, γεγονός που εξήψε την απογοήτευση και τη δυσφορία των Ελλήνων αγωνιστών λόγω του παραγκωνισμού τους. Η κατάσταση αυτή, γνωστή ως βαυαροκρατία, προκάλεσε έντονες αντιδράσεις που ελάμβαναν συχνά τη μορφή ανοιχτών εξεγέρσεων, για την καταστολή των οποίων χρησιμοποιήθηκε αρκετές φορές ωμή βία.

Υιοθέτησαν, επίσης, και μία σειρά από ανελεύθερους νόμους, μεταξύ των οποίων τον νόμο «περί εκτάκτου στρατιωτικής δίκης» της 5ης Σεπτεμβρίου 1833, που εισήγαγε για πρώτη φορά στην Ελλάδα τον θεσμό της κατάστασης πολιορκίας και επέτρεπε στον βασιλιά να συστήνει έκτακτα στρατοδικεία και να επιβάλλει ακόμα και τη θανατική ποινή. Με άλλους νόμους στόχευαν στη φίμωση του Τύπου, όπως ήταν ο νόμος «περί εγκλημάτων εκ της κατάχρησης του Τύπου», ο νόμος «περί της αστυνομίας του Τύπου», ο νόμος «περί εξυβρίσεων εν γένει και περί Τύπου» (γνωστός ως τυποκτόνος).[2]

 

 

1.2. Η ενηλικίωση του Όθωνα

Μετά την ενηλικίωσή του στις 20 Μαΐου/ 1 Ιουνίου 1835 ο Όθων άρχισε επίσημα να ασκεί τα βασιλικά του καθήκοντα, τυπικά τουλάχιστον. Παρά το γεγονός ότι η Αντιβασιλεία έπαψε αυτόματα να υφίσταται και όλοι περίμεναν ότι στις κυβερνητικές και τις άλλες δημόσιες θέσεις θα διορίζονταν αποκλειστικά Έλληνες, ο Όθων ανέθεσε την προεδρία του Υπουργικού Συμβουλίου (την πρωθυπουργία) στον Βαυαρό φον Άρμανσμπεργκ, που είχε την υποστήριξη του Άγγλου πρεσβευτή στην Αθήνα Έντμουντ Λάυονς. Ο βασιλιάς μάλλον δίσταζε να αναθέσει την πρωθυπουργία στον αρχηγό ενός από τα τρία κόμματα (αγγλικό, γαλλικό, ρωσικό), μπροστά στο ενδεχόμενο να οξυνθούν οι αντιθέσεις ανάμεσα στις πολιτικές παρατάξεις και να προκληθούν νέες αντιδράσεις κατά του θρόνου.

Ωστόσο, με βασιλικό διάταγμα της 18ης Σεπτεμβρίου 1835 ιδρύθηκε ως συμβουλευτικό όργανο του βασιλιά και ανώτατο διοικητικό δικαστήριο το Συμβούλιο της Επικρατείας, που αποτελούνταν από 20 μέλη, τα οποία διόριζε και έπαυε ελεύθερα ο βασιλιάς.  Τα μέλη, όμως, του Συμβουλίου της Επικρατείας προέρχονταν στην πλειονότητά τους από οπαδούς του Αγγλικού κόμματος. Η ανάμειξη, δε, του πρεσβευτή της Αγγλίας σε σοβαρά ζητήματα πυροδοτούσε νέες αντιδράσεις.

Μετά τον γάμο του με την Αμαλία και την επιστροφή του στην Ελλάδα στις 2 Φεβρουαρίου 1837, ο Όθων αντικατέστησε στην πρωθυπουργία τον Άρμανσμπεργκ με τον φον Ρούντχαρτ. Μπροστά, όμως, στην συνεχιζόμενη αγανάκτηση όλων των στρωμάτων του λαού για τη συνέχιση της βαυαροκρατίας, ο Ρούντχαρτ αναγκάστηκε να παραιτηθεί τον Δεκέμβριο του 1837. Ο Όθων κράτησε για τον εαυτό του την προεδρία του υπουργικού συμβουλίου και διόρισε Υπουργό Εξωτερικών τον Κωνσταντίνο Ζωγράφο, τον οποίο μετέπειτα, το 1840, αντικατέστησε με τον νομομαθή Ανδρόνικο Πάικο.

Τον Φεβρουάριο του 1841 ο Όθων ανέθεσε για πρώτη φορά την πρωθυπουργία σε Έλληνα, τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο, ηγέτη του αγγλόφιλου κόμματος. Ο τελευταίος, όμως, υπέρβαλε ορισμένες προτάσεις, όπως την διάλυση του Ανακτοβουλίου, την απομάκρυνση των Βαυαρών από τη διοίκηση και τον στρατό και την ανάθεση της προεδρίας του υπουργικού συμβουλίου αποκλειστικά στον πρωθυπουργό, που δεν έγιναν τελικώς αποδεκτές. Ο Μαυροκορδάτος οδηγήθηκε σε παραίτηση στις 10 Αυγούστου 1841.[3]

 

 

1.3. Η Επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου 1843

Τη νύχτα της 2ης προς την 3η Σεπτεμβρίου η φρουρά των Αθηνών υπό τον συνταγματάρχη Δημήτριο Καλλέργη στασίασε και με την υποστήριξη του λαού περικύκλωσε τα ανάκτορα προβάλλοντας ένα και μόνο αίτημα: την παραχώρηση Συντάγματος. Ο βασιλιάς αναγκάστηκε να υποχωρήσει.

Την ίδια μέρα σχηματίστηκε οικουμενική κυβέρνηση με πρόεδρο των Ανδρέα Μεταξά, αρχηγό του ρωσικού κόμματος, και με ισότιμη εκπροσώπηση και των τριών κομμάτων. Υπουργοί άνευ χαρτοφυλακίου ορίστηκαν οι Ιωάννης Κωλέττης και Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος, αρχηγοί του γαλλικού και του αγγλικού κόμματος αντίστοιχα. Στις 7 Σεπτεμβρίου προκηρύχθηκαν εκλογές για την ανάδειξη Εθνοσυνέλευσης. Οι εκλογές διεξήχθησαν βάσει του καποδιστριακού εκλογικού νόμου του 1829, ο οποίος προέβλεπε έμμεση καθολική ψηφοφορία του άρρενος πληθυσμού που είχε συμπληρώσει το 25ο έτος της ηλικίας. Οι εργασίες της διήρκησαν από τον Νοέμβριο του 1843 έως τον Μάρτιο του 1844. Στις 21 Φεβρουαρίου 1844 η Εθνοσυνέλευση ψήφισε το σχέδιο Συντάγματος και το υπέβαλε στον Όθωνα. Στις 18 Μαρτίου 1844 ο βασιλιάς κύρωσε και εξέδωσε το Σύνταγμα. Η Εθνοσυνέλευση της 3ης Σεπτεμβρίου κατεγράφη στην ελληνική συνταγματική ιστορία ως Α΄ Συντακτική.[4]

 

 

1.4. Το Σύνταγμα του 1844

Ποικίλες επεμβάσεις κατά τη διάρκεια των εργασιών της Εθνοσυνέλευσης συνετέλεσαν, ώστε το πρώτο Σύνταγμα της χώρας να είναι υπερβολικά συντηρητικό. Κατά τη διάρκεια των συζητήσεων οι πολιτικές και ιδεολογικές αντιλήψεις των κομμάτων εκφράστηκαν με μεγαλύτερη σαφήνεια και έγιναν σαφέστερες οι μεταξύ τους διαφορές.

Το Σύνταγμα καθιέρωνε την μοναρχική αρχή αναγνωρίζοντας στο πρόσωπο του βασιλιά τον φορέα και την πηγή της κρατικής εξουσίας και αρχηγό του στρατού. Η νομοθετική εξουσία ασκείται από τον βασιλιά, τη Βουλή, τα μέλη της οποίας δεν μπορούσαν να είναι λιγότερα από 80 και τα οποία εκλέγονταν από τον λαό κάθε τρία χρόνια, και από τη Γερουσία, τα μέλη της οποίας διορίζονταν από τον βασιλιά και διατηρούσαν το αξίωμά τους ισόβια.

Η εκτελεστική εξουσία ασκείται από τον βασιλιά και τους υπουργούς, τους οποίους διόριζε και έπαυε ο βασιλιάς, χωρίς να έχει λόγο η Βουλή. Οι υπουργοί ευθύνονταν για τις πράξεις του βασιλιά και ήταν υποχρεωμένοι να δίνουν διασαφηνίσεις σε ερωτήματα βουλευτών, γεγονός που συνιστούσε ένα είδος κοινοβουλευτικού ελέγχου.

Το Σύνταγμα του 1844 κατοχύρωνε ορισμένα θεμελιώδη δικαιώματα: την ισότητα απέναντι στον νόμο, την απαγόρευση της δουλείας, το απαραβίαστο του οικογενειακού ασύλου, την ελευθερία της γνώμης και του τύπου, την προστασία της ιδιοκτησίας και τη δωρεάν εκπαίδευση. Μία αδυναμία ήταν ότι δεν κατοχύρωνε το δικαίωμα του συνέρχεσθαι και συνεταιρίζεσθαι, γεγονός που μπορούσε να προβάλει προσκόμματα στη συγκρότηση πολιτικών σχηματισμών.

Ο νέος εκλογικός νόμος καθιέρωνε άμεση και καθολική ψηφοφορία. Άμεση, διότι οι εκλογείς δεν εκλέγουν πλέον κάποιο ενδιάμεσο σώμα εκλεκτόρων, αλλά απευθείας τους βουλευτές. Καθολική, διότι δικαίωμα του εκλέγειν είχαν όλοι οι άνδρες που είχαν γεννηθεί εντός της Ελλάδας, είχαν συμπληρώσει το 25ο έτος της ηλικίας τους και διέθεταν ιδιοκτησία –κινητή ή ακίνητη- εντός της επικράτειας, που να ήταν προσοδοφόρος και φοροτελής, ή ασκούσαν οποιοδήποτε επάγγελμα. Αυτό σήμαινε εκ των πραγμάτων ότι μόνο μία πολύ μικρή κατηγορία πολιτών μη εχόντων ιδιοκτησία αποκλείονταν: οι οικόσιτοι υπηρέτες και οι μαθητευόμενοι τεχνίτες.[5]

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ΔΕΥΤΕΡΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ

ΤΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑ ΤΟΥ 1864

 

2.1. Η πορεία προς το Σύνταγμα του 1864

Μετά τη λήξη των εργασιών της Α΄ Συντακτικής Συνέλευσης, σχηματίστηκε κυβέρνηση, προκειμένου να οδηγήσουν τη χώρα σε εκλογές, με πρωθυπουργό τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο, που ανέλαβε συγχρόνως τα υπουργεία Οικονομικών και Ναυτικών, ενώ το υπουργείο Εξωτερικών ανέλαβε ο Σπυρίδων Τρικούπης. Μετά την παραίτηση του Μαυροκορδάτου τον Αύγουστο του 1844, που προκλήθηκε από τις ένοπλες διαδηλώσεις εναντίον του υποκινούμενες από τους οπαδούς του γαλλικού και του ρωσικού κόμματος, ο Όθων ανέθεσε τον σχηματισμό κυβέρνησης στον Ιωάννη Κωλέττη και από τις εκλογές βγήκαν πανίσχυρα το γαλλικό και το ρωσικό κόμμα.

Ο Κωλέττης στα τρία χρόνια της πρωθυπουργίας του (1844- 1847) επεδίωκε μία κυβερνητική πολιτική που ενίσχυε τον ρόλο του βασιλιά, υπονομεύοντας τον κοινοβουλευτισμό, ενώ στην εξωτερική πολιτική υποστήριζε την Μεγάλη Ιδέα. Τον τελευταίο χρόνο της πρωθυπουργίας του οξύνθηκαν οι σχέσεις μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας με αφορμή το «επεισόδιο Μουσούρου», πρεσβευτή της Τουρκίας στην Ελλάδα, με αποτέλεσμα την διακοπή των διπλωματικών σχέσεων των δύο χωρών.

Μετά τον θάνατο του Κωλέττη (Αύγουστος 1847), το γαλλικό κόμμα πέρασε σε φάση παρακμής, ενώ η πολιτική αστάθεια συνεχίστηκε έως το τέλος του 1849 με δύο βραχύβιες κυβερνήσεις του Γεωργίου Κουντουριώτη και του Κωνσταντίνου Κανάρη. Από τον Δεκέμβριο του 1849 έως τον Μάιο του 1854 στην πρωθυπουργία της χώρας ήταν ο Αντώνιος Κριεζής, ο οποίος κατέβαλε μεγάλη προσπάθεια για την αναδιοργάνωση του κράτους, κυρίως στους τομείς των οικονομικών, της εκπαίδευσης και των διεθνών σχέσεων της χώρας.

Το 1853 ξέσπασε νέα κρίση του Ανατολικού ζητήματος με αφορμή τον ανταγωνισμό της Ρωσίας αφενός με την Αγγλία για την επικράτηση στον χώρο της καταρρέουσας Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και αφετέρου με τη Γαλλία για το καθεστώς των Αγίων Τόπων, την προστασία των οποίων διεκδικούσαν και οι δύο. Η κρίση οδήγησε στον Κριμαϊκό πόλεμο μεταξύ Ρωσίας και Τουρκίας, ο οποίος διήρκεσε έως το 1856. Επαναστατικά κινήματα που εκδηλώθηκαν με αφορμή των Κριμαϊκό πόλεμο στις αλύτρωτες ακόμα περιοχές, αποτέλεσαν την αφορμή για τη διακοπή των ελληνοτουρκικών σχέσεων, οι οποίες αποκαταστάθηκαν το 1855.[6]

 

 

2.2. Η νέα γενιά πολιτικών

Η ήττα της Ρωσίας στον Κριμαϊκό πόλεμο συνέβαλε στην αποδυνάμωση του ρωσικού κόμματος, το οποίο σταδιακά εξαφανίστηκε από την πολιτική σκηνή. Παράλληλα, η βίαιη συμπεριφορά της Αγγλίας και της Γαλλίας απέναντι στην Ελλάδα με τον ναυτικό αποκλεισμό της χώρας τον Μάιο του 1857, είχε ως συνέπεια να χάσουν την εμπιστοσύνη των οπαδών τους.

Η παρακμή των ξενικών κομμάτων συνέπεσε με την ανάδειξη μίας νέας γενιάς πολιτικών με διαφορετική νοοτροπία και καταβολές. Η οικονομική άνθηση που αρχίζει να σημειώνεται στο ελεύθερο ελληνικό κράτος επηρεάζει την πολιτική ατμόσφαιρα. Αρχίζει να διαμορφώνεται η αστική τάξη, οι φιλελεύθερες ιδέες διαδίδονται και η αντιπολίτευση εναντίον του Όθωνα ισχυροποιείται.

Με τις εκλογές του 1859 εισέρχεται στη Βουλή η πρώτη μετεπαναστατική γενιά πολιτικών με ιδέες αντιδυναστικές και φιλελεύθερες. Σε πολλές περιοχές της απελευθερωμένης Ελλάδας σημειώθηκαν εξεγέρσεις με αποκορύφωμα εκείνη της νύχτας της 10ης Οκτωβρίου 1862 που πραγματοποιήθηκε στην Αθήνα και οδήγησε στην κατάλυση της δυναστείας του Όθωνα. Οι επαναστάτες συνέταξαν ψήφισμα με το οποίο κήρυσσαν έκπτωτο τον βασιλιά, όρισαν προσωρινή κυβέρνηση από τους Δημήτριο Βούλγαρη, Κωνσταντίνο Κανάρη και Βενιζέλο Ρούφο και συγκάλεσαν Εθνοσυνέλευση για τη σύνταξη νέου Συντάγματος και την εκλογή νέου ηγεμόνα.

Το πρώτο δημοψήφισμα της ελληνικής συνταγματικής ιστορίας έγινε το τελευταίο δεκαήμερο του Νοεμβρίου του 1862 σε όλους τους δήμους της χώρας αλλά και στα προξενεία, όπου ψήφισαν οι Έλληνες του εξωτερικού. Νικητής αναδείχθηκε ο πρίγκιπας Αλφρέδος. Όμως, η πανηγυρική εκλογή του ματαιώθηκε, διότι η Ρωσία και η Γαλλία επικαλέστηκαν ρήτρα του Πρωτοκόλλου του Λονδίνου του 1830, σύμφωνα με την οποία απαγορευόταν στις «Προστάτιδες Δυνάμεις» η ανάρρηση στον ελληνικό θρόνο μέλους των βασιλικών οικογενειών τους. Τελικά, οι Μεγάλες Δυνάμεις συμφώνησαν να παραχωρήσουν τον θρόνο στον Δανό πρίγκιπα Γεώργιο Γκλύξμπουργκ. Την εκλογή του ενέκρινε παμψηφεί η Εθνοσυνέλευση. Η Αγγλία παραχώρησε στην Ελλάδα τα Επτάνησα, τα οποία ενώθηκαν με την Ελλάδα με τη Συνθήκη του Λονδίνου (3 Νοεμβρίου 1863). Από τον Ιούλιο του 1864, οι πληρεξούσιοι των Επτανήσων έγιναν επίσημα δεκτοί στην Εθνοσυνέλευση κύριο έργο της οποίας ήταν η ψήφιση νέου Συντάγματος.[7]

 

 

2.3. Η Εθνοσυνέλευση του 1862- 1864 και το Σύνταγμα του 1864

Η Β΄ Συντακτική Εθνοσυνέλευση συνήλθε στην Αθήνα στις 10 Δεκεμβρίου 1962. Στο πλαίσιο αυτής συγκροτήθηκαν οι πυρήνες δύο μεγάλων παρατάξεων, των πεδινών και των ορεινών, όροι γνωστοί από τη Γαλλική Επανάσταση. Οι πεδινοί με ηγέτη τον Δ. Βούλγαρη αποτελούνταν από αστούς και γαιοκτήμονες. Οι ορεινοί με ηγετικές φυσιογνωμίες τον Κ. Κανάρη και τον Αλ. Κουμουνδούρο έβρισκαν υποστηρικτές μεταξύ των μικροκαλλιεργητών, των κτηνοτρόφων, των εμπόρων και των πλοιοκτητών. Μικρότερη απήχηση είχαν άλλοι πολιτικοί σχηματισμοί, όπως το Εθνικόν Κομιτάτον υπό τον Ε. Δεληγιώργη, που υποστήριζε την ανάπτυξη του κοινοβουλευτισμού και τον εκσυγχρονισμό της χώρας, οικονομική ανάπτυξη και μεταρρυθμίσεις στη διοίκηση και τον στρατό. Συμπαγής ομάδα αποτελούσαν, επίσης, οι 84 Επτανήσιοι βουλευτές με συνεπείς φιλελεύθερες και δημοκρατικές ιδέες. [8]

Μέσα σε συνθήκες κυβερνητικής αστάθειας η Εθνοσυνέλευση χρειάστηκε δύο χρόνια για να ολοκληρώσει τις εργασίες της. Το νέο Σύνταγμα που δημοσιεύτηκε στις 16 Νοεμβρίου 1864, είναι το μακροβιότερο στην ελληνική συνταγματική ιστορία και έχει αποτελέσει τον κορμό των Συνταγμάτων του 1911 και του 1952.

Το νέο Σύνταγμα αναγνώριζε το έθνος ως πηγή των εξουσιών (άρθρο 21), σηματοδοτώντας έτσι το πέρασμα από την μοναρχική στη δημοκρατική αρχή ή αρχή της λαϊκής κυριαρχίας. Ως πολίτευμα καθιέρωνε, επομένως, αν και δεν το όριζε ρητώς, την βασιλευομένη δημοκρατία αντί της συνταγματικής μοναρχίας.

Επιπλέον, καταργούσε τη Γερουσία ως θεσμό συντηρητικό και αντιδημοκρατικό και καθιέρωνε το σύστημα της μίας Βουλής, ως λαϊκό αντιστάθμισμα στην εξουσία του μονάρχη. Οι βουλευτές θα αναδεικνύονταν με άμεση, καθολική (για τους άνδρες) και μυστική ψηφοφορία με σφαιρίδια, που θα διεξαγόταν ταυτόχρονα σε όλη την Επικράτεια.

Την εκτελεστική εξουσία θα ασκούσε ο βασιλιάς διαμέσου των Υπουργών, τους οποίους θα διόριζε ο ίδιος. Η νομοθετική εξουσία ανατέθηκε από κοινού στον βασιλιά και στη Βουλή. Η Βουλή ήταν αρμόδια για την ψήφιση των σχεδίων νόμων και η κύρωση και η δημοσίευσή τους, για να γίνουν νόμοι, από τον βασιλιά.

Τέλος, το νέο Σύνταγμα κατοχύρωνε θεμελιώδη δικαιώματα, όπως την ανεξαρτησία της δικαιοσύνης, την ελευθερία του συνέρχεσθαι και συνεταιρίζεσθαι, την ασυλία και το ακαταδίωκτο των βουλευτών και προστάτευε πιο αποτελεσματικά την προσωπική ασφάλεια και την ελευθερία του τύπου.[9]

 

 

2.4. Η καθιέρωση της αρχής της δεδηλωμένης

Ο νέος τότε πολιτικός Χαρίλαος Τρικούπης στο περίφημο άρθρο του «Τις πταίει;», που δημοσιεύτηκε στις 29 Ιουλίου 1874 στην εφημερίδα Καιροί, υποστήριξε δημόσια ότι η μόνη λύση στο πρόβλημα της κυβερνητικής αστάθειας της χώρας ήταν η συγκρότηση μεγάλων κομμάτων εξουσίας που να συγκεντρώνουν και τη λαϊκή επιδοκιμασία και την εμπιστοσύνη της Βουλής. Ο βασιλιάς έπρεπε, επομένως, να δίνει εντολή σχηματισμού κυβέρνησης μόνο σε πολιτικό του κόμματος που είχε τη «δεδηλωμένη» εμπιστοσύνη της πλειοψηφίας των βουλευτών και όχι σε πολιτικό κομμάτων μειοψηφίας της αρεσκείας του, τα οποία κέρδιζαν τις εκλογές με βία και νοθεία, με αποτέλεσμα να δημιουργούνται πλαστές κοινοβουλευτικές πλειοψηφίες.

Ο βασιλιάς Γεώργιος Α΄ παρά τις αρχικές του αντιδράσεις κάλεσε ως υπηρεσιακό πρωθυπουργό τον Χαρίλαο Τρικούπη, με σκοπό τη διεξαγωγή εκλογών τον Ιούλιο του 1875. Στην εναρκτήρια συνεδρίαση της νέας Βουλής που προέκυψε μετά τις εκλογές, στις 11 Αυγούστου 1875 ο βασιλιάς διαβεβαίωνε ότι στο εξής θα σεβόταν τη θέληση της πλειοψηφίας της Βουλής και του εκλογικού σώματος.

Η υιοθέτηση της αρχής της δεδηλωμένης αποτέλεσε τομή στην πολιτική ιστορία της χώρας, καθώς άνοιξε τον δρόμο προς την καθιέρωση του κοινοβουλευτικού συστήματος, που πραγματοποιήθηκε πανηγυρικά από το Σύνταγμα του 1927.[10]

 

 

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

 

            Ο αγώνας για την απελευθέρωση του υπόδουλου ελληνισμού και την ίδρυση ανεξάρτητου ελληνικού κράτους ήταν στη συνείδηση του λαού ανέκαθεν συνυφασμένος με την κατοχύρωση Συντάγματος. Έτσι, το πρώτο Σύνταγμα της ελληνικής ιστορίας, γνωστό ως «Προσωρινό Πολίτευμα της Ελλάδας» ψηφίστηκε από την Α΄ Εθνοσυνέλευση της Επιδαύρου, τον Ιανουάριο του 1822, ενώ το σημαντικότερο και δημοκρατικότερο εκείνης της περιόδου υπήρξε το «Πολιτικό Σύνταγμα», που ψηφίστηκε στην Τροιζήνα τον Μάιο του 1827 από την Γ΄ Εθνοσυνέλευση, η οποία εξέλεξε με ψήφισμά της τον Ιωάννη Καποδίστρια ως Πρώτο Κυβερνήτη της Ελλάδας.  

Μετά την περίοδο της απόλυτης μοναρχίας του Όθωνα (1832- 1843), η χώρα εισήλθε πάλι στην τροχιά που είχε ξεκινήσει από την επαναστατική περίοδο. Ωστόσο, το Σύνταγμα του 1844 δεν ήταν το έργο μίας Εθνοσυνέλευσης. Η τελευταία απλώς συνέπραξε στην κατάρτισή του, γι’ αυτό και έχει χαρακτηριστεί ως «Σύνταγμα- συνάλλαγμα». Αντίθετα, το Σύνταγμα του 1864 ως έργο της Β΄ Εθνικής Συνέλευσης υπήρξε ένα Σύνταγμα βιώσιμο και εφαρμόσιμο, όπως αποδείχτηκε από τη συνεχή λειτουργία του για περίπου μισό αιώνα, καθώς ίσχυσε χωρίς ιδιαίτερες μεταβολές έως το 1911, οπότε και έγινε αναθεώρησή του επί της πρώτης πρωθυπουργίας του Ελευθερίου Βενιζέλου. Η βιωσιμότητά του οφείλεται στο ότι, αν και στηρίχτηκε στο Σύνταγμα του 1844, μετέβαλε άρδην τον χαρακτήρα του πολιτεύματος κατοχυρώνοντας πλήρως τη δημοκρατική αρχή. Έτσι από τη μία πλευρά συνετέλεσε στην αναβίωση του πνεύματος του δημοκρατικού φιλελευθερισμού της επαναστατικής περιόδου, το οποίο είχε παραγκωνιστεί κατά την περίοδο της απόλυτης μοναρχίας του Όθωνα, και από την άλλη διακρίθηκε ως πρωτοποριακό μεταξύ των ευρωπαϊκών συνταγμάτων της εποχής.

 

 

 

 

 

 

 

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

 

 

Αλιβιζάτος, Ν. Κ. (2011). Το Σύνταγμα και οι εχθροί του στη Νεοελληνική ιστορία (1800- 2010). Τρίτη έκδοση. Αθήνα: Εκδόσεις Πόλις.

Ελληνική Ιστορία (2007). Αθήνα: Εκδοτική Αθηνών.

Θέματα Νεοελληνικής Ιστορίας (2008). Παιδαγωγικό Ινστιτούτο. Αθήνα: Οργανισμός Εκδόσεως Διδακτικών Βιβλίων.

Σκουλάτου, Β., Δημακοπούλου, Ν. & Κόνδη, Σ. (1999). Ιστορία νεότερη και σύγχρονη (1789- 1909). Αθήνα: Οργανισμός Εκδόσεως Διδακτικών Βιβλίων.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

[1] Βλ. Σκουλάτου, Β., Δημακοπούλου, Ν. & Κόνδη, Σ. (1999). Ιστορία νεότερη και σύγχρονη (1789- 1909), σελ. 251- 252; Ελληνική Ιστορία (2007), σελ. 528- 530, 538.

[2] Βλ. Αλιβιζάτου, Ν. Κ. (2011). Το Σύνταγμα και οι εχθροί του στη Νεοελληνική ιστορία (1800- 2010), σελ. 80- 81; Ελληνική Ιστορία (2007), σελ. 539.

[3] Βλ. Σκουλάτου, Β., Δημακοπούλου, Ν. & Κόνδη, Σ. (1999), ό.π., σελ. 258, 262- 263; Ελληνική Ιστορία (2007), σελ. 541- 546.

[4] Βλ. Σκουλάτου, Β., Δημακοπούλου, Ν. & Κόνδη, Σ. (1999), ό.π., σελ. 264; Ελληνική Ιστορία (2007), σελ. 546- 547.

[5] Βλ. Αλιβιζάτου, Ν. Κ. (2011), ό.π., σελ. 89- 93; Θέματα Νεοελληνικής Ιστορίας (2008), σελ. 70- 73.

[6] Βλ. Σκουλάτου, Β., Δημακοπούλου, Ν. & Κόνδη, Σ. (1999), ό.π., σελ. 266- 269; Ελληνική Ιστορία (2007), σελ. 547- 551.

[7] Βλ. Ελληνική Ιστορία (2007), σελ. 553,  563, 564.

[8] Βλ. Θέματα Νεοελληνικής Ιστορίας (2008), σελ. 77.

[9] Βλ. Αλιβιζάτου, Ν. Κ. (2011), ό.π., σελ. 117- 122.

[10] Βλ. Θέματα Νεοελληνικής Ιστορίας (2008), σελ. 79; Ελληνική Ιστορία (2007), σελ. 568- 570.

Share This Post

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Captcha * Time limit is exhausted. Please reload the CAPTCHA.