Η περιγραφή του κινδύνου από τον λήπτη της ασφάλισης κατά την κατάρτιση της ασφαλιστικής σύμβασης.

Γράφει ο Γκέγκας Ιωάννης

 

Α. Εισαγωγή

 

 

Η Ασφαλιστική Σύμβαση είμαι μια διαρκής, ενοχική αμφοτεροβαρής σύμβαση, που καταρτίζεται μεταξύ του Ασφαλιστή και του Λήπτη της Ασφάλισης (αντισυμβαλλόμενα μέρη). Ο ασφαλιστής αναλαμβάνει την υποχρέωση να καλύπτει τον κίνδυνο (ασφαλιστική κάλυψη)1 καθ’ όλη την ουσιαστική διάρκεια της ασφαλιστικής σύμβασης και να καταβάλει στον ασφαλισμένο το ασφάλισμα σε περίπτωση επέλευσης της ασφαλιστικής περίπτωσης, δηλαδή της επέλευσης του ασφαλισμένου κινδύνου. Από την μεριά του ο λήπτης της ασφάλισης οφείλει να καταβάλει το αντάλλαγμα για την κάλυψη του κίνδυνου, ήτοι το ασφάλιστρο2.

 

Για να καταρτισθεί η ασφαλιστική σύμβαση ο λήπτης της ασφάλισης είναι εκείνος που κάνει την πρόταση, με διαμορφωμένη την δήλωση βουλήσεως ύστερα από τις πληροφορίες που έχει λάβει από τον ασφαλιστή3, και ο ασφαλιστής αποδέχεται την πρόταση του λήπτη, αφού εκτιμήσει τον κίνδυνο4. Για να εκτιμήσει, όμως, ο ασφαλιστής τον κίνδυνο και να αποφασίσει αν θα αποδεχθεί ή όχι την πρόταση του λήπτη και εφόσον την αποδεχθεί να καθορίσει το ύψος του ασφαλίστρου, απαιτείται από τον λήπτη της ασφάλισης να προβεί κατά το προσυμβατικό στάδιο στην αναγγελία/περιγραφή του κινδύνου ή ,όπως συνηθίζεται να λέγεται, στην προσυμβατική δήλωση κινδύνου.

 

 

Β. Έννοια – Νομική φύση – Πεδίο εφαρμογής

 

 

Η προσυμβατική δήλωση κινδύνου ρυθμίζεται από το άρθρο 3 ΑσφΝ. με τίτλο «Περιγραφή του κινδύνου». Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή : «Κατά τη σύναψη της σύμβασης ο λήπτης της ασφάλισης υποχρεούται να δηλώσει στον ασφαλιστή κάθε στοιχείο ή περιστατικό που γνωρίζει, το οποίο είναι αντικειμενικά ουσιώδες για την εκτίμηση του κινδύνου, καθώς επίσης να απαντήσει σε κάθε σχετική ερώτηση του ασφαλιστή. Στοιχεία και περιστατικά, για τα οποία ο ασφαλιστής έθεσε σαφείς γραπτές ερωτήσεις, τεκμαίρεται ότι είναι τα μόνα τα οποία επηρεάζουν την από μέρους του εκτίμηση και αποδοχή του κινδύνου».

 

Δεν είναι κύρια υποχρέωση του λήπτη της ασφάλισης αλλά αποτελεί ασφαλιστικό βάρος5. Πρόκειται δηλαδή για κανόνα συμπεριφοράς, που επιβάλλεται (στην συγκεκριμένη περίπτωση) από τον νόμο, και η παραβίασή του, όπως θα δούμε, έχει ως συνέπεια την απώλεια συμβατικών δικαιωμάτων. Αποτελεί εκδήλωση της αρχής της ύψιστης καλής πίστης (utmost good faith) που κατάγεται από την θαλάσσια ασφάλιση (Marine Insurance Act 1906, άρθρο 17) και πλέον διέπει την κατάρτιση και λειτουργία της ασφαλιστικής σύμβασης6.

 

Η διάταξη του άρθρου 3 εφαρμόζεται στις ασφαλίσεις ζημιών (δηλαδή σε αυτές που η ασφαλιστική κάλυψη έχει συγκεκριμένη μορφή, ήτοι την αποκατάσταση της συγκεκριμένης ζημίας) και στις ασφαλίσεις ατυχημάτων (κατηγορία της ασφάλισης προσώπων). Δεν εφαρμόζεται στις ασφαλίσεις ζωής και ασθενειών, με την επιφύλαξη χρήσης του δικαιώματος εξαγοράς (άρθρο 3§8 ΑσφΝ.)

 

 

Γ. Περιεχόμενο της προσυμβατικής δήλωσης.

 

 

Ο λήπτης της ασφάλισης έχει την υποχρέωση να δηλώσει όλα τα ουσιώδη στοιχεία που είναι αντικειμενικώς απαραίτητα για να μπορέσει ο ασφαλιστής να εκτιμήσει τον κίνδυνο και να αποφασίσει αν θα αποδεχθεί την πρόταση για κατάρτιση της ασφαλιστικής σύμβασης ή όχι. Αν, δε, αποδεχθεί την πρόταση, η εκτίμηση με βάση τις πληροφορίες αυτές θα τον βοηθήσουν στον καθορισμό του ασφαλίστρου7. Η δήλωση γίνεται αυθόρμητα στον ασφαλιστή, ακόμα και χωρίς να ερωτηθεί ο λήπτης, ενώ αν δοθεί στον λήπτη ερωτηματολόγιο είναι υποχρεωμένος να απαντήσει με σαφήνεια και ειλικρίνεια στις ερωτήσεις, ώστε να εκτιμηθεί ο κίνδυνος από τον ασφαλιστή. Μάλιστα, στην περίπτωση αυτή, που έχει δοθεί ερωτηματολόγιο, τεκμαίρεται αμάχητα8 ότι οι ερωτήσεις αυτές επηρεάζουν την ορθή εκτίμηση του κινδύνου και είναι ουσιώδεις, με αποτέλεσμα ο ασφαλιστής να μην μπορεί να επικαλεστεί στην πορεία το γεγονός ότι κάποιες ερωτήσεις έμειναν αναπάντητες ή ότι δεν ανακοινώθηκαν περιστάσεις που δεν αποτελούσαν αντικείμενο ερώτησης (άρθρο 3§1 εδάφιο β΄ περ. α και β), αφού παρά τα γεγονότα αυτά εκείνος αποδέχθηκε την πρόταση του λήπτη της ασφάλισης, οπότε θεώρησε τις απαντήσεις στις ερωτήσεις αυτές ως αντικειμενικά ουσιώδεις για την εκτίμηση του κινδύνου. Μαχητό είναι τεκμήριο όσον αφορά την γ΄ περίπτωση της παραγράφου §1 εδάφιο β΄ και την περίπτωση της παραγράφου 2 του άρθρου 3 ΑσφΝ., όπου ο ασφαλιστής έχει τη δυνατότητα να καταρρίψει τον τεκμήριο αν αποδείξει ότι ο λήπτης της ασφάλισης από πρόθεση έδωσε καταφανώς ελλιπή απάντηση σε γενική ερώτηση ή οι απαντήσεις στις ερωτήσεις του ερωτηματολογίου έχουν ατέλειες ή πλημμέλειες9.

 

Τα στοιχεία ή τα περιστατικά πρέπει να αφορούν τον συγκεκριμένο κίνδυνο που επρόκειτο να ασφαλιστεί και το συγκεκριμένο ασφαλιστικό συμφέρον και όχι τον κίνδυνο γενικά (πχ. πυρκαγιά), καθώς τον τελευταίο τον γνωρίζει ο ασφαλιστής10. Όπως τονίσαμε, πρέπει το στοιχείο ή περιστατικό να είναι ουσιώδες αντικειμενικά, δηλαδή να επηρεάζει την εκτίμηση από το μέσο συνετό ασφαλιστή11. Φυσικά, οι δηλώσεις αυτές δεν είναι δηλώσεις βουλήσεως αλλά δηλώσεις γνώσης ή ανακοινώσεις12.

 

Έτσι, για παράδειγμα, σε περίπτωση ασφάλισης ζωής ο λήπτης της ασφάλισης οφείλει να ενημερώσει τον ασφαλιστή για προηγούμενες ασθένειες, επεμβάσεις, απειλές κατά της ζωής κ.α., σε περίπτωση ασφάλισης κατά του κινδύνου της κλοπής, είναι σημαντικό ο λήπτης να δηλώσει την περιοχή που κατοικεί (αν είναι ερημική ή όχι), αν είναι μονοκατοικία ή διαμέρισμα, αν οι πόρτες στο σπίτι του είναι ασφαλείας, αν έχει κιγκλιδώματα στα παράθυρα, αν έχει τοποθετήσει σύστημα συναγερμού, σε περίπτωση ασφάλισης κατά του κινδύνου της πυρκαγιάς, ο λήπτης πρέπει να πληροφορήσει πχ αν κατοικεί σε δασική περιοχή ή όχι, το υλικό που είναι φτιαγμένο το σπίτι, πληροφορίες σχετικά με τα ηλεκτρολογικά κα.

 

 

Δ. Πρόσωπα τα οποία βαρύνει.

 

 

Αρχικά, το ασφαλιστικό βάρος της προσυμβατικής δήλωσης κινδύνου βαρύνει τον λήπτη της ασφάλισης, ως αντισυμβαλλόμενο του ασφαλιστή, καθώς εκείνος είναι που συμμετέχει στη διαπραγμάτευση για την κατάρτιση της ασφαλιστικής σύμβασης.

 

Την ίδια υποχρέωση, όμως, έχει και ο ασφαλισμένος, στην περίπτωση που δεν είναι ο ίδιος λήπτης της ασφάλισης, ως φορέας του ασφαλιστικού συμφέροντος13. Μάλιστα, αυτό προκύπτει και από την διάταξη του άρθρου 9§2 εδάφιο β΄ ΑσφΝ. σύμφωνα με το οποίο: «Ο ασφαλισμένος έχει τις ίδιες υποχρεώσεις με το λήπτη της ασφάλισης, εφόσον έχει λάβει γνώση της σύμβασης και έχει δυνατότητα να τις εκπληρώσει». Άλλωστε, είναι απαραίτητη η πληροφόρηση από τον ασφαλισμένο αλλιώς δεν εκπληρώνεται ο σκοπός του νόμου14.

 

Στην περίπτωση που η ασφαλιστική σύμβαση καταρτίζεται με αντιπρόσωπο, τότε η υποχρέωση αυτή βαρύνει και τον ίδιο καθ’ όλη την διάρκεια των διαπραγματεύσεων έως και την κατάρτιση της ασφαλιστικής σύμβασης, σύμφωνα με τα άρθρα 214 – 215 ΑΚ15.

 

Αν ο λήπτης της ασφάλισης είναι νομικό πρόσωπο, σε δήλωση περιγραφής κινδύνου υποχρεούνται οι νόμιμοι εκπρόσωποι ή οι διευθυντές του νομικού προσώπου, ανάλογα με τον τύπο του16.

 

 

 

 

 

Ε. Έννομες συνέπειες της παράβασης.

 

 

Η παράβαση του άρθρου 3 ΑσφΝ. (Προσυμβατική δήλωση κινδύνου) δεν οδηγεί, πλέον, σε αυτοδίκαιη ακυρότητα της ασφαλιστικής σύμβασης (άρθρο 202 ΕΝ που έχει καταργηθεί) αλλά, με στόχο την προστασία του ασφαλισμένου – καταναλωτή, δίνεται η δυνατότητα στον ασφαλιστή να επιλέξει την καταγγελία ή την τροποποίηση της ασφαλιστικής σύμβασης ανάλογα με τον βαθμό υπαιτιότητας του ασφαλισμένου (αρχή της συνέχειας της ασφαλιστικής σύμβασης). Έτσι:

 

 

Α) Ανυπαίτια παράβαση (άρθρο 3§3-4 ΑσφΝ)

 

 

Αν η παράβαση του ασφαλιστικού βάρους της περιγραφής του κινδύνου δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του ασφαλιστή ή του λήπτη της ασφάλισης (ή γενικά όποιου βαρύνεται με την υποχρέωση αυτή17) τότε ο ασφαλιστής έχει δύο επιλογές: ή να ζητήσει την τροποποίηση της ασφαλιστικής σύμβασης, καθώς κρίνει ότι τα στοιχεία που αγνοούσε δεν είναι τόσο ουσιώδη, ή να καταγγείλει την ασφαλιστική σύμβαση, εφόσον κρίνει ότι τα νέα δεδομένα διαμορφώνουν μια διαφορετική κατάσταση, που αν τα γνώριζε εξ αρχής δεν θα είχε καταρτίσει την ασφαλιστική σύμβαση. Τόσο την τροποποίηση όσο και την καταγγελία της ασφαλιστικής σύμβασης μπορεί να τη ζητήσει μέσα σε προθεσμία ενός (1) μηνός από τότε που έλαβε γνώση των περιστατικών ή στοιχείων που θεωρεί αντικειμενικά ουσιώδη για την αξιολόγηση του κινδύνου18. Μάλιστα, αν η πρόταση τροποποίησης της ασφαλιστικής σύμβασης δεν γίνει δεκτή από τον λήπτη της ασφάλισης μέσα σε ένα μήνα από την λήψη της τότε ισχύει ως καταγγελία (άρθρο 3§4 ΑσφΝ).

 

Η καταγγελία παράγει αποτελέσματα μετά την πάροδο 15 ημερών από τότε που θα περιέλθει στον λήπτη της ασφάλισης (άρθρο 3§7 εδάφιο α΄ ΑσφΝ). Επομένως, στην περίπτωση αυτή η ασφαλιστική σύμβαση θα μείνει ισχυρή για 1 μήνα και 15 ημέρες κατ’ ανώτατο όριο, από την γνώση της παράβασης19. Στην περίπτωση που ο ασφαλιστής αποφασίσει να ζητήσει την τροποποίηση της ασφαλιστικής σύμβασης και ο λήπτης δεν την δεχτεί μέσα σε ένα μήνα, τότε θεωρείται καταγγελία και παράγει άμεσα αποτελέσματα (άρθρο 3§7 εδάφιο α΄ ΑσφΝ). Στην συγκεκριμένη περίπτωση, η ασφαλιστική σύμβαση θα μείνει ισχυρή για 2 μήνες κατ’ ανώτερο όριο20. Πάντως, η λύση της ασφαλιστικής σύμβασης επέρχεται ex nunc και όχι αναδρομικά, αφού η σύμβαση έχει ήδη λειτουργήσει (σύμβαση διαρκείας).

 

Αν η ασφαλιστική περίπτωση επέλθει μέσα στην προθεσμία για καταγγελία ή τροποποίηση της ασφαλιστικής σύμβασης (προθεσμία ενός μηνός από την γνώση των περιστατικών από τον ασφαλιστή) τότε ο ασφαλιστής οφείλει να καταβάλει κανονικά το ασφάλισμα. Το ίδιο οφείλει να πράξει και αν η ασφαλιστική περίπτωση επέλθει μέσα στο διάστημα των 15 ημερών που απαιτείται για να επιφέρει αποτελέσματα η καταγγελία. Έτσι, παρατηρούμε ότι ο ασφαλιστής υποχρεώνεται στην καταβολή του ασφαλίσματος, παρόλο που προέβη στην κατάρτιση της ασφαλιστικής σύμβασης, χωρίς να έχει γνώση των περιστατικών του κινδύνου, αφού η διάταξη της παραγράφου 3 δεν του παρέχει περεταίρω προστασία. Με αυτόν τον τρόπο ο νομοθέτης θέλησε να προστατεύσει περισσότερο τον ασθενέστερο ασφαλισμένο21.

 

Αυτονόητο είναι ότι αν η μη γνώση των περιστατικών του κινδύνου οφείλεται σε υπαιτιότητα του ασφαλιστή, εκείνος δεν έχει τα δικαιώματα αυτά.

 

 

Β) Παράβαση από αμέλεια (άρθρο 3§5 ΑσφΝ).

 

 

Αν η παράβαση του ασφαλιστικού βάρους της περιγραφής του κινδύνου οφείλεται σε αμέλεια του λήπτη της ασφάλισης, τότε ο ασφαλιστής έχει τα ίδια δικαιώματα με αυτά που προβλέπει η παράγραφος 3 του άρθρου 3 ΑσφΝ, την οποία και αναλύσαμε παραπάνω, ήτοι δικαίωμα καταγγελίας ή δικαίωμα να ζητήσει την τροποποίηση της ασφαλιστικής σύμβασης (πχ. αύξηση ασφαλίστρου). Εφαρμόζεται και εδώ η παράγραφος 7 σχετικά με την επέλευση των αποτελεσμάτων της καταγγελίας.

 

Αν η ασφαλιστική περίπτωση επέλθει στο χρονικό διάστημα που έχει ζητηθεί η τροποποίηση από τον ασφαλιστή και δεν έχει γίνει δεκτή ή έχει γίνει η καταγγελία αλλά δεν έχουν περάσει 15 ημέρες για να παράγει αποτελέσματα (άρθρο 3§7 ΑσφΝ), τότε το ασφάλισμα μειώνεται κατά το λόγο του ασφαλίστρου που έχει καθοριστεί προς το ασφάλιστρο που θα είχε καθοριστεί, αν δεν υπήρχε η παράβαση. Το κύρος της ασφαλιστικής σύμβασης δεν θίγεται. Τι γίνεται, όμως, αν ο ασφαλισμένος κίνδυνος πραγματοποιηθεί όταν ακόμα τρέχουν οι προθεσμίες άσκησης του δικαιώματος καταγγελίας η τροποποίησης, δηλαδή μέσα στην προθεσμία ενός μηνός από τότε που ο ασφαλιστής έλαβε γνώση της παράβασης;

 

Μια άποψη υποστηρίζει ότι στην περίπτωση αυτή επέρχονται οι συνέπειες παράβασης της §5 του άρθρου 3 ΑσφΝ22. Έτσι, ο ασφαλιστής υποχρεούται να καταβάλει μειωμένο ασφάλιστρο. Ορθότερη κατά τη γνώμη μας είναι η άποψη που θέλει τον ασφαλιστή να ευθύνεται πλήρως σε καταβολή του ασφαλίσματος23και τούτο γιατί ο ίδιος ο ασφαλιστής δεν έχει κάνει ακόμη χρήση των δικαιωμάτων του. Επίσης, δεν θεωρούμε ότι η έλλειψη ρύθμισης οφείλεται σε ακούσιο κενό του νομοθέτη, αλλά σε εκούσιο καθώς αν ο ίδιος ήθελε να ρυθμίσει την περίπτωση αυτή, δηλαδή την περίπτωση που ο η ασφαλιστική περίπτωση επέλθει κατά τη διάρκεια της προθεσμίας άσκησης των δικαιωμάτων της καταγγελίας και της τροποποίησης, θα το έκανε, όπως το έκανε στην παράγραφο 6 του άρθρου 3 Ασφ. Νόμου για την περίπτωση του δόλου, όπου ο ίδιος θέλησε να τιμωρήσει τον «πονηρό» λήπτη της ασφάλισης. Έτσι, ακριβώς επειδή πρόκειται για εκούσιο κενό δεν τίθεται θέμα αναλογικής εφαρμογής της παραγράφου 5 του άρθρου 3 Ασφ. Νόμου.

 

Από τη στιγμή που ο νομοθέτης δεν διακρίνει την αμέλεια, τότε ως αμέλεια μπορεί να νοηθεί τόσο η βαριά όσο και η ελαφριά24.

 

 

Γ) Παράβαση από δόλο (άρθρο 3§6 ΑσφΝ.)

 

 

Αν η παράβαση του ασφαλιστικού βάρους της προσυμβατικής δήλωσης κινδύνου οφείλεται σε δόλο του λήπτη της ασφάλισης, τότε ο ασφαλιστής έχει δικαίωμα μόνο σε καταγγελία της ασφαλιστικής σύμβασης (και όχι τροποποίησής της) μέσα σε προθεσμία ενός μηνός από τη στιγμή που έχει πληροφορηθεί την παράβαση του ασφαλιστικού βάρους. Στην περίπτωση αυτή τα αποτελέσματα της καταγγελίας επέρχονται άμεσα και όχι μετά την πάροδο 15 ημερών όπως συμβαίνει στην περίπτωση των παραγράφων 3 και 5 (σε συνδυασμό με παράγραφο 7). Εδώ καθίσταται σαφές ότι ο νομοθέτης δεν είναι πρόθυμος να προστατέψει έναν ασφαλισμένο – καταναλωτή, ο οποίος με πρόθεση θέλησε να εξαπατήσει τον αντισυμβαλλόμενό του και να ευνοηθεί, και έτσι τον τιμωρεί με την άμεση ενέργεια της καταγγελίας. Αποκορύφωμα, όμως, της τιμωρητέας διάθεσης του νομοθέτη είναι η περίπτωση της παραγράφου 6 εδάφιο δεύτερο του άρθρου 3 όπου ξεκάθαρα αναφέρει ότι : «Αν η ασφαλιστική περίπτωση επέλθει εντός της παραπάνω προθεσμίας, ο ασφαλιστής απαλλάσσεται της υποχρέωσής του προς καταβολή του ασφαλίσματος». Με βάση λοιπόν τη διάταξη αυτή, εάν η ασφαλιστική περίπτωση επέλθει εντός της προθεσμίας άσκησης του δικαιώματος καταγγελίας, τότε ο ασφαλιστής δεν υποχρεούται σε καταβολή του ασφαλίσματος. Επίσης, μια περίπτωση, που ο νόμος δεν ρυθμίζει, είναι όταν η ασφαλιστική περίπτωση επέλθει πριν λάβει γνώση της παράβασης ο ασφαλιστής. Στη περίπτωση αυτή καταλαβαίνουμε ότι η προθεσμία καταγγελίας δεν έχει ξεκινήσει και ο νομοθέτης δεν κάνει λόγο για την περίπτωση αυτή. Ο Άρειος Πάγος δέχεται την αναλογική εφαρμογή της παραγράφου 6 του άρθρου 325.

 

Τέλος, ιδιαίτερη προσοχή πρέπει να επιδείξουμε στο εξής ζήτημα: όπως τονίσαμε αμέσως παραπάνω αν ο ασφαλισμένος κίνδυνος πραγματοποιηθεί εντός της προθεσμίας για άσκηση του δικαιώματος καταγγελίας, ο ασφαλιστής δεν υποχρεούται σε καταβολή του ασφαλίσματος. Στην περίπτωση αυτή, όμως, ο ασφαλιστής πρέπει να προχωρήσει σε καταγγελία της ασφαλιστικής σύμβασης ή όχι;

 

Κρατούσα – πάγια θέση της νομολογίας είναι ή άποψη ότι ο ασφαλιστής δεν απαιτείται πια να, για να επιφέρει την απαλλαγή να καταγγείλει την ασφαλιστική σύμβαση, εφόσον ο νόμος δεν το απαιτεί26. Αντίθετα, άλλη άποψη θεωρεί ότι για να απαλλαγεί ο ασφαλιστής απαιτείται εκ μέρους του καταγγελία και μάλιστα μέσα στην προθεσμία του ενός μηνός27.

 

 

ΣΤ) Επίλογος

 

 

Γίνεται αντιληπτή από τα ανωτέρω η προστατευτική διάθεση του νομοθέτη του ΑσφΝ. (ν. 2496/1997) υπέρ του λήπτη της ασφάλισης – ασφαλισμένου, ο οποίος πρώτον, κατήργησε την αυτοδίκαιη λύση της ασφαλιστικής σύμβασης (202 ΕΝ) και εισήγαγε το δικαίωμα καταγγελίας ή τροποποίησης της σύμβασης του ασφαλιστή. Παράλληλα, διαβάθμισε τις συνέπειες της παράβασης του ασφαλιστικού βάρους ανάλογα με τον βαθμό υπαιτιότητας, επιφυλάσσοντας δυσάρεστες συνέπειες στον λήπτη της ασφάλισης που με δόλο παρέβη αυτό το βασικό ασφαλιστικό βάρος της προσυμβατικής δήλωσης κινδύνου. Μην ξεχνάμε ότι το γεγονός που κάνει τόσο σημαντική τη προσυμβατική δήλωση κινδύνου είναι η επιθυμία του νομοθέτη αλλά και βασική αρχή στο σύστημα δικαίου μας, να διαμορφώνεται με ορθότητα και πληρότητα κάθε δήλωση βουλήσεως. Είναι λογικό ότι, αν ο λήπτης της ασφάλισης δεν ενημερώσει πλήρως, παραθέτοντας όλα τα ουσιώδη αντικειμενικά στοιχεία, τον ασφαλιστή κατά την κατάρτιση της ασφαλιστικής σύμβασης, τότε εκείνος δεν θα διαμορφώσει σωστά την δικαιοπρακτική του βούληση και θα εκτιμήσει λάθος τον υπό ασφάλιση κίνδυνο. Συνεπώς, οι ασφαλισμένοι πρέπει να είναι ιδιαίτερα προσεχτικοί κατά την εκπλήρωση αυτού του ασφαλιστικού βάρους καθώς η παράβασή του λόγω δόλου επιφέρει σημαντικές συνέπειες και δυστυχώς είναι και η πιο συχνή περίπτωση στην πράξη.

 

 

Γκέγκας Ιωάννης

 

Δικηγόρος Θεσσαλονίκης

 

Μεταπτυχιακός φοιτητής Εμπορικού και Οικονομικού Δικαίου στη Νομική Σχολή του ΑΠΘ

 

 

 

 

 

 

Βιβλιογραφία:

 

 

1 Βλ. Χατζηνικολάου-Αγγελίδου Ράνια, Ιδιωτικό Ασφαλιστικό Δίκαιο, Β΄έκδοση, 2008, σελ. 42-44, Ρόκα Αλέξανδρο, σε Ι.Ρόκα, ερμηνεία ΑσφΝ., 2014, άρθρο 1, σελ. 14, όπου και παραπομπές σε Έλληνες και ξένους συγγραφείς. Η ανάληψη του κινδύνου (ασφαλιστική κάλυψη), ως μια διαρκής παροχή προσδοκίας και ασφάλειας, συνιστά την παροχή του ασφαλιστή, σύμφωνα με τη θεωρία ανάληψης του κινδύνου, που βρίσκεται σε ένα στατικό στάδιο. Από την στιγμή της πραγματοποίησης του κινδύνου η ασφαλιστική κάλυψη, από το στατικό στάδιο εισέρχεται σε ένα δυναμικό, κατά το οποίο πλέον ο ασφαλιστής πρέπει να καταβάλει το ασφάλισμα για να καλυφθεί η ζημία που υπέστη ο ασφαλισμένος (στις ασφαλίσεις ζημίας) ή το συμφωνηθέν σταθερό ποσό (στις ασφαλίσεις ποσού). Η θεωρία ανάληψης του κινδύνου είναι η κρατούσα καθώς δικαιολογεί τον αμφοτεροβαρή χαρακτήρα της ασφαλιστικής σύμβασης σε αντίθεση με την θεωρία της χρηματικής παροχής, σύμφωνα με την οποία η αντιπαροχή του ασφαλιστή είναι πάντα χρηματική παροχή (ασφάλισμα) που θα δοθεί όταν επέλθει η ασφαλιστική περίπτωση.

 

2 Την έννοια της ασφαλιστικής σύμβασης δίνει το άρθρο 1 του ν. 2496/1997 (Ασφαλιστικός Νόμος).

 

3 Πρόκειται για τις πληροφορίες που οφείλει να παρέχει ο ασφαλιστής κατά την υποβολή της πρότασης από τον λήπτη, που προβλέπονται από το ΝΔ 400/1970 στο άρθρο 4§2Η και §3Δ. Η μη παροχή αυτή των πληροφοριών δίνει στον λήπτη της ασφάλισης το δικαίωμα εναντίωσης του άρθρου 2§6 ΑσφΝ.

 

4 Για την κατάρτιση της ασφαλιστικής σύμβασης βλ. ενδεικτικά Αργυριάδη Αλκη, Χατζηνικολάου-Αγγελίδου Ράνια, Σκαλίδη Λευτέρη, Στοιχεία Ασφαλιστικού Δικαίου, έκδοση 5η, 2007, σελ. 46, Χατζηνικολάου-Αγγελίδου Ράνια, οπ.παρ. σελ. 111 επ., της ιδίας, Ασφαλιστική σύμβαση, 2000, σελ. 195 επ.

 

5 Βλ. Αργυριάδη Αλκη, Χατζηνικολάου-Αγγελίδου Ράνια, Σκαλίδη Λευτέρη, οπ. παρ. σελ. 65-66, Χατζηνικολάου-Αγγελίδου Ράνια, Ιδιωτικό Ασφαλιστικό Δίκαιο, Β΄έκδοση, 2008, σελ. 171, της ιδίας, Ασφαλιστική σύμβαση, 2000, σελ. 200, Παπαχρονόπουλο Νίκο, οπ.παρ. σελ. 69. Το ασφαλιστικό βάρος δεν είναι ενοχή καθώς του λείπουν δύο βασικά στοιχεία, το στοιχείο της υποχρεωτικότητας και το στοιχείο του εξαναγκασμού. Η παράβασή του, όμως, έχει βαριές συνέπειες.

 

6 Βλ. ενδεικτικά, Παπαχρονόπουλο Νίκο, οπ.παρ. σελ. 66.

 

7 Βλ. Αργυριάδη Αλκη, Χατζηνικολάου-Αγγελίδου Ράνια, Σκαλίδη Λευτέρη, οπ. παρ. σελ. 67, Χατζηνικολάου-Αγγελίδου Ράνια, Ιδιωτικό Ασφαλιστικό Δίκαιο, Β΄έκδοση, 2008, σελ. 172, της ιδίας, Ασφαλιστική σύμβαση, 2000, σελ. 203, Παπαχρονόπουλο Νίκο, οπ.παρ. σελ. 74.

 

8 Βλ. Παπαχρονόπουλο Νίκο, οπ.παρ. σελ. 77.

 

9 Βλ. Χατζηνικολάου-Αγγελίδου Ράνια, Ιδιωτικό Ασφαλιστικό Δίκαιο, Β΄έκδοση, 2008, σελ. 173.

 

10 Βλ. Παπαχρονόπουλο Νίκο, οπ.παρ. σελ. 74.

 

11 Βλ. Παπαχρονόπουλο Νίκο, οπ.παρ. σελ. 75.

 

12 Βλ. Αργυριάδη Αλκη, Χατζηνικολάου-Αγγελίδου Ράνια, Σκαλίδη Λευτέρη, οπ. παρ. σελ. 67, Χατζηνικολάου-Αγγελίδου Ράνια, Ιδιωτικό Ασφαλιστικό Δίκαιο, Β΄έκδοση, 2008, σελ. 173, της ιδίας, Ασφαλιστική σύμβαση, 2000, σελ. 204.

 

13 Βλ. Χατζηνικολάου-Αγγελίδου Ράνια, Ιδιωτικό Ασφαλιστικό Δίκαιο, Β΄έκδοση, 2008, σελ. 171, της ιδίας, Ασφαλιστική σύμβαση, 2000, σελ. 202, Παπαχρονόπουλο Νίκο, οπ.παρ. σελ. 69.

 

14 Βλ. Παπαχρονόπουλο Νίκο, οπ.παρ. σελ. 69.

 

15 Βλ. Χατζηνικολάου-Αγγελίδου Ράνια, Ασφαλιστική σύμβαση, 2000, σελ. 202, Παπαχρονόπουλο Νίκο, οπ.παρ. σελ. 70.

 

16 Βλ. Χατζηνικολάου-Αγγελίδου Ράνια, Ασφαλιστική σύμβαση, 2000, σελ. 202.

 

17 Βλ. Κεφάλαιο Δ΄.

 

18 Βλ. Αργυριάδη Αλκη, Χατζηνικολάου-Αγγελίδου Ράνια, Σκαλίδη Λευτέρη, οπ. παρ. σελ. 69, Χατζηνικολάου-Αγγελίδου Ράνια, Ιδιωτικό Ασφαλιστικό Δίκαιο, Β΄έκδοση, 2008, σελ. 174, της ιδίας, Ασφαλιστική σύμβαση, 2000, σελ. 206-207, Παπαχρονόπουλο Νίκο, οπ.παρ. σελ. 78-79.

 

19 Βλ. Παπαχρονόπουλο Νίκο, οπ.παρ. σελ. 79 (αριθμ. περιθ. 44).

 

20 Βλ. Παπαχρονόπουλο Νίκο, οπ.παρ. σελ. 79 (αριθμ. περιθ. 44).

 

21 Βλ. Παπαχρονόπουλο Νίκο, οπ.παρ. σελ. 79 (αριθμ. περιθ. 45).

 

22 Βλ. Ρόκα Ι., ΙδΑσφΔ, 2006, σελ 264, Παπαχρονόπουλο Νίκο, οπ.παρ. σελ. 80 (αριθμ. περιθ. 49).

 

23 Βλ. Χατζηνικολάου-Αγγελίδου Ράνια, Ιδιωτικό Ασφαλιστικό Δίκαιο, Β΄έκδοση, 2008, σελ. 175, της ιδίας, Ασφαλιστική σύμβαση, 2000, σελ. 209.

 

24 Βλ. ενδεικτικά, Χατζηνικολάου-Αγγελίδου Ράνια, Ιδιωτικό Ασφαλιστικό Δίκαιο, Β΄έκδοση, 2008, σελ. 175, της ιδίας, Ασφαλιστική σύμβαση, 2000, σελ. 208-209.

 

25 Βλ. Χατζηνικολάου-Αγγελίδου Ράνια, Ιδιωτικό Ασφαλιστικό Δίκαιο, Β΄έκδοση, 2008, σελ. 176, της ιδίας, Ασφαλιστική σύμβαση, 2000, σελ. 210, Αργυριάδη Αλκη, Χατζηνικολάου-Αγγελίδου Ράνια, Σκαλίδη Λευτέρη, οπ. παρ. σελ. 69-70, Παπαχρονόπουλο Νίκο, οπ.παρ. σελ. 81 επ, ΕφΘεσσ. 177/2008,ΕΕΜΠΔ 2008/339.

 

26 Βλ. ΕφΑθ 1657/2014, ΔΕΕ 2014/706, ΠΠΡ Αθ 3471/2012, ΕΠΙΔΙΚΙΑ 2012/460 (με παρατηρήσεις Νίκου Παπαχρονόπουλου), η οποία αναφέρει ότι η εκ μέρους τούτου καταγγελία της συμβάσεως δεν απαιτείται πια για να επιφέρει την απαλλαγή του, αφού την απαλλαγή αυτήν, ως κύρωση εις βάρος του λήπτη της ασφάλισης, για την από πρόθεση παράβαση του ασφαλιστικού βάρους, απαγγέλλει ρητά ο νόμος, χωρίς να απαιτεί και τη συνδρομή οποιασδήποτε άλλης περαιτέρω προϋπόθεσης, ΑΠ 483/2009, ΕΕΜΠΔ 2010/93, ΕφΑθ 5926/2008 ΕΕΜΠΔ 2009/323, ΕφΘεσσ. 62/2007, ΕΠΙΔΙΚΙΑ 2007/427, ΕφΑθ 4073/2007, ΕΠΙΔΙΚΙΑ 2007/334, ΕφΑθ 2948/2005, ΕΕΜΠΔ 2007/637, ΕφΑθ 5633/2004, ΔΕΕ 2005/181, ΑΠ 1119/2003, ΕΕΜΠΔ /93.

 

27 Βλ. αναλυτικά, Παπαχρονόπουλο Νίκο, οπ.παρ. σελ. 82-85.

 

Share This Post

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Captcha * Time limit is exhausted. Please reload the CAPTCHA.