Η φορολογία σε χαλεπούς δημοσιονομικά καιρούς

 

Γράφει η Ελένη Κλουκινιώτη

Στους χαλεπούς καιρούς των οικονομικών κρίσεων επανεμφανίζεται το θέμα της φορολογίας, ειδικά για εκείνα τα κράτη, που ανάμεσα στην επιλογή της δημοσιονομικής λιτότητας και στο δρόμο, που χάραξε ο Ρούσβελτ με το New Deal, διαλέγουν την πρώτη, για να αποδράσουν από τον κυκλώνα της κρίσης. Οι πολίτες παρατηρούν τα εισοδήματα τους να συρρικνώνονται, ενώ ταυτόχρονα οι φορολογικές τους υποχρεώσεις αυξάνονται. Από τη μία, το κράτος επιδιώκοντας να καλύψει το δημοσιονομικό του έλλειμμα θεσπίζει νέους φόρους και επιβαρύνσεις, που προσδοκά να εισπράξει. Από την άλλη, οι φορολογούμενοι καταφεύγουν στα δικαστήρια αμφισβητώντας τις έκτακτες επιβαρύνσεις, προσπαθώντας να πραγματοποιήσουν μια προσδοκία με ροπή αντιστροφή από αυτήν του κράτους: τη μη πληρωμή. Ωστόσο, ποια είναι η χρυσή τομή; Πόσο πρέπει να φορολογείται ο πολίτης;

Στην Ελλάδα στο πλαίσιο της προσπάθειας μειώσεως του δημοσιονομικού ελλείμματος της χώρας, ο νομοθέτης προέβη, από το 2009 και μετά, στη θέσπιση σειράς δημοσιονομικών μέτρων τόσο για την περιστολή των δημοσίων δαπανών όσο και για την αύξηση των δημοσίων εσόδων. Στα ληφθέντα προς αύξηση των δημοσίων εσόδων φορολογικά μέτρα περιλαμβάνεται ικανός αριθμός εκτάκτων εισφορών, που επιβλήθηκαν επί του εισοδήματος, των δαπανών και της περιουσίας των φορολογουμένων. Ειδικότερα, αυτά είναι η έκτακτη οικονομική εισφορά επί του καθαρού εισοδήματός του οικονομικού έτους 2008, η ειδική εισφορά αλληλεγγύης στο ετήσιο καθαρό εισόδημα άνω των δώδεκα χιλιάδων ευρώ των φυσικών προσώπων, η έκτακτη εισφορά κοινωνικής ευθύνης για το οικονομικό έτος 2009, εφ’ όσον το συνολικό καθαρό εισόδημά τους υπερβαίνει τα 5.000.000 ευρώ, η έκτακτη εισφορά στα ιδιωτικά και επαγγελματικά πλοία αναψυχής, στα αεροσκάφη, ελικόπτερα, ανεμόπτερα, και στις δεξαμενές κολύμβησης, η επί της ακίνητης περιουσίας έκτακτη φορολογική επιβάρυνση, αφορούσα μόνον την μεγάλη ακίνητη περιουσία φυσικών προσώπων (αξίας 400.000 ευρώ και άνω), το ΕΕΤΗΔΕ, αλλά και η μετεξέλιξή του σε ΕΝΦΙΑ. Επίσης, οφείλουμε να μη λησμονούμε τις περικοπές σε μισθούς και συντάξεις τόσο στον ιδιωτικό αλλά και στο δημόσιο τομέα, τις περικοπές ή μειώσεις επιδομάτων, τη διαθεσιμότητα στο δημόσιο τομέα, αλλά την αύξηση του Φ.Π.Α.

Τα παραπάνω συνιστούν τις επιλογές του νομοθέτη αναφορικά με το ζήτημα της φορολογικής πολιτικής και εν γένει της οικονομικής πολιτικής και μέσω αυτών των επιλογών ο νομοθέτης φαίνεται να δημιουργεί ένα συνολικό πακέτο φορολογικών μέτρων απέναντι στο οποίο κρίνει, ότι ο πολίτης οφείλει να ανταπεξέλθει. Μετά την κρίση της εκτελεστικής και νομοθετικής εξουσίας ακολουθεί και αυτή της δικαστικής. Ο δικαστής κρίνει την επιλογή του νομοθέτη να πραγματοποιήσει τα θέλω του, που είναι η αύξηση των δημοσιονομικών εσόδων σε σχέση με το πώς αυτή η επιλογή θίγει τα δικαιώματα των πολιτών. Διαγιγνώσκει δηλαδή κατά πόσο οι φορολογικές επιβαρύνεις είναι θεμιτές και κατά πόσο θίγουν τη φοροδοτική ικανότητα του υποκειμένου. Στην ΣτΕ 668/2012 έκρινε ότι τα μέτρα περικοπής μισθών και συντάξεων δεν παρίστανται προδήλως απρόσφορα και μη αναγκαία, από τη στιγμή που συντρέχει σοβαρός λόγος δημοσίου συμφέροντος. Στην ΣτΕ 1972/2012 έκρινε το ΕΕΤΗΔΕ ανεκτό ως έκτακτο μέτρο, ενώ στην ΣτΕ 1685/2013 έκρινε την έκτακτη εισφορά του ν.3758/2009 συνταγματική μη διστάζοντας να προχωρήσει ακόμα και σε μια contra legem ερμηνεία της έννοιας του οικονομικού έτους. Γενικά, παρατηρούμε ότι ο δικαστής στο ερώτημα πόσο πρέπει να φορολογείται ο πολίτης απαντά αποδεχόμενος τις έως τώρα επιβαρύνσεις. Ωστόσο, δεν παραχωρεί carte blanche στο νομοθέτη. Παρ’ όλα αυτά, δεν είναι πρόδηλο ότι η δικαστική ανοχή θα συνεχιστεί εις το διηνεκές. Οι μειοψηφίες στις δικαστικές αποφάσεις είναι έντονες και με αρκετά πειστικά επιχειρήματα, ενώ αρκετές φορές ακόμα και η πλειοψηφία διατηρεί στάση κριτικής αποδοχής, δεχόμενη το μέτρο, αλλά ως ενέχων καθαρά προσωρινό χαρακτήρα. Τα εν λόγω στοιχεία οφείλουν να προβληματίσουν τον νομοθέτη και να τον αναγκάσουν να στραφεί σε ένα διαφορετικό σύστημα φορολόγησης. Ποιο θα είναι όμως αυτό;

Κατ’ αρχήν δε μπορούμε να αρνηθούμε εντελώς τη φορολογία και να θεωρούμε το κράτος ως ένα αδηφάγο τεχνοκρατικό κατασκεύασμα που επεμβαίνει στη σφαίρα της ατομικής μας περιουσίας, παίρνοντας τα χρήματά μας. Η φορολογία σαφώς και πρέπει να υπάρχει, αλλά πρέπει να ιδωθεί ξανά στη συνείδηση όλων μας ως υποχρέωση των αλληλέγγυων πολιτών και όχι ως περιορισμός των δικαιωμάτων ενός αντιπολιτικά υπερατομικιστή άνθρωπου, που ενδιαφέρεται μόνο για το προσωπικό του όφελος. Για να αλλάξει η θέαση της φορολογίας απαιτείται ένα ορθό φορολογικό σύστημα. Ένα φορολογικό σύστημα που θα βασίζεται στην ενιαύσια φορολόγηση των πολιτών βάσει των φορολογικών τους δηλώσεων με κριτήρια την ακίνητη περιουσία, τα εισοδήματα και τις καταθέσεις τους, ενώ παράλληλα θα περιέχει και ουσιαστικές φοροαπαλλαγές, που θα απαλλάσσουν τον κάθε πολίτη in concerto, ανάλογα με το ιδιαίτερο φορολογικό του προφίλ. Ο πολίτης κάθε χρόνο οφείλει να γνωρίζει ποιες θα είναι οι φορολογικές του υποχρεώσεις και πότε θα κλιθεί να τις καταβάλει, ενώ ταυτόχρονα θα πρέπει να έχει τη δυνατότητα να τις αμφισβητήσει τόσο στα δικαστήρια όσο και στη διοίκηση.

Επιλογικά, οφείλουμε να σημειώσουμε, ότι το δικαίωμα στην προσωπική περιουσία αποτέλεσε έναν από τους βασικούς πυλώνες του κράτους δικαίου και ιδίως της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας. Ας μην λησμονούμε το περίφημο no taxation without representation. Επομένως, είναι δύσκολο να υποθέσουμε ότι μια άναρχη και με προοδευτικά δημευτικό χαρακτήρα επέμβαση στην ατομική περιουσία θα γίνει ανεκτή για πολύ καιρό τόσο από τα δικαστήρια όσο και από το κοινό περί δικαίου αίσθημα. Ο νομοθέτης οφείλει να αντιμετωπίσει το ζήτημα της φορολογικής πολίτης διαφορετικά θεσπίζοντας ένα δίκαιο φορολογικό σύστημα.

*   η Ελένη Κλουκινιώτη  είναι φοιτήτρια Νομικής Σχολής Αθηνών

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  1. ΣτΕ (Ολ.) 1972/2012, Συνταγματικότητα ειδικού τέλους ακινήτων (Ε.Ε.Τ.Η.Δ.Ε.) με σημείωμα του Ακρίτα Καϊδατζή, www.constitutionalism.gr.

  2. Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών 1101/2012.

  3. Η θέσπιση κατώτατου ορίου αφορολόγητου ποσού: απλή δυνατότητα ή συνταγματική επιταγή; Στυλιανός Δ. Μαυρίδης, Διοικητική Δίκη, τεύχος 3/2013.

  4. Μνημονιακά φορολογικά μέτρα: αρχή φορολογικής μεταρρύθμισης ή ομολογία απεγνωσμένης προσπάθειας; Μπακάλης, ΝΟΒ 2012, σελ. 2834-2841.

  5. Η αχίλλειος πτέρνα του φορολογικού μας συστήματος, Προκόπης Παυλόπουλος, http://www.prokopispavlopoulos.gr/.

  6. Η υπερφορολόγηση της ακίνητης περιουσίας, μια υποδόρια αιτία διάβρωσης της οικονομίας και της δημοκρατίας, Προκόπης Παυλόπουλος, http://www.prokopispavlopoulos.gr/.

  7. Φορολογικό δίκαιο,  Θ. Φορτσάκης , Κ. Σαββαΐδου, εκδόσεις Νομική Βιβλιοθήκη.

Share This Post

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Captcha * Time limit is exhausted. Please reload the CAPTCHA.