Η Λησμονημένη Γνωμοδότηση του ΔΔΔ για τις Διαδικασίες Ψηφοφορίας επί ζητημάτων που αφορούν το έδαφος της ΝΔ Αφρικής: Ο Δικαστής Lauterpacht και η Ηθική Ακτινοβολία των πράξεων της ΓΣ των ΗΕ

Η Λησμονημένη Γνωμοδότηση του Διεθνούς Δικαστηρίου για τις Διαδικασίες Ψηφοφορίας επί ζητημάτων που αφορούν το έδαφος της ΝΔ Αφρικής:

Ο Δικαστής Lauterpacht και η Ηθική Ακτινοβολία των πράξεων της ΓΣ των ΗΕ

Γράφει ο Δημήτριος Α. Κούρτης 

Δυνάμει της από 11ης Ιουλίου 1950 Γνωμοδότησης του Διεθνούς Δικαστηρίου Δικαιοσύνης (ΔΔΔ) περί του Διεθνούς Καθεστώτος της ΝΔ Αφρικής[1], έγινε δεκτό ότι η Γενική Συνέλευση (ΓΣ) των ΗΕ –κατά την ενάσκηση της εποπτικής της αρμοδιότητας έναντι της Εντολοδόχου Δύναμης– δεσμευόταν το μεν να μην υπερβεί τα ελεγκτικά όρια τα οποία προέκυπταν εκ του καθεστώτος των Εντολών, το δε να ακολουθεί κατά την άσκηση των ως άνω εξουσιών διαδικαστικούς τύπους, κατά το δυνατόν, προσομοιάζοντες στην εφαρμοστέα ενώπιον του Συμβουλίου της Κοινωνίας των Εθνών (ΚτΕ) διαδικασία.[2] Σε συνέπεια και συνέχεια των υποχρεώσεων αυτών, η ΓΣ υιοθέτησε –inter alia– κανόνες διαδικασίας[3], μεταξύ ων περιλαμβανόταν και ο ειδικός κανόνας υπό στοιχείο (F), βάσει του οποίου αποφάσεις περί αιτήσεων και εκθέσεων αφορουσών το έδαφος της ΝΔ Αφρικής θα λαμβάνονταν με την αυξημένη πλειοψηφία των 2/3.[4] Η δε κυβέρνηση της Εντολοδόχου αμφισβήτησε τη συμβατότητα του κανόνα τούτου με το επί των Εντολών εφαρμοστέο καθεστώς, ως περιγράφηκε δυνάμει της Γνωμοδότησης του 1950.[5]

Κατόπιν έντονων διαβουλεύσεων, τόσο εντός της ΓΣ όσο και της ad hoc αρμόδιας Επιτροπής, η πρώτη τούτη παρέπεμψε το ζήτημα ενώπιον του ΔΔΔ, αιτούμενη την εκ μέρους του γνωμοδότηση περί του εάν ο ρηθείς ειδικός κανόνας ετέθη κατ’ ορθή ερμηνεία της Γνωμοδότησης του 1950· επί δε παραδοχής του αντιθέτου, ερωτάτο ποια θα ήταν η ενδεδειγμένη –κι εν προκειμένω ακολουθητέα– διαδικασία.[6] Το ΔΔΔ ομόφωνα γνωμοδότησε[7] υπέρ της συμβατότητας του κρίσιμου κανόνα με τα dicta της αρχικής Γνωμοδότησης του 1950.[8]

Στην κεχωρισμένη γνώμη[9] του ο Sir Hersch Lauterpacht στήριξε κατά κύριο λόγο τη σύγκλισή του προς τη θέση της πλειοψηφίας στην παραδοχή συμφώνως προς ην –κι αν ακόμη υποτεθεί ότι ο ειδικός κανόνας (F), κι εντεύθεν η αρχή της πλειοψηφίας των 2/3 την οποία εθέσπισε– επέβαλε αυξημένες υποχρεώσεις εν συγκρίσει προς το εφαρμοστέο κατά την περίοδο της ΚτΕ καθεστώτος, η φαινόμενη διατάραξη της ισορροπίας των δεσμεύσεων και εξουσιών της Εντολοδόχου διαφυλασσόταν, καθώς εκείνη υπέκειτο πλέον στην εποπτική αρμοδιότητα της ΓΣ των ΗΕ, η οποία και ασκούσε τούτη μέσω πράξεων στερούμενων per se πλήρους νομικής δεσμευτικότητας, εν αντιθέσει προς εκείνες του Συμβουλίου της Κοινωνίας.[10]

Κατά τις διαυγείς εισηγήσεις του Δικαστή Lauterpacht, οι πράξεις της ΓΣ διακρίνονται –εν πολλοίς– σε δύο κατηγορίες, εξ ων οι πρώτες –διαρρυθμίζουσες ζητήματα εσωτερικής διοίκησης και τάξεως του οργανισμού– επάγονται stricto sensu εννόμων αποτελεσμάτων και αρύονται δεσμευτικότητας[11]· οι δεύτερες αποτελούν συστάσεις, οι οποίες κι αν δεν εξοπλίζονται με κανονιστική δεσμευτικότητα[12], το μεν συνιστούν δικαιολογητικές βάσεις σύννομης δράσης για τα κράτη-μέλη των ΗΕ, εάν αποφασίσουν να συμπλεύσουν προς αυτές[13], το δε –ως φύσει νομικές[14]– εγκαθιδρύουν, έστω πρώιμης, χαλαρής ή ατελούς μορφής, υποχρεώσεις έναντι των κρατών-μελών, λειτουργούσες εν προκειμένω ως μέσα άσκησης εποπτικής αρμοδιότητας.[15]

Τα προς α απευθύνεται μια τέτοια σύσταση κράτη υποχρεούνται όχι να συμμορφωθούν άνευ ετέρου, αλλά να την λάβουν υπόψη τους προσηκόντως και βάσει των επιταγών της καλής πίστης.[16] Η δε –έστω εσωτερικής φύσης (ηθική)– δέσμευση που προκύπτει εκ των συστάσεων αυτών[17], όπως επιβεβαιώνει και η κρατική πρακτική[18], δεσμεύει τα κράτη-αποδέκτες, υποχρεώνοντας τούτα να αιτιολογήσουν ειδικώς τη μη συμμόρφωση προς το περιεχόμενό τους.[19] Επομένως δεν είναι ούτε δογματικά, αλλ’ ούτε και πρακτικά, ορθή η θέση περί παντελούς έλλειψης οιασδήποτε έννομης ισχύος των πράξεων αυτών[20], εν όψει του γεγονότος ότι η μη υιοθέτησή τους δεν επάγεται κάποια κύρωση.[21]

Εξ άλλου η επανειλημμένη και δι’ ευρείας πλειοψηφίας υιοθέτηση τέτοιου είδους πράξεων προσαυξάνει το ηθικό τους βάρος, με αποτέλεσμα το μη συμμορφούμενο μέρος να έρχεται –κάποτε– αντιμέτωπο με το ενδεχόμενο να λοιδορηθεί όχι επί παραβάσει μόνης της σύστασης, αλλ’ επί προσβολή αυτών τούτων των αρχών και σκοπών των ΗΕ, όπως εκφράσθηκαν εντός του Χάρτη των ΗΕ.[22] Εξ αυτού έπεται ότι, όπως άλλωστε η πρακτική της ΚτΕ είχε επιβεβαιώσει[23], σε ορισμένες περιπτώσεις οι εσωτερικές δεσμεύσεις και η ηθική επιτακτικότητα επιδρούν με μεγαλύτερη εν τοις πράγμασιν δεσμευτικότητα απ’ ότι η γυμνή νομική κύρωση.[24]

* ο Δημήτριος Κούρτης είναι δικηγόρος και μεταπτυχιακός φοιτητής Διεθνούς Δικαίου Νομικής Σχολής ΑΠΘ


[1] Διά της οποίας και αναγνωρίσθηκε ότι εποπτικά της Εντολοδόχου Δύναμης (Νοτιοαφρικανικής Ένωσης) καθήκοντα, καθ’ υποκατάσταση του Συμβουλίου της ΚτΕ, ανέλαβε η ΓΣ των ΗΕ· ίδε International Status of South West Africa (Advisory Opinion) [1950] ICJ Rep 128, 136 et seq. Η ως Γνωμοδότηση εγένετο δεκτή από την ΓΣ των ΗΕ διά της UNGA Res 449(V) A  (13 December 1950) “Question of South West Africa”  UN Doc A/RES/449(V).

[2] Το Συμβούλιο της ΚτΕ ακολουθούσε –κατά το γράμμα του Αρθρ. V(1) Συμφ.ΚτΕ– τον κανόνα της ομοφωνίας. Ίδε Covenant of the League of Nations (signed 28 June 1919, entered into force 10 January 1920; being Pt I of the Treaty of Peace between the Allied and Associated Powers and Germany, Versailles, 28 June 1919) [1919] UKTS 4 (Cmd 153) — Except where otherwise expressly provided in this Covenant or by the terms of the present Treaty, decisions at any meeting of the Assembly or of the Council shall require the agreement of all the Members of the League represented at the meeting· η Ελλάς εκύρωσε το Συμφ.ΚτΕ δυνάμει του Ν. 2084/1920, περί Κυρώσεως των μεταξύ των Συμμάχων και Συνησπισμένων Δυνάμεων και της Γερμανίας Συνθήκης της 15/28 Ιουνίου 1919 (ΦΕΚ Α’ 58/10-3-1920) — Εκτός ρητής εναντίας διατάξεως της παρούσης Συμφωνίας ή των όρων της παρούσης Συνθήκης, αι αποφάσεις της Συνελεύσεως ή του Συμβουλίου λαμβάνονται τη ομοφωνία των εκπροσωπουμένων εν τη Συνεδρία Μελών της Κοινωνίας. Για τη λειτουργία του κανόνα της ομοφωνίας εντός του συστήματος της ΚτΕ, ίδε STONE, JULIUS, “The Rule of Unanimity: The Practice of the Council and Assembly of the League of Nations” (1933) 14 BYBIL 18, 20 et seq.

[3] UNGA Res 749(VIII) (38 November 1953) “Question of South West Africa” UN Doc A/RES/749(VIII)· UNGA Res 844(IX) (11 October 1954) “Procedure for the Examination of Reports and Petitions Relating to the Territory of South West Africa” UN Doc A/RES/844(IX).

[4] Θεωρούμενες ως «σοβαρά ζητήματα» κατά την έννοια του ΧΗΕ 18(2),(3)· Res 844(IX) υ/σ (3), Special Rule F [Voting Procedure] — Decisions of the General Assembly on questions relating to reports and petitions concerning the Territory of South-West Africa shall be regarded as important questions within the meaning of Article 18, paragraph 2, of the Charter of the United Nations.

[5] Επαγόμενη, μάλιστα, ότι η διαφοροποίηση της διαδικασίας ψηφοφορίας ήγαγε κατ’ αποτέλεσμα σε υπέρμετρη διεύρυνση των δεσμεύσεών της Εντολοδόχου, πέραν των όσων ίσχυαν υπό το καθεστώς των Εντολών· ίδε –ενδεικτικά– Voting Procedure on Questions relating to Reports and Petitions Concerning the Territory of South West Africa (Advisory Opinion) [1955] ICJ Pleadings 20 [31].

[6] UNGA Res 904(IX) (23 November 1954) “Voting procedure on questions relating to reports and petitions concerning the Territory of South West Africa: Request for an advisory opinion from the International Court of Justice” UN Doc A/RES/904(IX) [Operative Clause] — [The General Assembly] Requests the International Court of Justice to give an advisory opinion on the following questions: (a) Is the following rule on the voting procedure to be followed by the General Assembly a correct interpretation of the advisory opinion of the International Court of Justice of 11 July 1950: ‘Decisions of the General Assembly on questions relating to reports and petitions concerning the Territory of South-West Africa shall be regarded as important questions within the meaning of Article 18, paragraph 2, of the Charter of the United Nations’? (b) If this interpretation of the advisory opinion of the Court is not correct, what voting procedure should be followed by the General Assembly in taking decisions on questions relating to reports and petitions concerning the Territory of South-West Africa?.

[7] Voting Procedure on Questions relating to Reports and Petitions Concerning the Territory of South West Africa (Advisory Opinion) [1955] ICJ Rep 67 [εφ’ εξής Voting Procedure (…) SW Africa].

[8] Η δε πλειοψηφήσασα (Hackworth P; Badawi VP; Çerrero J; Winiarski J; Zoricic J; Read J; Hsu Mo J; Armand-Ugon J; Kojevnikov J; Khan J; Moreno Quintana J; Cordova J) γνώμη θεμελίωσε την ως άνω θέση μετερχόμενη επιχειρήματα περί της συνήθους έννοιας των όρων της αρχικής Γνωμοδότησης (ερμηνευτικό επιχείρημα), της διάκρισης μεταξύ υποχρέωσης μη υπέρβασης του μέτρου του ουσιαστικού ελέγχου τον οποίον ασκούσε επί της Εντολοδόχου το προκάτοχο όργανο και υποχρεώσεων τηρήσεως ανάλογης διαδικασίας, αλλά και του απηγορευμένου παρέκκλισης εκ των κανόνων του ΧΗΕ περί διεξαγωγής ψηφοφοριών ενώπιον της ΓΣ (‘συνταγματικό’ επιχείρημα)· ίδε Voting Procedure (…) SW Africa, 72-76.

[9] Ibid 90 et seq. (Lauterpacht J; Separate Opinion — concurring).

[10] Cfer Ibid 115, 122, 123 [2].

[11] Ibid 115-116, 118.

[12] Ibid loc cit.

[13] Ibid 115.

[14] Ibid 120.

[15] Ibid 118-119 (verbatim): “A Resolution recommending to an Administering State a specific course of action creates some legal obligation which, however rudimentary, elastic and imperfect, is nevertheless a legal obligation and constitutes a measure of supervision” (προσετέθη έμφαση).

[16] Ibid 119-120.

[17] Ibid 121-122.

[18] Ibid 116-117, 119.

[19] Ibid 118-119.

[20] Ibid 120.

[21] Cfer Ibid 121-122.

[22] Ibid 120.

[23] Ibid 121.

[24] Ibid 120-121.

Share This Post

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Captcha * Time limit is exhausted. Please reload the CAPTCHA.